16 Αυγούστου 2026

ΤΟΠΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ ("ΑΠΑΝΤΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ"}

ΟΙ ΤΡΕΜΙΘΚΙΕΣ ΤΗΣ ΖΗΝΑΣ

Στην άκρη της Χλώρακας, εκεί όπου άλλοτε η γη ήταν γεμάτη από δέντρα και άγρια βλάστηση, υπήρχε ένας τόπος ξεχωριστός, γνωστός στους παλιούς ως οι Τρεμιθκιές της Ζήνας.

Το όνομά του το πήρε από τις πολλές τρεμιθιές που φύτρωναν στην περιοχή, δέντρα ανθεκτικά στον χρόνο, με βαθιές ρίζες μέσα στην κυπριακή γη, που για αιώνες έστεκαν εκεί σαν σιωπηλοί φύλακες των ανθρώπων και των ιστοριών τους. Αργότερα, η μεγάλη ευεργέτιδα της Χλώρακας, Ζήνα Κάνθερ, αγόρασε την περιοχή για να διανοίξει δρόμο προς τη θάλασσα.

Οι παλιές τρεμιθιές δεν ήταν απλώς δέντρα. Ήταν κομμάτι της ζωής των χωριανών. Κάτω από τη σκιά τους ξεκουράζονταν οι γεωργοί, εκεί περνούσαν οι δρόμοι των παιδιών, εκεί γεννιόνταν ιστορίες που από στόμα σε στόμα έφταναν μέχρι τις νεότερες γενιές.

Μια από αυτές τις ιστορίες μιλούσε για έναν καλικάντζαρο που, όπως έλεγαν οι γιαγιάδες στα παιδιά, βγήκε κάποτε από τα σκοτεινά βάθη της γης τις μέρες των Χριστουγέννων.

Οι καλικάντζαροι, σύμφωνα με την παράδοση, κάθε Χριστούγεννα άφηναν τα σκοτεινά τους καταφύγια και τριγυρνούσαν στα σπίτια των ανθρώπων, αναζητώντας κυρίως χοιρινό κρέας, που τόσο αγαπούσαν. Λέγεται πως μια φορά ένας από αυτούς, μη βρίσκοντας τίποτε να φάει, πήρε τη μορφή ανθρώπου και κτύπησε την πόρτα ενός χωριανού ζητώντας επίμονα φαγητό.

Ο χωριανός όμως ήταν άνθρωπος δυνατός και σκληροτράχηλος. Δεν λύγισε στις παρακλήσεις του καλικάντζαρου και, θυμωμένος από την επιμονή του, τον άρπαξε και τον έκανε «τουλούμι στο ξύλο».

Ο καλικάντζαρος, θέλοντας να εκδικηθεί, τον ρώτησε πώς τον έλεγαν, για να επιστρέψει αργότερα με τους συντρόφους του και να τον τιμωρήσουν. Ο πονηρός χωριανός όμως του απάντησε:

— Με λένε Κανένα.

Ο καλικάντζαρος γύρισε πίσω στους άλλους και τους είπε πως τον είχε δείρει ο «Κανένας». Εκείνοι γέλασαν μαζί του, νομίζοντας πως τρελάθηκε ή πως ήπιε πολύ κρασί. Τόσο πολύ όμως επέμενε, που στο τέλος θύμωσαν μαζί του και, για να τον κάνουν να σωπάσει, τον έδεσαν σε μια μεγάλη τρεμιθιά κοντά στο εκκλησάκι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.

Πέρασαν οι μέρες των Φώτων, οι καλικάντζαροι έφυγαν, μα ξέχασαν πίσω τον σύντροφό τους. Και έτσι, όπως έλεγαν οι παλιοί, έμεινε εκεί δεμένος για αιώνες, να τον βλέπουν τα παιδιά, να τον περιγελούν και να τον παίρνουν οι νοικοκυρές για να τους κάνει τις δύσκολες δουλειές.

