11 Οκτωβρίου 2026

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΔΗΣΥ

Κάθε πολιτικό κόμμα μπορεί να περάσει περιόδους εσωτερικών αντιπαραθέσεων και κρίσεων. Το πραγματικό ζητούμενο, όμως, δεν είναι να μην υπάρχουν διαφωνίες, αλλά να υπάρχει η βούληση να ξεπεραστούν, ώστε το κόμμα να μπορεί να προχωρήσει ενωμένο προς το μέλλον.

Ο Δημοκρατικός Συναγερμός γνώρισε μια τέτοια κρίση στις Προεδρικές Εκλογές του 2023, όταν μέρος των στελεχών και των ψηφοφόρων του επέλεξε να στηρίξει τον Νίκο Χριστοδουλίδη, αντί του επίσημου υποψηφίου της παράταξης. Η εξέλιξη εκείνη προκάλεσε εσωτερικές αναταράξεις και άφησε πίσω της διαφωνίες, απογοητεύσεις και πληγές που δεν ήταν εύκολο να επουλωθούν.
Σήμερα, ενόψει των Προεδρικών Εκλογών του 2028, ο ΔΗΣΥ έχει μπροστά του μια νέα πολιτική διαδικασία, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία για την αποκατάσταση της ενότητάς του.
Η απόφαση του Αβέρωφ Νεοφύτου να ακολουθήσει τις εσωκομματικές διαδικασίες προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην αναμέτρηση. Το ενδιαφέρον δεν θα περιοριστεί μόνο στο ποιος θα αναδειχθεί υποψήφιος της παράταξης, αλλά και στο εύρος της υποστήριξης που θα εξασφαλίσει.
Εάν ο Αβέρωφ Νεοφύτου συγκεντρώσει ένα ποσοστό της τάξης του 90%, όπως εκτιμάται από ορισμένους, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα. Θα έδειχνε ότι η εσωκομματική διαδικασία δεν λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός ανάδειξης υποψηφίου, αλλά μπορεί να γίνει και αφετηρία μιας ευρύτερης προσπάθειας συμφιλίωσης.
Ένα τόσο υψηλό ποσοστό, εφόσον επιτευχθεί, θα μπορούσε να συμβολίζει την επιθυμία μεγάλου μέρους της παράταξης να αφήσει πίσω τις αντιπαραθέσεις του παρελθόντος και να αναζητήσει ξανά κοινό βηματισμό. Θα έδινε, παράλληλα, την ευκαιρία να αποκατασταθούν σχέσεις που διαταράχθηκαν και να περιοριστούν οι διαχωριστικές γραμμές που δημιουργήθηκαν το 2023.
Η σημασία ενός τέτοιου αποτελέσματος δεν θα βρισκόταν μόνο στους αριθμούς. Θα βρισκόταν κυρίως στο πολιτικό μήνυμα που θα εξέπεμπε: ότι η ανάγκη για ενότητα και συμφιλίωση μπορεί να υπερισχύσει των παλιών διαφωνιών και ότι η παράταξη διαθέτει τη δυνατότητα να ξαναβρεί τη συνοχή της.
Βεβαίως, η συμφιλίωση δεν εξασφαλίζεται αυτόματα με μια εκλογική επικράτηση, όσο μεγάλη κι αν είναι. Απαιτεί σεβασμό προς όσους διαφώνησαν, αποδοχή της διαφορετικής άποψης και ειλικρινή διάθεση να ξεπεραστούν οι προσωπικές αντιπαραθέσεις. Ένα ευρύ αποτέλεσμα θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για αυτή την προσπάθεια, αλλά η ουσιαστική επιτυχία της θα κρινόταν από όσα θα ακολουθούσαν.
Ο ΔΗΣΥ χρειάζεται να προχωρήσει προς το 2028 με καθαρό πολιτικό προσανατολισμό, εσωτερική συνοχή και δυνατότητα να απευθυνθεί ξανά σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας. Και αυτό προϋποθέτει ότι οι διαφορετικές τάσεις της παράταξης θα μπορέσουν να συνυπάρξουν χωρίς καχυποψία και χωρίς να αντιμετωπίζουν τις παλιές διαφωνίες ως μόνιμα εμπόδια.
Η ενότητα, άλλωστε, δεν σημαίνει ότι όλοι πρέπει να σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Σημαίνει ότι, παρά τις διαφορές τους, μπορούν να συμφωνήσουν σε έναν κοινό στόχο και να εργαστούν γι' αυτόν με αμοιβαίο σεβασμό.
Εάν, λοιπόν, η εσωκομματική διαδικασία καταλήξει σε μια συντριπτική πλειοψηφία υπέρ του Αβέρωφ Νεοφύτου, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία για μια νέα εποχή στον Δημοκρατικό Συναγερμό. Μια εποχή κατά την οποία οι διαφωνίες του 2023 δεν θα αποτελούν πλέον σημείο διαρκούς αντιπαράθεσης, αλλά ένα μάθημα για την αξία της ενότητας και της συλλογικής ευθύνης.
Γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση για τον ΔΗΣΥ δεν είναι απλώς να αναδείξει τον υποψήφιό του για τις Προεδρικές Εκλογές του 2028. Είναι να αποδείξει ότι μπορεί να ξεπεράσει τις πληγές του παρελθόντος, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στο εσωτερικό του και να προχωρήσει ξανά ως μια συνεκτική πολιτική παράταξη.
Και τότε, η ενότητα δεν θα είναι απλώς μια επιθυμία ή ένα σύνθημα. Θα είναι μια προσπάθεια που θα έχει αρχίσει να αποδεικνύεται στην πράξη.

8 Οκτωβρίου 2026

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΑΒΕΡΩΦ ΣΤΟΝ ΥΠΕΡΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΑΒΕΡΩΦ

Υπάρχουν Συναγερμικοί που αντικρίζουν μια συνεργασία με το ΑΚΕΛ σαν κόκκινο πανί. Αν όμως το έβλεπαν από μια άλλη σκοπιά;

Ας κάνουμε μια πολιτική υπόθεση. Μια υπόθεση εργασίας.

Αν ο Αβέρωφ, εξασφάλιζε να περάσει στον δεύτερο γύρο στις Προεδρικές Εκλογές του 2028;
Τι θα συνέβαινε αν το ΑΚΕΛ, χωρίς να εγκαταλείψει τις ιδεολογικές του θέσεις και χωρίς να γίνει ΔΗΣΥ, αποφάσιζε να στηρίξει τον Αβέρωφ Νεοφύτου;
Θα ήταν άραγε κάτι αδιανόητο;
Και, ας το δούμε και από μια άλλη πλευρά: υπάρχει υποψήφιος που, σε μια προεδρική εκλογή, θα αρνιόταν ψήφους επειδή προέρχονται από έναν διαφορετικό πολιτικό χώρο; Ασφαλώς όχι. Το ζητούμενο για κάθε υποψήφιο είναι να μπορεί να απευθύνεται σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι από πού προέρχονται οι ψήφοι, αλλά αν μια πολιτική στήριξη μπορεί να υπάρξει χωρίς να σημαίνει και πολιτική ή ιδεολογική ταύτιση.
Η κυπριακή πολιτική ιστορία έχει γνωρίσει περιπτώσεις όπου οι κομματικές διαφορές μπήκαν προσωρινά σε δεύτερο πλάνο μπροστά σε ζητήματα που μια πολιτική δύναμη θεωρούσε σημαντικότερα.
Ο Μακάριος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στις πρώτες προεδρικές εκλογές, το 1959, το ΑΚΕΛ στήριξε τον Ιωάννη Κληρίδη απέναντι στον Μακάριο. Το 1968, όμως, στήριξε τον Μακάριο.
Η αλλαγή αυτή έχει τη σημασία της. Το ΑΚΕΛ δεν έγινε μακαριακό κόμμα. Δεν εγκατέλειψε την ιδεολογία του. Δεν υιοθέτησε το σύνολο των πολιτικών θέσεων του Μακαρίου.
Σε μια διαφορετική πολιτική συγκυρία, όμως, έκρινε ότι μπορούσε να στηρίξει έναν πολιτικό ηγέτη που δεν ανήκε στον δικό του ιδεολογικό χώρο. Το 1968, μάλιστα, βασικό διακύβευμα ήταν η κατεύθυνση της Κύπρου ανάμεσα στην πολιτική της ανεξαρτησίας και την Ένωση.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της σημερινής υπόθεσης. Θα μπορούσε άραγε να υπάρξει το 2028 μια ανάλογη πολιτική λογική με τον Αβέρωφ Νεοφύτου;
Πριν από εκείνους που θα έλεγαν ότι «ο Αβέρωφ δεν μπορεί να συνεργαστεί με το ΑΚΕΛ», υπάρχει μια βασική διευκρίνιση.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι ο Αβέρωφ θα ακολουθούσε την πολιτική του ΑΚΕΛ. Το υποθετικό σενάριο είναι ακριβώς το αντίθετο. Δεν θα ήταν ο Αβέρωφ που θα ακολουθούσε το ΑΚΕΛ. Θα ήταν το ΑΚΕΛ που, σε μια δεδομένη πολιτική συγκυρία, θα μπορούσε να αποφασίσει να στηρίξει έναν πολιτικό της Δεξιάς.
Ο Αβέρωφ θα παρέμενε Αβέρωφ, με τη δική του πολιτική ταυτότητα και τις δικές του θέσεις. Το ΑΚΕΛ θα παρέμενε ΑΚΕΛ, με τη δική του ιδεολογική ταυτότητα.
Μια τέτοια στήριξη θα μπορούσε να αφορά συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένους στόχους, ιδιαίτερα στο Κυπριακό, χωρίς να αποτελεί λευκή επιταγή.
Και τότε θα προέκυπτε κάτι ενδιαφέρον. Ο Αβέρωφ δεν θα ήταν πλέον μόνο ο Αβέρωφ του ΔΗΣΥ. Θα ήταν ένας Αβέρωφ που θα επιχειρούσε να απευθυνθεί και πέρα από τον ΔΗΣΥ: Από τον κομματικό Αβέρωφ στον υπερκομματικό Αβέρωφ.
Όχι έναν Αβέρωφ χωρίς πολιτική ταυτότητα, αλλά έναν Αβέρωφ που θα μπορούσε να συνομιλήσει και με ανθρώπους που βρίσκονται σε διαφορετικές πολιτικές όχθες.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό ερώτημα για τους Συναγερμικούς. Μήπως μια τέτοια συνεργασία δεν θα σήμαινε ότι ο ΔΗΣΥ χάνει την ταυτότητά του, αλλά ότι μπορεί να συνομιλεί με την Αριστερά χωρίς να παύει να είναι ΔΗΣΥ;
Γιατί συνεργασία δεν σημαίνει ταύτιση. Και πολιτική στήριξη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ιδεολογική συμφωνία.
Το ΑΚΕΛ δεν θα γινόταν ΔΗΣΥ. Ο ΔΗΣΥ δεν θα γινόταν ΑΚΕΛ. Και ο Αβέρωφ δεν θα έπαυε να είναι Αβέρωφ.
Θα μπορούσε, όμως, να υπάρξει ένας κοινός τόπος σε ορισμένα μεγάλα ζητήματα που αφορούν το μέλλον της Κύπρου.
Αυτό θα ήταν το πραγματικό ενδιαφέρον ενός τέτοιου σεναρίου.
Όχι να συμφωνούν όλοι σε όλα, αλλά να μπορούν να συνεργάζονται εκεί όπου υπάρχει κοινός τόπος.
Και το ενδιαφέρον βρίσκεται εδώ: Στο αν ένας πολιτικός της Δεξιάς μπορεί, στη σημερινή εποχή και κάτω από διαφορετικές συνθήκες, να επιχειρήσει τη δική του πολιτική υπέρβαση. Να απευθυνθεί, δηλαδή, όχι μόνο στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της παράταξής του, αλλά και σε ανθρώπους που βρίσκονται σε άλλες πολιτικές όχθες πέραν της δεξιάς.
Αυτό είναι, προς το παρόν, μόνο ένα πολιτικό σενάριο. Αλλά ίσως αξίζει να συζητηθεί. Γιατί στην πολιτική, κάποτε, η πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση δεν είναι τι συμβαίνει σήμερα.
Είναι τι θα μπορούσε να συμβεί αύριο.

7 Οκτωβρίου 2026

ΜΙΑ ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΑΒΕΡΩΦ ΝΕΟΦΥΤΟΥ

Στην Αργάκα της Πάφου, εκεί όπου η ζωή κυλούσε ανέκαθεν αργή, σκληρή και αδυσώπητη και οι άνθρωποι γνώριζαν ο ένας τον άλλον με το μικρό τους όνομα, γεννήθηκε ο Αβέρωφ Νεοφύτου. Δεν γεννήθηκε μέσα στα γραφεία της εξουσίας ούτε μεγάλωσε γνωρίζοντας πως κάποτε θα βρεθεί στην κορυφή ενός μεγάλου πολιτικού κόμματος. Δεν ήταν από «τζάκι γεννημένος». Ήταν το πέμπτο παιδί μιας πολύτεκνης αγροτικής οικογένειας. Η αφετηρία του ένα χωριό της κυπριακής υπαίθρου και μια οικογένεια που γνώριζε την αξία της δουλειάς. Ήταν νέος όταν πήγε στην Αμερική για σπουδές. Η Νέα Υόρκη ήταν ένας άλλος κόσμος για έναν νέο από την Αργάκα. Μεγάλες λεωφόροι, άνθρωποι από κάθε γωνιά της γης, γρήγοροι ρυθμοί και ένας αγώνας διαφορετικός από εκείνον που γνώριζε στην Κύπρο.

