ISBN: 978-9925-7840-7-3 (Έντυπη έκδοση)
ISBN: 978-9925-7840-8-0 (Ηλεκτρον. έκδοση)
Η ΛΟΤΤΑ ΜΕ ΤΑ ΚΟΥΝΙΑ
Μια μέρα όμως βρήκαν την πηγή στερεμένη και από εκείνο τον καιρό δεν είχαν νερό ούτε να πιούν, ούτε να μαγειρέψουν, ούτε να πλυθούν.
Αποφάσισαν να ερευνήσουν γιατί σταμάτησε το νερό να τρέχει, και ανακάλυψαν πως μια πελώρια λόττα ερχόταν το βράδυ με τα γουρούνια της και αναμόχλευε το νερό και έκλεινε το λαγούμι. Ήταν όμως πολύ μεγάλη και πολύ επικίνδυνη και κανένας δεν μπορούσε να τα βάλει μαζί της. Είχε κρεμασμένα στο λαιμό της κουδούνια που όταν περπατούσε τη νύχτα τα άκουγαν τα γουρουνάκια της και υπό τον ήχο τους την ακολουθούσαν. Τα άκουγαν και οι άνθρωποι και φοβισμένοι κλείνονταν στα σπίτια τους καθώς όσους συναντούσε στο διάβα της τους έκανε κομμάτια και τους έτρωγε.
Η ζωή των κατοίκων έγινε πολύ δυστυχισμένη και πολλοί έφευγαν να ζήσουν αλλού. Όσοι έμειναν δεν ήξεραν τι να κάμουν, και κάθε μέρα προσεύχονταν να γίνει ένα θαύμα να γλυτώσουν από το θεριό.
Από το πολύ παρακάλιο ο Θεός άκουσε τις προσευχές του και έστειλε έναν Άγιο να τους βοηθήσει.
Ένα πρωί που ξημέρωσε, φάνηκε να έρχεται από μακριά ένας ξένος. Ήταν ο Νικόλας ένα όμορφος νέος με γερή κορμοστασιά και ευγενικό πρόσωπο. Οι ντόπιοι τον καλωσόρισαν, και τον συμβούλευσαν να μην βγαίνει έξω τη νύχτα γιατί θα τον φάει το θηρίο.
Ο Νικόλας τότες τους λέει,
-μην φοβάστε και εγώ θα σκοτώσω το θεριό.
Οι άνθρωποι γεμάτοι ελπίδα τον ευχαρίστησαν και πρόσμεναν τη νύχτα να βγει έξω η λόττα και το νέο παλικάρι να την σκοτώσει.
Και ήρθε η νύχτα, και έπεσε το σκοτάδι βαθύ. Ήταν μια νύχτα σκοτεινή και φοβισμένη χωρίς αστέρια στον ουρανό. Οι κάτοικοι κλεισμένοι στα σπίτια τους γεμάτοι αγωνία περίμεναν να ακούσουν τα κουδούνια της λόττας και το πάλεμα που θα ακολουθούσε.
Και άκουσαν τα κουδούνια και τι πατημασιές του θεριού και η καρδιά τους σφίχτηκε και ο φόβος τους κυρίεψε. Ο ήχος ήταν ανατριχιαστικός και διαρκής καθώς η λόττα με τα κούνια ερχόταν από μακριά. Και όσο περπατούσε και πλησίαζε, τα κουδούνια ακούγονταν πιο δυνατά και ο φόβος τους γινόταν περισσότερος…
Και ώ του θαύματος, ξαφνικά σταμάτησε ο ανατριχιαστικός τους ήχος και ταυτόχρονα ακούστηκε το ανατριχιαστικό της στρίγγλισα. Και ύστερα απόλυτη σιωπή, απόλυτη ησυχία.
Οι άνθρωποι με αναζωογονημές τις ελπίδες τους βγήκαν από τα σπίτια τους και έτρεξαν προς την πηγή του νερού. Εκείνη την ώρα βγήκε το φεγγάρι και στο φως του είδαν τον Νικόλα να στέκει στην άκρια του γκρεμού. Ένα φωτοστέφανο έλουζε το κεφάλι του και αμέσως κατάλαβαν πως ήταν ο Άγιος Νικόλας. Τον έστειλε ο Θεός να τους γλυτώσει.
Ο Άγιος Νικόλας σοφός και Θεϊκός, με σοφία σκέφτηκε και χωρίς κόπο νίκησε το θεριό. Στάθηκε στη άκρη του γκρεμού και με φωνές το προκάλεσε. Και όταν αυτό όρμησε να τον κατασπαράξει, απλώς παραμέρισε και το θεριό από την πολλή φόρα της ορμής του, έπεσε στον βαθύ γκρεμό και τσακίστηκε.
Γεμάτοι ευγνωμοσύνη οι κάτοικοι βάλθηκαν τον επόμενο καιρό να κτίσουν ένα παρεκκλήσι προς τιμήν του. Μάζεψαν πέτρες πελεκητές από αρχαία απομεινάρια της περιοχής και σιγά σιγά έκτισαν το σημερινό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου που δεσπόζει στην κορυφή του γκρεμού και αγναντεύει τη θάλασσα καθώς είναι Άγιος της στεριάς αλλά και της θάλασσας.
ΕΒΑΛΕ Ο ΘΕΟΣ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ
Κάποτε ήταν δυο φίλοι κολλητοί που από παιδιά σαν γειτονόπουλα μεγάλωσαν μαζί. Μαζί στις χαρές, στις λύπες, στη φτώχεια και στα πλούσια ελέη. Όλα τα μοιράζονταν και ήταν σίγουροι πως η φιλία τους θα κρατούσε εφ όρου ζωής.
Πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν και έστησαν τα σπιτικά τους απέναντι το ένα στο άλλο. Στα χωράφια τους μπαινόβγαιναν γονιοί και παιδιά χωρίς να γνωρίζουν επ ακριβώς τα σύνορα που όριζε ο καθένας.
Μα ήρθαν καιροί κακοί και για ασήμαντη αφορμή, για μια μικρή συνοριακή διαφορά που δημιουργήθηκε επ αφορμή τα παιδιά τους, κακοφανίστηκαν μεταξύ τους.
Έπαψαν να μιλούν μεταξύ τους. Ο εγωισμός δεν τους άφηνε να σκεφτούν λογικά και ο ένας περίμενε να τα βάλει ο άλλος κάτω. Αλλά η περηφάνεια δεν τους το επέτρεπε, και έτσι πληγωμένοι και στεναχωρημένοι και οι δυο ζούσαν για χρόνια απομακρυσμένοι.
Όταν τα βράδια πήγαιναν για ύπνο, πριν κοιμηθούν στεναχωρημένοι έφερναν στη σκέψη τους την όλη κατάσταση και έριχναν το φταίξιμο ο ένας στον άλλο.
Η στεναχώρια και η πίκρα που ένιωθαν ήταν μεγάλη, και ένας εσωτερικός θυμός τους έτρωγε τα σωθικά. Η περηφάνια δεν τους άφηνε να σκεφτούν ταπεινά και λογικά, οπότε περισσότερο ένιωθαν εξαγριωμένοι και περισσότερο ο ένας δεν ήθελε να δει τον άλλο.
Όταν τα παιδιά τους μεγάλωσαν και έφυγαν, έμειναν μόνοι τους ο καθένας στο σπίτι του αντίκρυ του άλλου, και ακόμα θυμωμένοι έμεναν απομακρυσμένοι θεωρώντας εχθρό ο ένας τον άλλο. Με την ψυχή ματωμένη και την καρδιά πληγωμένη, αλλά γεμάτοι εγωισμό και περηφάνια, νόμιζαν πως τα αισθήματα μίσους που ένιωθαν αναμεταξύ τους πήγαζαν από την προαιώνια έχθρα τους. Με τον εγωισμό οδηγό και την υπερηφάνεια καθοδηγητή, ζούσαν μια μίζερη καθημερινότητα χωρίς να μιλά και να χαιρετά ό ένας τον άλλο παρά μόνο όσο αντικρίζονταν από απέναντι, περισσότερο ο θυμός τους πλήγωνε.
Και ένιωθαν πως ό ένας μισούσε τον άλλο…
Μια μέρα ένας περαστικός διαβάτης περνώντας από την περιοχή, ζήτησε από τον ένα λίγο νερό να ξεδιψάσει, και ρώτησε αν υπάρχει κάποιο μαστόρεμα να φτιάξει καθώς ήταν καλός ξυλουργός. Εκείνη την ώρα ο σπιτονοικοκύρης είδε από απέναντι τον παλιό του φίλο, και νευριασμένος αμέσως απάντησε,
-φτιάξε μου ένα ψηλό φράχτη να μην βλέπω τον κακό γείτονα μου απέναντι.
Και έφυγε για τις δουλειές του.
Επιστρέφοντας στο σπίτι όμως, αντί για ψηλό φράχτη, είδε μια γέφυρα κτισμένη. Πολύ θυμωμένος γύρισε να κατσαδιάσει τον ξυλουργό, αλλά το στόμα του δεν έβγαλε μιλιά καθώς πάνω στη γέφυρα είδε τον παλιό του φίλο να την προσπερνά τρέχοντας και να φωνάζει χαρούμενος λέγοντας,
-Φίλε μου καλέ, με συγχώρεσες, και να πέφτει στην αγκαλιά του.
Αρχίνησαν ένα κλάμα και σφιχταγκαλιασμένοι ζητούσαν ο ένας στον άλλο να τον συγχωρέσει.
Και ο καλός μάστορας δίπλα ως απεσταλμένος από το Θεό μουρμούρησε ευχαριστημένος,
- συγχωρείτε και θα σας συγχωρήσουν.
Ο ΔΕΚΑΤΡΗΣ (Κυπριακή εκδοχή)
Μια φορά στα αμπελοχώρια πάνω ψηλά στα βουνά, ζούσε μια οικογένεια που κάθε χρόνο γεννοβολούσε ένα παιδί. Αυτό στα παλιά χρόνια έως και πρόσφατα συνηθιζόταν για να έχουν οι γονιοί πολλά εργατικά χέρια να τους βοηθούν στα χωράφια.
Γέννησε η μάνα δώδεκα γιούς και με ελπίδα μήπως γεννήσει και μια κόρη, ύστερα που πέρασαν πολλά χρόνια αγκαστρώθηκε ξανά. Πέρασαν εννιά μήνες, και γέννησε πάλι ένα γιο. Τα αδέρφια απογοητεύτηκαν γιατί και αυτοί ήθελαν να έχουν μια αδερφή. Έτσι δεν αγάπησαν τον μικρό αδερφό τους παρά μόνο τον ζήλευαν και τον μισούσαν καθώς η μάνα τους ως στερνοπαίδι τον αγαπούσε και τον φρόντιζε περισσότερο από αυτούς.
Το παιδί το ονόμασαν Δεκατρής γιατί ήταν το δέκατο τρίτο παιδί στη σειρά, αλλά και γιατί είχε γεννηθεί στις δεκατρείς του μηνός.
Τα δώδεκα αδέρφια ήταν μεγαλόσωμοι και δυνατοί, ενώ ο Δεκατρής μικρόσωμος και λειψός. Όσο μπόι όμως του έλειπε, τόσο μυαλό ξυράφι είχε στην κεφαλή. Και όσο μεγάλωνε και έπηζε περισσότερο το μυαλό του και πολύ έξυπνος καθώς ήταν, υπάκουε στις όσες αγγαρείες και τιμωρίες τα αδέρφια του τον διέταζαν ώστε να μην τον δέρνουν.
Αλλά όσο τα χρόνια περνούσαν, αυτοί περισσότερο δεν τον ήθελαν και σκέφτονταν τι να κάμουν να τον ξεφορτωθούν χωρίς να τιμωρηθούν ως υπαίτιοι.
Έτσι έκατσαν και σκέφτηκαν και τον διέταξαν να πάει πάνω στην κορφή του βουνού στη σπηλιά που ζούσε ένας Δράκος και να κλέψει το πάπλωμα του να τους το φέρει για να σκεπάζονται τις κρύες νύχτες του χειμώνα.
Ο Δράκος ήταν ένας φοβερός ληστής που ήταν θεριό ανήμερο και ο οποίος λυμαινόταν τα γύρω χωριά και σκότωνε τους ανυπεράσπιστους χωρικούς. Έτσι έλπιζαν να σκότωνε και αυτόν και να τον απαλλαγούν.
Ο ληστής ήταν αιμοβόρος και είχε φήμη ότι ήταν ανελέητος και πως από την κακία του, αφού σκότωνε τους ανθρώπους, ανάγκαζε το άλογο του να τρώει τις σάρκες τους. Έτσι όλοι τον φοβούνταν και κανείς δεν ήθελε να τα βάλει μαζί του.
Ο Δεκατρής μόλις έλαβε αυτή τη σκληρή προσταγή, χαμογελώντας μέσα του, απάντησε πως θα πάει να φέρει το πάπλωμα.
Όμως δεν ήταν εύκολο, γιατί ο ληστής είχε ραμμένα στο πάπλωμα μικρά κουδουνάκια για να μην μπορεί κανένας να το κλέψει.
Παραφύλαξε μια νύχτα λοιπόν που ο Δράκος κοιμόταν τέζα από το πολλή μεθύσι, και σιγά να μην τον ξυπνήσει, παραγέμωσε όλα τα κουδούνια με παμπάκι για να μην χτυπούν, φορτώθηκε το πάπλωμα και έφυγε. Και θέλοντας να πικάρει τον δράκοντα, στάθηκε μακριά στην απέναντι βουνοπλαγιά και όταν το πρωί ξύπνησε, του έβαλε μια δυνατή φωνή,
-Δράκοντα το πάπλωμα για να ξέρεις, σου το έκλεψε ο Δεκατρής.
Φουρκίστηκε ο ληστής, αλλά ήταν πολύ μακριά το μικρόν παιδί για να το κυνηγήσει.
Ύστερα πήρε το πάπλωμα στα αδέρφια του που όμως δεν έμειναν ευχαριστημένοι από την επιτυχία του μικρού αδερφού τους. Έτσι σε λίγες μέρες τον έστειλαν να κλέψει το άλογο του ληστή για να μεταφέρουν τα σταφύλια από τα αμπέλια όπως του είπαν.
Χαμογελώντας και πάλιν ο Δεκατρής, τους είπε εντάξει. Πήρε το ανηφόρι για το ψηλό βουνό, και όταν ο Δράκος κοιμόταν από το πολύ μεθύσι, πήγε στο στάβλο που ήταν το άλογο και φιλεύοντας το με ένα δεμάτι σανό, κατάφερε και έγιναν φίλοι καθώς το καημένο ζώο είχε να φάει τροφή αλόγου πολλήν καιρόν. Ύστερα τύλιξε τις οπλές του με παμπάκι για να μην κάνει θόρυβο και ήσυχα το πήρε από τα γκέμια και έφυγαν.
Και θέλοντας να ξαναπικάρει τον δράκοντα, στάθηκε μακριά στην απέναντι βουνοπλαγιά και όταν το πρωί ξύπνησε, του έβαλε μια δυνατή φωνή,
-Δράκοντα το άλογο για να ξέρεις, σου το έκλεψε ο Δεκατρής.
Όταν τον είδαν τα αδέρφια του πάλιν στεναχωρέθηκαν από την κακία τους, έτσι σε λίγες μέρες του είπαν,
-αφού Δεκατρή είσαι τόσο έξυπνος και κατάφερες να κλέψεις το πάπλωμα και το άλογο, μήπως μπορείς να φυλακώσεις και τον ίδιο το Δράκοντα, ώστε να γλυτώσουν οι χωριανοί;
-Μπορώ,
τους απάντησε και πήρε ξανά το δρόμο για το ψηλό βουνό.
Μεταμφιεσμένος σε παπά, πήγε κοντά στη σπηλιά του ληστή και με ένα θυμιατό άρχισε να θυμιατίζει και με δυνατή φωνή να καταριέται τον Δεκατρή και να λέγει,
-ανάθεμα σε Δεκατρή και τρισανάθεμα σε…
Που τον άκουσε ο ληστής πετάχτηκε έξω και τον ρώτησε που γνωρίζει τον Δεκατρή και τον καταριέται.
-Που τον ξέρω; Μου έκλεψε τα πρόβατα, τις κότες κι ότι άλλο είχα. Δεν μου άφηκε τίποτα.
-Και εμένα μου έκλεψε το πάπλωμα και το άλογο και όπου τον βρω θα τον φάγω ζωντανό. Μήπως ξέρεις που να τον βρω;
-Ξέρω, μου το είπε ο μεγαλοδύναμος. Θέλεις να σε πάω να τον εκδικηθείς και για μένα και για σένα;
-Πολύ το θέλω, άντε να με οδηγήσεις για να μην φάγω και εσένα.
-Όμως ο Δεκατρής μόλις σε ειδεί θα τρέξει και θα φύγει και δεν θα τον προλάβεις αφού δεν έχεις άλογο. Αλλά αν σε κλείσω σε ένα κλουβί να φαίνεσαι φυλακισμένος, μπορούμε να τον ξεγελάσουμε και να πλησιάσουμε και να βγεις έξω να τον σκοτώσεις.
Τον πίστεψε ο ληστής που από τη μεγάλη μανία που είχε να εκδικηθεί δεν σκέφτηκε καλά, και μπήκε στο κλουβί.
Τον κλείδωσε ο Δεκατρής, και με τα αδέρφια του παρέα τον πήγανε στο βασιλιά που τον φυλάκωσε για πάντα. Ύστερα τους αντάμειψε πλουσιοπάροχα για το κατόρθωμα τους. Από τότες τα αδέρφια του μετάνιωσαν και τον παραδέχτηκαν για την εξυπνάδα του και μαζί με όλους τους κατοίκους της περιοχής τον τιμούσαν με τον απεριόριστο σεβασμό τους.
ΣΑΝ ΤΗ ΝΥΓΑ ΣΤΟ ΓΑΛΑ
Πριν πολλά χρόνια και αιώνες, στην Αππεσιά ζούσε ένα παλικάρι λίγο αγαθός στο μυαλό, που τον έφεραν σσόγαμπρο από ένα διπλανό χωριό και τον πάντρεψαν με μια κοπέλα.
Μετά από λίγους μήνες στη Χώρα άνοιξαν δουλειές και ζητούσαν πολλούς εργάτες για να επισκευάσουν τα τειχιά της πόλης. Τα μεροκάματα ήταν πολύ καλά, και ο αγαθός άνθρωπος συμφώνησε με τη γυναίκα του να ξενιτευτεί, να πάει στη Χώρα να δουλέψει.
Έτσι αυτή έμεινε σε ένα σπίτι άδειο μόνη κατάμονη, και την έτρωγε η μοναξιά. Μη αντέχοντας να είναι μοναχή, γύρεψε ένα σύντροφο να την παρηγορήσει και να την συντροφεύσει κάποιες κρύες νύχτες του χειμώνα.
Στην ίδια γειτονιά ζούσε ένα αντρόγυνο νέγροι, μαύροι κατάμαυροι. Τα έφτιαξε με τον νέγρο και περνούσαν μια χαρά ενώ ο αγαθός άνδρας της ξενοδούλευε για να μαζέψει χρήματα να φτιάξουν ένα καλύτερο σπιτικό.
Οι μήνες πέρασαν, τα τείχη κτίστηκαν και ο καημένος άνδρας επέστρεψε σπίτι στη γυναίκα του. Αλλά τί έκπληξη, την βρήκε με ένα παιδί στην αγκαλιά. Και ήταν μαύρο σαν τη μύγα μέσα στο γάλα.
-Γυναίκα, ποιο είναι το παιδί; Την ρώτησε.
-Άνδρα μου είναι δικό σου, όταν έφυγες με άφησες έγκυο.
-Και γιατί είναι μαύρο κατάμαυρο αφού και εσύ και εγώ είμαστε άσπροι;
Και η αθεόφοβη του απαντά,
-να άνδρα μου, δεν είχα γάλα να το ταΐζω και το βύζανε η γειτόνισσα που είναι μαύρη, γι’ αυτό και το παιδί έγινε μαύρο.
Ο αγαθός άνδρας την πίστεψε και όλα είχαν καλά. Σε λίγο καιρό όμως του μήνυσαν από το διπλανό χωριό πως η μάνα του αρρώστησε και έπρεπε να πάει να την δει.
Έτσι πήρε τη γυναίκα του και το παιδί και κίνησε για το άλλο το χωριό.
Βρήκε τη μάνα του στο κρεββάτι πολύ άρρωστη και τη είπε,
-σου έφερα και τον εγγονό σου να τον γνωρίσεις.
-Καλά του λέει πως είναι εγγονός μου αφού είναι μαύρο κατάμαυρο;
Ο γιος της της εξήγησε όσα του είπε η γυναίκα του για το ως μαύρισε το παιδί, και γυρνά αγανακτισμένη η γριά και του λέει,
-Και εσένα γιέ μου σε βύζζανα με γάλα της αίγιας γιατί δεν είχα δικό μου, αλλά δεν έγινες αίγια, μόνο τα κέρατα της έβγαλες.