Τέτοιες ιστορίες έλεγαν οι γιαγιάδες μας τα παλιά βράδια, όταν η φωτιά έκαιγε στο τζάκι και τα παιδιά άκουγαν με φόβο και περιέργεια τα παράξενα παθήματα των πλασμάτων που ζούσαν ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων και των θρύλων.

Τα αιωνόβια δέντρα των τρεμιθιών έδιναν ζωή και ομορφιά στον τόπο. Αργότερα, όταν η γη πέρασε στην κατοχή της μεγάλης ευεργέτιδας της Χλώρακας, Ζήνας Κάνθερ, εκείνη τη δώρισε σε κατοίκους του χωριού. Όμως με το πέρασμα των χρόνων οι ανάγκες της ανάπτυξης άλλαξαν τη μορφή του τοπίου. Οι περισσότερες τρεμιθιές κόπηκαν για να ανεγερθούν οικοδομές, αφήνοντας πίσω τους μόνο τη μνήμη ενός τόπου που κάποτε ήταν γεμάτος ζωή και πράσινο.

Μια όμως μεγάλη τρεμιθιά έμεινε όρθια.

Στέκει ακόμη εκεί σαν ζωντανή μαρτυρία ενός κόσμου που χάθηκε. Θυμίζει τις εποχές που τα δέντρα είχαν ονόματα, οι τόποι είχαν ιστορίες και κάθε γωνιά της Χλώρακας κρατούσε μέσα της ένα παραμύθι.

Και έτσι ο τόπος έμεινε γνωστός μέχρι σήμερα ως οι Τρεμιθκιές της Ζήνας.


ΤΑ ΜΗΛΑ

Τα Μήλα είναι ένας τόπος που απλώνεται μέχρι την περιοχή με την ονομασία Καπηρός. Είναι μια βαθιά λαξιά, σκαμμένη από τα νερά του χειμώνα, που ξεκινά από τις παρυφές του οροπεδίου της Χλώρακας και κατεβαίνει αργά προς τη θάλασσα.

Τους χειμωνιάτικους μήνες, όταν οι βροχές ήταν δυνατές, μεγάλες ποσότητες όμβριων υδάτων συγκεντρώνονταν ψηλά και, πέφτοντας από τον γκρεμό σαν φυσικός καταρράκτης, παρέσερναν τα μαλακά χώματα. Με το πέρασμα των χρόνων τα νερά χάραξαν το δικό τους μονοπάτι και δημιούργησαν ένα μικρό φυσικό ποτάμι που οδηγούσε στη θάλασσα.

Η ονομασία Μήλα, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, προήλθε από παραφθορά της λέξης, καθώς στην περιοχή φύτρωναν πολλές κουρτουνιές, οι οποίες έδιναν στρογγυλούς καρπούς που έμοιαζαν με μικρά μήλα.

Ήταν ένας τόπος ανοιχτός προς τη θάλασσα, αλλά και γεμάτος μυστήριο. Οι παλιοί κάτοικοι διηγούνταν ιστορίες για αερικά περάσματα, για σκιές και ψυχές που, όπως πίστευαν, περνούσαν από εκεί τις νύχτες.

Έλεγαν πως τα παλιά χρόνια, μέχρι πριν από περίπου έναν αιώνα, τα Μήλα ήταν ένας τόπος που τον φοβούνταν. Τις σκοτεινές νύχτες, όταν η σιωπή σκέπαζε τη γη, ακούγονταν, όπως έλεγαν, τα κογκήματα των πεθαμένων και παράξενοι ήχοι που τρόμαζαν τους περαστικούς. Μέχρι που, σύμφωνα με την παράδοση, ένας καλόγερος που πέρασε από το χωριό έλυσε τα μάγια και ημέρεψε τον τόπο.

Ο ΚΑΠΥΡΟΣ

Ο Καπυρός βρίσκεται νοτιοδυτικά της Χλώρακας, μετά τις Τρεμιθκιές της Ζήνας, στα ριζά των υψωμάτων που συνορεύουν με τα Μήλα. Μαζί με τα χωράφια του Χρυσοχού και την Παλιά Βρύση, αποτελεί έναν τόπο που οι παλιοί θεωρούσαν ξεχωριστό, γεμάτο μυστήριο και ιστορίες που περνούσαν από γενιά σε γενιά.