Εκεί, παράλληλα με το διάβασμα και τα βιβλία, χρειάστηκε να δουλέψει: Σερβιτόρος, και άλλες δουλειές. Σκληρές, πολλές ώρες, με μόχθο και κούραση.
Μπορεί σήμερα, αναπολώντας τα παλιά, όλα αυτά να φαίνονται ασήμαντα. Δεν είναι όμως. Γιατί η ζωή ενός ανθρώπου δεν αποτελείται μόνο από τις θέσεις που κατέλαβε αργότερα. Αποτελείται και από εκείνες τις στιγμές που κανείς δεν τον χειροκροτεί, όταν πρέπει μόνος του να σταθεί στα πόδια του. Ένας φοιτητής, μακριά από την πατρίδα του, που το πρωί σπούδαζε και τις άλλες ώρες δούλευε για να καλύψει τα έξοδά του.
Και σαν πέρασε ο καιρός και γύρισε πλέον μορφωμένος στην Κύπρο, στρώθηκε στη δουλειά. Ήταν η εποχή που ο τουρισμός άρχιζε να παίρνει τη δική του δυναμική. Ασχολήθηκε με τον κλάδο και τις επιχειρήσεις και, καθώς προχωρούσε επαγγελματικά, άρχισε παράλληλα να πλησιάζει την πολιτική. Η έγνοια του για τον τόπο του δεν έμεινε έξω από αυτή την πορεία.
Με γοργούς ρυθμούς προχώρησε και ανελίχθηκε, καταλαμβάνοντας το ένα πόστο μετά το άλλο.
Επαρχιακός Γραμματέας και στη συνέχεια Αντιπρόεδρος της ΝΕΔΗΣΥ. Δήμαρχος Πόλης Χρυσοχούς. Βουλευτής. Υπουργός. Αναπληρωτής Πρόεδρος του Δημοκρατικού Συναγερμού. Και, τελικά, Πρόεδρος του κόμματος.
Για έναν άνθρωπο που ξεκίνησε από ένα χωριό της Πάφου, η διαδρομή ήταν μεγάλη.
Όμως η πολιτική δεν είναι δρόμος χωρίς στροφές. Πίσω από όλες αυτές τις θέσεις και τις επιτυχίες υπήρχε ο άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που, όπως όλοι, είχε και τη ζωή του έξω από την πολιτική. Την οικογένεια. Τη σύζυγο. Τον γιο του. Τις στιγμές μακριά από τις κάμερες και τα πολιτικά έδρανα. Με τις στιγμές μακριά από τις κάμερες, τα μικρόφωνα και τα πολιτικά έδρανα. Στιγμές απλές, καθημερινές, που για έναν άνθρωπο έχουν συχνά μεγαλύτερη αξία από τα αξιώματα και τη δημοσιότητα. Ανάμεσά τους και εκείνες γύρω από ένα τραπέζι. Η χαρά του καλού φαγητού, του ψαριού, των κυπριακών εδεσμάτων. Η χαρά να μαγειρεύει ο ίδιος και να στρώνει το τραπέζι για ανθρώπους που αγαπά. Εκεί, μακριά από τα μικρόφωνα και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, δεν ήταν ο υπουργός, ο βουλευτής ή ο αρχηγός ενός κόμματος. Ήταν απλώς ο οικοδεσπότης. Ένας άνθρωπος ανάμεσα σε ανθρώπους.
Ίσως, τελικά, ο άνθρωπος να φαίνεται περισσότερο στις μικρές στιγμές παρά στις μεγάλες θέσεις. Γιατί οι θέσεις γράφονται στα βιογραφικά, ενώ οι στιγμές γράφονται στη μνήμη.
Ο Αβέρωφ Νεοφύτου πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του μέσα στην πολιτική. Υπήρξε δήμαρχος, υπουργός, βουλευτής, αναπληρωτής πρόεδρος και πρόεδρος του Δημοκρατικού Συναγερμού. Η πολιτική του πορεία είναι γνωστή και καταγεγραμμένη.
Αλλά πριν γίνει όλα αυτά, ήταν ένα παιδί της Αργάκας.μΈνας μαθητής. Ένας νέος που έφυγε για την Αμερική. Ένας φοιτητής που σπούδαζε και ταυτόχρονα εργαζόταν.
Και ύστερα ένας νέος που επέστρεψε στην πατρίδα του για να αναζητήσει τη δική του θέση μέσα στην κυπριακή κοινωνία.
Από εκεί αρχίζει η πραγματική σκιαγράφηση ενός ανθρώπου.μ Όχι από το αξίωμα που κατέκτησε. Αλλά από την αφετηρία του.
Και η αφετηρία του Αβέρωφ Νεοφύτου ήταν ένα χωριό της Πάφου, μια πολύτεκνη οικογένεια και μια ζωή που του έμαθε, πριν ακόμη γνωρίσει την πολιτική, πως τίποτα δεν χαρίζεται και πως κάθε δρόμος χρειάζεται προσπάθεια για να διανυθεί.
Και όταν έφτασε η ώρα να διεκδικήσει το ύπατο αξίωμα της Πολιτείας, γνώρισε ίσως την πιο δύσκολη πλευρά της πολιτικής. Βρέθηκαν άνθρωποι που δεν περίμενε να του γυρίσουν την πλάτη. Άνθρωποι που πίστευε πως θα ήταν δίπλα του και που, όπως ο ίδιος έχει πει, τον απογοήτευσαν και τον πρόδωσαν.
Μπορεί να ήταν μια ήττα πολιτική, όμως ίσως να ήταν και ένα μεγάλο μάθημα ζωής. Γιατί οι εκλογές τελειώνουν, οι συμμαχίες αλλάζουν και οι άνθρωποι αποκαλύπτονται περισσότερο στις δύσκολες στιγμές.
Σήμερα, έχοντας πίσω του, όπως ο ίδιος λέει, την εμπειρία της προδοσίας, δηλώνει ότι θα ξαναπροσπαθήσει. Και αυτή τη φορά δεν ξεκινά από εκεί που ξεκίνησε την προηγούμενη. Γνωρίζει πλέον τον «ελέφαντα στο δωμάτιο». Έχει ζήσει από κοντά όσα μπορεί να κρύβονται πίσω από τις πολιτικές συμμαχίες, τις υποσχέσεις και τις φιλίες. Κουβαλά μαζί του τις πικρές εμπειρίες της απογοήτευσης, της αχαριστίας και της προδοσίας. Και ίσως αυτή η γνώση να είναι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα εφόδιά του.
Ίσως γι’ αυτό η νέα του προσπάθεια να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από την προηγούμενη. Γιατί ο άνθρωπος που επιστρέφει σε μια μεγάλη μάχη δεν είναι ποτέ ο ίδιος με εκείνον που την έδωσε την πρώτη φορά.
Ο Αβέρωφ της Αργάκας, ο νεαρός που έφυγε για την Αμερική, ο άνθρωπος που δούλεψε για να σπουδάσει, ο επιχειρηματίας, ο δήμαρχος, ο βουλευτής, ο υπουργός και ο αρχηγός του Δημοκρατικού Συναγερμού, έχει πλέον πίσω του μια ολόκληρη ζωή.
Και ίσως, τελικά, αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμή του. Το αν θα καταφέρει αυτή τη φορά να φτάσει μέχρι το ύπατο αξίωμα, θα το αποφασίσει ο κυπριακός λαός.
Όμως ένα πράγμα φαίνεται βέβαιο: ο Αβέρωφ Νεοφύτου δεν έμαθε ποτέ να εγκαταλείπει έναν δρόμο επειδή συνάντησε δυσκολίες.
Και ίσως η ιστορία του να μην έχει γράψει ακόμη την τελευταία της σελίδα.

 

 

 

 

2 Οκτωβρίου 2026

ΑΒΕΡΩΦ ΝΕΟΦΥΤΟΥ: ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΥΖΑ ΣΤΟΝ ΩΜΟ

Υπάρχουν άνθρωποι που τους γνωρίζεις από παιδιά και, ύστερα από πολλές δεκαετίες, όταν τους βλέπεις να διαγράφουν τη δική τους πορεία, θυμάσαι τα πρώτα σημάδια του χαρακτήρα τους.

Ένας από αυτούς είναι για μένα ο Αβέρωφ Νεοφύτου.
Τον θυμάμαι παιδάκι, τον γιο του αφεντικού, να μας ακολουθεί στα χωράφια και να μας βοηθά όσο μπορούσε για την ηλικία του. Θυμάμαι ακόμη να κουβαλά στον ώμο την κούζα με το νερό, για να ξεδιψούμε στις αφόρητες ζέστες του καλοκαιριού.
Μου έκανε εντύπωση, όμως, κάτι περισσότερο. Ήταν ένα πολύ έξυπνο παιδί, με μεστό λόγο και σκέψη. Είχε μια ωριμότητα δυσανάλογη προς την ηλικία του. Για ό,τι δεν ξέραμε, τον ρωτούσαμε. Και συνήθως είχε την απάντηση.
Εκείνο, όμως, που τον ξεχώριζε περισσότερο ήταν η ηρεμία και η πραότητά του.
Και εγώ, τότε, έλεγα μέσα μου: αυτό το παιδί, όταν μεγαλώσει, θα διαπρέψει και θα ξεχωρίσει.
Πέρασαν τα χρόνια. Τελείωσα τον στρατό και πήγα στα καράβια. Έλειψα πέντε χρόνια και, όταν επέστρεψα, βρήκα την Κύπρο διαφορετική. Οι άνθρωποι είχαν αλλάξει, παλιές έχθρες είχαν καταλαγιάσει, οικογένειες είχαν συμφιλιωθεί. Η Κύπρος, όμως, παρέμενε διαιρεμένη.
Ως ενεργός πολίτης και μέλος του ΔΗΣΥ, παρακολουθούσα την πολιτική ζωή του τόπου. Είδα αντιπαραθέσεις, κομματικές συγκρούσεις και πολλές φορές μια πολιτική πραγματικότητα που με απογοήτευε. Ευχόμουν να έρθει κάποτε η ώρα που η πολιτική θα υπηρετούσε περισσότερο τον τόπο και λιγότερο τις προσωπικές φιλοδοξίες.
Και κάποια στιγμή εμφανίστηκε δυναμικά στο προσκήνιο ο Αβέρωφ Νεοφύτου.
Δεν εκπλάγηκα από την ανέλιξή του. Παρακολουθώντας τον από μακριά, αναγνώριζα σε αυτόν αρκετά από εκείνα τα χαρακτηριστικά που είχα διακρίνει από παιδί: την ευστροφία, τον μεστό λόγο, την ψυχραιμία και την ικανότητα να αντιλαμβάνεται γρήγορα τα δεδομένα.
Βεβαίως, ένας πολιτικός δεν κρίνεται από το παιδί που υπήρξε. Κρίνεται από την πολιτική του διαδρομή, τις αποφάσεις, τις θέσεις και τις πράξεις του.
Το 2023 ο Αβέρωφ διεκδίκησε την Προεδρία της Δημοκρατίας, αλλά, εξαιτίας του γνωστού «ελέφαντα στο δωμάτιο», δεν πέρασε στον δεύτερο γύρο. Η ήττα εκείνη ήταν αναμφίβολα μια μεγάλη πολιτική καμπή. Δεν διέγραψε, όμως, την εμπειρία ούτε την πολιτική του παρουσία.
Σήμερα, ο Αβέρωφ επιστρέφει στην πρώτη γραμμή, ανακοινώνοντας την πρόθεσή του να διεκδικήσει ξανά την Προεδρία το 2028.
Μπροστά του, όμως, υπάρχει και ένα δύσκολο εσωκομματικό τοπίο.
Η Αννίτα Δημητρίου, την πολιτική ανέλιξη της οποίας ο ίδιος ο Αβέρωφ είχε στηρίξει, βρίσκεται πλέον σε διαφορετική πολιτική πορεία και έχει επίσης εκφράσει την πρόθεσή της να διεκδικήσει το χρίσμα του ΔΗΣΥ για τις Προεδρικές του 2028.
Στην πολιτική οι συμμαχίες αλλάζουν και οι δρόμοι χωρίζουν. Δεν είναι θέμα προσωπικής ευγνωμοσύνης. Είναι, όμως, μια πολιτική πραγματικότητα που ο Αβέρωφ καλείται σήμερα να διαχειριστεί.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία.
Ο Αβέρωφ Νεοφύτου έχει ήδη δώσει τις πολιτικές του μάχες. Έχει γνωρίσει την επιτυχία, αλλά και την ήττα. Έχει βρεθεί στην κορυφή ενός μεγάλου κόμματος και έχει διεκδικήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας. Σήμερα επιχειρεί μια νέα αρχή.
Το αν αυτή η προσπάθεια θα δικαιωθεί θα το κρίνουν οι πολιτικές εξελίξεις και, τελικά, οι πολίτες.
Και σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, σκέφτομαι πως ο χρόνος δικαίωσε εκείνη την
παλιά μου διαίσθηση.
Και σε μια πολιτική ζωή που συχνά χαρακτηρίζεται από ένταση, προσωπικές συγκρούσεις και εφήμερες συμμαχίες, ίσως αξίζει να θυμόμαστε: οι άνθρωποι δεν είναι μόνο οι τίτλοι και τα αξιώματα που απέκτησαν. Είναι και η διαδρομή που έκαναν μέχρι να φτάσουν εκεί.
Και τη διαδρομή του Αβέρωφ Νεοφύτου εγώ την παρακολουθώ από τότε που ήταν ακόμη ένα παιδί με μια κούζα νερό στον ώμο.