ΜΙΜΟΥ ΣΕΜΝΑ
Η Αλεπού θορώντας να καλικώνουν το άλογο, σήκωσε και αυτή το ποδάρι της
(Το παραμύθι μου διηγήθηκε ο Γιαννής Αχιλλέως από την Τάλα)
Κάποτε ένα λιοντάρι σαν εθκιανεύκετουν μέσα στο δάσος ήβρεν μιαν αλεπού πολλά καταλυμένη τζιαι λαλεί της,
-κυρά αλεπού γιατί είσαι έτσι καταλυμένη;
τζιαι απαντά του,
-εν ευρίσκω φαΐ να φάω, τζιαι εσού γιατί έσιεις γυαλιστή η ράχη σου και γεμάτη πάχος;
- εγώ κάνω την δουλειά με το σιέρι μου,
-τζιαι ήντα δουλειά κάμνεις με το σιέρι σου;
Το λιοντάρι της λαλεί έλα μιτά μου να δεις.
Η Αλεπού εσκέφτειν να πάει να δει ήντα δουλειά κάμνει με το σιέρι του.
Τον έτρεχε ταπισόν μες στο δάσος τζιαι τον παρακολουθούσε. Το λιοντάρι εσιάστηκεν ένα βούβαλο τζιαι λαλεί στην αλεπού
-ένα πάω μια βόλτα πάνω τζιαι μια κάτω τζιαι όταν δεις τα μμάθκια μου να γεμώσουν γαίμαν, να μου το πεις.
Πάει μια βόλτα πάνω έρκεται μια βόλτα κάτω τζιαι την ρωτά
-εγεμώσαν τα μάτια μου γαίμαν;
Τζιαι η αλεπού λαλεί του εγεμώσαν.
Εβούρησεν πάνω στο βούβαλο το λιοντάρι, τον εκτύπησε με τα πόδκκια του τζιαι τον έσειρεν κάτω τζιαι λαλεί στην αλεπού
-έλα να φάεις, δώκε με τα μούτρα μέσα.
Η αλεπού έφαεν καλά ερχότασεν, επρήστηκεν. Την άλλη μέρα το ίδιον πάλε, έσειρεν έναν βούβαλον κάτω, πάλε έφαεν η αλεπού καλά, πάλε επρίστηκεν τζιαι που τες πολλές φορές που επήεν με το λιοντάρι ενόμισεν πως έμαθεν την τέχνη, τζιαι εσκέφτηκεν,
- αφού έμαθα την τέχνη γιατί να είμαι υπό του λιονταριού τζιαι να μεν κάμω την δουλειά μου με το σιέρι μου;
Τζιαι λαλεί στο λιοντάρι,
-εβαρέθηκα τη παρέα σου, θέλω να χωριστούμεν.
Εχωρίσαν τζιαι εθκιανεύκετουν μόνη της, τζιαι σαν επαρπάταν ήβρεν μιαν άλλην αλεπού πεινασμένη τζιαι καταλυμένη τζιαι λαλεί της,
-κυρά αλεπού γιατί είσαι έτσι καταλυμενη ,
τζιαι απαντά της,
-Έν εβρίσκω φαΐ να φάω, αλλά εσύ πού βρίσκεις τζιαι τρώεις τζιαι είσαι έτσι παχουλή τζιαι έσιεις γιαλλιστερή τη ράχη;
-Εγιώ κάμνω τη δουλειά με το σιέρι μου τζιαι αν θέλεις έλα μιτά μου να δεις τζιαι να μάθεις την τέχνη.
Επήεν μιτά της τζιαι σαν εθκιανεύκουνταν μέσα στο δάσος ήβραν ένα βούβαλο.
-ένα πάω μια βόλτα πάνω τζιαι μια κάτω τζιαι όταν δεις τα μμάθκια μου να γεμώσουν γαίμα, να μου το πεις, λαλεί η πασιά αλεπού στην παστήν.
Πάει μια βόλτα πάνω έρκεται μια βόλτα κάτω τζιαι την αρωτά,
-εγεμωσαν τα μάτια μου γαιμα;
Τζιαι η παστή αλεπού λαλεί της όϊ, εν εγεμώσαν.
Ξαναπάει μια βόλτα πάνω τζιαι μια βόλτα κάτω τζαι την ξαναρωτά, πάλε λαλεί της
-όϊ έν εγαιμώσαν.
-Άκου να σου πω, έν να ξαναπάω τζι αν έν γεμώσουν, εσύ να μου πεις πως εγεμώσαν.
Έτσι εγίνηκεν, τζιαι μόλις της είπεν πως εγεμώσαν, επετάχτην πάνω στο βούβαλο
να τον σύρει κάτω , αλλά τραβά της μιαν κλωτσιάν τζιαι έσυρε την ένα μίλι πίσω. Εκαμπουρούσαν τα γαίματα που τα μάτια τις τζιαι που το στόμαν τις τζιαι που τα πισινά της .
Η άλλη αλεπού επήεν που πανωδκιόν της τζιαι λαλεί της,
-Α, τωρά τα μάθκια σου εγεμώσαν γαίμαν.
ΚΑΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΡΙΞΤΟ ΣΤΟ ΓΙΑΛΟ
Παλιά έναν καιρό σε ένα χωριό ζούσε ο Θουκής ένας βιοπαλαιστής που αν και πολύ εργατικός ήταν φτωχός καθώς τα χωράφια του ήταν πετρώδη και άγονα. Έτσι όταν μια εταιρεία του πρότεινε να αγοράσει την περιουσία του για να φτιάξουν ένα εργοστάσιο, αυτός με μεγάλη προθυμία ανταποκρίθηκε. Και έχοντας πλέον λεφτά ένα μεγάλο πουγκί γεμάτο, αποφάσισε να πάει στη μεγάλη πόλη να γυρέψει την τύχη του.
Φορτώθηκε ένα σακίδιο που έβαλε μέσα λίγα ρούχα, έδεσε το πουγκί στην κόξα και πήρε το μεγάλο δρόμο.
Όμως στο δρόμο δυο κακοί χωριανοί του έστησαν καρτέρι να του κλέψουν το πουγκί όταν κουρασμένος από το περπάτημα θα έστρωνε τη νύχτα μες την ερημιά να ξεκουραστεί.
Οι επίδοξοι ληστές ενώ περπατούσαν ένα μονοπάτι για να στήσουν την ενέδρα τους, καθώς φαφλατάδες μιλούσαν για τα σχέδια τους μετά που θα έκλεβαν το πουγκί με τα ριάλια. Αλλά για κακή τους τύχη ένα νεαρό βοσκαρέτι που ξάπλωνε στον ίσκιο ενός δενδρού πλησίον του μονοπατιού τους άκουσε χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι. Τους άκουσε να λένε πως ενώ κοιμόταν θα τον χτυπούσαν στο κεφάλι να αποθάνει για να μην τους ομολογήσει.
Φιλότιμο το μικρό παιδί αμέσως πήρε άλλο μονοπάτι πιο σύντομο, και έφτασε τον Θουκή και τον προειδοποίησε. Ύστερα τον καθοδήγησε να πάρει άλλο δρόμο ώστε να μην τον βρουν οι ληστές.
Ο Θουκής έβγαλε ένα νόμισμα να του δώσει, αλλά το παιδί δεν το δέχτηκε. Και του είπε,
-Έκαμα απλώς το ηθικό, έκαμα το καθήκον μου, το αποτέλεσμα άς είναι του Θεού.
ΟΥΝΟΥ ΟΥΝΟΥ ΟΥΛΑΠΟΥΪ
Ήταν τρεις αδερφές σε μια οικογένεια από τις οποίες η μια ήταν παντρεμένη, η άλλη χαρτωμένη και η τρίτη η μικρότερη ανύπαντρη κορασιά. Οι δυο μεγάλες ήταν προκομμένες και γλήορες. Έκαναν όλες τις δουλειές χωρίς να βαρυγκωμούν, και είχαν τα σπίτια πεντακάθαρα. Κάθε μέρα το φαγητό έτοιμο, και όλη μέρα πάνω στη βούφα σκυφτές έπλεκαν ρούχα και κιλίμια.
Η μικρότερη ήταν τεμπέλα και όσο και αν την παρότρυναν, δεν άκουε κανένα. Ούτε σκούπιζε, ούτε έπλενε, ούτε μαγείρευε, ούτε καθόταν στον αργαλειό.
Οι άλλες αγανακτισμένες και θυμωμένες, ήθελαν να την συνεφέρουν και να την κάνουν να γίνει της προκοπής. Αφού απόειδαν με όσα και αν της ορμήνευαν και αυτή ούτε άκουε ούτε φοβόταν τις φωνές, αποφάσισαν να της δώσουν ένα μάθημα.
Στο πανηγύρι του χωριού κάθε χρόνο μαζευόταν όλος ο κόσμος του χωριού καθώς και από τα περίχωρα και γιόρταζαν τον πολιούχο Άγιο. Επ ευκαιρία λοιπόν της επετείου οι μεγάλες αδερφές πρότειναν στη μικρή να ετοιμαστεί να πάνε όλες μαζί. Καθώς όμως τεμπέλα που δεν είχε όρεξη για δουλειά και δεν καθόταν στη βούφα να πλέξει ρούχα ούτε για λόγου της, στεναχωρημένη τους αποκρίθηκε πως δεν μπορούσε να τις ακολουθήσει γιατί δεν είχε ρούχα καλά να φορέσει.
Αμέσως οι αδερφές της προθυμοποιήθηκαν να της δώσουν από τα δικά τους να ντυθεί και να στολιστεί.
Στο πανηγύρι ο κόσμος σουλατσάριζε πάνω κάτω στο δρόμο άλλοι κοιτάζοντας τις πραμάτειες και άλλοι, κυρίως οι νιες και οι νιοι, επιδεικνύοντας τα καλά τους ρούχα και φλερτάροντας αναμεταξύ τους. Η μικρή θυγατέρα ένιωθε όμορφη με τα καλά της ρούχα καθώς ένιωθε τα θαυμαστικά βλέμματα των νεαρών να την περιεργάζονται.
Μέσα σ αυτή τη χαρά και τη ξεγνασιά, ξαφνικά η μια της αδερφή της λέει
-να ο άνδρας μου, δώσε μου γρήγορα το παλτό μου γιατί μου θυμώνει να το δίνω σε άλλους.
Και της πήρε το πανωφόρι.
Σε λίγο η άλλη της αδερφή της λέει,
-γρήγορα δώσε μου το φουστάνι μου γιατί να απέναντι, έρχεται ο χαρτωμένος μου και θα μου θυμώσει,
Και της πήρε το φουστάνι.
Η μικρή κόρη έμεινε με το μακρύ μεσοφόρι -ευτυχώς που ήταν σαν φουστάνι- ντροπιασμένη και στεναχωρημένη. Ένιωθε ολονών τα βλέμματα να την περιπαίζουν. Κατακόκκινη από την αισχύνη, γύρισε και το έβαλε στα πόδια κλαίγοντας. Πήρε τα απόμερα δρομάκια για να μην την βλέπουν και αναστατωμένη καθώς ήταν, μόλις μπήκε σπίτι, έγειρε μπρούμητα στο κρεββάτι και οι κλαυθμοί της γοεροί ακούγονταν σε όλη τη γειτονιά.
-Αχ τι ντροπή, σκέφτηκε, δεν θα πάθω ξανά τέτοιο ρεζιλίκι. Από σήμερα θα φτιάχνω μόνη μου τα ρούχα μου να μην έχω ανάγκη άλλον κανένα.
Σηκώθηκε από το κρεββάτι και κάθισε στο ουλάπι. Άρχισε να υφαίνει για να φτιάξει ρούχα όμορφα για λόγου της, να περπατά στο δρόμο και να την θαυμάζουν όλοι.
Και στην προσπάθεια της να πνίξει τα αναφιλητά και τον πόνο που την έπνιγαν, άρχισε να τραγουδά,
-Ούννου ούννου ουλαπούι μου
νά κάμω τό βρακούι μου
τζιαι τό πουκαμισούι μου
τζιαι είδες τί μας κάμανε
στον Αη τιτσιρόκωλο
στου Αη Φώντα τα λουτρά
Και έγινε η μικρή θυγατέρα μια προκομμένη κόρη, έμεινε και ο στίχος ως στις κατοπινές γενιές να τον τραγουδούν οι μανάδες στες κόρες τους.
Ο ΚΑΡΑΜΑΝΗΣ
Τους πέτρινους καιρούς της Οθωμανοκρατίας ο Κυπριακός λαός υπέφερε υπό τον ασήκωτο ζυγό των Τούρκων. Έτσι κατά καιρούς μη αντέχοντας τους βαριούς φόρους και τη μεγάλη καταπίεση, κάποιες μικρές ομάδες του πληθυσμού εξεγείροντο εναντίον τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις ομάδες στρατευμάτων από την Καραμανιά έπλεαν και κατεύθαναν στο νησί και τις κατέπνιγαν.
Οι Καραμάνοι ήταν Τούρκοι μαύροι ή μελαψοί που ζούσαν στην Καραμανία την πλησιέστερη απέναντι μεριά της Κύπρου, και στρατεύονταν προσωρινά από τις Τουρκικές αρχές για να καταπνίγουν τις μικρές εξεγέρσεις των Κυπρίων με επιδρομές και πλιάτσικα τρομοκρατώντας τοιουτοτρόπως τον απλό λαό ώστε να μην εξεγείρεται.
Πολλοί από αυτούς εγκαθείσταντο στη νησί και ως νομαδική φυλή περιφέρονταν στα χωριά μπαίνοντας κρυφά στα σπίτια κλέβοντας ότι έβρισκαν, καθώς και ενοχλούσαν τις χηράτες. Έτσι όταν μια γυναίκα χήρευε, αμέσως οι δικοί της φρόντιζαν να την ξαναπαντρέψουν για να έχει προστάτη. Πολλές φορές ακόμα τα καχεκτικά μωρά τους τα αντικαθιστούσαν με τα υγιή των Χριστιανών που ήταν μέσα στις κούνιες τους αφύλαχτα. Έτσι οι ντόπιοι κάτοικοι πρόσεχαν τα σπιτικά και τα μωρά τους με πολλή προσοχή.
Η Φκωνού έμενε στο σπίτι να συγυρίζει και να μαγειρεύει, ενώ οι γονείς και τα αδέρφια της έφευγαν για τις δουλειές στα χωράφια. Μια μέρα που άπλωνε τα ρούχα στην αυλή, μπαίνοντας μέσα στο σπίτι, πήρε το μάτι της κάτω από το κρεββάτι να εξέχει ένα μαυριδερό πόδι.
Η καρδιά της λαχτάρισε από φόβο καθώς κατάλαβε πως επρόκειτο για Καραμάνο που μπήκε να κλέψει και ακούοντας την να επιστρέφει χώστηκε κάτω από το κρεββάτι.
Χασκιασμένη για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε σκεφτική, αλλά αμέσως ο νους της πήρε στροφές. Έκατσε στον δουλάπι με την ανέμη και γυρίζοντας τον τροχό αρχίνησε τραγούδι με δυνατή φωνή:
-Είπαν μου πιάς τ΄ αδράχτι σβούρα να βουρά,
είπαν μού ρα εν' γιορτή τζιαι βλάφτει,
τζιαι ή καρκιά μου εσυντρομάχτην.
Ούννου ούννου το ουλάππι, βούρα Λεωνή,
εν που κάτω στο κρεββάτι ένας Καραμανής
Ο Λεωνής ήταν αδερφός της και τον φώναζαν Λιόνταρο γιατί ήταν δυνατός σαν το λιοντάρι. Εκείνη τη μέρα ήταν στο χωράφι δίπλα στο σπίτι και την άκουσε και κατάλαβε. Αμέσως σαν το λιοντάρι όρμηξε και με το στελίφι της τσάπας έκανε τον μαύρο Καραμάνο μαύρο στο ξύλο που όταν τον άφησε έτρεξε να φύγει να γλυτώσει, και ακόμα τρέχει προς τη μεριά της Καραμανίας.
ΥΓ. Το δουλάπι ήταν τροχός ξύλινος όπου τοποθετούσαν τη κλωστή και γυρνώντας το την τύλιγε. Οι άνθρωποι τα παλιά χρόνια αφού κούρευαν το μαλλί από τα πρόβατα, το έπλεναν, το στέγνωναν και το έκαναν λεπτή κλωστή χρησιμοποιώντας το αδράχτι. Έπειτα τη κλωστή την τοποθετούνταν στην ανέμη και χρησιμοποιώντας το δουλάπι, την περνούσαν στα μασούρια.
Ο ΠΑΟΥΛΛΟΣ
Όταν μικρά παιδιά δεν κοιμόμασταν ενωρίς, οι γονιοί μας μας φοβέριζαν πως θα έρθει ο Πάουλος να μας πάρει. Και εμείς φοβισμένοι σκουλιζόμασταν το πάπλωμα για να μην μας βρει και μας πάρει.
Ο Πάουλλος ήταν επιστάτης σε ένα αγρόκτημα την εποχή του μεσαίωνα που εκτελούσε τα καθήκοντα του με βία και βαναυσότητα επί των σκλάβων που εργάζονταν στα κτήματα του αφεντικού. Ήταν σκληρός και άπονος και χρησιμοποιούσε ένα μακρύ ραβδί από αγνιά για να τους δέρνει και να τους έχει σε τάξη και υποταγή. Ήταν πολύ σκληρός και η φήμη για την κακία που είχε, ήταν διαδεδομένη σε όλη την περιοχή της χαμηλής Πάφου. Πολλοί σακατεύτηκαν από τον ξυλοδαρμό και κάποιοι που προσπάθησαν να αντισταθούν, δάρθηκαν μέχρι θανάτου.
Οι κατάρες των θυμάτων του και η επιθυμία τους να τιμωρηθεί, σαν κακό πνεύμα τον γυρόφερνε και τον κατέτρεχε. Τα βράδια δεν είχε ύπνο και για να κοιμηθεί έπινε και μεθούσε για να μην σκέφτεται καθώς χωρίς ποτό τον κατέτρεχε η συνείδηση του για το κακό που προκαλούσε. Και στο μεθύσι του απάνω έβρισκε δικαιολογία πως δεν ήταν αυτός ο κακός, αλλά το αφεντικό του που τον διέτασσε να κάνει όσα έκανε.
Όμως ο καλός Θεός που δεν τον δικαιολογούσε, επέτρεψε στις κατάρες να κυριαρχήσουν, και έτσι ένα πρωινό το άλογο που καβαλούσε τον έριξε χάμω και χτύπησε την κεφαλή του σε μια πέτρα μυτερή. Το αίμα έτρεξε σαν αυλάκι και το πρόσωπο του πήρε την ωχράδα του θανάτου. Κειτόταν κάτω ξαπλωμένος, ακίνητος, πεθαμένος. Και οι εργάτες γύρω του έκαναν το σταυρό τους και δόξασαν το Θεό που τους λυπήθηκε.
Όμως δυσυχώς η στιγμιαία ευχαρίστηση που ένιωσαν χάθηκε καθώς σε λίγη ώρα είδαν τα μάτια του να ανοίγουν και να τους κοιτάζει με βλέμμα απλανές και βλαμμένο…
Τις επόμενες μέρες χασκιασμένο και πλανεμένο τον έβλεπαν να τριγυρίζει στους αγρούς χωρίς να μιλά και χωρίς να αντιδρά. Κατάλαβαν ότι σάλεψε το μυαλό του ως Θεϊκή τιμωρία έτσι ώστε να πάψει να τους τιμωρεί χωρίς λόγο και αφορμή. Και ευχαριστημένοι συνέχισαν τις εργασίες τους.
Και μια μέρα, ένα πρωινό, τον είδαν με ένα μπογαλάκι στον ώμο να παίρνει τη στράτα και να φεύγει. ‘Έφυγε και χάθηκε από προσώπου γης, και δεν τον ξαναείδαν.
Ο Πάουλλος περπατούσε ώρες πολλές και το βήμα του τον οδήγησε στους Κλούνους.
ΟΙ Κλούνοι ήταν ένα λαγκάδι στο γέρμα του χωριού της Χλώρακας που ο Θεός προίκισε με όλες της ομορφιές της φύσης.
Ήταν ένας όμορφος τόπος με αστείρευτο νερό που ανέβλυζε από τη γη και σχημάτιζε ρυάκια που διασχίζοντας την πυκνή βλάστηση, ενώνονταν και σχημάτιζαν ένα μεγάλο ποταμό που κατέληγε στη θάλασσα του Κοτσιά.