Το τοπίο του Καπυρού είχε μια ιδιαίτερη ομορφιά. Παλιά, όταν ακόμα τα νερά έτρεχαν άφθονα και η γη ήταν πιο πλούσια σε βλάστηση, μια πηγή που ανάβλυζε ολοχρονίς πότιζε τον τόπο και δημιουργούσε ένα μικρό φυσικό παράδεισο. Στην άκρη του υψωνόταν ένας ψηλός γκρεμός με πετρώματα που, όταν ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, αντανακλούσαν τις ακτίνες του και σκορπούσαν μια δυνατή ζέστη. Από αυτή την πυρά του ήλιου, λέγεται πως πήρε το όνομά του ο τόπος, από τη λέξη «πυρά»: Καπυρός.

Ήταν όμως και ένας τόπος που γεννούσε φόβους και φαντασίες. Οι παλιοί γονείς, θέλοντας άλλοτε να φοβίσουν τα παιδιά τους για να μην απομακρύνονται και άλλοτε για να τα κρατούν φρόνιμα, έπλαθαν ιστορίες για παράξενα πλάσματα που κατοικούσαν εκεί. Οι σκοτεινές νύχτες, όταν το φεγγάρι χανόταν και ο αγέρας περνούσε ανάμεσα από τους βράχους, έκαναν τον τόπο να μοιάζει αλλιώτικος, σαν να έκρυβε μέσα του μυστικά από άλλους καιρούς.

Η στετέ μου η Δεσποινού μου διηγόταν πως στον Καπυρό κατοικούσαν οι πάουλλοι, που έπαιρναν τα άτακτα παιδιά, καθώς και μια λόττα με τα κούνια, ένα μεγάλο φοβερό πλάσμα που έβγαινε τις σκοτεινές χειμωνιάτικες νύχτες για να βρει τροφή για τα μικρά της.

Όταν τα μωρά δεν κοιμόντουσαν και ο αγέρας σφύριζε ανάμεσα στα δέντρα και στους βράχους, οι μανάδες και οι γιαγιάδες έλεγαν πως εκείνοι οι παράξενοι ήχοι ήταν οι κουδούνες που κρέμονταν στον λαιμό της λόττας και ακούγονταν κάθε φορά που έβγαινε να περιπλανηθεί. Έτσι τα παιδιά σκεπάζονταν καλά με το πάπλωμα και έμεναν ήσυχα, προσπαθώντας να αποκοιμηθούν γρήγορα, μήπως και τα ανακαλύψει το μεγάλο θεριό.

Σήμερα ο Καπυρός είναι ένας τόπος που κρατά περισσότερο τη μνήμη παρά τον φόβο. Οι ιστορίες των παλιών δεν ήταν μόνο παραμύθια, ήταν ένας τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι έδιναν ψυχή στους τόπους τους και μετέφεραν στα παιδιά τους τη φαντασία, τις αγωνίες και τα μυστικά μιας άλλης εποχής.

ΤΟ ΠΕΡΒΟΛΙ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ

Ο Χρυσοχός είναι ένας μικρός τόπος πάνω από την Παλιά Βρύση, στη βορειοδυτική πλευρά της Χλώρακας. Είναι ένα μικρό χωραφάκι, ίσα με μια βραχτή γης, που όμως η παράδοση το έντυσε με ιστορίες για χρυσάφι, μυστικά και ανθρώπους που αναζήτησαν την τύχη τους μέσα στα χώματα του.

Λέγεται πως τα παλιά χρόνια εκεί είχε το εργαστήρι του ένας τεχνίτης χρυσοχόος. Παρόλο που η Χλώρακα ήταν τότε ένα μικρό χωριό, εκείνος διάλεξε αυτό τον τόπο για να εγκατασταθεί, γιατί, σύμφωνα με την παράδοση, μέσα στα χώματα της περιοχής υπήρχαν μικρά ψήγματα χρυσού. Όταν οι γεωργοί όργωναν τα χωράφια τους, χώματα κολλούσαν πάνω στα ηνία των αρότρων και ανάμεσα τους βρίσκονταν μικρά κομμάτια χρυσού, τα οποία έδιναν στον χρυσοχόο για επεξεργασία.