28 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΙΣΤΗ ή ΕΠΙΣΤΗΜΗ / Μια αιώνια κόντρα ή δύο δρόμοι που αναζητούν τον ίδιο προορισμό;

Οι λέξεις πίστη και επιστήμη εννοιολογικά συνδέονται στενά, καθώς και οι δύο αναζητούν τη βεβαιότητα και την αλήθεια. Ωστόσο, η διαφορά τους στον τρόπο που προσεγγίζουν αυτή την αλήθεια είναι ξεκάθαρη:

• Πίστη: Πιστεύω επειδή εμπιστεύομαι (βασίζεται στην εσωτερική βεβαιότητα και το συναίσθημα).
• Επιστήμη: Πιστεύω επειδή μπορώ να το αποδείξω (βασίζεται στη λογική, το πείραμα και την τεκμηρίωση).

24 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΑ: ΚΙ ΑΝ ΟΙ ΟΡΟΙ ΑΝΤΙΣΤΡΑΦΟΥΝ;

Ο Αβέρωφ Νεοφύτου ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο για την υποψηφιότητά του στις Προεδρικές του 2028, συνδέοντάς την με τις εξελίξεις στο Κυπριακό.

Και εδώ αρχίζουν οι σκέψεις.

Στις Προεδρικές του 2023, πολλοί εκ των έσω υποστηρίζουν —χωρίς, μέχρι σήμερα, να έχει υπάρξει σαφής δημόσια διάψευση— ότι μέρος της βάσης της ΔΗΠΑ ενίσχυσε τον Ανδρέα Μαυρογιάννη, με στόχο να αποκλειστεί ο Αβέρωφ Νεοφύτου από τον δεύτερο γύρο.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο Αβέρωφ έμεινε εκτός δεύτερου γύρου, έχοντας συγκεντρώσει 26,1%, ενώ στον δεύτερο γύρο μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του Δημοκρατικού Συναγερμού κατευθύνθηκε προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη.

Θα μπορούσε, άραγε, το 2028 να δούμε την αντίστροφη διαδρομή;

Αν ο Αβέρωφ, λόγω των θέσεών του στο Κυπριακό, βρεθεί πιο κοντά σε δυνάμεις που επιδιώκουν συγκεκριμένη μορφή λύσης του Κυπριακού, θα μπορούσε να υπάρξει μια άτυπη πολιτική σύγκλιση;

Θα μπορούσαν, δηλαδή, δυνάμεις που σήμερα βρίσκονται απέναντί του να τον ενισχύσουν στον πρώτο γύρο, ώστε να περάσει στον δεύτερο και, στη συνέχεια, να τον στηρίξουν στην προσπάθειά του για την Προεδρία της Δημοκρατίας;

Ας δούμε το σενάριο αριθμητικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για πρόβλεψη.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης εξελέγη το 2023 με τη στήριξη, μεταξύ άλλων, του ΔΗΚΟ, της ΕΔΕΚ και της ΔΗΠΑ, ενώ στον πρώτο γύρο έλαβε 32,04%. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου έλαβε 26,11%, ενώ ο Ανδρέας Μαυρογιάννης 29,59%.

Για το 2028, όμως, οι σημερινοί συσχετισμοί δεν είναι δεδομένο ότι θα παραμείνουν ίδιοι.

Το ΔΗΚΟ και το ΕΛΑΜ, για παράδειγμα, μπορεί να κινηθούν με διαφορετικά κριτήρια από εκείνα του 2023. Η ΕΔΕΚ έχει τη δική της πολιτική διαδρομή και θέσεις στο Κυπριακό, ενώ η ΔΗΠΑ έχει επίσης περιθώριο διαφορετικών επιλογών, ανάλογα με τις εξελίξεις και τις πολιτικές συγκλίσεις που θα διαμορφωθούν μέχρι το 2028.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του σεναρίου.

Αν ένα μέρος των δυνάμεων που σήμερα στηρίζουν τον Χριστοδουλίδη θεωρήσει ότι ο Αβέρωφ Νεοφύτου μπορεί να εκφράσει μια διαφορετική πολιτική στο Κυπριακό, δεν είναι αδύνατο να δημιουργηθούν νέες εκλογικές μετακινήσεις.

Από την άλλη πλευρά, αν ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων του ΑΚΕΛ κινηθεί προς έναν υποψήφιο που θεωρεί ότι μπορεί να προωθήσει μια λύση του Κυπριακού, τότε οι αριθμητικοί συσχετισμοί του πρώτου γύρου θα μπορούσαν να αλλάξουν αισθητά.

Με απλή αριθμητική, λοιπόν, το 26,1% που έλαβε ο Αβέρωφ το 2023, σε συνδυασμό με ένα υποθετικό ποσοστό ψηφοφόρων που σήμερα βρίσκονται στην εκλογική βάση του ΑΚΕΛ, θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν εντελώς διαφορετικό συσχετισμό.

Αλλά αυτό είναι μόνο ένα πολιτικό σενάριο.

Δεν είναι βεβαιότητα, ούτε πρόβλεψη.

Είναι, όμως, ένα ερώτημα που αξίζει να τεθεί από τώρα.

Γιατί στην πολιτική, όπως και στη ζωή, οι ρόλοι κάποτε αντιστρέφονται.

16 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΜΜΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ

 Ο θάνατος ενός γνωστού ανθρώπου είναι πάντοτε ένα γεγονός που συγκινεί. Όταν πρόκειται για έναν αγαπημένο καλλιτέχνη, η συγκίνηση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, γιατί μαζί με τον άνθρωπο φεύγει και ένα κομμάτι από τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης γενιάς.

Ο πρόσφατος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, στις 9 Σεπτεμβρίου, έφερε ξανά στην επιφάνεια ένα ερώτημα που ίσως αξίζει να μας απασχολήσει περισσότερο από την ίδια την είδηση: πόσο μεγάλη είναι η πραγματική κοινωνική συγκίνηση και πόσο μεγάλη εμφανίζεται επειδή τα μέσα ενημέρωσης και το διαδίκτυο την προβάλλουν ασταμάτητα;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μαζωνάκης ήταν ένας δημοφιλής τραγουδιστής και ότι είχε το δικό του μεγάλο κοινό. Η κηδεία του στη Νίκαια συγκέντρωσε πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι τον αποχαιρέτησαν με τα τραγούδια του, χειροκροτήματα και συνθήματα.

Αυτό είναι πραγματικό και δεν χρειάζεται να το αμφισβητήσει κανείς.

Άλλο όμως αυτό και άλλο η εικόνα που δημιουργείται όταν επί ημέρες ο ίδιος θάνατος βρίσκεται σχεδόν παντού.

Τηλεοπτικές εκπομπές, ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, κοινωνικά δίκτυα, παλιές συνεντεύξεις, τραγούδια, φωτογραφίες, δηλώσεις φίλων και συναδέλφων, προσωπικές ιστορίες, λεπτομέρειες από τη ζωή του και, στη συνέχεια, οι εξελίξεις γύρω από τις συνθήκες του θανάτου του.

Η είδηση επανέρχεται ξανά και ξανά.

Και τότε δημιουργείται ένα παράδοξο.

Η έκταση της δημοσιότητας μπορεί να μας κάνει να πιστεύουμε ότι η κοινωνία συγκλονίστηκε περισσότερο απ' όσο μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε.

Γιατί άλλο είναι να πούμε ότι ένας άνθρωπος αγαπήθηκε από εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και άλλο να θεωρήσουμε ότι η ένταση με την οποία τα μέσα ασχολούνται μαζί του αποτελεί μέτρο της συγκίνησης ολόκληρης της κοινωνίας.

Τα μέσα ενημέρωσης δεν καταγράφουν απλώς την πραγματικότητα. Σε μεγάλο βαθμό επιλέγουν και πόση θέση θα της δώσουν. Και το διαδίκτυο, με τη διαρκή αναπαραγωγή της ίδιας είδησης, μπορεί να πολλαπλασιάσει αυτή την εικόνα σε βαθμό που παλαιότερα ήταν αδύνατος.

Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, τον Στέλιο Καζαντζίδη. Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε ποιος ήταν «καλύτερος» τραγουδιστής. Η τέχνη δεν μετριέται έτσι. Ο Καζαντζίδης, όμως, υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές φωνές του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού και η απήχησή του υπήρξε τεράστια και διαγενεακή. Το Αρχείο της ΕΡΤ αναφέρεται στη βαθιά σχέση του με το λαϊκό τραγούδι και στην ικανότητά του να εκφράζει τους καημούς, τις αγωνίες και τις ελπίδες των απλών ανθρώπων.

Όταν πέθανε, στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν από τη Μητρόπολη Ελευσίνας για να τον αποχαιρετήσουν, ενώ πλήθος κόσμου τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία. Αναφορές της εποχής μιλούν ακόμη και για ανθρώπους που ταξίδεψαν από το εξωτερικό για την κηδεία του.

Κι όμως, εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν Facebook, YouTube, Instagram, TikTok και οι σημερινές ψηφιακές πλατφόρμες.

Ο Καζαντζίδης δεν μπορούσε να βρίσκεται κάθε λίγα λεπτά στην οθόνη του κινητού μας.

Η συγκίνηση, επομένως, εκφραζόταν κυρίως με την παρουσία των ανθρώπων, με τα τραγούδια του, με τις συζητήσεις, με τα αφιερώματα και με τα μέσα της εποχής.

Σήμερα ο μηχανισμός είναι εντελώς διαφορετικός.

Ένα τραγούδι που ακούγεται μετά τον θάνατο ενός καλλιτέχνη μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να επιστρέψει στις ψηφιακές πλατφόρμες, να γίνει αντικείμενο χιλιάδων αναρτήσεων και να ξαναμπεί στη δημόσια επικαιρότητα. Η αυξημένη κατανάλωση του μουσικού έργου μπορεί, ανάλογα με τα δικαιώματα και τις συμφωνίες που ισχύουν, να έχει και οικονομική διάσταση για όσους κατέχουν ή διαχειρίζονται δικαιώματα.

Και εδώ βρίσκεται ένα σημείο που σπάνια συζητούμε.

Η υπερβολική προβολή ενός καλλιτέχνη μετά τον θάνατό του δεν είναι μόνο θέμα δημοσιογραφίας. Μπορεί να έχει και εμπορικές συνέπειες.

Όσο περισσότερο ακούγονται τα τραγούδια, τόσο περισσότερο ανανεώνεται το ενδιαφέρον του κοινού για το έργο του. Και όσο περισσότερο ανανεώνεται αυτό το ενδιαφέρον, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνεται η οικονομική αξία του μουσικού καταλόγου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δισκογραφικές εταιρείες προκαλούν ή επιδιώκουν έναν θάνατο για να κερδίσουν. Μια τέτοια κατηγορία θα ήταν αυθαίρετη και άδικη χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία.

Σημαίνει όμως ότι ο θάνατος ενός δημοφιλούς καλλιτέχνη μπορεί να δημιουργήσει μια νέα εμπορική ζωή για το έργο του.

Και αυτή είναι μια πραγματικότητα της εποχής μας που αξίζει να γνωρίζουμε.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.

Όταν τα μέσα προβάλλουν επίμονα ένα γεγονός, δεν ενημερώνουν μόνο. Καθορίζουν και την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης. Ο άνθρωπος που ανοίγει την τηλεόραση ή το κινητό του δέχεται συνεχώς το ίδιο μήνυμα: «Αυτό είναι το μεγάλο γεγονός της ημέρας».

Και χωρίς να το αντιλαμβάνεται, μπορεί να σχηματίσει την εντύπωση ότι όλοι μιλούν γι' αυτό, όλοι συγκλονίστηκαν, όλοι πενθούν.

Ίσως όμως η πραγματικότητα να είναι πιο σύνθετη.

Κάποιοι άνθρωποι πράγματι πονάνε βαθιά. Κάποιοι άλλοι συγκινούνται στιγμιαία. Άλλοι απλώς παρακολουθούν την επικαιρότητα. Και πολλοί μπορεί να μην αισθάνονται σχεδόν τίποτε.

Όλες αυτές οι αντιδράσεις είναι φυσιολογικές.

Δεν υπάρχει ένας ενιαίος «κόσμος» που αισθάνεται το ίδιο.

Γι' αυτό χρειάζεται να είμαστε προσεκτικοί όταν μετατρέπουμε την ένταση της δημοσιότητας σε μέτρο της κοινωνικής συγκίνησης.