Είχε πολλή άγρια βλάστηση, πανύψηλα δένδρα τα οποία θέλοντας το ένα να προσπεράσει το άλλο σε ύψος, σχημάτιζαν σκάλες μέχρι τον ουρανό. Όλη η χλωρίδα ήταν βλαστημένη σε αυτό, και τα άγρια λουλούδια χρωμάτιζαν το τοπίο κάνοντας το να μοιάζει παράδεισος. Η άγρια βλάστηση και τα τσουχτερά βάτα σχημάτιζαν αδιαπέραστο τοίχος που κανείς άνθρωπος δεν μπορούσε να διαβεί.
Του άρεσε ο τόπος και έμεινε εκεί, έζησε εκεί σαν ερημίτης εφ όρου ζωής. Δεν ήθελε να ξαναδεί άνθρωπο, δεν ήθελε να είναι άνθρωπος, έζησε σαν ζώο με παρέα τα άλλα άγρια ζώα που ζούσαν στην περιοχή. Τρεφόταν με βατόμουρα και ότι άλλο παρήγαγε η φύση, και έπινε νερό από τα ποταμάκια και έπινε γάλα από λίγα πρόβατα που βρήκε αμολημένα και τα μάζεψε φτιάχνοντας ένα μικρό δικό του κοπάδι. Καμιά φορά δεν ανέβηκε στο χωριό, και ήταν πάντα ντυμένος με μια μεγάλη άσπρη κάπα από προβιά προβάτου. Ντυμένος πάντα τοιουτοτρόπως και με τα μακριά του άσπρα γένια να κρεμιούνται ως κάτω στη μέση, έμοιαζε φάντασμα αλλόκοτο και αγριωπό που φόβιζε τους ανθρώπους. Όσοι έτυχε να τον δουν φοβήθηκαν, και διέδωσαν ότι στους Κλούνους ζει το φάντασμα του Πάουλλου. Έτσι κανείς άνθρωπος δεν ξαναδιάβηκε την περιοχή και ο Πάουλλος έζησε στη μοναξιά και την ασκητική ζωή που ο ίδιος διάλεξε.
Και όταν τα μικρά παιδιά ανυπάκουα στους γονιούς τους δεν έπεφταν να κοιμηθούν νωρίς, τους φοβέριζαν πως θα έρθει ο Πάουλλος να τους πάρει.
Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΧΩΡΙΚΟΣ
-εν ο μασκαράς ο γιος μου.
Μετά από λίγα έτη, πάλιν ο βασιλιάς εβγήκε περίπατο, και ξανασυνάντησε τον χωρικό να εργάζεται στα χωράφια βοηθούμενος από τον δεκάχρονον πλέον υιόν του. Τον ηρώτησε και πάλιν αν είναι συγγενής του.
-Εν ο πουμουσιάρης μου.
Παρήλθαν κάμποσα χρόνια ακόμα, και ξαναβγήκε περίπατο στον ίδιον τόπο. Και πάλιν συνάντησε τον χωρικό με έναν νέο να εργάζεται αντ αυτού.
-ποιος είναι ο νέος; Τον ερώτησε.
-Είναι ο χειρότερος μου εχθρός απάντησε ο χωρικός.
-Γιατί είναι ο υιός σου ο χειρότερος εχθρός σου; Αρώτησεν ο βασιλιάς.
-Διότι όταν ήταν μασκαράς με τα καμώματα του με έκανε να διασκεδάζω και να τον αγαπώ. Όταν ήταν φουμουτσιάρης μου, με εβοήθαν στην εργασίαν μου. Τώρα που μεγάλωσε και εγώ γέρασα, εύχεται να αποθάνω για να κληρονομήσει την περιουσία μου.
Ο ΒΟΣΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ
Ήταν ένας βοσκός που ζούσε μέσα στα λαόνια, και σπάνια κατέβαινε στο χωριό. Μια φορά κατέβηκε στο χωριό, και γιά πρώτη φορά μπήκε μες την εκκλησιά. Μέσα είδε πολλές εικόνες που είχαν μπροστά τους καντήλια και κεριά αναμμένα. Πρόσεξε όμως πως μια εικόνα μαύρη με έναν μαύρο που είχε κέρατα στην κεφαλή, δεν είχε μήτε καντήλι, μήτε κερί αναμμένο. Πήγε στον παπά και του ζήτησε να ανάψει ένα κερί, και αυτός θα το πλερώσει.
-Όχι του λέγει ο παπάς, δεν του ανάβω κερί γιατί είναι ο διάβολος. Ο βοσκός πήγε στο παγκάρι, έβαλε μια πακίρα και πήρε ένα κερί το οποίον άναψε και τοποθέτησε μπροστά στην εικόνα του διαβόλου.
Την νύχτα στον ύπνο του τον επισκέφτηκε ο διάβολος και του λέει,
-Σε ευχαριστώ που μου άναψες ένα κερί, γι αυτό θέλω να σου κάνω μια χάρη, τι χάρη επιθυμείς;
-Τίποτα απαντάει ο βοσκός, δεν χρειάζομαι τίποτα.
-Καλά, όμως πάμε έξω να κουβεντιάσουμε λίγο, του ζήτησε ο διάβολος.
Πήγαν έξω να κουβεντιάσουν, αλλά ο βοσκός κατουρήθηκε και κατούρησε στην αυλή.
Το πρωί που ξύπνησε ήταν κατουρημένος πάνω του και ντρεπόταν να σηκωθεί. Η γυναίκα του τον ρώτησε γιατί δεν σηκώνεται να βγάλει τα πρόβατα στη βοσκή, και αυτός της εξήγησε ψέματα πως τη νύχτα ήπιε λίγο παραπάνω και κατουρήθηκε πάνω του.
Την επόμενη νύχτα πάλι του κατέβηκε ο διάβολος και του είπε ξανά τι χάρη θέλει να του κάμει.
-Τίποτα δεν θέλω από σένα, εψές με έβαλες και εκατούρησα πάνω μου.
-Μα δεν γίνεται, πρέπει οπωσδήποτε να σου κάμω ένα θέλημα, είσαι ο μόνος που μου άναψες ένα κερί, πρέπει να σου το ανταποδώσω.
Στα πολλά που επέμενε ο διάβολος, ο βοσκός του λέει,
-Άτε φέρμου λίγα ριάλια.
Τον πήρε ο διάβολος από το χέρι και τον κατέβασε στο υπόγειο θησαυροφυλάκιο του βασιλιά. Άρχισε να γεμίζει τις τσέπες του χρυσάφια και ριάλια, όταν ξαφνικά τους πήραν είδηση οι φρουροί του βασιλιά.
-Πάμε να φύγουμε, μας πήραν χαπάρι.
Το έβαλαν στα πόδια μπροστά ο διάβολος, πίσω ο βοσκός. Σε μια στιγμή όμως, οι φρουροί τον έφτασαν και τον άρπαξαν από τα πόδια.
-Βοήθα με να ξεφύγω, φώναξε ο βοσκός.
-Χέσε να τους λούσεις, για να σε αφήσουν, του απαντά ο διάβολος.
Τους χέζει και τους λούζει για να βρωμίσουν και να τον αφήσουν, και απότομα ξύπνησε χεσμένος στο κρεββάτι με την ατμόσφαιρα να βρωμά και την γυναίκα του να ξυπνά και να φωνάζει.
Πρωί πρωί ο βοσκός παίρνει τη μαγκούρα του και πάει κάτω στο χωριό, βρίσκει τον παπά και αφού του εξιστόρησε τα γεγονότα, του ζήτησε να ξεκλειδώσει την εκκλησιά.
Μπαίνει μέσα, αρπάζει την εικόνα του διαβόλου, την έκανε κομμάτια με την μαγκούρα του και την τσαλαπάτησε χαμαί.
Από εκείνη τη στιγμή, ο διάβολος δεν τον ξαναεπισκέφτηκε στον ύπνο του.
ΤΟ ΜΠΙΡΠΙΡΙΝΙ
Την έκτισε την εκκλησιά και ήταν ένας υπέρλαμπρος ναός που όσοι έμπαιναν μέσα έμεναν έκθαμβοι. Όλοι οι πιστοί μέσα στο κατανυκτικό της περιβάλλον έβρισκαν γαλήνη και ξεχνούσαν τα βάσανα τους.
Όμως ο βασιλιάς δεν έβρισκε παρηγοριά και μέσα στην κατάθλιψη του έβγαλε φιρμάνι όποιος βρει έναν τρόπο να ξεφύγει από την μιζέρια του, να τον κάνει πλούσιο.
Ο μάγος της χώρας, αμέσως έσπευσε να συμβουλεύσει τον βασιλιά.
-Άρχοντα μου, η εκκλησία που έχτισες είναι πολύ ωραία, αλλά για να ημερέψει η ψυχή σου, πρέπει να φέρεις το μπιρπιρίνι να σου κελαηδά, και τότε θα βρεις ανάπαυση.
Το μπιρμπιρίνι ήταν ένα άγνωστο μικρό πουλί που κελαηδούσε καλύτερα από αηδόνι, αλλά ήταν άπιαστο. Όσοι προσπάθησαν να το αιχμαλωτίσουν με δίχτυα, με ξόβεργα, με τόξα, με παγίδες, με αρπαχτικά γεράκια, με δόλωμα, με κάλεσμα, κανένας δεν τα κατάφερνε.
Σκέφτηκε ο βασιλιάς αφού ήταν τόσο δύσκολο το έργο, να δώσει μεγάλη αμοιβή σε όποιον μπορέσει να το πιάσει.
Έβγαλε φιρμάνι και έταξε σε όποιον τα καταφέρει να του δώσει για σύζυγο την κόρη του και το μισό βασίλειο.
Από όλη τη χώρα, τρεις φίλοι γενναία παλικάρια, αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους.
Ξεκίνησαν να ψάξουν σε όλη την οικουμένη ώσπου να βρουν το μπιρμπιρίνι. Έκοψαν δρόμους πολλούς, ώσπου έφτασαν στο τέλος μιας στράτας που εκεί ξεκινούσαν τρεις δρόμοι που στον πρώτο έγραφε δρόμος με επιστροφή, στον άλλο δρόμος με δύσκολη επιστροφή, και στον τρίτο δρόμος χωρίς επιστροφή.
Εκεί χωρίστηκαν με τη συμφωνία στην επιστροφή στις τόσες μέρες, να συναντηθούν εκεί, στο ίδιο σημείο. Και ο καθένας πήρε από ένα δρόμο.
Ο πρώτος δρόμος οδηγούσε σε επίπεδη γη χωρίς δυσκολίες, χωρίς ληστές και εχθρούς. Ο δεύτερος δρόμος οδηγούσε σε μέρη κακοτράχαλα αλλά χωρίς ληστές και εχθρούς. Ο τρίτος δρόμος οδηγούσε σε κακοτράχαλη γη με ληστές και πολλούς εχθρούς.
Όταν πέρασαν μέρες και συναντήθηκαν στο ίδιο σημείο κατά την επιστροφή τους, οι δύο πρώτοι γύρισαν άπραχτοι και στεναχωρεμένοι, ενώ ο τρίτος που κοπίασε περισσότερο και ευοδώθηκαν οι προσδοκίες του, στο χέρι κρατούσε ένα κλουβί που μέσα ήταν το μικρό μπιρμπιρίνι.
Οι φίλοι του ζήλεψαν και συνωμότησαν να του το πάρουν. Έτσι μια νύχτα που έπεσαν να κοιμηθούν, έκλεψαν το πουλί και ξεκίνησαν πρώτοι να παρουσιαστούν στο βασιλιά.
Όταν όμως του το πρόσφεραν, αυτό δεν έλεγε να κελαηδήσει. Και ύστερα από πολλές προσπάθειες και πολλή ώρα που δεν κελαηδούσε, νάσου μες την εκκλησιά μπαίνει το τρίτο παλικάρι και λέει στους παρευρισκόμενους τα καθέκαστα. Οι φίλοι του όμως αρνίστηκαν και ισχυρίστηκαν πως αυτός έλεγε ψέματα.
Ο βασιλιάς έμεινε λίγο σκεφτικός, και ύστερα πήρε το κλουβί από τα χέρια τους και το έδωσε στο τρίτο παλικάρι. Το μπιρμπιρίνι αμέσως άρχισε να κελαηδά και με τη γλυκύτατη φωνή του είπε με ανθρώπινη λαλιά στο βασιλιά την πάσα αλήθεια. Το κελάηδημα του ήταν τόσο γλυκό που ο βασιλιάς το ένιωσε σαν βάλσαμο και με ευχαρίστηση πάντρεψε την κόρη του με το νέο παλικάρι, ενώ τους άλλους δύο τους τιμώρησε με εξορία.
ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΦΥΓΕΙΝ ΑΔΥΝΑΤΟ
Σε ένα μικρό χωριό ζούσε μια φτωχή χηράτη με το μονάκριβο γιο της που με κόπο προσπαθούσε να τον αναγιώσει. Δεν γύρεψε άλλη παντρειά, έμεινε μαγκούφα με μόνο σκοπό να μην του λείψει τίποτα. Ξενοδούλευε στα χωράφια μέρα νύχτα για να τον μεγαλώσει και να τον μορφώσει. Τον αγαπούσε πολύ και με χίλιες δυο στερήσεις προσπαθούσε για λόγου του.
Και αυτός όμως την αγαπούσε πολύ και δεν της χαλούσε χατίρι. Την άκουε και την υπάκουε, γι αυτόν ο λόγος της ήταν προσταγή.
Μια Κυριακή που ο κανακάρης της έλειπε από το σπίτι και η χηράτη είχε σχόλη και έκανε τις δουλειές του σπιτιού, από τη στράτα έξω πέρασε μια ξένη γριά ακουμπώντας το ραβδί της και έδειχνε κουρασμένη και ταλαιπωρημένη. Της φώναξε να κοπιάσει να την φιλέψει και να ξεκουραστεί.
Η γριά αφού δροσίστηκε και ξεκουράστηκε, της πρότεινε για την καλοσύνη της να της πει τη μοίρα. Και η χηράτη που πίστευε πολύ στη μοίρα και στο πεπρωμένο, δέχτηκε πρόθυμα.
Η γριά ξεκρέμασε από το λαιμό της ένα σταυρουδάκι και κρατώντας το από την αλυσιδίτσα, το κράτησε ψηλά ακίνητο. Το σταυρουδάκι άρχισε από μόνο του να κινείται πέρα δώθε, και ύστερα να κάνει μικρούς κύκλους που σιγά σιγά δυνάμωναν, και να κυλίεται τεθλασμένα.
Η χηράτη που την παρακολουθούσε, είδε απότομα το πρόσωπο της να σκοτεινιάζει και να αφήνει το σταυρό να της πέφτει χάμω.
-Τι συμβαίνει, τι έπαθες, τι είδες; Τη ρώτησε ανήσυχη η χηράτη.
-Καλή μου κοπέλα, μεγάλο κακό θα σε έβρει. Έχεις ένα γιο που όταν θα τον παντρέψεις, τη νύχτα του γάμου θα τον δαγκώσει ένα φίδι και θα αποθάνει, της απάντησε η γριά.
Η καημένη μάνα αναστατώθηκε γιατί πίστεψε τα λεγόμενα της, και στεναχωρεμένη για μέρες νηστική και φοβισμένη σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα μπορούσε να γλυτώσει το γιο της. Ήταν σίγουρη πως της έλεγε την αλήθεια, γιατί καθώς πίστευε πολύ στη μοίρα, ήταν επίσης απόδειξη πως η γριά έλεγε αλήθεια καθώς δεν ήξερε πως είχε γιο, αλλά το είδε διαβάζοντας τη μοίρα της.
Βάλθηκε από εκείνη τη μέρα να υποβάλει στο μυαλό του παιδιού της να γίνει μισογύνης και να μην θέλει να παντρευτεί καμιά γυναίκα όταν θα μεγάλωνε, αλλά να μείνει γεροντοπαλίκαρο.
Τα χρόνια πέρασαν, το παιδί μεγάλωσε και δεν ήθελε να παντρευτεί. Μισούσε τις γυναίκες και τις θεωρούσε μπελά στη ζωή του. Η μάνα του πίστεψε πως είχε επιτύχει το σκοπό της και η ψυχή της επιτέλους ηρέμησε.
Αλλά άλλες οι βουλές του μυαλού, και άλλες της καρδιάς. Μια μέρα συνάντησε μια όμορφη κοπέλα που την αγάπησε κεραυνοβόλα, και μονομιάς αναθεώρησε τις αντιλήψεις του.
Η μάνα έκλαιγε και οδυρόταν και του εξηγούσε το κακό που θα γινόταν, αλλά αυτός ανένδοτος δεν την άκουσε, ήταν η πρώτη φορά που την παράκουσε.
Και ήρθε η μέρα του γάμου. Τέλειωσε το μυστήριο, διασκέδασαν οι καλεσμένοι, και το βράδυ αργά, οι νεόνυμφοι αποσύρθηκαν στο δωμάτιο τους.
Όλοι διασκέδασαν και χόρεψαν, εξόν από τη μάνα που ανήσυχη και φοβισμένη, μόλις έφυγαν οι καλεσμένοι, πήρε μια τσάπα και κρύφτηκε πίσω από το ερμάρι περιμένοντας να σκοτώσει το φίδι.
Όταν αργά το πρωί άκουσε το σύρσιμο του φιδιού που ερχόταν, με μίσος σήκωσε ψηλά τη τσάπα και έκοψε την κεφαλή της κουφής που με δύναμη αποχωρίστηκε από το υπόλοιπο σώμα και πετάχτηκε μακριά. Ύστερα ανακουφισμένη έφυγε αθόρυβα χωρίς να την πάρουν χαμπάρι.
Αλλά ώ τι δυστυχία, το ξημέρωμα όταν ο γαμπρός σηκώθηκε και φόρεσε τις παντόφλες του, το κεφάλι του φιδιού που εκσφενδονίστηκε ήταν μέσα και πατώντας το τα δηλητηριώδη δόντια του τον δάγκωσαν και τον άφησαν στον τόπο.
Ο Γιάννος ο Μωρόγιαννος ο μωροπλανεμένος
τριών ημερινών γαμπρός ήρτεν του το ταξίδιν
να κάμει το τραντάμερον τσιαι έκαμεν τράντα γρόνους .
Που τους τριάντα τσιαι να πα τσιήνος π’ αλησμονιέται
τσι η Κάλλη του του έμεινεν τσιαι κάμνουν της τον γάμον.
Πάνω στο φαν πάνω στο πκιείν εσούστην το τραπέζιν
Τσι αλόπως εν η κάλλη μου τσιαι κάμνουν της το γάμον.
Φκάλλει φωνήν λυπητερή τσι η γη ούλλη εσούστην.
Βογκά τσιαι τρέμουν τα βουνά, τσι ο Μαύρος χλιμιντρίζει
τσιαι φέρτε μου τον άππαρον τον πετροκαταλυτη
οπου μασά τα σίερα τσιαι πίννει τον αφρίτη
Δια βιτσιάν του μαύρου του πάνω τους κατεβαίνει
Τσιαι βρίσκει τον τσιυρούλην του που κλάευκεν τ’ αμπέλιν
ώρα καλή σου θκιούλη μου κλαεύκεις το αμπέλιν
Του γιου μου του Μωρόγιαννου του μωροπλανεμένου
τριών ημερινών γαμπρός ήρτεν του το ξαξίδιν
να κάμει το τραντάμερον τσιαι καμεν τράντα γρόνους
που τους τριάντα τσιαι να πα τσιήνος παλησμονιέται
Τσι η Κάλλη του του έμεινεν τσιαι κάμνουν της το γάμον
Άσιαπι θκιούλη τσιαι θκιε φτάνω τσιαι γιώ στο γάμον;
Αν εν ο μαύρος γλήορος φτάνεις εις τα στεφάνια
Τσι΄ αν εν ο μαύρος σου οκνιός φτάνεις εις τα τραπέζια.
Δια βιτσιάν του μάυρου του πάνως τους κατεβαίνει
Τζιαι βρίσκει τη μανούλα του τζιαι πλύννισκεν τα ρούχα
Ωρα καλή σου θκιούλα μου πληννίσκεις τα ρουχούθκια.
Του γιού μου του Μωρόγιαννου του μωροπλανεμένου
τριών ημερινων γαμπρός ήρτεν του το ταξίδιν
να κάμει το τραντάμερον τσιαι έκαμεν τράντα γρόνους
που τους τριάντα τσιαι να πα τσιείνος π΄αλησμονιέται
τσι η Κάλλη του του έμεινεν τσιαι κάμνουν της το γάμον.
Άσιαπα θκιούλα μου τζιαι θκια φτάνω τσιαι γιώ στο γάμον;
Αν εν ο μαύρος γλήορος φτάνεις εις τα στεφάνια
τσιαν εν ο μαύρος σου οκνιός φτάνεις εις τα τραπέζια.
Δια βιτσιάν του μάυρου του πάνω τους κατεβαίνει
τσι ο Μαύρος εσιησιήνησεν τσι η κόρη ελυϊστην
τσιαι νιόνυφφη σαν έστεκεν εγύρτην τσιαι εφύρτην.