Η παράδοση λέει πως στον μεγάλο σεισμό του 1443 το εργαστήρι καταστράφηκε και ένας τεράστιος βράχος κύλησε από τη θέση του και στάθηκε εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Υπατίου. Πάνω σε εκείνο τον βράχο οι κάτοικοι τοποθέτησαν ένα μικρό σιδερένιο κουτί, μέσα στο οποίο άναβαν καντήλι και τιμούσαν τον Άγιο Υπάτιο, τον θεραπευτή των μικρών παιδιών που αργούσαν να περπατήσουν.

Παλιά οι γονείς έφερναν εκεί τα παιδιά τους και έδεναν στα πόδια τους ένα λεπτό νήμα. Κρατώντας τα από τα χέρια τα βοηθούσαν να περπατήσουν γύρω από τον βράχο, μέχρι που η κλωστή κοβόταν. Πίστευαν πως τότε ο Άγιος θα έκανε το θαύμα του και το παιδί θα έβρισκε τη δύναμη να περπατήσει.

Οι παλιοί κάτοικοι διηγούνταν ακόμη πως μέσα στον μεγάλο βράχο υπήρχε ένα κρυφό άνοιγμα, κλεισμένο με μια πέτρινη θύρα τόσο καλά προσαρμοσμένη, που έμοιαζε σαν φυσικό σκάλισμα του βράχου. Πίσω από εκείνη τη μυστική πόρτα, έλεγαν πως ο χρυσοχόος φύλαγε τα χρυσάφια του, τα οποία έμειναν κρυμμένα μετά τον θάνατό του.

Η ίδια παράδοση λέει πως, όταν ο βράχος μετακινήθηκε από τον σεισμό και στάθηκε κοντά στην Παλιά Βρύση, ο Χατζηφίλιππος ο Τοκογλύφος, τότε ακόμη νεαρός, ανακάλυψε τυχαία το κρυφό άνοιγμα και βρήκε τα χρυσάφια. Με αυτό τον τρόπο απέκτησε μεγάλη περιουσία και αργότερα έγινε ένας από τους πιο εύπορους ανθρώπους του χωριού.

Μια άλλη ιστορία που έμεινε ζωντανή στη μνήμη των παλιών, μιλά για έναν Κύπριο αλχημιστή που ζούσε στη Βενετία και κάποτε επισκέφθηκε το μικρό εργαστήρι του Χρυσοχού. Ο χρυσοχόος τού παραχώρησε τον χώρο για λίγες μέρες και εκείνος κλείστηκε μέσα, ζητώντας μόνο από τους ζευγολάτες να του φέρνουν τα χώματα που κολλούσαν πάνω στα ηνία των αρότρων όταν όργωναν την περιοχή.

Ύστερα από μέρες, όταν ο αλχημιστής σταμάτησε να δίνει σημεία ζωής, οι χωριανοί άνοιξαν δειλά την πόρτα για να δουν τι είχε συμβεί. Το εργαστήρι ήταν άδειο. Πάνω όμως στο τραπέζι βρήκαν αφημένο ένα ψωμί φτιαγμένο από χρυσάφι.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ γιατί ο μυστηριώδης εκείνος άνθρωπος άφησε πίσω του το χρυσό ψωμί. Άλλοι είπαν πως ήταν ένα σημάδι της τέχνης του, άλλοι πως ήθελε να αφήσει μια παρακαταθήκη στους ανθρώπους του τόπου. Γιατί, σύμφωνα με τον θρύλο, ο μεγάλος αλχημιστής μπορούσε να μετατρέπει τον πηλό της γης σε χρυσάφι.