Ένας μεγάλος καλλιτέχνης δεν γίνεται μεγαλύτερος επειδή τα δελτία ειδήσεων μιλούν γι' αυτόν επί δέκα ημέρες. Και ένας άλλος δεν γίνεται μικρότερος επειδή ο θάνατός του πέρασε γρηγορότερα από την επικαιρότητα.

Η αξία ενός καλλιτέχνη βρίσκεται τελικά αλλού.

Βρίσκεται στα τραγούδια που έμειναν, στις φωνές που τον θυμούνται, στις γενιές που μεγάλωσαν μαζί του και κυρίως στη διάρκεια που έχει το έργο του μέσα στον χρόνο.

Ο Καζαντζίδης είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είκοσι πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αφιερωμάτων και να επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση. Το ίδιο το Αρχείο της ΕΡΤ, στις 14 Σεπτεμβρίου 2026, αφιέρωσε νέο υλικό στη μνήμη του, με αφορμή τα 25 χρόνια από τον θάνατό του.

Ίσως, λοιπόν, το σωστό ερώτημα δεν είναι αν ο Γιώργος Μαζωνάκης άξιζε τη μεγάλη δημοσιότητα που πήρε.

Αυτό θα το κρίνει ο χρόνος και, κυρίως, το κοινό.

Το ερώτημα είναι άλλο:

Μπορούμε άραγε να ξεχωρίσουμε τη συγκίνηση του κόσμου από τη δύναμη των μέσων που μας την παρουσιάζουν;

Στην εποχή των ΜΜΕ και του διαδικτύου, ο θάνατος δεν τελειώνει με την κηδεία.

Συνεχίζεται στις οθόνες.

Και όσο περισσότερο προβάλλεται, τόσο περισσότερο μεγαλώνει η εικόνα του.

Γι' αυτό ίσως χρειάζεται να θυμόμαστε κάτι απλό:

Άλλο η πραγματική απήχηση ενός ανθρώπου και άλλο η ένταση με την οποία μας παρουσιάζεται η απήχησή του.

Και η μία δεν πρέπει πάντοτε να συγχέεται με την άλλη.

 

13 Σεπτεμβρίου 2026

«ΠΛΗΡΩΝΕΣ ΛΙΓΑ, ΠΑΡΕ ΛΙΓΑ» – ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ

Υπάρχει κάτι βαθιά ενοχλητικό στον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι αντιμετωπίζουν το αίτημα των χαμηλοσυνταξιούχων για μια καλύτερη σύνταξη. Αντί να αναρωτηθούν πώς ένας άνθρωπος που εργάστηκε μια ολόκληρη ζωή μπορεί σήμερα να ζήσει με αξιοπρέπεια, σπεύδουν να του δώσουν μια απλή και βολική απάντηση: «Πλήρωναν λίγα, γι’ αυτό παίρνουν λίγα».

Το λένε με τέτοια ευκολία, σαν να πρόκειται για την απόλυτη οικονομική αλήθεια. Σαν ο κάθε εργαζόμενος να αποφάσιζε μόνος του πόσα θα πλήρωνε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και σήμερα να πρέπει να υποστεί τις συνέπειες των επιλογών του.

Ας θυμηθούμε, όμως, κάτι πολύ απλό: αν πλήρωναν λίγα, τόσα τους ζητούσε το κράτος να πληρώνουν. Οι εισφορές δεν καθορίζονταν κατά βούληση από τον ίδιο τον εργαζόμενο. Συνδέονταν με τις αποδοχές του και με τους κανόνες του συστήματος που ίσχυαν κάθε εποχή.

Δεν είχαν όλοι τις ίδιες δουλειές, τους ίδιους μισθούς και τις ίδιες ευκαιρίες. Πολλοί έζησαν μια ολόκληρη ζωή με χαμηλές απολαβές και σήμερα, όταν φτάνουν στα γεράματά τους και ζητούν μια μικρή οικονομική ανάσα, βρίσκονται αντιμέτωποι με ανθρώπους που τους λένε, ούτε λίγο ούτε πολύ: «Καλά να πάθεις. Πλήρωσες λίγα».

Αυτό δεν είναι απλώς ένα οικονομικό επιχείρημα. Είναι μια αντίληψη που μετατρέπει τη φτώχεια σε προσωπική ενοχή. Σαν να είναι ευθύνη του ανθρώπου ότι δεν είχε υψηλό μισθό ή ότι πέρασε τη ζωή του σε ένα επάγγελμα που δεν του εξασφάλισε μεγάλες απολαβές.

Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που υποστηρίζουν ότι κάποιοι δήλωναν μικρότερα εισοδήματα από τα πραγματικά ή ότι εργάζονταν χωρίς να καταβάλλουν τις προβλεπόμενες εισφορές. Ακόμη κι αν αυτό συνέβη σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν μπορεί μια πιθανή παρανομία κάποιων να μετατρέπεται σε άλλοθι για να αντιμετωπίζονται όλοι οι χαμηλοσυνταξιούχοι σαν ένοχοι.

Ο παραβάτης, αν υπάρχει, να τιμωρηθεί. Ο φτωχός, όμως, δεν μπορεί να θεωρείται ένοχος επειδή είναι φτωχός.

Και εδώ βρίσκεται το πιο εξοργιστικό σημείο αυτής της συζήτησης. Κάποιοι φαίνεται να θεωρούν απολύτως φυσιολογικό ένας ηλικιωμένος άνθρωπος να συνεχίσει να ζει με τα ελάχιστα επειδή κάποτε οι εισφορές του ήταν χαμηλές.

Τι ακριβώς τους ενοχλεί;

Τι θα χάσει ένας άνθρωπος που έχει έναν καλό μισθό ή μια άνετη σύνταξη αν ο ηλικιωμένος της διπλανής πόρτας πάρει λίγα ευρώ περισσότερα; Θα του λείψει το φαγητό; Θα δυσκολευτεί να πληρώσει το ηλεκτρικό του; Θα στερηθεί κάτι από την άνεσή του;

Ή μήπως έχουμε φτάσει στο σημείο να μας ενοχλεί περισσότερο η μικρή αύξηση του φτωχού παρά η ίδια η φτώχεια;

Είναι πραγματικά παράξενο να βλέπεις ανθρώπους να υπερασπίζονται με τόσο πάθος τη «δικαιοσύνη» όταν πρόκειται για τον χαμηλοσυνταξιούχο, ενώ η μόνη δικαιοσύνη που του προσφέρουν είναι να παραμείνει φτωχός επειδή κάποτε ήταν φτωχός και στις εισφορές του.

Ας κοιτάξουμε, όμως, λίγο πιο κοντά μας.

Εκείνος ο άνθρωπος που σήμερα παίρνει τη χαμηλή σύνταξη μπορεί να είναι ο πατέρας μας. Μπορεί να είναι η μητέρα μας. Μπορεί να είναι ο άνθρωπος που εργάστηκε μια ολόκληρη ζωή για να μεγαλώσει τα παιδιά του και να τους προσφέρει όσα ο ίδιος στερήθηκε.

Μπορεί σήμερα να μετρά τα ευρώ του μέχρι το τέλος του μήνα, να υπολογίζει αν θα του φτάσουν για το ηλεκτρικό, τα τρόφιμα και τις άλλες ανάγκες του και να περιμένει την επόμενη σύνταξη με αγωνία.

Και τότε ας κάνουμε μια απλή σκέψη.

Αν αυτός ο άνθρωπος ήταν ο δικός μας πατέρας, θα του λέγαμε «πλήρωσες λίγα, άρα πάρε λίγα»;

Αν ήταν η δική μας μητέρα, θα θεωρούσαμε ότι η δυσκολία της είναι απλώς η φυσιολογική συνέπεια των εισφορών που πλήρωσε πριν από δεκαετίες;

Ή τότε θα θυμόμασταν ότι υπάρχει και κάτι που δεν αποτυπώνεται σε κανένα λογιστικό φύλλο;

Η ανθρωπιά.

Οι χαμηλοσυνταξιούχοι δεν ζητούν να γίνουν πλούσιοι. Δεν ζητούν να πάρουν όσα παίρνουν εκείνοι που είχαν υψηλότερες αποδοχές. Ζητούν να μπορούν να ζήσουν χωρίς τον μόνιμο φόβο ότι τα χρήματα δεν θα φτάσουν μέχρι το τέλος του μήνα.

Και αυτό δεν είναι υπερβολική απαίτηση.

Ναι, οι εισφορές έχουν σημασία. Ναι, ένα ασφαλιστικό σύστημα πρέπει να είναι βιώσιμο. Ναι, η ανταποδοτικότητα δεν μπορεί να αγνοείται. Αλλά όταν οι πόροι του Ταμείου δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν στους ανθρώπους που εργάστηκαν μια ζωή μια αξιοπρεπή διαβίωση, υπάρχει και το κράτος. Δεν μπορεί η πολιτεία να ζητά από τον χαμηλοσυνταξιούχο να πληρώσει το τίμημα της ανεπάρκειας του συστήματος και την ίδια ώρα να θεωρεί ότι η δική της ευθύνη τελειώνει εκεί όπου τελειώνουν οι εισφορές του εργαζομένου.

Εξάλλου, οι χαμηλοσυνταξιούχοι δεν παύουν να είναι πολίτες αυτού του κράτους επειδή η σύνταξή τους είναι χαμηλή. Είναι άνθρωποι που εργάστηκαν, εισέφεραν στην οικονομία, πλήρωσαν φόρους και εισφορές και συνέβαλαν με τον δικό τους τρόπο στη δημιουργία της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε. Όταν φτάνουν στα γεράματά τους και αδυνατούν να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη, η πολιτεία δεν μπορεί να τους αντιμετωπίζει σαν να πρόκειται για ένα πρόβλημα που αφορά μόνο τους ίδιους. Έχει ευθύνη να τους στηρίξει.

Και αν το επιχείρημα είναι ότι το Ταμείο δεν διαθέτει επαρκείς πόρους, τότε η ευθύνη δεν μπορεί να μετακυλίεται στον φτωχό συνταξιούχο. Υπάρχει και το κράτος. Το ίδιο κράτος που επί δεκαετίες χρησιμοποίησε τα αποθεματικά του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εξακολουθεί να αναγνωρίζει σημαντική οφειλή προς αυτό. Αν το κράτος μπορούσε να στηρίζεται στο Ταμείο όταν το χρειαζόταν, οφείλει να το στηρίξει και όταν οι άνθρωποι που το χρηματοδότησαν έχουν ανάγκη.

Δεν μπορεί το κράτος να θυμάται τον πολίτη όταν ζητά τις εισφορές του και να τον ξεχνά όταν έρχεται η ώρα να του προσφέρει αξιοπρεπή διαβίωση.

Δεν ζητείται να γίνουν όλοι οι συνταξιούχοι ίσοι ανεξάρτητα από τις εισφορές τους. Δεν ζητείται να καταργηθεί η ανταποδοτικότητα. Ζητείται κάτι πολύ πιο απλό: να μην αφήσουμε ανθρώπους που έφτασαν στα γεράματά τους χωρίς τα στοιχειώδη να αντιμετωπίζονται σαν να είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για τη φτώχεια τους.

Και όσοι έχουν το θράσος να γράφουν τόσο εύκολα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης «πλήρωσαν λίγα, άρα να πάρουν λίγα», ας σκεφτούν για μια στιγμή πριν πατήσουν «δημοσίευση».

Ας κοιτάξουν πρώτα γύρω τους.

Γιατί ανάμεσα στους ανθρώπους που σήμερα δυσκολεύονται μπορεί να βρίσκεται ο δικός τους πατέρας. Η δική τους μητέρα. Ένας άνθρωπος που κάποτε δούλεψε, πλήρωσε, μεγάλωσε οικογένεια και τώρα ζητά απλώς να μη χρειάζεται να μετρά τα κέρματα για να βγάλει τον μήνα.

Ο άνθρωπος δεν αξίζει όσο οι εισφορές που κατάφερε να πληρώσει. Αξίζει επειδή είναι άνθρωπος.

Και μια πολιτεία που το ξεχνά αυτό μπορεί να έχει νόμους, αριθμούς και λογιστικά ισοζύγια.