Τ΄αλογον που σιησιήνησεν είναι που τα δικά μου
όπου το κρυφοτάηζα κριθάριν στην ποθκιάν μου
τσι όπου το κρυφοπότηζα σ’ όλογρουσην αλένην.
Ανοιξε πορτα της αυλης πορτα της μαυρομμάτας
τσιήρτεν σου ο Μωρόγιαννος που μακριά στα ξένα.
Πε μου σημάθκια της αυλής την πόρτα να σου ανοίξω.
Εσιεις ελιά στην πόρτα σου μηλιάν εις την αυλήν σου.
Εσιεις τζιαι μια μαυροματούν στον ίσκιον της τσιυμάσαι.
Πε μου σημάθκια του κορμιού την πόρτα να σ’ ανοίξω.
Εσιεις γυρόν της κόξας σου ολόγρουσην μαλλούαν.
Τσι έτρεξεν στην αγκάλην του τσιαι σφιχταγκαλιαστήκαν
τσιαι έτρεξαν ούλλοι συγγενείς ευτύς εφιληθήκαν
Ο Κωσταντάς είχε υπερφυσικές δυνάμεις. Από μωρό περπατούσε ξυπόλυτος στις πέτρες και στα αγκάθια. Μόλις στα πέντε του χρόνια ζώστηκε τα σπαθιά και στα έξι έβαλε ζωνάρι. Στα εφτά δεν τον χωρούσε ο τόπος και πήρε τις στράτες και τα βουνά καθώς ηθέλησεν να γνωρίσει και να κατακτήσει τον κόσμο.
Όταν μεγάλωσε με την παλικαριά του έγινε Ακρίτας και μετοίκησε με τη γυναίκα του την Κάλλη στις άκριες των ακρών του νησιού σε ένα πύργο ψηλό και φύλαγε τα σύνορα από τους Σαρακηνούς.
Στη χώρα εκείνο τον καιρό, ένας δράκος φοβέριζε τον κόσμο. Ήταν δυνατός και όταν μουγκάριζε έτρεμε η γη και ο κόσμος φοβόταν και κλειδαμπαρωνόταν στα σπίτια.
Ακόμα και ο βασιλιάς που είχε στρατεύματα φοβόταν να μην του πάρει το θρόνο και τη βασίλισσα. Έκατσε λοιπόν και σκέφτηκε και έβγαλε ένα φιρμάνι που καλούσε όποιο άξιο τολμηρό παλικάρι υπήρχε, να πάει να πολεμήσει τον δράκο. Και επήγαν καλοθελητές και πρεσβευτές και του είπαν για έναν αντρειωμένο. Και έτσι έμαθε για τον Κωσταντά και τα υπεράνθρωπα κατορθώματα του. Τη λεβεντιά, τη δύναμη, και την αντρειοσύνη του.
Πήρε καλαμάρι και έγραψε χαρτί και έστειλε απεσταλμένους να το παραδώσουν. Και μέσα έγραφε το χαρτί πως ήθελε βοήθεια και τον καλούσε να τον βοηθήσει.
Ο Κωσταντάς όταν το διάβασε ζώστηκε τα άρματα, καβαλίκεψε το μαύρο του άλογο και ξεκίνησε το ταξίδι.
Στο δρόμο που επήγαιννε μέσα σε μιαν ποταμοσιά κάτω από έναν ίσκιο, συνάντησε τον δράκοντα να κοιμάται αχάπαρος. Αν ήθελε τον σκότωνε, αλλά αναθρεμμένος με ηθικές αξίες, του έβαλε φωνή δυνατή και τον ξύπνησε για να πολεμήσουν ισότιμα καθώς δεν ήθελε να τον σκοτώσει με μπαμπεσιά.
Και σηκώθηκε ο δράκοντας πανύψηλος και φοβερός και ζώστηκε τα άρματα του. Και βγήκαν από την ποταμοσιά και πήγαν σε ένα αλώνι που είχε τόπο απλερό και αρχίνησαν να παλεύουν. Και πολεμούσαν δύο μέρες και κανείς δεν νικούσε. Οι κλαγγές από τα σπαθιά τους που διασταυρώνονταν αστράπτοντας ακούγονταν σαν κεραυνοί και έκαναν τα άγρια ζώα φοβισμένα να λουφάζουν στις φωλιές τους.
Την τρίτη ημέρα η αυγή τους βρήκε κουρασμένους και καταπονεμένους ακόμα να παλεύουν.
Το μεσημέρι έφτασε και ακόμα πολεμούσαν. Και όταν σε μια στιγμή ο δράκος απόκαμε και δεν άντεχε άλλο, του δίνει ο Κωσταντάς μια δυνατή σπαθιά και του πήρε το κεφάλι.
Ύστερα στάθηκε και ανάσανε, και αφού ξεκουράστηκε κάρφωσε το κομμένο κεφάλι στο μυτερό του κοντάρι, και κίνησε για το παλάτι.
Μέσα στη πόλη πάνω στο άλογο καμαρωτός με το κοντάρι στον ώμο και το κεφάλι του δράκου να κρεμιέται, σαν πήγαινε όλοι τον αποθαύμαζαν και τον επευφημούσαν. Και ο βασιλιάς που τους άκουσε πολύ του καλοφάνηκε, και βγήκε να τον προϋπαντήσει και να τον καλωσορίσει.
Μα η βασίλισσα μόλις είδε την κομμένη κεφαλή του Δράκοντα να κρέμεται, πολύ της βαρυφάνηκε γιατί με τον δράκο ήταν φίλη και αγαπητικιά. Τον είχε αγαπητικό κρυφά και τον αγαπούσε. Και βλέποντας τον σκοτωμένο, πολύ θυμώθυκε και αποφάσισε να καταστρώσει ένα σχέδιο να τιμωρήσει τον Κωσταντά.
Αφού με τσιμπούσια και γιορτές γιόρτασαν το γεγονός, ο Κωσταντάς πήρε δρόμους και στράτες και πήγε στην καλή του.
Τη νύχτα όταν ο βασιλιάς πήγε στην κρεβατοκάμαρα, βρήκε τη βασίλισσα στεναχωρεμένη και κλαμένη ντυμένη στα μαύρα. Σαν την είδεν τη ρώτησε έχει, και η βασίλισσα του απάντησε πως ο Κωσταντάς θέλησε να τη φιλήσει και να την αποπλανήσει, και γι’ αυτό είναι μαραζωμένη και πικραμένη.
Σαν την άκουσε ο βασιλιάς αρκώθηκε και θυμώθηκε και μονομιάς διέταξε τους στρατιώτες του να πάνε να φέρουν τον μιαρό.
Ένα ασκέρι Μουσουλμανιών σκύλλων άγριων πολεμιστών, ξεκίνησε για να φέρει τον Κωσταντά.
Που έφτασαν στον ψηλό πύργο, η Κάλλη τους καλωσόρισε και τους έστρωσε τραπέζι και πανωθκιόν τους στεκόταν και τους κερνούσε γλυκό κρασί ώσπου να γυρίσει ο Κωσταντάς που είχε βγει στο κυνήγι.
Και νάσου, φάνηκε ο Κωσταντάς πάνω στο μαύρο του άλογο να έρχεται καμαρωτός. Βαστούσε στο ένα χέρι ένα λιοντάρι σκοτωμένο και στο άλλο ένα δεντρό ξεριζωμένο που το κρατούσε αψηλά για κάμνει του μαύρου του σκιά να μην τον πιάνει ο ήλιος.
Που τον είδαν τα Τουρκιά, τους κόπηκε η όρεξη. Αποθαυμασμένοι και φοβισμένοι σκέφτονταν ποιος θα τολμούσε να πει του Κωσταντά πως τον θέλει ο βασιλιάς να τον αλυσοδέσει.
Απ όλους ένα Τουρκίν μικρόν και χαμηλοβρακάτον, τόλμησε και σηκώθηκε, και με χαμηλή φωνή του είπε να πάει μαζί τους στο βασιλιά που τον θέλει.
Του Κωσταντά δεν πήγε το μυαλό του στο κακό, και σηκώθηκε να τους ακολουθήσει. Μα η Κάλλη του που ήταν νούσιμη του ορμήνεψε να πάρει και τα άρματα μαζί του.
Και την άκουσε ο Κωσταντάς, και ζώστηκε τα άρματα του. Και αρματωμένος καβαλίκεψε τον Μαύρο του.
Και ώσπου να τους πει έχετε για έκοψε χίλια μίλια, και ώσπου να του πολοηθούν εβρέθηκε στο παλάτι του βασιλιά.
Η βασίλισσα σαν τον είδε πολύ της καλοφάνηκε, και ο βασιλιάς μόλις τον είδε πολύ του κακοφάνηκε. Αμέσως διέταξε να τον φυλακώσουν και να τον μαστιγώσουν.
Και τον άρπαξαν τα τουρκιά και μέσα στη φυλακή τον έβαλαν, και τον μαστίγωσαν και τον βασάνισαν μέχρι αργά τη νύχτα.
Αφού κουράστηκαν έκατσαν να αναπαυθούν ώσπου να ξημερώσει, για να του βγάλουν τα μάτια και να τον ελευθερώσουν, να τον κάμουν από αντρειωμένο πολεμιστή, ένα τυφλό ζητιάνο.
Ο Κωσταντάς αλυσοδεμένος και πονεμένος άνοιξε τις αγκάλες του προς το Θεό και τον παρακάλεσε να ανεφάνησκεν το μιτσίν του αδέρφιν που είσιεν δουλειάν στο βασιλιά να τον ιδεί και να πάρει τα κακά μαντάτα στον αντρειωμένο πατέρα του για να έρθει να τον ελευθερώσει
Του Θεού ήταν και του Χριστού, τον άκουσαν και έκαμαν το θαύμα τους.
Από το δρομί ανέφανε το μικρόν του αδέρφιν που είχεν δουλειάν να πάει στο βασιλιά, και από το σιδερόφραχτο παραθύρι της φυλακής άκουσεν τον Κωσταντάν μέσα να αναστενάζει.
Και μονομιάς εκαβαλίκεψε και έδωκεν φτερνιστικάν του αλόγου του που πετάχτηκε χίλια μίλια.
Και ώσπου να πεί στον αδερφόν του έχε για, βρέθηκε στα σπίτια των γονιών τους και βρήκε τον Αντρόνικο να λαγοκοιμάται στη σούσα της αυλής και τη μάνα του σκυφτή πάνω στη σκάφη να ζυμώνει.
Σαν άκουσεν ο Αντρόνικος τα κακά μαντάτα εθύμωσεν και αγρίωσεν, δεν τον χωρούσαν οι τόποι. Σηκώθηκε από τη σούσα και διέταξε να του φέρουν το άλογο να πάει να τους ποσπάσει.
Και πριν του φέρουν το άλογο, εβρέθηκεν αρματωμένος. Σβέλτος σαν νιο παλικάρι καβαλίκεψε και πριν τους πει έχετε για, έκοψε χίλια μίλια. Ο μαύρος του σαν θύελλα κάλπαζε και όταν εχλιμίντρισε εσείστηκε όλη η χώρα. Το θρονί του βασιλιά και αυτό εσείστει και ετσακίστει, και η βασίλισσα φοβισμένη έπεσε χαμαί και ελαχταρούσε.
Μόλις τον είδαν από το φόβο τους όσοι αλυσόδεσαν τον Κωσταντάν εκατουρούσαν γαίμαν και όσοι τον εφυλάκωσαν έπεσαν χαμαί και ελαχταρούσαν
Και ο Ανδρόνικος έβγαλε τον Κωσταντάν από τη φυλακή και μαζί αρματωμένοι τους έσφαξαν όλους. Ούτε βασιλιά, ούτε βασίλισσα, ούτε Τουρκιά, δεν άφησαν κανένα.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΑ
Ο Κωσταντάς είχε υπερφυσικές δυνάμεις και έκαμνε υπεράνθρωπα κατορθώματα. Αναμετριόταν με τέρατα, πολεμούσε και συνέτριβε φουσάτα, αλλά και υφίστατο παθήματα και δοκιμασίες από εχθρούς και δράκους. Από πέντε χρονών εγυρνούσε ξυπόλυτος και από έξι εζώστηκε τα άρματα. Στα εφτά ηθέλησε να γυρίσει τον κόσμον, και στους δώδεκα αγάπησε μιαν όμορφη κόρην, την Χριστινούν.
Όταν μετά από πολλές περιπέτειες επέστρεψε στον τόπον του, την παντρεύτηκε και την έβαλε μέσα σε ένα πύργο αψηλό όπου από εκεί διαφέντευε τους δούλους που εργάζονταν στο τσιφλίκι της.
Με έναν τέτοιον άνδρα δίπλα της η Χριστινού δεν φοβόταν τίποτα, ούτε ακόμα και τον χάροντα. Το παινευόταν και το χουμιζόταν, και έλεγε πως αν έρθει καμιά φορά ο μαύρος καβαλάρης, ο Κωσταντάς δεν θα τον άφηνέ να την αγγίξει.
Τα παινέματα της τα έμαθε ο Χάροντας, και αποφάσισε να την τιμωρήσει. Έτσι μια νύχτα σκοτεινή κοντά στα μεσάνυχτα που ο Κωσταντάς έλειπε σε ταξίδι, την επισκέφτηκε για να της πάρει τη ζωή.
Άπλωσε το δρεπάνι του και ένας μεγάλος πονοκέφαλος την έκανε να βογκίζει με πόνους φοβερούς και αβάσταχτους. Η ζωή της ήθελε να φύγει, μα αυτή αντιστεκόταν και με πείσμα πάλιωνε μαζί του.
Η μάνα της την κεφαλόδεσε με ένα δροσερό μαντήλι, αλλά οι πόνοι δεν περνούσαν. Μάνα και κόρη έβλεπαν τη σκιά του χάροντα και κλαμένες τον παρακαλούσαν να τους χαριστεί. Μα αυτός ανελέητος και άσπλαχνος δεν έλεγε να κάμει πίσω, ήταν αποφασισμένος να πάρει μια ζωή.
Όταν απόειδε η Χριστινού και κατάλαβε πως θα πέθαινε, λίγο πριν ξεψυχήσει άφησε παραγγελιά της μάνας της να δώσει πίσω τον αρραβώνα της στον Κωσταντά και με τρόπο να του αναγγείλει τον θάνατό της χωρίς να του ταράξει την καρδιά με το ξαφνικό μαντάτο και έτσι να τον αποδεσμεύσει, ώστε να βρει παρηγοριά σε μια άλλη καινούργια αγκαλιά.
Απάνω στη μέρα να σου και φτάνει ο Κωνσταντάς, αλλά ήταν πλέον αργά. Ρωτά την πεθεράν του που είναι η αγαπημένη του, και αυτή μη θέλοντας να τον πικράνει απότομα καθώς της είχε ορμηνέψει η κόρη της, του λέει πως την έπεψεν στην εκκλησιά με τες γειτόνισσες της.
Καβαλλιτσιέφκει τον άππαρον του και με μιαν βιτσιάν, εβρέθειν στην αυλήν της εκκλησιάς. Είδεν κόσμον συνάμενον, και από μακριά τους χαιρετά, και από κοντά τους αρωτά,
-τίνος εν τούν το θαφκιόν που έσιει τόσην λύπην, τίνος εν τουν το λείψανον που εν μέσα στο σεντούτζιην;
Όσοι τον αγαπούσαν είπαν του είναι ξένον, όσοι τον εμισούσαν είπαν του είναι δικόν του.
Έσκυψεν ο Κωσταντάς στο φέρετρο και είδεν μέσα ξαπλωμένη την αγάπην του που ήταν πεθαμένη. Εσυντρομάχτηκεν και εμαράζοσεν πολλά και ο κόσμος γύρω του εχάθηκεν. Δεν ήθελε να ζήσει άλλο, ήθελε να αποθάνει και αυτός μαζί με την Χριστινούν του. Τράβηξε το μαχαίρι του από το θηκάρι για να σκοτωθεί, αλλά πριν το κάνει γύρισε και άφησε παραγγελιά στους παρευρισκόμενους να μνημονεύουν και να μακαρίζουν και εκείνον και εκείνην.
Και τους εθάψαν με κλάματα και οδυρμούς σε ένα κϊούριν μαζί αχώριστους στο θάνατο όπως ήταν αχώριστοι και στη ζωή.
Και με τον καιρό πάνω στον τάφον αβλάστησεν για εκείνον έναν κυπαρίσσιν και για εκείνην μια λεμονιά, όπου όποτε εφύσαγε αγέρας, έσκυβαν και φιλιόντουσαν όπως ήταν μαθημένοι και στη ζωή.
Και έμεινε η αγάπη τους χαραγμένη στη μνήμη των ανθρώπων για πάντα, καθώς όποτε περνούσαν από το κοικητήριο και φύσαγε απαλό το αεράκι, έβλεπαν που έσκυβαν τα δένδρα και ασπάζονταν αναμεταξύ τους.
Ο ΔΙΕΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ / Κυπριακή παραλογή
Που τες πολλές φορές, τους άκουσεν ο θεός και τους έστειλε έναν άγγελο να τους ρωτήσει τι θέλουν από αυτόν και κάνους τόσες δεήσεις.
Και εκείνοι δεν εζήτησαν ούτε ριάλια, ούτε πλούτη, μόνον εζήτησαν να τους δώσει δύναμην.
Ο θεός τους έδωκε δύναμη τόση, που δεν τους εσήκωνε η γη.
Ξανακλάφτηκαν στο θεό και αυτός τους έδωσε δύναμη μόλις που τους έσωννεν η γη.
Ύστερα από αυτό, μια μέρα όταν πήγαν σχολείο τα άλλα παιδιά που τους νόμιζαν κακορίζικους προσπάθησαν να τους περιπαίξουν και να τους δέρουν. Όμως τα κακορίζικα όπου αγγίζαν τα μωρά επεθανίσκαν, εδιούσαν τους πάτσον και δεν ελέγαν μανά.
Που τότες εβγήκαν έξω στο κόσμο και εφάνηκεν η δύναμη τους. Αγόρασαν από ένα άλογο, αρματώθηκαν από ένα κοντάρι και από το Κτήμα ξεκίνησαν να πάνε στην Πόλη της Χρυσοχούς να γνωρίσουν τον κόσμο.
Ο θεός που ήθελε να δει την καρδιά τους, μεταμορφώθηκε σε ένα γέρο και στάθηκε στη στράτα τους.
-Βοηθάτε με να φορτωθώ το δισάκκι μου και είμαι γέρος και δεν μπορώ, τους είπε.
Επειδή ο Διγενής τον προσπέρασε και ο Κωσταντάς ήταν πιο πίσω, γυρίζει και του λέει,
-Άτε Κωνσταντά βοήθα τον γέρο να φορτωθεί το δισάκκιν του.
Όμως ο Κωσταντάς επειδή βαριώταν να κατέβει από το άλογο, ποτάβρισε το σιδερένιο κοντάρι του και περνώντας το κάτω από το δισάκκι, προσπάθησε να το σηκώσει να το φορτώσει στους ώμους του γέρου. Όμως το σιδερένιο κοντάρι έσπασε από το πολλή φορτίο που είχε μέσα.
Θυμωμένος ο Διγενής ξεπέζεψε, άρπαξε το δισάκκι και το σήκωσε ψηλά να το φορτώσει στο γέρο. Ο γέρος όμως δεν εκαείλισε, και λέει του,
-άφηστο γιέ μου, έχε την ευχή μου, εσήκωσες τον ήμιση κόσμο.
Και σκύβωντας άνοιξε το δισάκκι. Μέσα στο δισάκκιν ο θεός είχε βάλει τον ήμιση κόσμο.
Η ΚΑΛΛΗ ΚΑΙ Ο ΔΙΕΝΗΣ / Κυπριακή παραλογή
Μια φοράν είχεν έναν παιδί κκέλικο ορφανό από μάνα και πατέρα, πολλά φτωχόν. Δούλευε βοηθός σε βοσκούς οι οποίοι το επρόσταζαν συνέχεια,-λάμνε εκεί, λάμνε εδώ, πέντα τις κουέλλες.
Του εθύμωνναν, και τον επερίπαιζαν.
Το κκέλικον παιδίν μιαν ημέρα καθόταν σε ένα βράχο στεναχωρεμένο, και παραπονεμένο για τη συμπεριφορά των βοσκών. Έβγαλε έναν μεγάλο αναστεναγμό εις τον Θεό, και ένιωσε την πέτρα να ταράσσει. Κατάλαβε από εκείνη τη στιγμή πως εδυνάμωσεν το κορμίν του. Σηκώθηκε και άρπαξε την πέτρα που ήταν 200 οκάδες και την ένιωσε ίσαμε 200 δράμια.
Εκείνη τη στιγμή ένας βοσκός του φώναξε,
-Βρε παλιόκκελη βούρα να κόψεις τις κουέλλες.