Έτσι έμεινε ο Χρυσοχός στη μνήμη των Χλωρακιωτών, ένας μικρός τόπος όπου η γη, η πίστη και η φαντασία ενώθηκαν και δημιούργησαν ιστορίες που ταξίδεψαν μέσα στον χρόνο.

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΗΣ

Τα παλιά χρόνια όταν η Χλώρακα ήταν ακόμη ένα μικρό χωριό κτισμένο στα ψηλώματα, μακριά από την εύφορη παραλιακή πεδιάδα, οι άνθρωποι ζούσαν πιο κοντά στη γη και στα νερά της.

Τα καλοκαίρια, όταν οι δουλειές στα χωράφια ήταν πολλές και η ζέστη του πρωινού έκανε δύσκολη την εργασία, οι γεωργοί κατέβαιναν στον κάμπο. Έστηναν πρόχειρα καταλύματα κάτω από τα δέντρα, έστρωναν πάνω στη γη και περνούσαν εκεί τις νύχτες, ώστε με το πρώτο φως της ημέρας να ποτίζουν και να περιποιούνται τα χωράφια τους πριν ανέβει ο ήλιος ψηλά.

Λίγο πριν τη θάλασσα, εκεί όπου άρχιζε ο δρόμος προς την Κάτω Πάφο, βρισκόταν ένα χωράφι που έμεινε γνωστό ως το χωράφι της Φιλόξενης. Εκεί, μια γυναίκα που την έλεγαν Φιλόξενη έστηνε το πρόχειρο υποστατικό της και καλλιεργούσε τη γη της.

Δίπλα στο χωράφι της βρισκόταν το Καμαρούι, μια παλιά βρύση με κρυστάλλινο νερό, που για αιώνες δρόσιζε τους ανθρώπους και πότιζε τα χωράφια του κάμπου. Μπροστά από τη βρύση περνούσε το μονοπάτι που οδηγούσε προς την Κάτω Πάφο. Όλοι οι περαστικοί από τα γύρω χωριά σταματούσαν εκεί για να ξεδιψάσουν, να ξεκουραστούν και να πάρουν λίγη ανάσα από τον δρόμο.

Η Φιλόξενη ήταν άνθρωπος καλόκαρδος. Άνοιγε την καρδιά και το σπίτι της στους περαστικούς, τους πρόσφερε νερό, καφέ και γλυκό, και τους έκανε να αισθάνονται σαν να βρίσκονταν στο δικό τους σπίτι. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι της έδωσαν το όνομα που ταίριαζε στον χαρακτήρα της: Φιλόξενη.

Μια μέρα ένα μικρό καραβάνι σταμάτησε στη βρύση. Η Φιλόξενη τους καλωσόρισε, τους φιλοξένησε και τους πρόσφερε ό,τι είχε. Οι διαβάτες ξαπόστασαν, ξεκουράστηκαν και ύστερα συνέχισαν τον δρόμο τους.

Μαζί με τα άλλα ζώα της είχε και ένα μικρό μουλούι, ένα ζώο που προερχόταν από διασταύρωση αλόγου και γαϊδάρου. Μετά από ώρα, η Φιλόξενη κατάλαβε πως το ζώο της έλειπε. Νόμισε πως ίσως είχε ακολουθήσει το καραβάνι και έτρεξε πίσω τους να το βρει.

Όταν τους πρόλαβε και ρώτησε για το μουλούι της, εκείνοι της είπαν πως δεν ήταν μαζί τους. Ένας από τους διαβάτες, βλέποντάς την στενοχωρημένη, προσπάθησε να την παρηγορήσει:

— Μην απελπίζεσαι. Γύρισε πίσω και ψάξε στα φωτιστικά της περιοχής. Ίσως να έπεσε σε κάποιο λάκκο και να το προλάβεις ζωντανό.

Η Φιλόξενη, ακούγοντας αυτά τα λόγια, πήρε θάρρος.

— Μα πώς είναι δυνατόν να έπεσε σε φωτιστικό και να είναι ακόμη ζωντανό; — αναρωτήθηκε.