Αν όμως αφήνει τους ανθρώπους της να γεράσουν μέσα στην ανασφάλεια και την ανέχεια, τότε δεν αποτυγχάνει μόνο το ασφαλιστικό της σύστημα. Αποτυγχάνει η ίδια η κοινωνία.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

 

12 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΡΟΣ ΑΝΝΙΤΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΧΑΜΗΛΟΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟ

Κυρία Δημητρίου,

σας γράφει ένας χαμηλοσυνταξιούχος από την Πάφο. Δεν είμαι πολιτικός ούτε φανατικό κομματικό στέλεχος. Είμαι ένας από τους ανθρώπους που δεν μετρούν την πολιτική με ποσοστά και δημοσκοπήσεις, αλλά με τη σύνταξη που μπαίνει στο τέλος του μήνα και με τα έξοδα που πρέπει να πληρωθούν.
Παρακολουθώ, όμως, την πολιτική και θα ήθελα να σας καταθέσω μια σκέψη ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.
Οι βουλευτικές εκλογές του 2026 επιβεβαίωσαν ότι ο ΔΗΣΥ παραμένει η ισχυρότερη πολιτική δύναμη στο Κοινοβούλιο, με 27,1% και 17 έδρες.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε ψηφοφόρος που ψήφισε ΔΗΣΥ το 2026 είναι δεδομένος για τις προεδρικές του 2028.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η κατηγορία των ψηφοφόρων που στις προεδρικές εκλογές του 2023, την πρώτη Κυριακή, επέλεξαν τον Νίκο Χριστοδουλίδη και στις βουλευτικές εκλογές του 2026 επέστρεψαν στον ΔΗΣΥ. Η πολιτική τους συμπεριφορά δείχνει κάτι απλό: η ψήφος δεν είναι ιδιοκτησία κανενός κόμματος.Και υπάρχει εδώ μια ακόμη παράμετρος που, κατά τη γνώμη μου, αξίζει ιδιαίτερη προσοχή.
Καθώς ανάμεσα στους ψηφοφόρους του ΔΗΣΥ υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να βλέπουν τον Νίκο Χριστοδουλίδη ως την προτιμητέα τους επιλογή για το 2028, είναι σίγουρο ότι θα συμμετάσχουν στις εσωκομματικές διαδικασίες του ΔΗΣΥ για να στηρίξουν έναν υποψήφιο που, κατά την κρίση τους, δεν θα είναι ισχυρότερος από τον Χριστοδουλίδη.
Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να προστατεύσουν τον πολιτικό τους εκλεκτό, χωρίς να εγκαταλείψουν τον ΔΗΣΥ στις βουλευτικές εκλογές.
Γι’ αυτό και η ηγεσία του ΔΗΣΥ δεν πρέπει να θεωρήσει όλους αυτούς τους ψηφοφόρους δεδομένους.
Ο ψηφοφόρος του 2028 δεν θα θυμάται μόνο τι ψήφισε το 2026. Θα κρίνει κυρίως από όσα έζησε μέχρι τότε.
Και ιδιαίτερα ο χαμηλοσυνταξιούχος.
Για εμάς η πολιτική είναι η σύνταξη, οι τιμές των τροφίμων, το ηλεκτρικό ρεύμα, τα έξοδα του σπιτιού και, πάνω απ’ όλα, η αξιοπρέπεια.
Γι’ αυτό και το θέμα των συντάξεων δεν είναι μια ακόμη προεκλογική υπόσχεση.
Τον Ιούνιο, μετά τη συμφωνία του ΔΗΣΥ με την Άμεση Δημοκρατία, τέθηκε δημόσια η πρόταση οι χαμηλές συντάξεις να ευθυγραμμιστούν με τον κατώτατο μισθό, που σήμερα ανέρχεται στα €1.088. Η ίδια η κ. Δημητρίου δήλωσε ότι, σύμφωνα με τις μελέτες που έχουν γίνει, κάτι τέτοιο μπορεί να είναι εφικτό χωρίς να διακυβεύεται η βιωσιμότητα του Ταμείου.
Τώρα η κυβέρνηση προωθεί τη δική της συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, με στόχο την ενίσχυση κυρίως των χαμηλοσυνταξιούχων.
Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται το ερώτημα που θα κληθεί να απαντήσει ο ΔΗΣΥ:
Θα διεκδικήσει έμπρακτα αυτό που υποσχέθηκε στους χαμηλοσυνταξιούχους ή θα αφήσει το θέμα αποκλειστικά στην κυβέρνηση;
Γιατί ο χαμηλοσυνταξιούχος παρακολουθεί.
Μπορεί να μη διαμαρτύρεται δυνατά. Μπορεί να μην έχει τη δύναμη των οργανωμένων ομάδων. Αλλά θυμάται.
Και το 2028 δεν θα αναρωτηθεί ποιος έκανε την καλύτερη προεκλογική ομιλία.
Θα αναρωτηθεί:
Βελτιώθηκε η ζωή μου; Με άκουσε κανείς; Με σεβάστηκαν;
Αυτές οι τρεις ερωτήσεις μπορεί να αποδειχθούν ισχυρότερες από οποιαδήποτε προεκλογική εξαγγελία.
Κυρία Δημητρίου,
οι εποχές του ισόβιου κομματικού ψηφοφόρου έχουν σε μεγάλο βαθμό περάσει. Ο σημερινός πολίτης συγκρίνει, αμφισβητεί και αποφασίζει κάθε φορά από την αρχή.
Ο ψηφοφόρος που ψήφισε ΔΗΣΥ το 2026 μπορεί να ψηφίσει ξανά ΔΗΣΥ το 2028. Μπορεί να επιστρέψει στον Χριστοδουλίδη. Μπορεί να επιλέξει κάποιον άλλον. Μπορεί ακόμη και να μην ψηφίσει.
Ο ΔΗΣΥ έχει ιστορία, οργάνωση και σημαντική εκλογική βάση. Έχει, επομένως, και την ευκαιρία να κερδίσει ξανά εκείνους που απομακρύνθηκαν και να κρατήσει εκείνους που ίσως απομακρυνθούν.
Αλλά αυτό δεν θα γίνει με την ανάμνηση του παρελθόντος. Θα κριθεί από το παρόν.
Από το αν ο πολίτης αισθάνεται ότι τον ακούν. Από το αν βλέπει πράξεις. Και κυρίως από το αν αισθάνεται ότι η πολιτική υπηρετεί τον άνθρωπο.
Γι’ αυτό θα σας έδινα μία μόνο συμβουλή:
Μην ακούτε μόνο εκείνους που σας χειροκροτούν. Ακούστε περισσότερο εκείνους που δυσκολεύονται.
Εκεί βρίσκεται η πραγματική κοινωνία.
Μιλήστε για τις χαμηλές συντάξεις και για τη δέσμευση που αναλάβατε απέναντι στην Άμεση Δημοκρατία. Οι χαμηλοσυνταξιούχοι περιμένουν να δουν αν αυτή η δέσμευση θα γίνει πράξη. Μην τηρείτε σιγήν ιχθύος.
Πιστεύω πως όσα σας συμβουλεύω τα γνωρίζετε ήδη. Πρέπει, όμως, να τα πείτε δυνατά, ώστε να τα ακούσουν οι ψηφοφόροι.
Γιατί στην πολιτική, όσα δεν λέγονται καθαρά και δημόσια, δύσκολα πείθουν ότι υπάρχει πραγματική πρόθεση να γίνουν πράξη.
Και ίσως εκεί βρίσκεται και ένα μεγάλο μέρος της απάντησης για το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών του 2028.
Γιατί στο τέλος δεν θα αποφασίσουν οι κομματικοί μηχανισμοί.
Θα αποφασίσει ο πολίτης.
Και ο χαμηλοσυνταξιούχος, όπως όλοι οι άλλοι, έχει μία μόνο ψήφο.
Μια ψήφο που μπορεί να αλλάξει τα πάντα.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

8 Σεπτεμβρίου 2026

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΕΥΓΝΩΜΩΝ / Αφιερωμένο στον Ανδρέα Παπαζωσιμά

Ήταν δεκαεννιά χρονών. Ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό, ορφανός από μητέρα, είχε μεγαλώσει σχεδόν μόνος. Τα αδέλφια του είχαν φύγει για άλλες πόλεις από τότε που ήταν ακόμη μικρό παιδί, ο πατέρας του χασιμιός μέσα στις δουλειές του, έτσι, όταν ήρθε η ώρα να μεγαλώσει, δεν υπήρχε γύρω του ούτε η οικογενειακή θαλπωρή ούτε εκείνη η αόρατη δύναμη που δίνει στον νέο άνθρωπο η παρουσία κάποιου δικού του.

Μεγάλωσε με στερήσεις και χωρίς καθοδήγηση. Κανένας να του δείξει τον δρόμο, κανένας να του πει ποιο μονοπάτι να πάρει και ποιο να αποφύγει. Έμαθε μόνος του να στέκεται στα πόδια του, μόνος του να κρύβει τους φόβους του και μόνος του να αντιμετωπίζει τις μικρές και μεγάλες δυσκολίες της ζωής.
Κι αναγιωμένος μ’ αυτό τον τρόπο, όσο μεγάλωνε, η μοναξιά του γινόταν όλο και πιο βαριά. Μια βαριά, ασήκωτη μοναξιά που δεν τον άφησε να γνωρίσει τον κόσμο γύρω του. Έτσι, όταν έφυγε μόνος για το άγνωστο, ήταν άπειρος και φοβισμένος μπροστά στη ζωή, σ’ έναν κόσμο που δεν γνώριζε.
Πέρασαν τα χρόνια και έγινε δεκαεννιά χρονών. Τελείωσε τη θητεία του και, χωρίς κανέναν να τον συμβουλεύσει ή να τον βοηθήσει, έπρεπε τώρα να αποφασίσει μόνος για το μέλλον του. Στην Κύπρο οι δουλειές ήταν ελάχιστες και τα μεροκάματα πενιχρά. Μπροστά του δεν φαινόταν κανένας δρόμος που να μπορούσε να τον βγάλει από τη στασιμότητα και το αδιέξοδο.
Και τότε, ένα βράδυ στο καφενείο, άκουσε κάποιους ξέμπαρκους ναυτικούς να διηγούνται τη ζωή τους στα βαπόρια. Μιλούσαν για μακρινές θάλασσες, για λιμάνια που εκείνος δεν είχε ακούσει ποτέ, για χώρες ξένες και παράξενες. Μα περισσότερο απ’ όλα μιλούσαν για τη δουλειά. Φαγητό και ύπνος δωρεάν. Και, για έναν νέο άνθρωπο που δεν είχε τίποτε, ένα μεροκάματο που μπορούσε να του ανοίξει έναν δρόμο.
Η δουλειά του ναυτικού ήταν δύσκολη, σκληρή, γεμάτη κινδύνους. Μα ο φόβος δεν ήταν εκείνο που τον κρατούσε πίσω. Εκείνο που φοβόταν περισσότερο ήταν να μείνει εκεί όπου βρισκόταν.
Έτσι, βρήκε δουλειά με έναν πενιχρό μισθό. Έκανε υπομονή, μάζεψε λίγα λίγα τα χρήματα, ίσα όσα χρειαζόταν για το εισιτήριο, και πήρε τον δρόμο της ξενιτιάς.
Του είχαν πει πως στην Ακτή Μιαούλη, στον Πειραιά, υπήρχαν εκατοντάδες ναυτιλιακά γραφεία και πως εύκολα θα έβρισκε μπάρκο.
Και πήγε.
Έφτασε στον Πειραιά σχεδόν χωρίς τίποτε στην τσέπη. Δεν είχε περίσσευμα ούτε μιας λίρας. Μόνο μια μικρή βαλίτσα στο χέρι και μέσα του εκείνη την αόριστη ελπίδα που κρατά όρθιο τον άνθρωπο όταν δεν είχε τίποτε άλλο.
Μα τα πράγματα δεν ήταν όπως του τα είχαν πει. Δεν βρήκε εύκολα δουλειά. Ήταν περίοδος κρίσης και στα ναυτιλιακά γραφεία η απάντηση ήταν σχεδόν παντού η ίδια:
—Πρέπει να περιμένεις μερικές μέρες.
Μερικές μέρες. Για εκείνους ήταν μόνο μερικές μέρες. Για εκείνον όμως ήταν ένας ολόκληρος ατελείωτος δρόμος που άνοιγε μπροστά του καθώς χωρίς μία στην τσέπη, δεν μπορούσε να αντέξει ούτε μια μέρα.
Βγήκε από το τελευταίο γραφείο και στάθηκε για λίγο στον δρόμο. Γύρω του περνούσαν άνθρωποι βιαστικοί, αυτοκίνητα, ναυτικοί με τις βαλίτσες τους. Όλοι πήγαιναν κάπου, είχαν έναν προορισμό, ένα σπίτι να επιστρέψουν.
Εκείνος δεν είχε τίποτε. Δεν είχε σπίτι. Δεν είχε δουλειά. Δεν είχε χρήματα. Και, το χειρότερο απ’ όλα, δεν είχε κανέναν.
Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε το άγνωστο να τον τρομοκρατεί. Δεν ήξερε πού να πάει, ούτε σε ποιον να στραφεί. Ο Πειραιάς, που από μακριά του φαινόταν σαν δρόμος προς μια καινούργια ζωή, ξαφνικά του φάνηκε τεράστιος και ξένος.
Περπατούσε χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Και η αγωνία άρχισε να τον κυριεύει. Αν δεν έβρισκε δουλειά; Αν χρειαζόταν να γυρίσει πίσω; Πώς θα γυρνούσε, αφού δεν είχε τα χρήματα για το εισιτήριο;
Εκείνο το βράδυ η σκέψη της ξενιτιάς πήρε άλλο νόημα. Μέχρι τότε η ξενιτιά ήταν για εκείνον μια λέξη. Μα τώρα ήταν ένας δρόμος χωρίς σημάδια. Η νύχτα πλησίαζε και δεν ήξερε πού θα τον βρει.
Κάθισε σε ένα παγκάκι και έμεινε για ώρα συλλογισμένος. Μέσα του πονούσε. Πονούσε για όλα εκείνα που είχε αφήσει πίσω του, ακόμη κι αν εκείνα δεν ήταν πολλά. Σκεφτόταν το μικρό του χωριό, τη φτώχεια του, τη μιζέρια του, τη ζωή που τόσο πολύ ήθελε να αφήσει πίσω. Κι όμως, τώρα που βρισκόταν μακριά, ανάμεσα στο πουθενά, ακόμη κι εκείνη η φτωχή ζωή τού φαινόταν ασφαλής.
Εκεί είχε τουλάχιστον μια κάμαρη να κοιμηθεί. Εδώ δεν ανήκε πουθενά.
Και τότε σκέφτηκε πως φτώχεια δεν είναι μόνο να μην έχεις χρήματα. Είναι να μην έχεις πού να πας όταν νυχτώνει. Να μην έχεις έναν γνωστό, έναν φίλο, έναν άνθρωπο δικό σου.
Κι ενώ καθόταν εκεί μόνος, με τους ανθρώπους να κινούνται γύρω του αδιάφορα και να τον προσπερνούν, κανένας τους δεν ήξερε τι περνούσε από μέσα του.
Κανένας δεν ήξερε πως ανάμεσα σ’ εκείνο το πλήθος υπήρχε ένας νέος που δεν ήξερε πού θα κοιμηθεί εκείνο το βράδυ, αν θα βρει δουλειά την επόμενη μέρα, αν θα έχει αύριο ακόμη και το ψωμί του.
Κι όμως, η ζωή, που εκείνη τη μέρα του είχε δείξει τη σκληρή της πλευρά, του ετοίμαζε μια μικρή πράξη καλοσύνης. Μια θεοσταλμένη πράξη που θα τον σημάδευε για μια ολόκληρη ζωή.
Ήταν ένας άνθρωπος. Ήταν ο Ανδρέας.
Καθώς καθόταν σκυφτός με το κεφάλι χαμηλωμένο και την ψυχή του βαριά, άφησε το παράπονό του να ξεφύγει φωναχτά. Ήταν μια κραυγή που βγήκε από τα βάθη της ψυχής του.
—Γιατί η τύχη μου εν μαύρη;
Και εκείνη η κραυγή έμελλε να γίνει η σωτηρία του.
Ένας νεαρός που περνούσε από εκεί σταμάτησε. Τον κοίταξε για λίγο. Ύστερα στάθηκε κοντά του και καθώς τον άκουσε να μιλά με την κυπριακή λαλιά, τον ρώτησε:
—Ίντα έχεις, ρε κουμπάρε; Γιατί είσαι έτσι;
Ήταν ο Ανδρέας. Ένας Κύπριος φοιτητής, που έτυχε εκείνη την ώρα να περνά. Δεν τον γνώριζε. Ήταν ένας άγνωστος ανάμεσα στους χιλιάδες περαστικούς.
Μα ο Ανδρέας δεν προσπέρασε. Στάθηκε. Και ρώτησε. Άκουσε το πρόβλημά του και θέλησε να τον βοηθήσει.
Σε μια μεγάλη πόλη, όπου χιλιάδες άνθρωποι περνούσαν ο ένας δίπλα από τον άλλον χωρίς να γνωρίζονται, χωρίς να κοιτάζονται, χωρίς να νοιάζονται για τον πόνο του διπλανού, ένας άνθρωπος σταμάτησε. Ένας άνθρωπος άκουσε. Ένας άνθρωπος νοιάστηκε… Ο Ανδρέας.
Κι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει πως ο άγνωστος αυτός άνθρωπος, που έτυχε να περάσει από μπροστά του, θα έμενε για πάντα χαραγμένος στη μνήμη του. Πως, πολλά χρόνια αργότερα, ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή του, θα ξεχώριζε εκείνον που δεν προσπέρασε. Εκείνον που σταμάτησε και, χωρίς να τον ξέρει, του άπλωσε το χέρι την ώρα που βρισκόταν ένα βήμα πριν από την απόγνωση.
Και ίσως αυτό να είναι το παράξενο της ανθρώπινης ζωής: Μερικές φορές η μοίρα δεν έρχεται με θόρυβο. Έρχεται αθόρυβα, με έναν άγνωστο που σταματά στον δρόμο και ρωτά:
—Ίντα έχεις, ρε κουμπάρε;
Πέρασαν τα χρόνια και έγιναν δεκαετίες. Η ζωή προχώρησε. Ταξίδεψε, δούλεψε, γνώρισε ανθρώπους, έζησε χαρές και λύπες. Η ζωή του πήρε τον δικό της δρόμο.
Μα εκείνη η μέρα στον Πειραιά δεν έσβησε ποτέ από τη μνήμη του.
Όποτε συναντούσε τον Ανδρέα, ακόμη και ύστερα από τόσα χρόνια, του έλεγε:
—Ανδρέα, εκείνη τη μέρα με έσωσες. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Και ο Ανδρέας, σχεδόν αμήχανα, του απαντούσε:
—Μα ίντα έκαμα; Τίποτε δεν έκαμα. Έκαμα τούτο που έπρεπε να κάμω.
Το έλεγε τόσο απλά. Για τον Ανδρέα ήταν μια πράξη που ίσως θα είχε ξεχάσει την άλλη μέρα. Για εκείνον όμως ήταν μια πράξη που θα κουβαλούσε σε όλη του τη ζωή.
Γιατί ο Ανδρέας δεν του έδωσε μόνο ένα μέρος να κοιμηθεί εκείνη τη νύχτα. Του έδωσε την αίσθηση πως, μέσα σ’ έναν κόσμο ξένο και αδιάφορο, υπήρχε ακόμη ανθρωπιά.
Και ύστερα από τόσες δεκαετίες, όταν θυμάται εκείνη τη μέρα, θυμάται έναν άνθρωπο που σταμάτησε. Τον Ανδρέα. Και μέσα του ακούει ακόμη εκείνη τη φωνή:
—Ίντα έχεις, ρε κουμπάρε;