Το παιδίν αντιστάθηκεν του, και θυμωμένος ο βοσκός εμούνταρεν να το δέρει.
Γυρίζει του έναν πάτσον τότε ο κκέλης και εστράβωσεν η μουτσούνα του, και επιτούσαν τα γέματα του.
Οι άλλοι βοσκοί έτρεξαν θυμωμένοι να τον δέρουν, και έκαμε και σε αυτούς χειρότερα.
Τότε εκατάλαβαν πως η δύναμη του ήταν του Θεού, και φοβισμένοι έκαμαν πίσω.
Όταν ο κκέλης εκατάλαβεν τη δύναμη του, έπιασε έναν αππαρί και γύριζε τον κόσμο, και όπου άκουγε πως υπήρχε ένα παλικάρι, πήγαινε να το συναντήσει. Μια φορά βρήκε έναν που τον έλεγαν Γιάννη και είχε μια όμορφη γυναίκα, την Κάλλη. Ο κκέλης εμούνταρεν πάνω του και του την επήρε.
Ο Γιάννης εποταβρίστηκεν πάνω του και του είπε,
-Βρε ποιος είσαι εσύ και ήρθες να μου πάρεις τη γυναίκα;
Κι του λέει ο κκέλης,
-είμαι ο Διγενής ο κκέλης που ακούεις.
Ο Γιάννης εμούνταρεν τον να τον κατακόψει, και ο Διγενής εγύρισεν το χέρι και του, έδωκεν έναν πάτσον και τον εμισοσκότωσε.
Και έμεινε ο Γιάννης χαμαί μισοσκοτωμένος, και ο Διγενής ο κκέλης έπιασε την γυναίκα του και έφυγε. Όταν πέρασαν χρόνια και ο Διγενής ψυχωμαχούσε, φώναξε την Κάλλη του και την ρώτησε όταν θα αποθάνει ποιον άντρα θα πάρει. Και η Κάλλη του του λέει,
-Διγενή μου τον Γιάννην μου επαντρεύτηκα, τον Γιάννην μου εν να πάρω.
Σκέφτηκε λίγο ο Διγενής, και της λέει,
-Καλάν γρουσή μου, άμα εν να πεθάνω εγιώ, όποιον θέλεις πάρε. Έλα κοντα μου να ποσιερετιστούμεν.
Επήγεν κοντά του να αποχαιρετιστούν, και ο Διγενής την έβαλε στ αγκάλια του πως εν να την φιλήσει, και έσφιξεν την πάνω του και μαζί εξεψυχήσαν.
Η ΡΗΓΑΙΝΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Ή Ρήαινα είσιεν τό παλάτιν της πάνω στην Φάβρικαν. Ό Διενής ήθελε την Ρήαιναν γιά γυναίκα του. Η Ρήαινα είπεν του,
-Αν μου φέρεις νερόν στην Πάφον εν νά σέ πάρω άντρα μου.
Ο Διενής έκαμε τότε το πετραύλακον τζαι έφερε τό νερόν που την Τάλαν. Η Ρήαινα, άμα έφερε τό νερόν, εμετάνωσεν τζιαι γέλασε του Διενή. Τότες ο Διενής εθύμωσεν. Εστάθηκεν πάνω στόν Μούτταλλον (λόφον του Κτήματος) τζιαι πήρεν μιαν πέτραν τζιαι έρριψεν της την. Τζιαί η πέτρα στέκει ώς την σήμερον δίπλα που τον άην αγαπητικόν τσιαι Μισητικόν, τζιαί φέρει πάνω την σπαθκιάν του Διενή. Ή πέτρα έν τής έμπλασεν. Η Ρήαινα εθύμωσεν τζιαί τζιείνη τζιαί έρριψεν του τ' άδράχτιν της, μά έν του έμπλασεν. Τσιαι το αδράχτιν έππεσεν κάτω που τον Μούτταλον, μέσα σ ένα χωράφι της Γλώρακας
Η Ρήγαινα της Πάφου ήταν μια πανέμορφη κυρά και πολεμίστρια που διαφέντευε τον τόπο από τα Παλαιόκαστρα μέχρι την πόλη της Χρυσοχούς. Κανείς εχθρός δεν μπορούσε να την νικήσει, γιατί ήταν περισσότερο έξυπνη από ένα στρατηλάτη, και κατοικούσε σε καλά οχυρωμένους πύργους. Είχε τον πύργο της στα Κτιστά κοντά στη Χλώρακα μια απέραντη παραλιακή πεδιάδα, που αρχίνιζε από την πέτρα του Ρωμιού και τέλειωνε στον Ακάμα. Οι υπήκοοι της ασχολούνταν με τη γεωργία, καλλιεργώντας ζαχαροκάλαμα, και τεύτλα παράγοντας ζάχαρη την οποίαν φόρτωναν σε καράβια το λιμάνι της Πάφου και τη διακινούσαν σε όλες τις γύρω χώρες.
Ο θρύλος λέει πως όταν ο ήρωας Διγενής Ακρίτας θέλοντας να απαλλάξει τη χώρα του Βυζαντίου από ένα ληστή Σαρακηνό τον κυνήγησε μέχρι την Κύπρο να τον εξοντώσει, την είδε και την γνώρισε και θέλησε να την παντρευτεί.
Όταν λοιπόν ξεμπαράρησε σου Μόρφου και είδε τον Σαρακηνό μακριά να τρέχει να γλυτώσει, ακούμπησε το ένα χέρι στο βουνό του Πενταδάχτυλου και έδωσε ένα σάλτο να το φτάσει.
Το χέρι του έμεινε αποτυπωμένο στο ψηλό βουνό, και από το σχήμα των δαχτύλων του, ονομάστηκε Πενταδάχτυλος.
Ο Σαρακηνούς έφτασε στην Πάφο και μπήκε σε ένα πλοίο να φυγει. Ο Διγενής αφού δεν τον πρόφτανε, άρπαξε μια πέτρα και την έριξε και βύθισε το πλοίο. Είναι η πέτρα του Ρωμιού ο θεόρατος βράχος που ευρίσκεται στην άκρια της θάλασσας ως σύνορο και σήμα κατατεθέν εκεί που αρχινά η Πάφος.
Ύστερα φτάνοντας στην Πάφο συνάντησε τη Ρήγαινα, την αγάπησε και θέλησε να την κάμει γυναίκα του.
Μα η πονηρή βασίλισσα που δεν ήθελε για σύζυγο της ανώτερο της να τη διατάσσει, για να τον αποφύγει του ζήτησε να αποδείξει την αξία του πραγματοποιώντας έναν άθλο. Του ζήτησε να φέρει νερό από τη μακρινή Τάλα για να ποτίζουν οι υπήκοοι της τα ζαχαροκάλαμα και τα τεύτλα.
Ο Διγενής δέχτηκε την πρόκληση της, και καθώς υπεράνθρωπος, προς μεγάλη δυσαρέσκεια της έκτισε ένα μακρύ πετραύλακο και έφερε το νερό στους αγρούς και πότισε όλη την παραλια και τήν πεδιάδα.
Η Ρήγαινα κακοφανισμέη σκέφτηκε τι να κάμει να τον αποφύγει, και μπήκε σε ένα πλοίο να φύγει.
Ο Διγενής οργίστηκε και ανεβαίνοντας στο ψήλωμα της Βίκλας στο Μούτταλο, άρπαξε μια μεγάλη πέτρα και την έριξε να βουλιάξει το καράβι.
Για καλή της τύχη η πέτρα έπεσε λίγο πριν τη θάλασσα, και μέχρι σήμερα ευρίσκεται εκεί δίπλα στον Άη Αγαπητό και Μισητό, και ονομάζεται η πέτρα του Διγενή, και φέρει πάνω του τη σπαθιά του Διγενή, καθώς πάνω της είναι το σημάδι όταν την χτύπισε με το σπαθί του για να την ξεκολλήσει και να την ρίξει στο πλοίο.
Η Ρήγαινα οργίστηκε και αυτή, και ως δεινή και δυνατή πολεμίστρια, άρπαξε ένα θεόρατο κίονα και του τον έριξε να τον σκοτώσει. Έπεσε παραδίπλα του κάτω από το λόφο που στεκόταν σε ένα χωράφι της Χλώρακας που ανήκε στον Νικόλαο Αλεξάνδρου. Ο κίονας είχε ύψος τέσσερα μέτρα και διάμετρο ένα, και ονομάστηκε από τους κατοπινούς αδράχτι της Ρήγαινας, καθώς στην κορφή είχε μια συμμετρική σφαίρα, που του έδινε τη μορφή ίδιο με γιγαντιαίο αδράχτι. Ήταν φυτεμένο μέσα στη γη στον ίδιο αγρό μέχρι το 1963 περίπου που αρχίνισαν οι διακοινοτικές ταραχές μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, οπότε οι Τουρκοκύπριοι το έκλεψαν και το τοποθέτησαν στην αυλή του σχολείου τους στο κέντρο της συνοικίας του Μουττάλου.
Υ.Γ.
Στα παράλια της Χλώρακας λίγο πρίν την τέλειωση του χωριού όπου αρχινά η Κάτω Πάφος, ευρίσκονται κάποια απομεινάρια από το αυλάκι που έκτισε ο Διγενής.
Ο ΠΤΩΧΟΛΕΩΝ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Την ιστορία του Πτωχολέοντα κατέγραψε τον 14ο αιώνα σε έμμετρο λόγο ο Κύπριος χρονικογράφος των Μεσαιωνικών χρόνων Λεόντιος Μαχαιράς.
Ο Πτωχολέων ήταν άρχοντας κτηματίας, που όμως δεν άντεξε τις καταστροφικές επιδρομές των Σαρακηνών και καταστράφηκε οικονομικά. Μαραζωμένος από την καταστροφή και μη υποφέροντας τα παιδιά του να είναι πτωχά, τα διέταξε να τον πωλήσουν σκλάβο στο βασιλιά ώστε με τα χρήματα να έχει η φαμελιά πόρους για να ζήσει.
Έτσι και εγίνει. Εκείνες τις ημέρες έφτασε στον τόπο ένας πραματευτής έχοντας στην κατοχή του ένα όμορφο πετράδι που το είχε για πούλημα. Πήγε στο βασιλιά και του είπε πως είχε ένα ωραίο μαργαριτάρι που ταίριαζε με το στέμμα. Ο βασιλέας έφερε
επαγγελματίες τεχνίτες πολύτιμων λίθων για να εκτιμήσουν την αξία του. Αφού το εκτίμησαν πως είχε μεγάλη αξία, ο βασιλιάς έδωσε στον έμπορο πολλά χρυσά και αργυρά νομίσματα και το αγόρασε. Τα χρήματα όμως ήταν πολλά, και τη νύχτα που έπεσε να κοιμηθεί θυμήθηκε τον καινούργιο του σκλάβο τον Πτωχολέοντα που είχε φήμη πως ήταν σοφός, και σκέφτηκε να πάρει τη γνώμη του.
Το πρωί έπεψε και του φέρανε τον πτωχό σκλάβο. Τον κάθισαν δίπλα στο τζάκι πάνω στη στάχτη, και τον ρώτησαν πόσο αξίζει το πετράδι. Οι προύχοντες του βασιλιά περιγελώντας τον του έδειξαν τον πολύτιμο λίθο. Και είδε ο γέρων τούτο το καλό πράγμα κατά τους προύχοντες, και τους είπε,
- Τρία κουφά καρύδια αξίζει.
Τον άκουσε ο βασιλιάς και αι εγίνην του θανάτου. Πως ξεγελάστηκε και πλήρωσε χιλιάδες χρυσάφια και ασήμια; Αυτός ένας βασιλιάς με τόσους σοφούς συμβουλάτορες γελάστηκε από έναν γυρολόγο πραματευτή;
Τον είδε ο Πτωχολέων που εφουρκίστει, και ήρεμα του είπε,:
-Τι θυμώνεις, γιατί στεναχωριέσαι Τόσα βασιλέα μου αξίζει και σου λέω την αλήθειαν. Γροίκα, αφέντη βασιλέα, το λιθάριν που χουμίζουν, έχει σκώληκαν αππέσω και όταν έλθει το θέρος και βράσουν οι μέρες, το σκουλούκιν θα αρχίσει να κατατρυπά τον λίθον. Και όσα λέγω αν δεν πιστεύεις, όρισε τον κοσμηματοποιό σου, όρισε τον χρυσοχόν σου, και ας σκίσουν το λιθάριν, και να δεις αν είμαι ψεύτης.
Τότε όρισεν ο βασιλέας και ήλθεν ο κοσμηματοπώλης ο μέγας, ο οποίος έσκισε το λιθάριν, και ηύρεν σκώληκαν αππέσω, πού έτρωγεν τον λίθον.
Και βασιλέας εξέστηκε και υπερθαυμάστηκεν πώς ο γέρων εκατάλαβε ότι το λιθάρι είχεν σκώληκαν αππέσω.
Και όταν πήραν τον γέροντα πάλιν στη φυλακή την μαύρην, ο βασιλέας όρισε στον κελάρη να του δίνει διπλό φαγητό και νερό.
Υ.Γ. Η εξυπνάδα και οι γνώσεις του Πτωχολέοντα τον ανέδειξαν στα μάτια του βασιλιά και έτσι όποτε ήθελε συμβουλές τον καλούσε και άκουε τη γνώμη του. Στο τέλος αφού αποδείχτηκε σοφός και αναντικατάστατος, τον ελευθέρωσε, του πρόσφερε κτήματα και περιουσίες ως αποζήμίωση για τη σκλαβιά του, και τον ώρισε αρχισυμβουλάτορα του.
Ο ΚΑΛΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
Η Διήγησις Απολλωνίου της Τύρου είναι μια δημώδης και περιπετειώδης έμμετρη Μυθιστορία του 3ου ή 4ου αιώνα μ.Χ.
Ο αντριωμένος πρίγκιπας Απολλώνιος εξέχων πολίτης της Τύρου τίμιος και ηθικός άνθρωπος, ζούσε χρηστά κατά το πρέπον ως όριζαν οι παρακαταθήκες της Αγίας εκκλησίας.
Καθώς ως πρίγκιπας ζούσε κοντά στο παλάτι παρακολουθούσε τις ακολασίες του βασιλέως και εξανίστατο, αλλά κυρίως δεν άντεχε την μέγιστη αμαρτία της αισχρής αιμομιξίας που διέπραττε. Για να τον αναγκάσει να συνετιστεί, αποκάλυψε στο λαό τις ακολασίες του.
Ο αμαρτωλός βασιλιάς θύμωσε και αποφάσισε να τον τιμωρήσει. Διέταξε τους φύλακες να τον συλλάβουν και να τον φυλακώσουν. Πριν φτάσουν όμως οι στρατιώτες στο σπίτι του, ο Απολλώνιος πληροφορήθηκε τις προθέσεις του βασιλιά, και έτσι διωκόμενος μπήκε σε ένα πλοίο να δραπετεύσει.
Στη θάλασσα της Λιβύης δυστυχώς ξέσπασε μεγάλη φουρτούνα και βούλιαξε το πλοίο. Τυχερός ο Απολλώνιος γλύτωσε και βγαίνοντας στη στεριά, με ρούχα ζητιάνου παρουσιάστηκε στο βασιλιά Αρχίστρατο της Τρίπολης ο οποίος τον δέχτηκε στη δούλεψη του ως μουσικό διδάσκαλο.
Με την ευγένεια και τη μόρφωση που τον διακατείχε, κατάφερε να αποκτήσει την εύνοια του βασιλέως ο οποίος του ανέθεσε τη μουσική διδασκαλία της κόρης του Αρχιστρατούσας. Η όμορφη κόρη ερωτεύτηκε τον δάσκαλο της, και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας έρωτας παράφορος. Και ο καλός βασιλιάς καθώς είχε πολύ συμπαθήσει τον Απολλώνιο, και καθώς αγαπούσε πολύ την κόρη του, δεν της χάλασε χατίρι και αποφάσισε και τους πάντρεψε.
Ως άνθρωπος με τιμή και μόρφωση, αλλά ένεκα και της καλής του συμπεριφοράς προς όλους τους ανθρώπους, ο Απολλώνιος έγινε πολύ συμπαθής και αγαπητός στο λαό ο οποίος ζήτησε από τον βασιλέα να τον διορίσει να αναλάβει την βασιλεία της πόλεως της Αντιόχειας.
Έτσι έγινε, και όταν ήρθε ο καιρός επιβιβάστηκαν σε ένα πλοίο να πάνε στη μεγάλη πόλη.
Στο ταξίδι όμως μεσοπέλαγα ξέσπασε μεγάλη θαλασσοταραχή και από την ταλαιπωρία την Αρχιστρατούσα έπιασαν οι κοιλόπονοι με αποτέλεσμα να γεννήσει πρόωρα και η ίδια έπεσε σε νεκροφάνεια.
Απαρηγόρητος ο Απολλώνιος νομίζοντας την πεθαμένη, τοποθέτησε το σώμα της σε φέρετρο και το άφησε στη θάλασσα, ενώ την κόρη του που τη βάφτισε στον αέρα Ταρσία, την εμπιστεύτηκε σε ένα ζευγάρι από την Ταρσό της Κιλικίας. Ο ίδιος γεμάτος θλίψη ρίχτηκε σε πολύχρονα ταξίδια μήπως βρει παρηγοριά και μπορέσει να απαλύνει τον πόνο του για το χαμό της αγαπημένης του.
Το φέρετρο της Αρχιστρατούσας από τα ρεύματα ξεβράστηκε στις ακτές της Εφέσου όπου με τη βοήθεια καλογριών συνήρθε από τη νεκροφάνεια και ζωντάνεψε. Και αυτή απαρηγόρητη, εγκλείστηκε σε μοναστήρι όπου παρελθόντων των χρόνων έγινε ηγουμένη.
Η Ταρσία μεγάλωσε με πολλά βάσανα και ταλαιπωρίες, και τέλος πουλήθηκε ως σκλάβα σε πειρατές από τη Μυτιλήνη. Συμπωματικά σε ένα ταξίδι των πειρατών στην Τρίπολη την έστειλαν στο παλάτι να παρηγορήσει τον πικραμένο Αρχίστρατο με τη μουσική της που ως κόρη του Απολλώνιου είχε στις φλέβες την τέχνη των Μουσών.
Και ο Αρχίστρατος βλέποντας την αμέσως κατάλαβε ποια ήταν. Χαρές, γιορτές και πανηγύρια ακολούθησαν την συνεύρεση τους, και η Στασία έμεινε στο παλάτι να ζήσει με τον παππού της ο οποίος όταν ήρθε ο καιρός την πάντρεψε με τον Δαγόρα τον μεγάλο άρχοντα της Μυτιλήνης, και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Ο καλός πρίγκιπας Απολλώνιος περιπλανήθηκε σε λιμάνια και χώρες και έζησε πολλές περιπέτειες επικίνδυνες προσπαθώντας να ξεπεράσει τον πόνο του. Αλλά αυτός δεν λιγόστευε και του κατέτρωγε τα σωθικά. Ήταν πάντα θλιμμένος και μαραζωμένος.
Με όσα δύσκολα έζησε, με όσα είδε και γνώρισε, θα έπρεπε η καρδιά του να σκληρύνει και να γίνει πέτρα. Παρ όλα αυτά έμεινε αγνός και πιστός στο μεγαλοδύναμο Θεό και καλός βοηθός των ανθρώπων.
Και ήρθε καιρός που ο Θεός τον αντάμειψε. Του έστειλε προφητικό όνειρο που τον οδήγησε στο μοναστήρι της Αρχιστρατούσας.
Χαρούμενοι και ευτυχισμένοι που ξανάσμιξαν, μαζί πήραν το δρόμο της επιστροφής όπου ο λαός της Αντιόχειας έστησε μεγάλη γιορτή προς τιμήν τους, και ακολούθως τους αναγόρευσαν βασιλείς.
ΤΟ ΚΑΚΟ ΕΞΩΡΚΙ ΚΑΙ Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ
Στο Αγίασμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ στη Χλώρακα, έτρεχε άφθονο νερό και σχημάτιζε μια μικρή λίμνη. Μέσα βουτούσαν οι μανάδες τα μικρά παιδιά γιατί πίστευαν πώς όσοι βαπτίζονταν μέσα, γίνονταν ανθεκτικοί στις ασθένειες. Αυτό γινόταν για χρόνια, ώσπου μια κακή μέρα ένα κακό εξώρκι ήρθε μέσα να λουστεί, και καθώς του άρεσε πολύ, εγκαταστάθηκε εκεί. Ήταν ένα Εξώρκι που είχε τη μορφή κακάσχημης γυναίκας-μάγισσας φοβερής, που σκόρπιζε τρόμο στους ανθρώπους. Κανένας χωρικός δεν τολμούσε να πάει να γιάνει τις αρρώστιες του, ούτε να καλλιεργήσει τα χωράφια. Οι μανάδες έπαυσαν να βαπτίζουν μέσα τα μωρά, και οι κάτοικοι άρχισαν να αρρωσταίνουν και να μην γιανίσκουν.