Όμως η ελπίδα πως θα το έβρισκε ζωντανό την έκανε να γυρίσει γρήγορα πίσω. Έτρεξε και έφτασε ξανά στη βρύση, κουρασμένη όμως και διψασμένη.

Ήταν τόσο ποσταμένη και διψασμένη, που έσκυψε πάνω από τη βρύση και ήπιε βιαστικά, χωρίς να πάρει ανάσα. Μα η μεγάλη της λαχτάρα για νερό στάθηκε μοιραία. Το σώμα της δεν άντεξε την απότομη πόση μετά την τόση κούραση. Εκεί, δίπλα στη βρύση που τόσα χρόνια δρόσιζε τους ανθρώπους και τα χωράφια, έσκασε, έπεσε και πέθανε.

Το μικρό μουλούι είχε πέσει σε ένα φωτιστικό, έναν βαθύ λάκκο του λαγουμιού της βρύσης, και είχε πνιγεί χωρίς κανείς να γνωρίζει τι είχε απογίνει. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Μαυρονικόλας κατέβηκε στο φωτιστικό για να το καθαρίσει και εκεί, μέσα στο νερό που τόσα χρόνια έκρυβε το μυστικό, βρήκε τα απομεινάρια του μικρού ζώου και αποκάλυψε, ύστερα από δεκαετίες, το μυστικό που έκρυβε το Καμαρούι.

Η παράδοση λέει πως ακόμη ήταν άλιωτο, αφού το νερό του λαγουμιού τα είχε κρατήσει αναλλοίωτα μέσα στο πέρασμα του χρόνου.Έτσι έμεινε το όνομα «Το χωράφι της Φιλόξενης», ένας τόπος που θυμίζει μια εποχή όπου οι βρύσες δεν ήταν μόνο πηγές νερού, αλλά τόποι συνάντησης, ξεκούρασης και ανθρώπινης καλοσύνης.

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΗΣ ΑΛΗΠΑΤΟΥΣ

Ήταν κάποτε μια μικρή ορφανή κοπέλα που την έλεγαν Πατού. Ζούσε μόνη της σε ένα μικρό σπιτάκι, κτισμένο μέσα σε ένα μικρό χωραφάκι, όπου φύτρωναν τρεμιθιές, τερατσιές και βελανιδιές.

Ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών και, για να μπορέσει να ζήσει, πάλευε καθημερινά με τη γη. Μάζευε τεράτσια και έφτιαχνε τερατσόμελο, μάζευε τρεμίθια και έφτιαχνε τρεμιθόλαδο, ενώ τα βελανίδια τα χρησιμοποιούσε ως τροφή για τα ζώα. Καλλιεργούσε ακόμη λίγα χόρτα και οπωρικά, τα οποία πότιζε από την παλιά βρύση του χωριού, και τα πουλούσε στις νοικοκυρές της Χλώρακας.

Οι γυναίκες του χωριού την αγαπούσαν και τη βοηθούσαν όσο μπορούσαν. Ήταν ένα φτωχό κορίτσι, όμως τίμιο, εργατικό και καλόκαρδο. Στον ελεύθερο χρόνο της επισκεπτόταν τις χωριανές και πρόθυμα βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού. Εκείνες τη συμβούλευαν και της εύχονταν μια καλύτερη ζωή, να βρει έναν καλό άνθρωπο και να φτιάξει το δικό της σπιτικό.

Την ίδια εποχή περνούσε από τη Χλώρακα ένας μικρέμπορας που τον έλεγαν Αλή. Είχε έρθει στην Κύπρο από τα παράλια της Ανατολής και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Κτήματος. Κρατώντας μαζί του διάφορα εμπορεύματα, εργαζόταν ως γυρολόγος και γύριζε τα χωριά πουλώντας την πραμάτεια του.

Με τα χρόνια, με την εργατικότητα και τη νοικοκυροσύνη του, κατάφερε να προκόψει. Αγόρασε γη στη Γεροσκήπου, δημιούργησε το δικό του κτήμα, φύτεψε καλλιέργειες και έγινε ένας εύπορος άνθρωπος.