Μια απλή ερώτηση. Μια απλή πράξη. Μα μια ολόκληρη ζωή ευγνωμοσύνης.

Ανδρέα, μπορεί εσύ να λες πως δεν έκαμες τίποτε. Εγώ όμως ξέρω πως, εκείνη τη μέρα, μου άνοιξες μια πόρτα όταν δεν είχα καμιά πόρτα να χτυπήσω.

Γιατί ξέρω πια τι θα πει να μην έχεις έναν φίλο όταν τον χρειάζεσαι. Ξέρω τι θα πει να σε δέρνει η μοναξιά, να μην έχεις ένα σπίτι να γυρίσεις και, από πάνω, να σε δέρνει κι ο βοριάς. Εκείνη τη νύχτα στον Πειραιά τα έζησα όλα αυτά. Κι εσύ ήσουν ο άνθρωπος που στάθηκε μπροστά μου και μου άνοιξε την πόρτα.

Και γι’ αυτό, όσο θα υπάρχει μνήμη μέσα μου, θα υπάρχει και η ευγνωμοσύνη μου.

Αιώνια.

 

16 Αυγούστου 2026

ΤΟΠΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ ("ΑΠΑΝΤΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ")

ΟΙ ΤΡΕΜΙΘΚΙΕΣ ΤΗΣ ΖΗΝΑΣ

Στην άκρη της Χλώρακας, εκεί όπου άλλοτε η γη ήταν γεμάτη από δέντρα και άγρια βλάστηση, υπήρχε ένας τόπος ξεχωριστός, γνωστός στους παλιούς ως οι Τρεμιθκιές της Ζήνας.

Το όνομά του το πήρε από τις πολλές τρεμιθιές που φύτρωναν στην περιοχή, δέντρα ανθεκτικά στον χρόνο, με βαθιές ρίζες μέσα στην κυπριακή γη, που για αιώνες έστεκαν εκεί σαν σιωπηλοί φύλακες των ανθρώπων και των ιστοριών τους. Αργότερα, η μεγάλη ευεργέτιδα της Χλώρακας, Ζήνα Κάνθερ, αγόρασε την περιοχή για να διανοίξει δρόμο προς τη θάλασσα.

Οι παλιές τρεμιθιές δεν ήταν απλώς δέντρα. Ήταν κομμάτι της ζωής των χωριανών. Κάτω από τη σκιά τους ξεκουράζονταν οι γεωργοί, εκεί περνούσαν οι δρόμοι των παιδιών, εκεί γεννιόνταν ιστορίες που από στόμα σε στόμα έφταναν μέχρι τις νεότερες γενιές.

Μια από αυτές τις ιστορίες μιλούσε για έναν καλικάντζαρο που, όπως έλεγαν οι γιαγιάδες στα παιδιά, βγήκε κάποτε από τα σκοτεινά βάθη της γης τις μέρες των Χριστουγέννων.

Οι καλικάντζαροι, σύμφωνα με την παράδοση, κάθε Χριστούγεννα άφηναν τα σκοτεινά τους καταφύγια και τριγυρνούσαν στα σπίτια των ανθρώπων, αναζητώντας κυρίως χοιρινό κρέας, που τόσο αγαπούσαν. Λέγεται πως μια φορά ένας από αυτούς, μη βρίσκοντας τίποτε να φάει, πήρε τη μορφή ανθρώπου και κτύπησε την πόρτα ενός χωριανού ζητώντας επίμονα φαγητό.

Ο χωριανός όμως ήταν άνθρωπος δυνατός και σκληροτράχηλος. Δεν λύγισε στις παρακλήσεις του καλικάντζαρου και, θυμωμένος από την επιμονή του, τον άρπαξε και τον έκανε «τουλούμι στο ξύλο».

Ο καλικάντζαρος, θέλοντας να εκδικηθεί, τον ρώτησε πώς τον έλεγαν, για να επιστρέψει αργότερα με τους συντρόφους του και να τον τιμωρήσουν. Ο πονηρός χωριανός όμως του απάντησε:

— Με λένε Κανένα.

Ο καλικάντζαρος γύρισε πίσω στους άλλους και τους είπε πως τον είχε δείρει ο «Κανένας». Εκείνοι γέλασαν μαζί του, νομίζοντας πως τρελάθηκε ή πως ήπιε πολύ κρασί. Τόσο πολύ όμως επέμενε, που στο τέλος θύμωσαν μαζί του και, για να τον κάνουν να σωπάσει, τον έδεσαν σε μια μεγάλη τρεμιθιά κοντά στο εκκλησάκι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.

Πέρασαν οι μέρες των Φώτων, οι καλικάντζαροι έφυγαν, μα ξέχασαν πίσω τον σύντροφό τους. Και έτσι, όπως έλεγαν οι παλιοί, έμεινε εκεί δεμένος για αιώνες, να τον βλέπουν τα παιδιά, να τον περιγελούν και να τον παίρνουν οι νοικοκυρές για να τους κάνει τις δύσκολες δουλειές.

Τέτοιες ιστορίες έλεγαν οι γιαγιάδες μας τα παλιά βράδια, όταν η φωτιά έκαιγε στο τζάκι και τα παιδιά άκουγαν με φόβο και περιέργεια τα παράξενα παθήματα των πλασμάτων που ζούσαν ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων και των θρύλων.

Τα αιωνόβια δέντρα των τρεμιθιών έδιναν ζωή και ομορφιά στον τόπο. Αργότερα, όταν η γη πέρασε στην κατοχή της μεγάλης ευεργέτιδας της Χλώρακας, Ζήνας Κάνθερ, εκείνη τη δώρισε σε κατοίκους του χωριού. Όμως με το πέρασμα των χρόνων οι ανάγκες της ανάπτυξης άλλαξαν τη μορφή του τοπίου. Οι περισσότερες τρεμιθιές κόπηκαν για να ανεγερθούν οικοδομές, αφήνοντας πίσω τους μόνο τη μνήμη ενός τόπου που κάποτε ήταν γεμάτος ζωή και πράσινο.

Μια όμως μεγάλη τρεμιθιά έμεινε όρθια.

Στέκει ακόμη εκεί σαν ζωντανή μαρτυρία ενός κόσμου που χάθηκε. Θυμίζει τις εποχές που τα δέντρα είχαν ονόματα, οι τόποι είχαν ιστορίες και κάθε γωνιά της Χλώρακας κρατούσε μέσα της ένα παραμύθι.

Και έτσι ο τόπος έμεινε γνωστός μέχρι σήμερα ως οι Τρεμιθκιές της Ζήνας.


ΤΑ ΜΗΛΑ

Τα Μήλα είναι ένας τόπος που απλώνεται μέχρι την περιοχή με την ονομασία Καπηρός. Είναι μια βαθιά λαξιά, σκαμμένη από τα νερά του χειμώνα, που ξεκινά από τις παρυφές του οροπεδίου της Χλώρακας και κατεβαίνει αργά προς τη θάλασσα.

Τους χειμωνιάτικους μήνες, όταν οι βροχές ήταν δυνατές, μεγάλες ποσότητες όμβριων υδάτων συγκεντρώνονταν ψηλά και, πέφτοντας από τον γκρεμό σαν φυσικός καταρράκτης, παρέσερναν τα μαλακά χώματα. Με το πέρασμα των χρόνων τα νερά χάραξαν το δικό τους μονοπάτι και δημιούργησαν ένα μικρό φυσικό ποτάμι που οδηγούσε στη θάλασσα.

Η ονομασία Μήλα, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, προήλθε από παραφθορά της λέξης, καθώς στην περιοχή φύτρωναν πολλές κουρτουνιές, οι οποίες έδιναν στρογγυλούς καρπούς που έμοιαζαν με μικρά μήλα.