Στεναχώρια και θλίψη κυρίευσε τους ανθρώπους, αλλά κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει με το κακό. Έμοιαζε η τρομερή ένα μεγάλο ανίκητο θεριό.
Περνούσε ο καιρός λοιπόν, και όλοι παρακαλούσαν τον Θεό να στείλει έναν ανδρειωμένο να διώξει το Εξώρκι. Ο βασιλιάς έβγαλε φιρμάνι πώς όποιο παλληκάρι το έδιωχνε, θα του έδινε το μισό του βασίλειο.
Μια μέρα το λοιπόν, ένα νέος άφοβος και ανδρειωμένος φάνηκε στα μέρη της Χλώρακας. Κρατούσε μια μεγάλη μαγκούρα και ήταν φανερό πώς ερχόταν από μακριά. Κουρασμένο το παλληκάρι, πήγε να ξεδιψάσει και να πληθεί στη μικρή λιμνούλα. Μονομιάς το κακό Εξώρκι, άρχισε να αλαλάζει τρομερά, θέλοντας να τον φοβίσει.
Όμως το παλληκάρι ανδρειωμένο και άφοβο, με πολλή θάρρος άρπαξε τη μάγισσα και με τη μαγκούρα του άρχισε να την δέρνει. Της έδωσε κάμποσες ξυλιές στη ράχη και αυτή με μια φοβισμένη κραυγή έφυγε τρέχοντας, και από τότε κανείς στον τόπο δεν ξανάκουσε γι αυτήν.
Ο λαϊκός θρύλος λέγει πως το ανδρειωμένο παλληκάρι ήταν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και όταν ο βασιλιάς το κατάλαβε, έκτισε προς τιμήν του το εκκλησάκι του Αρχάγγελου πάνω από το Αγίασμα. Δεν ήταν υπέρλαμπρος ναός αλλά μικρό το εκκλησάκι καθώς ήταν ένα φτωχός βασιλιάς, όμως σημασία είχε πώς ο βασιλιάς και οι υπήκοοι του όρισαν τον Άγιο Αρχάγγελο ως προστάτη τους και τον δόξαζαν με περισσή λατρεία από εκείνα τα χρόνια, μέχρι σήμερα.
Το Αγίασμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ έτρεχε μέχρι πρόσφατα και γιάνησκε τους ανθρώπους, και πότιζε τα χωράφια τα οποία γιορκούσαν περίσσια και έδιναν τροφή σε όλο το λαό. Όμως δυστυχώς όπως συνήθως, άπληστοι και άσκεπτοι άνθρωποι, σκέπασαν το Αγίασμα μέσα στη γη, και πάνω έκτισαν πολυκατοικίες και διαμερίσματα. Τώρα έμεινε μόνο το μικρό εκκλησάκι να θυμίζει σε όσους γνωρίζουν το παραμύθι, τον θρύλο του Αρχάγγελου που ντύθηκε άνθρωπος και έδιωξε το κακό Εξώρκι.
Ο ΠΑΡΑΚΑΣ ΚΑΙ Η ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ
Μια φορά έναν καιρό στα δυτικά παράλια της Χλώρακας κοντά σε ένα γκρεμό που έστεκε πολύ ψηλός και πάνω του έσκαγαν τα άγρια κύματα, ζούσε μια έμμορφη χωριατοπούλα, κόρη ενός πλούσιου βοσκού που είχε τη μάντρα του στα χωράφια που εκτείνονταν στη συνέχεια της ακτής. Οι γονείς της την είχαν μη βρέξει και στάξει. Δεν την άφηναν να κάνει χειρονακτικές εργασίες, παρά μόνο όλη μέρα έγνεθε με το αδράχτι της και ύφαινε με το σμιλί της. Και όταν βαριόταν, καθόταν στην άκρη του γκρεμού και αγνάντευε τον μακρύ ορίζοντα κάνοντας ονείρατα παρακαλώντας το Χριστό να στείλει ένα καράβι με ένα όμορφο πριγκιπόπουλο όπως στα παραμύθια. Παρέα με τους γλάρους που πετούσαν στον ουρανό και τα λογιών αλάγια ψάρια που κολυμπούσαν κάτω στο νερό, έστεκε ώρες πολλές με τα ξέπλεκα μαλλιά της να ανεμίζουν στον άνεμο. Μα περισσότερο της άρεσε το ηλιοβασίλεμα που δημιουργούσε έμορφη εικόνα, και που μέσα στις σκιές των χρωμάτων του ήλιου που έσμιγε με τα χρώματα της θάλασσας, καμιά φορά νόμιζε πώς έβλεπε ένα καράβι να αρμενίζει και το βασιλόπουλο της να στέκει στην πλώρη και να της γνέφει.
Η μικρή χωριατοπούλα καθώς ήταν πολλά όμορφη, ευγενείς και πλούσιοι αφεντάδες την ζητούσαν σε γάμο. Όμως αυτή σταθερή στην ιδέα της, καρτερούσε τον πρίγκιπα που θα της έφερνε η θάλασσα. Οι γονείς της πολύ στεναχωριόντουσαν για τη στάση της, και τον πόνο τους τον μαρτυρούσαν στον αγέρα της θάλασσας. Και αυτός θυμωμένος, φύσαγε δυνατά και παρέσερνε το μυστικό της στα πέρατα του κόσμου.
Ώσπου μια μέρα στη μακρινή Βενετιά, ένα όμορφο αγόρι ο Πάρακας, αποφάσισε πως θα γινόταν ο πρίγκιπας της και θα την επισκεπτόταν.
Ήταν ένας ωραίος νέος και ανδρειωμένος πολεμιστής. Ετοιμαζόταν να πάει Σταυροφόρος στα Ιεροσόλυμα να πολεμήσει τους άπιστους, ώσπου άκουσε για την έμορφη Κυπριοπούλα, και μη χάνοντας καιρό, αποφάσισε στο δρόμο του για τους Αγίους τόπους, να περάσει να την γνωρίσει.
Το αρματωμένο καράβι που έπλεε στην άκρη του ορίζοντα μια μέρα, ξαφνικά γύρισε την πλώρη στη στεριά, και με τον ήλιο που έδυε πίσω του, έδειχνε μια σκοτεινή κουκίδα μέσα στα πορφυρά χρώματα που σχηματίζονταν την ώρα που έσμιγε ο ήλιος με τη θάλασσα πέρα στον μακρινό ορίζοντα. Στην πλώρη έστεκε το όμορφο βασιλόπουλο ντυμένο στη γυαλιστερή του φορεσιά αντικρίζοντας από μακριά για πρώτη φορά την κόρη που έστεκε στην άκρια του μεγάλου βράχου φαντάζοντας ίδια η Αφροδίτη με ξέπλεκα τα μαλλιά της ριγμένα πίσω έως τη γης.
Από μακριά μόλις αντικρουστήκαν, αγαπηθήκαν παράφορα και από κοντά μόλις ανταμωθήκαν, αρραβωνιαστήκαν. Οι γονείς της κοπέλας χάρηκαν γιατί ήταν άξιο παλληκάρι, ταυτόχρονα όμως λυπήθηκαν, γιατί ήταν στρατιώτης και θα πήγαινε στον πόλεμο.
Συμφώνησαν λοιπόν να τον περιμένει, και σε ένα χρόνο θα επέστρεφε να παντρευτούν.
Πέρασε λίγος καιρός, και η μακρομαλλούσσα βοσκοπούλα με υπομονή και καρτερία στημένη στο μεγάλο βράχο, καθημερινά αγνάντευε το πέλαγος με το χέρι αντήλιο προσμένοντας τον καλό της να φανεί.
Μια μέρα όμως δυστυχώς, συνέβηκε κάτι τρομερό. Ένα δηλητηριώδες φίδι την δάγκωσε, και οι γιατροί δεν μπόρεσαν να την κάνουν καλά. Έπεσε σε κώμα για πολλές μέρες και δεν αντιδρούσε. Και όταν με τον καιρό ξανάνιωσε λίγο, παρατήρησε πως το δηλητήριο μέσα της την φαρμάκωσε παντοτινά. Το δέρμα της κιτρίνισε, και οι μύες σε όλο της το σώμα παραμορφώθηκαν. Η άλλοτε υπέροχη ομορφιά της χάθηκε, και το απαλό της δέρμα σκλήρυνε σαν την πέτρα.
Έκλαψε πολύ και είπε,
Χθες, ήμουν όμορφη. Σήμερα, είμαι ένα τέρας.
Ήξερε πως ο καλός της δεν θα την ήθελε πλέον, και παρ όλη τη θλίψη της, αποφάσισε να τον αποδεσμεύσει από τον όρκο του, καθώς η αγάπη που του είχε ήταν πραγματικά πολύ μεγάλη. Ήθελε να τον ξεχάσει για πάντα και να μην τον ξαναδεί. Δεν απαντούσε στα μηνύματα που της έστελλε, προσπαθούσε μ αυτό τον τρόπο να τον κάνει να πιστέψει πως τον ξέχασε.
Όταν πέρασε ένας χρόνος, το πριγκιπόπουλο γύρισε. Έμαθε τα κακά μαντάτα, άλλα αποφάσισε να σταθεί δίπλα της και να την βοηθήσει να γίνει καλά. Δεν τον εμπόδισε η ασχημία του κορμιού της και η σκληράδα του προσώπου της καθώς την αγαπούσε πραγματικά πάρα πολύ. Έτσι γονάτισε μπροστά της άλλη μια φορά, και της ζήτησε να τον παντρευτεί. ΄
Και ώ, τι θαύμα. Μονομιάς η δύναμη της αγάπης κυριάρχησε και κατέκλυσε το είναι της μικρής κοπέλας. Ένιωσε το δηλητήριο στο σώμα της να κύλα και να φεύγει. Αισθάνθηκε καλύτερα, και κατάλαβε πως με την τόση αγάπη τους θα έβρισκε τη δύναμη να γιατρευτεί.
Πραγματικά με τον καιρό η κοπελίτσα γιατρεύτηκε και έγινε σαν πρώτα. Παντρεύτηκε τον πρίγκιπα της, και κάθε που έγερνε το δείλη, πήγαιναν στον μεγάλο βράχο, και αγκαλιασμένοι και παντοτινά αγαπημένοι, παρακολουθούσαν τον ήλιο που έγερνε να δύσει, και τον ευχαριστούσαν που τους έφερε και μαζί τους έσμιξε.
Όταν τα χρόνια πέρασαν, η ιστορία έμεινε σαν παραμύθι για τα μικρά παιδιά. Και όταν τα παιδιά μεγάλωναν και ερωτεύονταν, πήγαιναν στον ψηλό γκρεμό του Πάρακα, έτσι ονόμασαν τον ψηλό κρεμμό, και αγναντεύοντας το ηλιοβασίλεμα, έκαναν μια ευχή αγάπης.
ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Μια φορά ήταν ένας συγγραφέας και ποιητής, που έγραφε πολύ ωραία διηγήματα, μυθιστορήματα και ποιήματα, αλλά δεν τα αγόραζε κανείς. Ήταν πολύ πτωχός και κατοικούσε σε ένα μικρό σπιτάκι και αυτό πολύ μικρό, μόνο μια κάμαρη με ένα τραπέζι στο οποίο έτρωγε και έγραφε, καθώς δεν μπορούσε να έχει περισσότερες πολυτέλειες ένεκα της φτώχειας του. Τα λίγα χρήματα που κέρδιζε από την πώληση των βιβλίων του, αμέσως τα έδινε στα τυπογραφεία για την έκδοση του επόμενου του βιβλίου. Αυτό συνέβαινε συνέχεια, γιατί όπως όλοι οι συγγραφείς, προτιμούσε να υποφέρει οικονομικά, αλλά να αλλάξει επάγγελμα, καμιά φορά δεν θα περνούσε από το νού του.
Στην ίδια γειτονιά σε ένα μεγάλο οικόπεδο με ωραίους κήπους, μέσα σε ένα μεγαλόπρεπο σπίτι, κατοικούσε ένας μεγάλος πολιτικός. Είχε πολλούς ανθρώπους να τον υπηρετούν, άλλοι ως δούλοι, άλλοι ως γραμματείς, και άλλοι ως κηπουροί. Κυκλοφορούσε με μια μεγάλη ακριβή λιμουζίνα με σοφέρ και πολλούς φρουρούς να τον προσέχουν. Ντυμένος πάντα με ακριβά ρούχα, οι πληβείοι άνθρωποι όταν τον έβλεπαν του προσηκώνονταν με σεβασμό.
Τα έβλεπε όλα αυτά ο φτωχός συγγραφέας και ζήλευε και σκεφτόταν γιατί ο γείτονας του να έχει τόσες πολυτέλειες, ενώ αυτός ρακένδυτος και πολύ φτωχός, δεν είχε τα απαραίτητα προς το ζην. Και σκεφτόταν πως είναι κρίμα και άδικο ο άλλος να χαίρει τόσων απολαβών και αγαθών καθώς πολιτικός και «ψεύτης», ενώ αυτός τίμιος με συγγραφικό και πνευματικό έργο, δεν τύγχανε καθόλου οικονομικής αναγνώρισης.
Και όποτε περνούσε από εμπρός του η μεγάλη κούρσα, παρακολουθούσε πικραμένος και θλιμμένος τη μεγάλη συνοδεία, και το σαράκι φώλιαζε στην καρδιά του.
Ο πολιτικός καθώς περνούσε από μπροστά του έβλεπε τη θλίψη και την ζήλεια αποτυπωμένη στο πρόσωπο του, αλλά δεν ενδιαφερόταν για τον πόνο του, καθώς ήταν με την ιδέα πως είναι φυσιολογικό να υπάρχει αυτό το χάσμα ανάμεσα στους, καθώς αυτός μεγάλη προσωπικότητα της πολιτικής ζωής, σε αντίθεση με τον ασήμαντο μη αναγνωρίσιμ συγγραφέα.
Ο καιρός περνούσε, και όλα κυλούσαν στον ίδιο ρυθμό. Ο βολεμένος πολιτικός περνούσε με τη λιμουζίνα του και ο πτωχός συγγραφέας καθόταν στο παγκάκι του δρόμου προσπαθώντας να κατεβάσει ιδέες για το επόμενο σύγγραμμα του.
Ώσπου μια κακιά μέρα η λιμουζίνα δεν πέρασε από το δρόμο, και ο φτωχός συγγραφές έμαθε πώς του έβαλαν βόμβα γιατί με τη ψήφο του θαπερνούσε ένα νομοσχέδιο ενάντια σε κάποιους ισχυρούς κύκλους.
Ήταν πολύ νέος για να πεθάνει, στην ίδια ηλικία με αυτόν σκέφτηκε. Και σαν συγγραφέας, του ήρθε μια ιδέα για το επόμενο του βιβλίο. Θα ανέπτυσσε ως κεντρικό νόημα την πτωχή δική του τίμια ζωή αλλά μακροημερεύουσα, σε σύγκριση με την πλούσια και ύποπτων συναλλαγών ζωή του πολιτικού, αλλά δυστηχώς βραχυοημερεύουσας.
Η ΖΗΛΟΦΘΟΝΙΑ
Στη Χλώρακα παλιά είχαμε ένα χωριανό βοσκό το Γιώρκο τον όψιμο, που αν και αγράμματος ήξερε Όκτώηχον καί Άπόστολον, και έλεγε σοφές κουβέντες. Την παρακάτω ιστορία την εμπνεύστηκα και την έγραψα από μια κουβέντα του, πώς οι άνθρωποι συνήθως όταν βλέπουν τον γείτονα τους να μην έχει για φαί πέραν από ελιές και ψωμί τον συμπονούν και τον βοηθούν, αλλά όταν τον βλέπουν να έχει κάτι περισσότερο, τον ζηλοφθονούν και τον μισούν.
Ήταν ένας αγαθός χωρικός που δούλευε στα χωράφια πολλά χρόνια. Όμως ήταν φτανοχώραφα και δεν απέδιδαν πολλούς καρπούς, έτσι διαβιούσε πολύ πτωχικά. Δεν μπορούσε να προσφέρει πολλά στην οικογένεια του, και γι’ αυτό ήταν πολύ λυπημένος. Αλλά ώρες ώρες, ένιωθε μια ανακούφιση όταν μαζί του είχαν λύπη και οι συγχωριανοί του που τον συμπονούσαν και του συμπαραστέκονταν βοηθώντας τον κατά το δυνατόν, ώστε τα μικρά παιδιά του να μην στερούνται του αγαθού της τροφής. Του έδιναν λίγο φαγητό, και κάποια παλιά ρούχα για να ζεσταίνονται τους κρύους χειμώνες.
Και οι χωριανοί καθώς τον βοηθούσαν σαν καλοί Χριστιανοί που ήσαν, ένιωθαν περήφανοι γιατί ήσαν ελεήμονες, και ευσπλαχνικοί.
Ολημερίς και από το χάραμα του φου λοιπόν, ο πτωχός άνθρωπος πάσκιζε και δούλευε σκληρά. Η ζωή ήταν δύσκολή και οι έγνοιες τον στεναχωρούσαν και του κατέτρωγαν την ψυχή.
Είχε και μια φοράδα βοηθό που την έζεγνε και όργωνε, την φόρτωνε ξύλα από το δάσος, με λίγα λόγια την είχε για όλες τις σκληρές δουλειές. Και αυτή η καημένη άντεχε και δεν βαρυγκωμούσε, σήκωνε τα βαριά φορτία στην πλάτη της, και αποτελούσε ένα μεγάλο στήριγμα στο αφεντικό της.
Μια μέρα όμως, η φοράδα το έσκασε.
-Δεν άντεξε τις βαριές εργασίες,
σκέφτηκε ο φτωχός άνθρωπος, και κάκισε τον εαυτό του και έριξε το φταίξιμο πάνω του.
Όταν το έμαθαν οι γείτονες, πήγαν να τον επισκεφτούν.
-Τι ατυχία, τι κρίμα,
-του είπαν συμπάσχοντας μαζί του.
Και με πολλή προθυμία τον κάλεσαν να μην στεναχωριέται, γιατί αυτοί θα του συμπαραστέκονταν. Και ένιωθαν υπερήφανοι γιατί βοηθούσαν έναν πτωχό άνθρωπο.
Την επόμενη μέρα η φοράδα επέστρεψε και ο χωρικός χάρηκε,
-Τι καλή τύχη,
Του είπαν οι χωριανοί, και μαζί του χάρηκαν και αυτοί διότι και πάλιν ο πτωχός γείτονας τους θα έμπαινε στη ρουτίνα της πρότερης βιοπάλης.
Ο καιρός ενώ περνούσε, η φοράδα φάνηκε να εγκυμονεί. Όλοι κατάλαβαν πως δεν το είχε σκάσει γιατί δεν άντεξε τη σκληρή δουλειά, αλλά για να ζευγαρώσει όπως είναι το βιολογικό κάθε ζωντανού.
-Τι καλή τύχη,
θαύμασαν οι γείτονες, και για άλλη μια φορά χάρηκαν μαζί του.
Πέρασε ο καιρός, και η φοράδα γέννησε ένα πανέμορφο αλογάκι.
-Τι καλή τύχη,
είπαν πάλι με συμπάθεια.
Ενώ το μικρό άλογο μεγάλωνε, έδειχνε να είναι από σπουδαία ράτσα, και ως επιβήτορας η φήμη του έφτασε στα μακρινά ξένα, και πολλοί έφερναν τις φοράδες τους να τις ζευγαρώσουν πληρώνοντας ακριβό αντίτιμο.
Έτσι με τον καιρό, ο πτωχός χωρικός, τοιουτοτρόπως έγινε ευκατάστατος, και κατάφερε να έχει τα προς το ζειν χωρίς να χρειάζεται βοήθεια πλέον από τους καλούς συγχωριανούς του.
Και η χαρά του ήταν μεγάλη και δόξαζε το Θεό, και σκέφτηκε πως μαζί του χάρηκαν και οι συγχωριανοί του…
Όμως τι δυστυχία όταν κατάλαβε πως δεν χάρηκαν μαζί του, αλλά τον φθόνησαν για την καλή του τύχη, και ότι η συμπάθεια που είχαν πριν γι’ αυτόν ήταν οίκτος και όχι αγάπη.
Κατάλαβε ότι τον βοηθούσαν για το θεαθήναι και για να ικανοποιήσουν τον εγωισμό τους.
Κατάλαβε πως είχαν ζήλια και φθόνο για ότι θετικό του έλαχε, σε αντίθεση με αυτούς που τίποτα αξιόλογο δεν τους έτυχε.
Κατάλαβε πως οι άνθρωποι συνήθως έχουν ελεήμονα αισθήματα για όσους είναι σε ανέχεια, και ζηλοφθονία για όσους έχουν μια καλύτερη μοίρα από αυτούς.