Όμως μέσα στην καρδιά του είχε κρατήσει μια παλιά ανάμνηση. Από τότε που, φτωχός ακόμη πραματευτής, περνούσε από τη Χλώρακα, είχε προσέξει την όμορφη και σεμνή Πατού. Δεν τόλμησε όμως ποτέ να της μιλήσει για την αγάπη του, γιατί τότε δεν είχε τίποτε να της προσφέρει.

Πέρασαν τα χρόνια. Και μια Κυριακή, μετά τη λειτουργία, ενώ οι χωριανοί κάθονταν στον καφενέ, φάνηκε από μακριά ένας καβαλάρης πάνω σε ένα ψηλό άλογο. Φορούσε αρχοντική φορεσιά και έδειχνε άνθρωπος που είχε γνωρίσει την προκοπή.

Οι χωριανοί τον κοίταξαν με απορία, μέχρι που τον αναγνώρισαν. Ήταν ο παλιός πραματευτής Αλής, που τώρα επέστρεφε στη Χλώρακα ως άρχοντας.

Δεν είχε έρθει όμως για να επισκεφθεί το χωριό. Είχε έρθει για να ζητήσει σε γάμο την Πατού.

Ο γάμος έγινε με χαρές και πανηγύρια. Οι χωριανοί χάρηκαν για την καλή τύχη της ορφανής κοπέλας που, μέσα από τις δυσκολίες της ζωής, βρήκε τον δρόμο της.

Ύστερα η Πατού έφυγε από το μικρό της χωράφι και ακολούθησε τον άντρα της. Η γη έμεινε σιγά-σιγά έρημη, τα τρεμίθια και τα τεράτσια συνέχισαν να φυτρώνουν χωρίς ανθρώπινο χέρι να τα φροντίζει, όμως το όνομα έμεινε ζωντανό μέχρι σήμερα:

«Το χωράφι της Αληπατούς».

Ένας τόπος που κρατά στη μνήμη του την ιστορία μιας φτωχής ορφανής κοπέλας και ενός ανθρώπου που, μέσα από τους δρόμους της ζωής, γύρισε πίσω για να εκπληρώσει μια παλιά αγάπη.

Το χωράφι της Αληπατούς βρίσκεται στη Χλώρακα, στην περιοχή της οδού Νικόλα Πενταρά και Αντώνη Χ΄Αχχιλλέα, περίπου διακόσια μέτρα από την παλιά βρύση του χωριού.

Ο ΜΕΛΑΝΟΣ

Ο Μέλανος είναι ένας υπερυψωμένος τόπος στα νότια σύνορα της Χλώρακας, προς τη μεριά της Κάτω Πάφου. Τα πετρώματα της περιοχής έχουν σκούρο, μελανό χρώμα, και από αυτή τη φυσική ιδιαιτερότητα πήρε το όνομά του ο τόπος.

Όμως οι παλιοί άνθρωποι της Χλώρακας διηγούνταν και μια άλλη ιστορία, μια ιστορία σκοτεινή που χάθηκε μέσα στα βάθη του χρόνου.

Έλεγαν πως σε παλιές εποχές, τότε που η δουλεία υπήρχε σε πολλούς τόπους του κόσμου και οι άνθρωποι που στερούνταν την ελευθερία τους θεωρούνταν ιδιοκτησία των αφεντικών τους, δεν είχε μείνει ανεπηρέαστη ούτε η Κύπρος. Σε διάφορες περιόδους της ιστορίας, άνθρωποι γνώρισαν τη σκλαβιά και την απάνθρωπη μεταχείριση, δουλεύοντας σε δύσκολες συνθήκες στη γη και στα έργα των ισχυρών.