Ήταν ένας τόπος ανοιχτός προς τη θάλασσα, αλλά και γεμάτος μυστήριο. Οι παλιοί κάτοικοι διηγούνταν ιστορίες για αερικά περάσματα, για σκιές και ψυχές που, όπως πίστευαν, περνούσαν από εκεί τις νύχτες.

Έλεγαν πως τα παλιά χρόνια, μέχρι πριν από περίπου έναν αιώνα, τα Μήλα ήταν ένας τόπος που τον φοβούνταν. Τις σκοτεινές νύχτες, όταν η σιωπή σκέπαζε τη γη, ακούγονταν, όπως έλεγαν, τα κογκήματα των πεθαμένων και παράξενοι ήχοι που τρόμαζαν τους περαστικούς. Μέχρι που, σύμφωνα με την παράδοση, ένας καλόγερος που πέρασε από το χωριό έλυσε τα μάγια και ημέρεψε τον τόπο.

Ο ΚΑΠΥΡΟΣ

Ο Καπυρός βρίσκεται νοτιοδυτικά της Χλώρακας, μετά τις Τρεμιθκιές της Ζήνας, στα ριζά των υψωμάτων που συνορεύουν με τα Μήλα. Μαζί με τα χωράφια του Χρυσοχού και την Παλιά Βρύση, αποτελεί έναν τόπο που οι παλιοί θεωρούσαν ξεχωριστό, γεμάτο μυστήριο και ιστορίες που περνούσαν από γενιά σε γενιά.

Το τοπίο του Καπυρού είχε μια ιδιαίτερη ομορφιά. Παλιά, όταν ακόμα τα νερά έτρεχαν άφθονα και η γη ήταν πιο πλούσια σε βλάστηση, μια πηγή που ανάβλυζε ολοχρονίς πότιζε τον τόπο και δημιουργούσε ένα μικρό φυσικό παράδεισο. Στην άκρη του υψωνόταν ένας ψηλός γκρεμός με πετρώματα που, όταν ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, αντανακλούσαν τις ακτίνες του και σκορπούσαν μια δυνατή ζέστη. Από αυτή την πυρά του ήλιου, λέγεται πως πήρε το όνομά του ο τόπος, από τη λέξη «πυρά»: Καπυρός.

Ήταν όμως και ένας τόπος που γεννούσε φόβους και φαντασίες. Οι παλιοί γονείς, θέλοντας άλλοτε να φοβίσουν τα παιδιά τους για να μην απομακρύνονται και άλλοτε για να τα κρατούν φρόνιμα, έπλαθαν ιστορίες για παράξενα πλάσματα που κατοικούσαν εκεί. Οι σκοτεινές νύχτες, όταν το φεγγάρι χανόταν και ο αγέρας περνούσε ανάμεσα από τους βράχους, έκαναν τον τόπο να μοιάζει αλλιώτικος, σαν να έκρυβε μέσα του μυστικά από άλλους καιρούς.

Η στετέ μου η Δεσποινού μου διηγόταν πως στον Καπυρό κατοικούσαν οι πάουλλοι, που έπαιρναν τα άτακτα παιδιά, καθώς και μια λόττα με τα κούνια, ένα μεγάλο φοβερό πλάσμα που έβγαινε τις σκοτεινές χειμωνιάτικες νύχτες για να βρει τροφή για τα μικρά της.

Όταν τα μωρά δεν κοιμόντουσαν και ο αγέρας σφύριζε ανάμεσα στα δέντρα και στους βράχους, οι μανάδες και οι γιαγιάδες έλεγαν πως εκείνοι οι παράξενοι ήχοι ήταν οι κουδούνες που κρέμονταν στον λαιμό της λόττας και ακούγονταν κάθε φορά που έβγαινε να περιπλανηθεί. Έτσι τα παιδιά σκεπάζονταν καλά με το πάπλωμα και έμεναν ήσυχα, προσπαθώντας να αποκοιμηθούν γρήγορα, μήπως και τα ανακαλύψει το μεγάλο θεριό.

Σήμερα ο Καπυρός είναι ένας τόπος που κρατά περισσότερο τη μνήμη παρά τον φόβο. Οι ιστορίες των παλιών δεν ήταν μόνο παραμύθια, ήταν ένας τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι έδιναν ψυχή στους τόπους τους και μετέφεραν στα παιδιά τους τη φαντασία, τις αγωνίες και τα μυστικά μιας άλλης εποχής.

ΤΟ ΠΕΡΒΟΛΙ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ

Ο Χρυσοχός είναι ένας μικρός τόπος πάνω από την Παλιά Βρύση, στη βορειοδυτική πλευρά της Χλώρακας. Είναι ένα μικρό χωραφάκι, ίσα με μια βραχτή γης, που όμως η παράδοση το έντυσε με ιστορίες για χρυσάφι, μυστικά και ανθρώπους που αναζήτησαν την τύχη τους μέσα στα χώματα του.

Λέγεται πως τα παλιά χρόνια εκεί είχε το εργαστήρι του ένας τεχνίτης χρυσοχόος. Παρόλο που η Χλώρακα ήταν τότε ένα μικρό χωριό, εκείνος διάλεξε αυτό τον τόπο για να εγκατασταθεί, γιατί, σύμφωνα με την παράδοση, μέσα στα χώματα της περιοχής υπήρχαν μικρά ψήγματα χρυσού. Όταν οι γεωργοί όργωναν τα χωράφια τους, χώματα κολλούσαν πάνω στα ηνία των αρότρων και ανάμεσα τους βρίσκονταν μικρά κομμάτια χρυσού, τα οποία έδιναν στον χρυσοχόο για επεξεργασία.

Η παράδοση λέει πως στον μεγάλο σεισμό του 1443 το εργαστήρι καταστράφηκε και ένας τεράστιος βράχος κύλησε από τη θέση του και στάθηκε εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Υπατίου. Πάνω σε εκείνο τον βράχο οι κάτοικοι τοποθέτησαν ένα μικρό σιδερένιο κουτί, μέσα στο οποίο άναβαν καντήλι και τιμούσαν τον Άγιο Υπάτιο, τον θεραπευτή των μικρών παιδιών που αργούσαν να περπατήσουν.

Παλιά οι γονείς έφερναν εκεί τα παιδιά τους και έδεναν στα πόδια τους ένα λεπτό νήμα. Κρατώντας τα από τα χέρια τα βοηθούσαν να περπατήσουν γύρω από τον βράχο, μέχρι που η κλωστή κοβόταν. Πίστευαν πως τότε ο Άγιος θα έκανε το θαύμα του και το παιδί θα έβρισκε τη δύναμη να περπατήσει.

Οι παλιοί κάτοικοι διηγούνταν ακόμη πως μέσα στον μεγάλο βράχο υπήρχε ένα κρυφό άνοιγμα, κλεισμένο με μια πέτρινη θύρα τόσο καλά προσαρμοσμένη, που έμοιαζε σαν φυσικό σκάλισμα του βράχου. Πίσω από εκείνη τη μυστική πόρτα, έλεγαν πως ο χρυσοχόος φύλαγε τα χρυσάφια του, τα οποία έμειναν κρυμμένα μετά τον θάνατό του.

Η ίδια παράδοση λέει πως, όταν ο βράχος μετακινήθηκε από τον σεισμό και στάθηκε κοντά στην Παλιά Βρύση, ο Χατζηφίλιππος ο Τοκογλύφος, τότε ακόμη νεαρός, ανακάλυψε τυχαία το κρυφό άνοιγμα και βρήκε τα χρυσάφια. Με αυτό τον τρόπο απέκτησε μεγάλη περιουσία και αργότερα έγινε ένας από τους πιο εύπορους ανθρώπους του χωριού.

Μια άλλη ιστορία που έμεινε ζωντανή στη μνήμη των παλιών, μιλά για έναν Κύπριο αλχημιστή που ζούσε στη Βενετία και κάποτε επισκέφθηκε το μικρό εργαστήρι του Χρυσοχού. Ο χρυσοχόος τού παραχώρησε τον χώρο για λίγες μέρες και εκείνος κλείστηκε μέσα, ζητώντας μόνο από τους ζευγολάτες να του φέρνουν τα χώματα που κολλούσαν πάνω στα ηνία των αρότρων όταν όργωναν την περιοχή.

Ύστερα από μέρες, όταν ο αλχημιστής σταμάτησε να δίνει σημεία ζωής, οι χωριανοί άνοιξαν δειλά την πόρτα για να δουν τι είχε συμβεί. Το εργαστήρι ήταν άδειο. Πάνω όμως στο τραπέζι βρήκαν αφημένο ένα ψωμί φτιαγμένο από χρυσάφι.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ γιατί ο μυστηριώδης εκείνος άνθρωπος άφησε πίσω του το χρυσό ψωμί. Άλλοι είπαν πως ήταν ένα σημάδι της τέχνης του, άλλοι πως ήθελε να αφήσει μια παρακαταθήκη στους ανθρώπους του τόπου. Γιατί, σύμφωνα με τον θρύλο, ο μεγάλος αλχημιστής μπορούσε να μετατρέπει τον πηλό της γης σε χρυσάφι.

Έτσι έμεινε ο Χρυσοχός στη μνήμη των Χλωρακιωτών, ένας μικρός τόπος όπου η γη, η πίστη και η φαντασία ενώθηκαν και δημιούργησαν ιστορίες που ταξίδεψαν μέσα στον χρόνο.

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΗΣ

Τα παλιά χρόνια όταν η Χλώρακα ήταν ακόμη ένα μικρό χωριό κτισμένο στα ψηλώματα, μακριά από την εύφορη παραλιακή πεδιάδα, οι άνθρωποι ζούσαν πιο κοντά στη γη και στα νερά της.

Τα καλοκαίρια, όταν οι δουλειές στα χωράφια ήταν πολλές και η ζέστη του πρωινού έκανε δύσκολη την εργασία, οι γεωργοί κατέβαιναν στον κάμπο. Έστηναν πρόχειρα καταλύματα κάτω από τα δέντρα, έστρωναν πάνω στη γη και περνούσαν εκεί τις νύχτες, ώστε με το πρώτο φως της ημέρας να ποτίζουν και να περιποιούνται τα χωράφια τους πριν ανέβει ο ήλιος ψηλά.

Λίγο πριν τη θάλασσα, εκεί όπου άρχιζε ο δρόμος προς την Κάτω Πάφο, βρισκόταν ένα χωράφι που έμεινε γνωστό ως το χωράφι της Φιλόξενης. Εκεί, μια γυναίκα που την έλεγαν Φιλόξενη έστηνε το πρόχειρο υποστατικό της και καλλιεργούσε τη γη της.

Δίπλα στο χωράφι της βρισκόταν το Καμαρούι, μια παλιά βρύση με κρυστάλλινο νερό, που για αιώνες δρόσιζε τους ανθρώπους και πότιζε τα χωράφια του κάμπου. Μπροστά από τη βρύση περνούσε το μονοπάτι που οδηγούσε προς την Κάτω Πάφο. Όλοι οι περαστικοί από τα γύρω χωριά σταματούσαν εκεί για να ξεδιψάσουν, να ξεκουραστούν και να πάρουν λίγη ανάσα από τον δρόμο.

Η Φιλόξενη ήταν άνθρωπος καλόκαρδος. Άνοιγε την καρδιά και το σπίτι της στους περαστικούς, τους πρόσφερε νερό, καφέ και γλυκό, και τους έκανε να αισθάνονται σαν να βρίσκονταν στο δικό τους σπίτι. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι της έδωσαν το όνομα που ταίριαζε στον χαρακτήρα της: Φιλόξενη.

Μια μέρα ένα μικρό καραβάνι σταμάτησε στη βρύση. Η Φιλόξενη τους καλωσόρισε, τους φιλοξένησε και τους πρόσφερε ό,τι είχε. Οι διαβάτες ξαπόστασαν, ξεκουράστηκαν και ύστερα συνέχισαν τον δρόμο τους.

Μαζί με τα άλλα ζώα της είχε και ένα μικρό μουλούι, ένα ζώο που προερχόταν από διασταύρωση αλόγου και γαϊδάρου. Μετά από ώρα, η Φιλόξενη κατάλαβε πως το ζώο της έλειπε. Νόμισε πως ίσως είχε ακολουθήσει το καραβάνι και έτρεξε πίσω τους να το βρει.

Όταν τους πρόλαβε και ρώτησε για το μουλούι της, εκείνοι της είπαν πως δεν ήταν μαζί τους. Ένας από τους διαβάτες, βλέποντάς την στενοχωρημένη, προσπάθησε να την παρηγορήσει:

— Μην απελπίζεσαι. Γύρισε πίσω και ψάξε στα φωτιστικά της περιοχής. Ίσως να έπεσε σε κάποιο λάκκο και να το προλάβεις ζωντανό.

Η Φιλόξενη, ακούγοντας αυτά τα λόγια, πήρε θάρρος.

— Μα πώς είναι δυνατόν να έπεσε σε φωτιστικό και να είναι ακόμη ζωντανό; — αναρωτήθηκε.

Όμως η ελπίδα πως θα το έβρισκε ζωντανό την έκανε να γυρίσει γρήγορα πίσω. Έτρεξε και έφτασε ξανά στη βρύση, κουρασμένη όμως και διψασμένη.