ΤΟ ΜΑΚΡΥ ΠΕΤΡΑΥΛΑΚΟ
Ο Βασίλης ανδρειωμένος από την καθημερινή του πάλη με τη θάλασσα, έχαιρε εκτίμησης από τα αλλα παιδιά που τον θαύμαζαν για την αφοβιά του, αλλα και για τις γνώσεις που είχε σαν βαρκάρης και σαν ψαράς. Μα απ όλους, ο Βασίλης διάλεξε άλλους δυό ανδρειωμένους νέους τον Αρέστη και τον Κορκό, και μαζί τους έκαμνε παρέα. Μαζί πολλές ώρες τις ζεστές μέρες περιδιάβαιναν τη θάλασσα, και μαζί πολλές ώρες τις κρύες νύχτες πίσω από το φεγγίτη της μικρής καλύβας που ήταν κτισμένη κάτω στην ακτή, κοίταγαν τα άγρια κύματα που ψηλά καθώς ανέβαιναν, έκρυβαν τον σκοτεινό ουρανό.
Σαν μικρά παιδιά που είχαν όλο σχόλη, γύρναγαν ακόμα στους αγρούς και στους δρόμους του μικρού χωριού. Κάθε φορά όμως η ψυχή τους μαράζωνε απ όσα έβλεπαν, και γι αυτό γρήγορα γυρνούσαν στη θάλασσα όπου αντικρίζοντας την, σαν βάλσαμο επενεργούσε στη σκέψη τους που ημέρευε και στην καρδιά τους που αναπαυόταν.
Μαράζωναν τα μικρά παιδιά γιατί έβλεπαν τους χωριανούς τους που έκλαιγαν και προσεύχονταν και παρακαλούσαν Χριστό και Παναγία. Οι άνθρωποι υπέφεραν, είχε να βρέξει πάρα πολύ καιρό. Οι σοδειές είχαν μαραθεί, και το χορτάρι στα λιβάδια είχε κιτρινίσει από τον καυτό ήλιο. Τα ζώα πέθαιναν και τα δένδρα δεν έδιναν καρπούς, γέμισε η πλάση με φίδια και τρωκτικά.
Μια γυναίκα με κάτασπρα μαλλιά και με ένα κοκαλιάρικο παιδάκι στην αγκαλιά της, ήταν γονατισμένη και κλαίγοτας μουρμούριζε.
-Σε παρακαλώ, Θεέ μου, στείλε μας γρήγορα βροχή για να μπορέσουμε να σπείρουμε, να δώσουμε λίγο ψωμί στα παιδιά μας.
-Πόσο φτωχοί είναι όλοι οι άνθρωποι, αν δεν βρέξει σύντομα, κινδυνεύουν να πεθάνουν από την πείνα,
είπαν τα παιδιά.
Αλλά πέρασε ο καιρός, δεν έβρεξε, και από την πολλή στενοχώρια και την πείνα, πολλοί άνθρωποι ο ένας μετά τον άλλον αρρώσταιναν και πέθαιναν.
Και είπαν τα παιδιά ότι έπρεπε να μεγαλώσουν γρήγορα, να αποκτήσουν δύναμη και να μπορέσουν να βοηθήσουν τους ανθρώπους…
Όταν μεγάλωσαν και η κατάσταση δεν άλλαξε, οι φίλοι μαράζωναν πολύ, έπρεπε να σκεφτούν πως να γλιτώσουν τους ανθρώπους από τα βάσανα τους.
Κοιτάζοντας μια μέρα την απέραντη θάλασσα, ο Βασίλης δήλωσε στους άλλους πως είχε μια ιδέα,
-δεν νομίζετε κι εσείς πως αφού η θάλασσα δεν στέλλει τη βροχή που οι άνθρωποι προσμένουν για να σωθούν, μπορούμε όμως εμείς να φέρουμε νερό από αλλού και να ποτίσουμε τη ξεραμένη γη;
-Καλή ιδέα, αλλά πως θα γίνει αυτό;
είπαν οι άλλοι.
-Θα κάνουμε οτιδήποτε για να σώσουμε τους ανθρώπους, ας δώσουμε όρκο, είπε ο Βασίλης αποφασιστικά. Και όλοι μαζί συμφώνησαν και αποφασισμένοι να σώσουν τους ανθρώπους, μπάρκαραν σε ένα πλοίο και έφυγαν στα πέρατα της θάλασσας στη ξενιτιά, και χάθηκαν και δεν φάνηκαν στον τόπο για πολύ καιρό.
Μα ύστερα από καιρό, ένα καΐκι φουντάρισε στο μικρό όρμο του χωριού και είδαν οι φτωχοί κάτοικοι βάρκες να αποβιβάζουν στη στεριά ολόκληρο τσούρμο μαύρους εργάτες χειροδύναμους με αρχηγούς τους τρεις φίλους. Έστησαν τσαντήρια στην ακτή και εγκαταστάθηκαν, και ευθύς την άλλη μέρα άρχισαν δουλειά, και γρήγορα έκτισαν ένα μακρύ αυλάκι που πήγαινε ως πέρα μακριά, για να φέρουν νερό στον τόπο. Ήθελαν να ποτίσουν τη ξερή γη, ήθελαν να βοηθήσουν τους ανθρώπους.
Και το γλυκό νερό έρρεε και πότιζε όλη τη γη που ήταν κίτνινη και ξερή.
-Νερό, νερό, οι σοδειές θα ξαναβλαστήσουν, φώναζαν οι άνθρωποι και έκλαιγαν από τη χαρά τους.
Το σιτάρι ξαναβλάστησε, η ξεραμένη γη ποτίστηκε και το χορτάρι άρχισε να πρασινίζει.
Από εκεί και ύστερα οι άνθρωποι είχαν τους τρεις φίλους σε μεγάλη υπόληψη και σεβασμό, τους τιμούσαν και τους αγαπούσαν.
Οι φίλοι ευχαριστημένοι που κράτησαν τον όρκο τους, έβλεπαν τους συνανθρώπους τους που ήσαν χαρούμενοι, και μαζί τους χαίρονταν και αυτοί.
Η ΑΔΕΡΦΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Ήταν πολλές οι ιστορίες για το μικρό ναυτόπουλο, που λέγοντας τις από στόμα σε στόμα κάποιες τις παράλλαξαν, και τις έκαναν παραμύθια που έλεγαν οι μανάδες στα μικρά παιδιά τους. Ιστορίες και παραμύθια που τα σύνδεσαν με το θρύλο και την παράδοση ίσως χωρίς αληθινές γοργόνες, αλλά με πραγματικές θεϊκές δυνάμεις που επενέβησαν αρκετές φορές και προστάτευσαν το μικρόν παιδί, το γενναίο ναυτόπουλο.
Ο Βασίλης αφού έμεινε από μικρός ορφανός και η μοίρα του έλαχε μόνος να δουλέψει σκληρά σε καιρούς φτωχούς και δύσκολους, να θρέψει τη γριά μητέρα του και την αδερφή του, ακόμα να μαζέψει χρήματα να φτιάξει την προίκα της, να κτίσει το σπίτι της και να την παντρέψει.
Διάλεξε τη θάλασσα που την αγαπούσε, και προσπάθησε από αυτήν να πάρει όσα χρειαζόταν για να πράξει το καθήκον του. Ήταν μια σκληρή πάλη που τον παίδεψε πολύ, αλλά που στο τέλος τον αντάμειψε και τον έκαμε πλούσιο και χρήσιμο μέλος της κοινωνίας.
Με τη μικρή του βάρκα χωρίς μηχανή καθώς ήταν φτωχό παιδί, πάλευε νύχτα μέρα με τα άγρια στοιχεία της φύσης προσπαθώντας να ψαρεύει ψάρια και σφουγγάρια στα βαθιά νερά της θάλασσας της Χλώρακας, μιας θάλασσα βαθιά και ανοιχτή στο πέλαγος και στους δυνατούς αέρηδες που ακατάπαυστα έπνεαν και την τρικύμιαζαν.
Όμως ο Βασίλης ο ψαράς αψηφώντας τα δυνατά ρεύματα και τους δυνατούς αέρηδες καθώς και τα μεγάλα κύματα, ξανοιγόταν στα βαθιά, σε τόπους μακρινούς και θάλασσες πολύ βαθιές που μέσα έπλεαν μεγάλα ψάρια και τα ψάρευε.
Μια φορά που ξανοίχτηκε στα βαθιά, η θάλασσα έδειξε να αγριεύει και ο καιρός να σκοτεινιάζει. Τα νερά άρχισαν να αναταράσσουν και να γίνονται μεγάλα κύματα.
Ο Βασίλης ο ψαράς όμως ήταν γενναίος ψαράς και άρχισε ψύχραιμα και δυνατά να λάμνει κουπί με όλες του τις δυνάμεις για να ξεφύγει από το δυνατό ρεύμα που τον έπαιρνε με ταχύτητα στα πιο βαθιά νερά. Προσπαθούσε να μην πηγαίνει κόντρα στα ρεύματα για να μην εξαντληθεί, αλλά δυστυχώς τα θεόρατα κύματα, οι δυνατοί αέρηδες και τα ανακυκλωμένα ρεύματα τον ανάγκαζαν να μάχεται ώρες πολλές και χωρίς αποτέλεσμα.
Είχε εξαντληθεί, και εκεί που πήγε να σταματήσει για να πάρει μια ανάσα, άκουσε ένα δυνατό θόρυβο, είχε σπάσει το ένα κουπί. Η βάρκα έμεινε ακυβέρνητη και απομακρυνόταν από τη στεριά. Πριν προλάβει να αντιδράσει, η απόσταση ανάμεσα σ' αυτόν και τη στεριά είχε μεγαλώσει πολύ για να μπορέσει να ριχτεί στη θάλασσα και να κολυμπήσει να βγει έξω στη στεριά.
Το μικρό ναυτόπουλο παρασύρθηκε στη θάλασσα, και τα κρύα γκρίζα κύματα αγκάλιαζαν θυμωμένα τη βάρκα. Η στεριά χάθηκε, και βρέθηκε καταμεσής της θάλασσας σε άγνωστο μέρος χωρίς προσανατολισμό και χωρίς ελπίδα. Μέσα στη σκοτεινιά του καιρού που σκεπασμένος από μαύρα σύννεφα έριχνε ακαταπαύστη βροχή, ένιωσε για πρώτη φορά το φόβο στα μηλίγγια του, και το μυαλό του να κάνει σκέψεις φανταστικές γυρεύοντας ίσως να πιαστεί από αυτές σαν τελευταια σανίδα σωτηρίας.
Ώσπου να πέσει η νύχτα, ο Βασίλης άρχισε να πεινάει και να κρυώνει πολύ. Κανείς δεν τον είχε δει να κουνάει τα χέρια του ούτε τον είχε ακούσει να φωνάζει για βοήθεια Δεν είχε φαΐ, δεν είχε νερό. Ήξερε ότι η θάλασσα θα ηρεμούσε κάποια στιγμή, δεν ήξερε όμως πως θα έβγαινε στη στεριά καθώς δεν φαινόταν, αφού είχε χαθεί πέρα μακριά. Σκέφτηκε να κολυμπήσει, ήξερε όμως πως δεν θα άντεχε για πολύ μέσα στα παγωμένα νερά.
-Αν βουτήξω σκέφτηκε, η γοργόνα του Αλέξανδρου θα με πιάσει από τα μαλλιά και θα με σύρει στο βασίλειό της, στα βάθη της θάλασσας.
Κάθισε λοιπόν να περιμένει κουλουριασμένος μέσα στη μικρή του βάρκα ελπίζοντας πως κάποιο πλεούμενο θα περνούσε. Αλλά, μέρες σωστές πέρασαν χωρίς ίχνος άλλης ανθρώπινης παρουσίας, με τη στεριά άφαντη πέρα μακριά σε άγνωστη μεριά, και χωρίς ο μικρός ψαράς να έχει μια πυξίδα προσανατολισμού.
Μια νύχτα όμως, καθώς κειτόταν τρέμοντας από το κρύο, νόμισε πως είδε μια νεράιδα να τον κοιτάζει μέσα από τα γκριζωπά νερά και να του λέει,
-Εγώ θα σε βοηθήσω.
Ο Βασίλης ο ψαράς αναρωτήθηκε μήπως πέθανε και ήταν σε ένα άλλο κόσμο, και πως έβλεπε όνειρο, ή πως έβλεπε ένα θαύμα να συμβαίνει.
Η βάρκα ταλαντεύτηκε καθώς η νεράιδα σκαρφάλωσε πάνω της.
Πιές, πρέπει να διατηρήσεις τις δυνάμεις σου, είπε, και τούδωκε ένα νερό να πιεί.
Ο Βασίλης κατάπιε με λαχτάρα το δροσερό γλυκό νερό.
-Ίσως τελικά να μην ήταν πεθαμένος, οι πεθαμένοι δεν καταπίνουν, σκέφτηκε.
Η νεράιδα έκατσε δίπλα του και τον αγκάλιασε. Το κορμί της ήταν πιο ζεστό από το δικό του που είχε μες την παγωνιά τόσες μέρες. Σιγά σιγά, η θαλπωρή από το σώμα της του ζέστανε το κορμί, και έγειρε να κοιμηθεί, έπεσε σε ένα βαθύ ύπνο.
Καποια στιγμή ένιωσε να τον σκουντούν, ξύπνησε και την άκουσε να του λέει
-Ξύπνα, πλησιάζουμε σε στεριά.
Ο Βασίλης ο ψαράς στάθηκε στα πόδια του παραπατώντας, ψάχνοντας μες το σκοτάδι.
-Το ρεύμα άλλαξε όσο κοιμόσουν. Σώθηκες,
είπε η νεράιδα και συνέχισε,
-Η δουλειά μου τέλειωσε.
Η βάρκα ταρακουνήθηκε καθώς η καλή νεράιδα γλιστρούσε και έπεφτε στη θάλασσα.
-Πως σε λένε, πως θα σου το ξεπληρώσω;
ρώτησε ο ψαράς.
-Είμαι η γοργόνα η αδερφή του Μέγα Αλέξανδρου, η καλή νεράιδα βοηθός των ανθρώπων,
είπε και με τα λόγια αυτά εξαφανίστηκε κάτω από τα κύματα.
Ο ΣΕΡ ΓΟΥΛΣΛΕΫ ΚΑΙ Ο ΒΟΣΚΟΣ
Πριν τόσα πολλά χρόνια, την Κυπρο πούλησαν στους Άγγλους οι Τούρκοι.
Ήταν μια διμερή σύμβαση που συνομολογίθηκε το 1878 μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Αγγλίας με χαρακτήρα αμυντικής συμμαχίας. Η παραχώρηση αυτή έγινε με σκοπό η δεύτερη να γίνει σύμμαχος της πρώτης ενάντια της Ρωσίας που απειλούσε την κυριαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Στην Κυπρο οι κάτοικοι δέχτηκαν τους Άγγλους Αποικιοκράτες ως ελευθερωτές που τους γλύτωσαν από τα σκληρά δεσμά των Τούρκων.
Πρώτος κυβερνήτης - Ύπατος Αρμοστής της Κύπρου διορίστηκε ο υποστράτηγος σερ Γούλσλεϋ τον οποίον υποδέχθηκε και προσφώνησε «κατά χρέος το ευ παρέστης» ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Σωφρόνιος Γ΄ ως εκκλησιαστικός και εθνικός ηγέτης του Ελληνικού πληθυσμού, βεβαιώνοντάς τον ότι:
-Η Κύπρος οικείται υπό λαού φιλησύχου και ευαγώγου, όστις δεν αρνείται την καταγωγήν και τους πόθους του, και επιθυμεί να εθισθή εις την οδόν την ευθείαν, εις την οδόν δηλονότι της αληθείας, του καθήκοντος και της ελευθερίας. Αποδεχόμεθα την μεταπολίτευσιν τοσούτω μάλλον καθ΄ όσον έχομεν την πεποίθησιν ότι η Μεγάλη Βρεταννία θα βοηθήση την Κύπρον, ως έπραξε και περί των Ιονίων Νήσων να ενωθή με την μητέρα Ελλάδα, με την οποίαν φυσικώς συνδέεται
Αυτή η απλή αλλά μεστή περιγραφή του λαού της Κύπρου κέντρισε το ενδιαφέρον του ύπατου αρμοστή, ο οποίος στον επόμενο καιρό, φρόντισε να περιέλθει διαφόρους τόπους που ζούσαν απλοί χωρικοί για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι αυτόν τον λαό που παρέμενε πιστός στα εθνικά ιδεώδη της πατρίδας του ύστερα από πολλούς αιώνες σκλαβιάς στους Φράγκους, στους Γενουάτες και στους Οθωμανούς.
Ο σερ Γούλσλεϋ ήταν κυνηγός και του άρεσε να τριγυρνά τα όρη και κυνηγώντας να γυμνάζει το σώμα του και να έχει την υγεία του. Μια φορά που πήγε σε ένα βουνό κοντά στο Πισσούρι, βρήκε μια μάντρα με ένα καλύβι δίπλα που έβγαινε καπνός από τη τσιμινιά. Ποσταμένος και διψασμένος πλησίασε, και φώναξε αν ήταν κάποιος μέσα. Βγήκε από το καλυβάκι μια βόσιαινα γυναίκα, και του είπε,
-Κάτσε να ξαποστάσεις, κάτσε να σου βάλω να φάγεις και να πιείς.
Κάθησε ο ξένος, τον φίλεψε με όλα τα καλά η καλή νοικοκυρά, ώσπου πέρασε λίγη ώρα και επέστρεψαν στη μάντρα ο άντρας της με τους γιούδες του και τα πρόβατα.
Οι γιοι του βοσκού ήταν δώδεκα υπέροχοι νέοι ο ένας ομορφότερος και καλύτερος του άλλου, παλικάρια, με λεβέντικη κορμοστασιά και σπιθοβόλα μάτια.
Άμα τους είδεν ο σερ Γούλσλεϋ, ρώτησε τον βοσκό ποιοι είναι αυτοί οι ωραίοι νέοι, και ποια είναι η καταγωγή τους και πόθεν έρχονται.
Ο βοσκός του είπε,
-Εν οι γιούες μου,
Και ο σερ Γούλσλεϋ του αποκρίθηκε,
-Μα δεν γίνεται, δεν σου μοιάζουν, εσύ δεν είσαι έτσι όμορφος, ούτε έτσι λεβέντης.
Ο βοσκός στεναχωρημένος που δεν τον πίστεψε ο υψηλός επισκέπτης, του αποκρίθηκε,
-Μα σερ Εγγλέζε, έν να καταδεχτώ να σε περιπαίξω; Λαλώ σου ούλλην την αλήθκιαν, θέλω να με πιστέψεις, εν αντροπή μου να σε περιπαίξω.
-Τότε πές μου πως κατάφερες να είναι όλοι τόσον ωραίοι, διότι αν υπάρχει τρόπος πρεπει να τον μάθω και εγώ,
απαντήσεν ο σερ Γούλσλεϋ, και ο βοσκός του αποκριθηκε,
-Τρώω τριών ημερινών, πίνω τριών χρονών, τσιαι κάμνω μιαν φοράν τον μήναν.
Έμεινεν ο εγγλέζος να σκέφτεται και να συλλογιέται, ήταν η απάντηση μια σπαζοκεφαλιά και δεν έβρισκε την απάντηση, γι αυτό ύστερα από πολλή σκέψη παρακάλεσε τον βοσκό να του εξηγήσει,
-Μετά χαράς άρχοντα μου να σου εξηγήσω, τριών ημερινών εννοώ το ψωμί που για να το φάγω πρεπει να περάσουν τρεις ημέρες απ όταν ψηθεί στο φούρνο, τριών χρονών εννοώ το παλαιόν κρασί, γιατί να ξέρεις άρχοντα μου, ώσπου παλιηνήσκει δυναμώνει τσιαι είναι ωφέλιμο, μιαν φοράν τον μήναν εννοώ ότι ππέφτω με την γεναίκαν μου τσιαι για τούτον κάμνω έτσι δυνατά παιθκιά.
Ο σερ Γούλσλεϋ κατάλαβε ότι ήταν καλή η ιδέα του βοσκού, και σκέφτηκε να την εφαρμόσει ο ίδιος, σκέφτηκε ακόμα να το εισηγηθεί στη βουλή των Λόρδων ώστε να παροτρύνουν τους Εγγλέζους να πράττουν τοιουτοτρόπως ώστε τα Εγγλεζόπουλα να γενιούνται όμορφα, δυνατά και έξυπνα…
Όμως, δεν υπάρχουν πληροφορίες εάν έπραξε τοιουτοτρόπως.