Ήταν τόσο ποσταμένη και διψασμένη, που έσκυψε πάνω από τη βρύση και ήπιε βιαστικά, χωρίς να πάρει ανάσα. Μα η μεγάλη της λαχτάρα για νερό στάθηκε μοιραία. Το σώμα της δεν άντεξε την απότομη πόση μετά την τόση κούραση. Εκεί, δίπλα στη βρύση που τόσα χρόνια δρόσιζε τους ανθρώπους και τα χωράφια, έσκασε, έπεσε και πέθανε.

Το μικρό μουλούι είχε πέσει σε ένα φωτιστικό, έναν βαθύ λάκκο του λαγουμιού της βρύσης, και είχε πνιγεί χωρίς κανείς να γνωρίζει τι είχε απογίνει. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Μαυρονικόλας κατέβηκε στο φωτιστικό για να το καθαρίσει και εκεί, μέσα στο νερό που τόσα χρόνια έκρυβε το μυστικό, βρήκε τα απομεινάρια του μικρού ζώου και αποκάλυψε, ύστερα από δεκαετίες, το μυστικό που έκρυβε το Καμαρούι.

Η παράδοση λέει πως ακόμη ήταν άλιωτο, αφού το νερό του λαγουμιού τα είχε κρατήσει αναλλοίωτα μέσα στο πέρασμα του χρόνου.Έτσι έμεινε το όνομα «Το χωράφι της Φιλόξενης», ένας τόπος που θυμίζει μια εποχή όπου οι βρύσες δεν ήταν μόνο πηγές νερού, αλλά τόποι συνάντησης, ξεκούρασης και ανθρώπινης καλοσύνης.

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΗΣ ΑΛΗΠΑΤΟΥΣ

Ήταν κάποτε μια μικρή ορφανή κοπέλα που την έλεγαν Πατού. Ζούσε μόνη της σε ένα μικρό σπιτάκι, κτισμένο μέσα σε ένα μικρό χωραφάκι, όπου φύτρωναν τρεμιθιές, τερατσιές και βελανιδιές.

Ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών και, για να μπορέσει να ζήσει, πάλευε καθημερινά με τη γη. Μάζευε τεράτσια και έφτιαχνε τερατσόμελο, μάζευε τρεμίθια και έφτιαχνε τρεμιθόλαδο, ενώ τα βελανίδια τα χρησιμοποιούσε ως τροφή για τα ζώα. Καλλιεργούσε ακόμη λίγα χόρτα και οπωρικά, τα οποία πότιζε από την παλιά βρύση του χωριού, και τα πουλούσε στις νοικοκυρές της Χλώρακας.

Οι γυναίκες του χωριού την αγαπούσαν και τη βοηθούσαν όσο μπορούσαν. Ήταν ένα φτωχό κορίτσι, όμως τίμιο, εργατικό και καλόκαρδο. Στον ελεύθερο χρόνο της επισκεπτόταν τις χωριανές και πρόθυμα βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού. Εκείνες τη συμβούλευαν και της εύχονταν μια καλύτερη ζωή, να βρει έναν καλό άνθρωπο και να φτιάξει το δικό της σπιτικό.

Την ίδια εποχή περνούσε από τη Χλώρακα ένας μικρέμπορας που τον έλεγαν Αλή. Είχε έρθει στην Κύπρο από τα παράλια της Ανατολής και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Κτήματος. Κρατώντας μαζί του διάφορα εμπορεύματα, εργαζόταν ως γυρολόγος και γύριζε τα χωριά πουλώντας την πραμάτεια του.

Με τα χρόνια, με την εργατικότητα και τη νοικοκυροσύνη του, κατάφερε να προκόψει. Αγόρασε γη στη Γεροσκήπου, δημιούργησε το δικό του κτήμα, φύτεψε καλλιέργειες και έγινε ένας εύπορος άνθρωπος.

Όμως μέσα στην καρδιά του είχε κρατήσει μια παλιά ανάμνηση. Από τότε που, φτωχός ακόμη πραματευτής, περνούσε από τη Χλώρακα, είχε προσέξει την όμορφη και σεμνή Πατού. Δεν τόλμησε όμως ποτέ να της μιλήσει για την αγάπη του, γιατί τότε δεν είχε τίποτε να της προσφέρει.

Πέρασαν τα χρόνια. Και μια Κυριακή, μετά τη λειτουργία, ενώ οι χωριανοί κάθονταν στον καφενέ, φάνηκε από μακριά ένας καβαλάρης πάνω σε ένα ψηλό άλογο. Φορούσε αρχοντική φορεσιά και έδειχνε άνθρωπος που είχε γνωρίσει την προκοπή.

Οι χωριανοί τον κοίταξαν με απορία, μέχρι που τον αναγνώρισαν. Ήταν ο παλιός πραματευτής Αλής, που τώρα επέστρεφε στη Χλώρακα ως άρχοντας.

Δεν είχε έρθει όμως για να επισκεφθεί το χωριό. Είχε έρθει για να ζητήσει σε γάμο την Πατού.

Ο γάμος έγινε με χαρές και πανηγύρια. Οι χωριανοί χάρηκαν για την καλή τύχη της ορφανής κοπέλας που, μέσα από τις δυσκολίες της ζωής, βρήκε τον δρόμο της.

Ύστερα η Πατού έφυγε από το μικρό της χωράφι και ακολούθησε τον άντρα της. Η γη έμεινε σιγά-σιγά έρημη, τα τρεμίθια και τα τεράτσια συνέχισαν να φυτρώνουν χωρίς ανθρώπινο χέρι να τα φροντίζει, όμως το όνομα έμεινε ζωντανό μέχρι σήμερα:

«Το χωράφι της Αληπατούς».

Ένας τόπος που κρατά στη μνήμη του την ιστορία μιας φτωχής ορφανής κοπέλας και ενός ανθρώπου που, μέσα από τους δρόμους της ζωής, γύρισε πίσω για να εκπληρώσει μια παλιά αγάπη.

Το χωράφι της Αληπατούς βρίσκεται στη Χλώρακα, στην περιοχή της οδού Νικόλα Πενταρά και Αντώνη Χ΄Αχχιλλέα, περίπου διακόσια μέτρα από την παλιά βρύση του χωριού.

Ο ΜΕΛΑΝΟΣ

Ο Μέλανος είναι ένας υπερυψωμένος τόπος στα νότια σύνορα της Χλώρακας, προς τη μεριά της Κάτω Πάφου. Τα πετρώματα της περιοχής έχουν σκούρο, μελανό χρώμα, και από αυτή τη φυσική ιδιαιτερότητα πήρε το όνομά του ο τόπος.

Όμως οι παλιοί άνθρωποι της Χλώρακας διηγούνταν και μια άλλη ιστορία, μια ιστορία σκοτεινή που χάθηκε μέσα στα βάθη του χρόνου.

Έλεγαν πως σε παλιές εποχές, τότε που η δουλεία υπήρχε σε πολλούς τόπους του κόσμου και οι άνθρωποι που στερούνταν την ελευθερία τους θεωρούνταν ιδιοκτησία των αφεντικών τους, δεν είχε μείνει ανεπηρέαστη ούτε η Κύπρος. Σε διάφορες περιόδους της ιστορίας, άνθρωποι γνώρισαν τη σκλαβιά και την απάνθρωπη μεταχείριση, δουλεύοντας σε δύσκολες συνθήκες στη γη και στα έργα των ισχυρών.

Η παλιά αυτή παράδοση συνδέει την περιοχή της Πάφου με τα χρόνια των Φράγκων, όταν μεγάλα κτήματα πέρασαν στα χέρια φεουδαρχών και η καλλιέργεια της γης αναπτύχθηκε σε μεγάλη κλίμακα. Λέγεται πως τότε οι πεδιάδες της Πάφου, από τη Μάα μέχρι την Πέτρα του Ρωμιού, καλλιεργούνταν εκτεταμένα, ενώ τα νερά που έρχονταν από τα αυλάκια της Ρήγαινας βοηθούσαν στην άρδευση της γης μέχρι την περιοχή της Πάφου.

Μέσα σε αυτά τα παλιά χρόνια, μια διήγηση λέει πως στη Χλώρακα μια ομάδα σκλάβων, μη αντέχοντας άλλο τη σκληρή ζωή και την απάνθρωπη μεταχείριση από τον αφέντη τους, αποφάσισε να δραπετεύσει. Γνώριζαν πως η απόπειρά τους ήταν επικίνδυνη και πως ίσως πλήρωναν με τη ζωή τους την προσπάθεια για ελευθερία, όμως προτίμησαν να αγωνιστούν παρά να συνεχίσουν τη σκλαβιά.

Ο αφέντης τους τούς καταδίωξε μέχρι το ύψωμα που δεσπόζει πάνω από τον κάμπο της Χλώρακας. Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση, τους πρόλαβε και τους σκότωσε, θέλοντας να παραδειγματίσει όσους θα τολμούσαν να αντισταθούν.

Οι παλιοί έλεγαν πως το αίμα εκείνων των ανθρώπων πότισε τη γη και κατέβηκε μέχρι τη θάλασσα, δίνοντας στο τοπίο το σκούρο χρώμα του. Έτσι, ο τόπος ονομάστηκε Μέλανος, ενώ η κοντινή θαλάσσια περιοχή Μελανούθκια, σαν να κράτησαν μέσα στα χώματα και στα νερά το αίμα των σφαγιασθέντων σκλάβων της παλιάς τραγωδίας.

Και αν η ιστορία αυτή είναι θρύλος ή ανάμνηση από γεγονότα που χάθηκαν στον χρόνο, ένα πράγμα παραμένει: οι τόποι δεν κρατούν μόνο πέτρες και χώματα. Κρατούν μέσα τους τις φωνές, τους φόβους, τους αγώνες και τις ελπίδες των ανθρώπων που πέρασαν από πάνω τους.

ΤΟΠΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ, ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι τόποι της Χλώρακας δεν είναι μόνο ονόματα γραμμένα σε χάρτες. Είναι κομμάτια μιας γης που έζησε, πόνεσε, αγάπησε και κράτησε μέσα της τις φωνές των ανθρώπων της.

Από τις ακρογιαλιές της, όπου η θάλασσα αιώνες τώρα σμιλεύει τους βράχους και αφήνει την άμμο της να ταξιδεύει με τα κύματα, μέχρι τους λόφους και τις λαξιές της στεριάς, κάθε τόπος κρύβει μια ιστορία. Άλλοτε μια πραγματική ανάμνηση που πέρασε από στόμα σε στόμα, άλλοτε ένας θρύλος που γεννήθηκε μέσα στη φαντασία των ανθρώπων, αλλά πάντοτε δεμένος με τη ζωή του χωριού.

Το ΔΗΜΜΑ, ο Κοτσιάς, η Αλική, ο Πηλός, τα Μερσυνούθκια και ο Πάρακας κρατούν μέσα τους τη φωνή της θάλασσας και των ψαράδων που πάλευαν με τα κύματα. Οι παλιές βάρκες, οι μικροί ορμίσκοι, τα αλάτια, τα κρίνα του γιαλού και οι ιστορίες των ανθρώπων έγιναν μέρος της μνήμης του τόπου.

Η στεριά, όμως, έκρυβε κι αυτή τα δικά της μυστικά. Οι Τρεμιθκιές της Ζήνας, τα Μήλα, ο Καπυρός, το Περβόλι του Χρυσοχού, το χωράφι της Φιλόξενης, το χωράφι της Αληπατούς και ο Μέλανος δεν ήταν απλά χωράφια και τοπωνύμια. Ήταν τόποι όπου γεννήθηκαν ιστορίες για καλικάντζαρους, αερικά, παλιούς τεχνίτες, φτωχούς ανθρώπους, αγάπες, πλούτη, δυσκολίες και αγώνες.

Κάποτε οι άνθρωποι της Χλώρακας γνώριζαν κάθε πέτρα, κάθε δέντρο, κάθε βρύση και κάθε μονοπάτι. Ήξεραν πού φύτρωνε ένα λουλούδι, πού κρυβόταν μια πηγή, πού περνούσε το νερό του χειμώνα και πού γεννιόταν μια ιστορία. Η φύση και ο άνθρωπος ήταν δεμένοι με μια σχέση που σήμερα σιγά-σιγά χάνεται.

Πολλά άλλαξαν με τα χρόνια. Οι δρόμοι άνοιξαν, τα σπίτια πλήθυναν, η γη άλλαξε μορφή και πολλές παλιές εικόνες χάθηκαν. Όμως τα ονόματα έμειναν. Και μέσα στα ονόματα αυτά ζει η μνήμη ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια όπως παλιά.

Γιατί ένας τόπος δεν είναι μόνο η πέτρα και το χώμα του. Είναι οι άνθρωποι που περπάτησαν πάνω του, τα χέρια που τον καλλιέργησαν, οι φωνές που ακούστηκαν στις αυλές, οι ψαράδες που ταξίδεψαν στα νερά του, οι μανάδες που διηγούνταν ιστορίες στα παιδιά τους και οι παππούδες που φύλαξαν τις παραδόσεις.

Αυτοί είναι οι τόποι της Χλώρακας. Τόποι μικροί σε μέγεθος, αλλά μεγάλοι σε μνήμη. Τόποι που κουβαλούν μέσα τους αιώνες ζωής, θρύλους και αλήθειες, και περιμένουν να τους ξαναθυμηθούν οι άνθρωποι που τους αγαπούν.