ΤΟ ΓΕΝΝΑΙΟ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟ
Μια μέρα στην παλιά Πάφο την εποχή που είχε πειρατές, βγήκαν Σαρακηνοί απο τη θάλασσα για να λεηλατήσουν σιμά τις παραλίες. Στην παραλια της Χλώρακας, ένα μικρό βοσκόπουλο, δεν ήθελε να του πάρουν το κοπάδι και με την μαγκούρα του τα έβαλε με τους αρματωμένους πολεμιστάδες. Πολέμησε γενναία, αλλά στο τέλος πιάστηκε και τον πήραν στο καΐκι να τον δικάσει ο βασιλιάς. Όμως συγκινημένος ο βασιλιάς από τη γενναιότητα του νεαρού, υποσχέθηκε να τον αφήσει ελεύθερο αν κατάφερνε να απαντήσει σε ένα δύσκολο ερώτημα "τι ακριβώς θέλουν οι γυναίκες;" Τον πήραν μαζί τους, και τον έκλεισαν πίσω απο τα τείχη σ ένα κάστρο στο Αλγέρι. Τούδωσαν καιρό να σκεφτεί και να απαντήσει, ήταν όμως το ερώτημα πολύ δυσκολο.
Από τη μέρα εκείνη άρχισε να ρωτά τον κοσμο, κανείς όμως δεν ήξερε, παρά αυτό που του συνέστησαν οι περισσότεροι ήταν να παει σε μια γριά μάγισσα που σίγουρα θα ήξερε. Πήγε στη γριά αλλά για να του απαντήσει ζήτησε ακριβό αντάλλαγμα, του ζήτησε να την παντρευτεί. Η γριά είχε καμπούρα και μια γαμψή μύτη, ήταν απαίσια, δεν είχε δόντια, και βρωμούσε ολόκληρη. Δεν είχε συναντήσει ποτέ του τόση ασχήμια, γι αυτό αρνήθηκε να πληρώσει.
Ο χρόνος περνούσε μέχρι που έφτασε η τελευταία μέρα και δεν είχε άλλη επιλογή, έτσι παρά τον θάνατο προτίμησε να δεχτεί να πληρώσει την γριά μάγισσα.
Έτσι ανακοινώθηκε ο γάμος τους και η γριά απάντησε επιτέλους στο ερώτημα "αυτό που θέλει στην πραγματικότητα μια γυναίκα είναι να είναι αφέντης της ζωής της".
Ο βασιλιάς συμφώνησε ότι ήταν σωστή η απάντηση αφου την είπε η μάγισσα που τα ήξερε όλα, έτσι χάρισε τη ζωή στο γενναίο βοσκόπουλο, και τον ελευθέρωσε.
Την πρώτη νύχτα του γάμου το βοσκόπουλο ετοιμαζόταν να περάσει τη χειρότερη νύχτα της ζωής του, γενναίος όμως καθώς ήταν το πήρε απόφαση και εισήλθε στο συζυγικό δωμάτιο. Τότε με έκπληξη βλέπει μπροστά στα μάτια του, να κάθεται πανω στο κρεβάτι και να χτενίζεται την ομορφότερη γυναίκα που είχε δει ποτέ του. Έμεινε έκθαμβο και άλαλο. Όταν ξαναβρήκε τη μιλιά του, ρώτησε την όμορφη κοπέλα τι είχε συμβεί. Τότε αυτή του απάντησε πως επειδή δέχτηκε να την παντρευτεί τόσο κακάσχημη που ήταν, ως δώρο αποφάσισε να του δείξει και την άλλη της μορφή, την όμορφη, κι ότι τη μέρα θα είχε τη μία και τη νύχτα την άλλη. Τον ρώτησε, λοιπόν, ποια από τις δύο μορφές επιθυμούσε να έχει τη μέρα και ποια τη νύχτα. Το βοσκόπουλο μπήκε σε σκέψεις. Τι να 'ταν καλύτερο; Να 'χει στο πλευρό του μια πανέμορφη γυναίκα τη μέρα και να τον βλέπει ο κόσμος και να τον ζηλεύει, ή νάχει την ομορφιά της τη νύχτα και να τη χαίρεται; Μη ξέροντας τι να κάμει, απάντησε με ευγένεια ότι θα άφηνε αυτή να επιλέξει. Μόλις το άκουσε αυτό, η μάγισσα του χαμογέλασε και του είπε ότι θα ήταν όμορφη όλη τη μέρα κι όλη τη νύχτα επειδή τη σεβάστηκε και την άφησε να είναι αφέντης του εαυτού της. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα
Ο ΡΑΦΤΑΚΟΣ
Ηταν μια φορά ένας μικρός μαθητευόμενος ράφτης που δούλευε στο ραφείο του πατέρα του, και είχε φιλομάθεια και προσήλωση να μάθει καλά την τέχνη. Ενώ έραβε, ο νους του ταξίδευε και πήγαινε σε μεγάλες πόλεις, εκεί όπου υπήρχαν σπουδαίοι ραφτάδες και μόδιστροι. Περνούσε τις μέρες του καθιστός και έραβε, όταν κουραζόταν και έπεφτε να κοιμηθεί, έκανε την προσευχή του και ζητούσε από το Θεό να τον φωτίσει να μάθει γρήγορα την τέχνη, να ανοίξει δικό του ραφείο και να γίνει σπουδαίος και ξακουστός.
Μια μέρα λοιπόν ενώ κοιμόταν, ήρθε από τον ουρανό ένας μεγάλος αετός και χαμήλωσε δίπλα του, τον σήκωσε με τα γαμψά του νύχια ψηλά και πέταξαν μαζί. Πέρασαν κάμποσες θάλασσες ώσπου κάποια στιγμή ο αετός χαμήλωσε κι ακούμπησε το μικρό ραφτάκο στην άκρη μιας μακρινής πόλης.
Τα ρούχα των ανθρώπων ήταν καλοραμμένα και με ζωηρά χρώματα, ήσαν χαμογελαστοί και έδειχναν ευτυχισμένοι. Μια μεγαλη χαρά τον κυρίευσε όταν στάθηκε μπροστά στο μαγαζάκι ενός ράφτη και είδε τον ιδιοκτήτη του ικανοποιημένο, ευτυχισμένο και καθόλου κουρασμένο να φτιάχνει τα ρούχα στη βιτρίνα, αυτά που έραψε.
-Κι εγώ ράφτης είμαι όπως κι εσύ. Ήρθα στην πόλη σας από χώρα μακρινή. Μήπως έχεις δουλειά για μένα; Γιατί θέλω πολύ να ζήσω σ’ αυτή την ευτυχισμένη πόλη.
Και το αφεντικό τού απαντάει,
-Κάτσε και βοήθα με, και γώ θα σε μάθω τέχνη. Η πληρωμή σου θα είναι δέκα φλουριά το μήνα.
Έτσι έμαθε ο ράφτης μας από τον ιδιοκτήτη του ραφτάδικου πως οι ράφτες της μεγάλης πόλης ξέρουν να ράβουν καλύτερα απ όλο τον κοσμο, και να γίνονται φημισμένοι. Κάθισε λοιπόν στο ραφτάδικο και έμαθε την τέχνη, και έβλεπε έξω στο δρόμο να περνά κόσμος με καλοραμμένα ρούχα.
Μια μέρα όμως περνώντας ο ράφτης από την αγορά βλέπει ένα τεράστιο ττόπι από σπουδαίο ύφασμα, και που δεν είχε ματαδει όμοιο του. Θέλοντας πολύ να το αποκτήσει λέει στον εαυτό του:
-Μ’ αυτό το ττόπι από κασμίρι, σε οποιον ράβω ένα κοστούμι θα μένει πολύ ευχαριστημένος, έτσι θα αποκτήσω σπουδαία φήμη.
Μπαίνει ο μικρός ράφτης στο μαγαζί που δούλευε κουβαλώντας στον ώμο το τεράστιο ττόπι από ύφασμα. Θύμωσε ο μάστρος του που τον βλέπει, και του λέει:
-Τι είναι αυτό που κουβαλάς στα χέρια σου; Σε τύφλωσε η απληστία. Το ττόπι αυτό είναι για να ντυθούν πολλοι άνθρωποι ενώ εμείς ράβουμε μονο για λίγους. Αγόρασες πολύ περισσότερο απ ότι χρειαζόσουν, εδω κι εμπρός πρέπει να είσαι εγκρατής, και να θέλεις μονο όσα σου αρκούν.
Ύστερα από λίγο καιρό ενώ κοιμόταν, ήρθε από τον ουρανό ο μεγάλος αετός, χαμήλωσε δίπλα του, τον σήκωσε με τα γαμψά του νύχια και πέταξαν μακριά. Πέρασαν κάμποσες θάλασσες, ύστερα τον εναπόθεσε μπροστά στο παλιό μαγαζάκι του πατέρα του.
Συνέχισε να ράβει, και ανάμεσα σε κάθε βελονιά σκεφτοταν το μακρινό ταξίδι, και είχε ελπίδα μήπως ξαναγυρίσει ο αετός και ξαναπετάξουν μαζί για άλλη μια φορά στη μεγαλη πόλη. Ο αετός δεν ξανάρθε, ο μικρός ραφτάκος όμως όταν μεγάλωσε εγινε σπουδαίος και φημισμένος ράφτης. Έραβε τα καλύτερα κοστούμια γιατί έραβε λίγα αλλά καλά, διότι δεν ήταν πλεονέχτης, αφου έμαθε να είναι εγκρατής και ολιγαρκής,
Στο Αγίασμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ στη Χλώρακα, έτρεχε άφθονο νερό και σχημάτιζε μια μικρή λίμνη όπου μέσα μια άσχημη μάγισσα έβγαινε κάθε μέρα να λουστεί, σκορπίζοντας το φόβο και τον τρόμο στους ντόπιους. Κανένας χωρικός δεν τολμούσε να πάει να γιάνει τις αρρώστιες του καθώς το αγίασμα ήταν θαυματουργό, ούτε κανένας να καλλιεργήσει τα γύρω χωράφια από το νερό της.
Όμως ένας άφοβος νεαρός που μια μέρα περνούσε από το μέρος και θέλησε να πλυθεί, η μάγισσα προσπάθησε να τον φοβερίσει. Του όρμηξε αι με φωνές θέλησε να τον διώξει.
Τότε ο νεαρός με το ραβδί που κρατούσε τις έδωσε κάμποσες ξυλιές πάνω στη ράχη, και αυτή φοβισμένη έφυγε τρέχοντας, και από τότε κανείς στον τόπο εκείνο δεν την ξαναείδε.
Ο λαϊκός θρύλος λέγει πως η κακιά μάγισσα ήταν μια όμορφη γυναίκα σύζυγος ενός ληστή που μια φορά τον απάτησε και όταν αυτός το έμαθε, με το σπαθί του κατακρεούργησε το πρόσωπο της και την καταράστηκε να ζει και να υποφέρει αιώνια. Η γυναίκα από τότε περιτριγυρίζει στην εξοχή και φοβίζει τους χωρικούς με την ασχήμια της.
Λέγει επίσης ο θρύλος πως το νεαρόν παιδί ήταν ο Αρχάγγελος Μηχαήλ, και οι κάτοικοι προς τιμήν του έκτισαν το εκκλησάκι που σήμερα ευρίσκεται στην περιοχή.
Ο ΠΟΤΑΜΟΣ ΤΗΣ ΒΡΕΞΗΣ
Μια φορά ήταν ένας ποταμός, ο ποταμός της Βρέξης έτσι τον έλεγαν, που έτρεχε ήρεμα μέσα σε ένα ξέβαθο φαράγγι. Τα νερά του ήταν καθαρά και μέσα ζούσαν ψάρια και βάτραχοι. Επειδή ήταν αβαθής, οι άνθρωποι τον περνούσαν χωρίς να στήνουν γέφυρες, κάποτε πηδώντας, κάποτε ρίχνοντας μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες φτιάχνοντας δρόμους, έτσι που να μην βρέχονται από τα ήρεμα και αργά νερά του. Τα ζώα τον περνούσαν στα μέρη που ήταν λιγότερο βαθιά, και από αυτόν ποτίζονταν άμα διψούσαν. Ξεκινούσε ο ποταμός από τα ψηλά βουνά και κατέληγε στη θάλασσα , αλλά πριν τα γλυκά νερά σμίξουν με τα αλμυρά, ήταν στενός και δύσβατος με καλαμιώνες βάτα και άλλα δένδρα που βλάσταιναν στα πλευρά του, ενώ εκεί που έσμιγαν τα νερά πλάταινε και άνοιγε, σχημάτιζε μια μεγάλη ήρεμη και αβαθή λίμνη πάνω στην άμμο του γιαλού.
Δίπλα στον ποταμό τα χωράφια ήταν πέτρινα, ήταν καυκάλλες, δεν μπορούσαν να οργωθούν ούτε να καλλιεργηθούν. Κάτω στην τέλειωση του ποταμού που άρχιζε η θάλασσα, είχε ένα μικρό κομμάτι γης που ήταν μόνο χώμα, εκεί διάλεξε και έφτιαξε ένα μικρό περβόλι ένας φτωχός και ορφανός νέος που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Με τα χέρια το καλλιεργούσε, με τα χέρια κουβαλούσε νερό και το πότιζε. Ήταν μια δύσκολη ζωή που περνούσε, αλλά κουτσά στραβά τα κατάφερνε. Δεν είχε κανένα παράπονο από τα δύσκολα, γιατί του άρεσε μετά την κοπιαστική δουλειά να λούζεται στη λίμνη και ύστερα να ανεβαίνει λίγο πιο ψηλά, να κάθεται και να συνομιλά με τον γέρο ποταμό, με αυτό τον τρόπο άφηνε πίσω του κόπους και στενοχώριες.
Και περνούσε ο καιρός, το παλικάρι αγάπησε μια κοπέλα που κατοικούσε πάνω στο χωριό, την ζήτησε από τον πατέρα της, αλλά αυτός περιπαικτικά του απάντησε πως άμα κατάφερνε να γίνει πλούσιος, να του την ξαναγυρέψει.
Ο νταλκάς που είχε ο νέος για την κοπέλα ήταν μεγάλος, έλαβε πολύ σοβαρά υπ όψιν τα λόγια του πατέρα της, καθόταν και σκεφτόταν με παρέα τον ποταμό, τι να έκαμνε για να γίνει πλούσιος. Ώσπου μια μέρα τούρθε μια καλή ιδέα, και είπε να την συζητήσει φωναχτά με τον φίλο του τον ποταμό:
-Αν είχα ένα Μύλο και άλεθα τα σιτάρια και τα κριθάρια του κόσμου, γρήγορα θα γινόμουν πλούσιος.
Ήξερε όμως ότι αυτό δεν ήταν μπορετό, γιατί το νερό που έτρεχε στον ποταμό ήταν στον πάτο του φαραγγιού, ήταν πιο χαμηλό από τη γη που ήταν δική του, ώστε δεν θα μπορούσε να γυρίζει το μύλο. Όμως ο ποταμός του απάντησε,
-Εσύ κτίσε το Μύλο, και εγώ θα τον γυρίσω…
Ξεκίνησε το παλικάρι να κτίζει το μύλο, οι χωριανοί τον έβλεπαν και τον περίπαιζαν. Μα ο νέος χωρίς να τους λαμβάνει υπ όψη, συνέχισε να κτίζει. Πέρασε ο καιρός, τέλειωσε το κτίσιμο, και ήταν ένας ωραίος στρογγυλός μύλος. Ύστερα επισκέφτηκε τον τοκογλύφο του χωριού, δανείστηκε χρήματα και αγόρασε τους μηχανισμούς για να γυρίζει και να αλέθει ο Μύλος. Αυτό που παρέμενε ήταν ο ποταμός να γυρίσει τον Μύλο όπως του είχε υποσχεθεί. Δεν ανησυχούσε, ήξερε ότι θα κρατούσε την υπόσχεση του…
Και μια μέρα του χειμώνα ο ποταμός πάνω στα ψηλά βουνά στην αρχή ανακατεύτηκε, ύστερα άρχισε να αναστενάζει, αλλά γρήγορα ανακάλυψε τη χαρά να πηδάει πάνω από τους βράχους, και μ' ένα μουγκρητό άρχισε να ισοπεδώνει δέντρα καλάμια και βάτα, και να ανοίγει δρόμους, πηδώντας πάνω από εμπόδια και ορμώντας ενάντια στους βράχους. Το νερό που κατέβαινε στη θάλασσα έγινε θολό, ανέβηκε ψηλά σχεδόν ισα με τις όχτες. Το ποτάμι κατέβασε νερό από τα βουνά και ψήλωσε η στάθμη μέσα στις όχτες, σχεδόν ισα να ξεχειλίσουν. Πάει το παλικάρι, ανοίγει ένα αυλάκι και οδήγησε το νερό στη φτερωτή του Μύλου, που άρχισε να γυρίζει. Ο κόσμος έτρεξε σε αυτόν, ήθελε να αλέσει το σιτάρι.
Και βλέποντας όλα αυτά και πολλά ακόμα που δεν σας διηγούμαι, το παλικάρι έγινε άρχοντας του χωριού και όλου του τόπου, ύστερα στάθηκε στην άκρη του ποταμού εκεί που έστεκε πάντα, και δύο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. Είχε τον ποταμό για φίλο του, ήταν πλούσιος και θα παντρευόταν την καλή του, ήταν απόλυτα ευχαριστημένος
ΚΑΛΟΣ ΜΥΛΩΝΑΣ
Hτανε μια φορά στα παλιά χρόνια ένα παλικάρι, ένας καλόκαρδος Μυλωνάς που ζούσε στο Μύλο της Βρέξης. Από την πολλή καλοσύνη που είχε όχι μονο δεν έπαιρνε λεφτά από τους φτωχούς, αλλά πολλές φορές τους έδινε αλεύρι από αυτό που έπαιρνε αντί πλερωμής. Με αυτό τον τρόπο δεν περίσσευαν χρήματα, ίσα που περνούσε, αλλά ήταν ευχαριστημένος, δεν βαρυγκωμούσε. Όλοι οι κάτοικοι τον αγαπούσαν για την καλοσύνη του, και οι γριές γυναίκες του εύχονταν για τύχη να καλοπαντρευτεί μια βασιλοπούλα.
Μια παλιοχρονιά ο ποταμός της Βρέξης που έφερνε το νερό και γύριζε το Μύλο σταμάτησε να τρέχει, στέρεψε το νερό του. Όλοι οι χωριανοί μαράζωσαν, πως θα άλεθαν το σιτάρι, ήταν και ο καλός ο μυλωνάς κρίμα, μαράζωναν και γι αυτόν. Το παλικάρι τους είπε να μην στενοχωριούνται, θα έπαιρνε τα άρματα του και θα ανέβαινε τον ποταμό ώσπου νάβρει που σκάλωσε το νερό και σταμάτησε να τρέχει.
Ξεκίνησε λοιπόν, προχώρησε πέρασε δύσβατες περιοχές βουνά και δάση, ώσπου μία μέρα έφτασε σε ένα ρυάκι κι έσκυψε να πιει νερό. Τότε μέσα στο νερό είδε τη δράκαινα. Έκανε να την πιάσει, αλλά αυτή χάθηκε. Σήκωσε το κεφάλι του και την είδε να περπατά. Την ακολούθησε, αυτή πήγε παραπέρα και κάθισε μέσα στον ποταμό, έτσι σκάλωνε το νερό και άλλαζε η ροη του, αυτός ήταν ο λόγος που χάθηκε το νερό.
Τράβηξε το σπαθί αποφασισμένος να σκοτώσει το μεγάλο θεριό. Μα αυτό έδειχνε φοβισμένο δίχως να κουνιέται από την θέση του σκεπάζοντας με τα χέρια το πρόσωπο του. Το παλικάρι το λυπήθηκε λέγοντας πως
-αφού αυτό φοβάται εμένα γιατί να το σκοτώσω;
Κοίταξε γύρω του κι έφυγε. Κάθε μέρα με το φως της μέρας αλλά ποτέ βράδυ, πήγαινε στον τόπο με το παράξενο τέρας. Είχαν γίνει πλέον φίλοι. Αφού είχαν περάσει πολλές μέρες, ένα βράδυ ο καλός Μυλωνάς που δεν είχε ύπνο, τράβηξε για τον τόπο με το θεριό. Και τότε τι να δει; Μπροστά του στεκόταν, μια όμορφη πριγκίπισσα. Τα έχασε ο Μυλωνάς, -Που είναι το τέρας;- ρώτησε.
-Μη φοβάσαι, εγώ ήμουν το τέρας, μα εσύ δεν με σκότωσες, μου χάρισες τη ζωή, έτσι τα μάγια λύθηκαν-.
Η πριγκίπισσα παντρεύτηκε το παλικάρι και πήγαν στο παλάτι. Ο καλός Μυλωνάς εγινε ένας καλός βασιλιάς, και κυβέρνησε τον τόπο με αγάπη, και μαζί με τη βασίλισσα έκαμαν το βασίλειο πιο μεγάλο και πιο τρανό.