Η παλιά αυτή παράδοση συνδέει την περιοχή της Πάφου με τα χρόνια των Φράγκων, όταν μεγάλα κτήματα πέρασαν στα χέρια φεουδαρχών και η καλλιέργεια της γης αναπτύχθηκε σε μεγάλη κλίμακα. Λέγεται πως τότε οι πεδιάδες της Πάφου, από τη Μάα μέχρι την Πέτρα του Ρωμιού, καλλιεργούνταν εκτεταμένα, ενώ τα νερά που έρχονταν από τα αυλάκια της Ρήγαινας βοηθούσαν στην άρδευση της γης μέχρι την περιοχή της Πάφου.

Μέσα σε αυτά τα παλιά χρόνια, μια διήγηση λέει πως στη Χλώρακα μια ομάδα σκλάβων, μη αντέχοντας άλλο τη σκληρή ζωή και την απάνθρωπη μεταχείριση από τον αφέντη τους, αποφάσισε να δραπετεύσει. Γνώριζαν πως η απόπειρά τους ήταν επικίνδυνη και πως ίσως πλήρωναν με τη ζωή τους την προσπάθεια για ελευθερία, όμως προτίμησαν να αγωνιστούν παρά να συνεχίσουν τη σκλαβιά.

Ο αφέντης τους τούς καταδίωξε μέχρι το ύψωμα που δεσπόζει πάνω από τον κάμπο της Χλώρακας. Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση, τους πρόλαβε και τους σκότωσε, θέλοντας να παραδειγματίσει όσους θα τολμούσαν να αντισταθούν.

Οι παλιοί έλεγαν πως το αίμα εκείνων των ανθρώπων πότισε τη γη και κατέβηκε μέχρι τη θάλασσα, δίνοντας στο τοπίο το σκούρο χρώμα του. Έτσι, ο τόπος ονομάστηκε Μέλανος, ενώ η κοντινή θαλάσσια περιοχή Μελανούθκια, σαν να κράτησαν μέσα στα χώματα και στα νερά το αίμα των σφαγιασθέντων σκλάβων της παλιάς τραγωδίας.

Και αν η ιστορία αυτή είναι θρύλος ή ανάμνηση από γεγονότα που χάθηκαν στον χρόνο, ένα πράγμα παραμένει: οι τόποι δεν κρατούν μόνο πέτρες και χώματα. Κρατούν μέσα τους τις φωνές, τους φόβους, τους αγώνες και τις ελπίδες των ανθρώπων που πέρασαν από πάνω τους.

ΤΟΠΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ, ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι τόποι της Χλώρακας δεν είναι μόνο ονόματα γραμμένα σε χάρτες. Είναι κομμάτια μιας γης που έζησε, πόνεσε, αγάπησε και κράτησε μέσα της τις φωνές των ανθρώπων της.

Από τις ακρογιαλιές της, όπου η θάλασσα αιώνες τώρα σμιλεύει τους βράχους και αφήνει την άμμο της να ταξιδεύει με τα κύματα, μέχρι τους λόφους και τις λαξιές της στεριάς, κάθε τόπος κρύβει μια ιστορία. Άλλοτε μια πραγματική ανάμνηση που πέρασε από στόμα σε στόμα, άλλοτε ένας θρύλος που γεννήθηκε μέσα στη φαντασία των ανθρώπων, αλλά πάντοτε δεμένος με τη ζωή του χωριού.

Το ΔΗΜΜΑ, ο Κοτσιάς, η Αλική, ο Πηλός, τα Μερσυνούθκια και ο Πάρακας κρατούν μέσα τους τη φωνή της θάλασσας και των ψαράδων που πάλευαν με τα κύματα. Οι παλιές βάρκες, οι μικροί ορμίσκοι, τα αλάτια, τα κρίνα του γιαλού και οι ιστορίες των ανθρώπων έγιναν μέρος της μνήμης του τόπου.

Η στεριά, όμως, έκρυβε κι αυτή τα δικά της μυστικά. Οι Τρεμιθκιές της Ζήνας, τα Μήλα, ο Καπυρός, το Περβόλι του Χρυσοχού, το χωράφι της Φιλόξενης, το χωράφι της Αληπατούς και ο Μέλανος δεν ήταν απλά χωράφια και τοπωνύμια. Ήταν τόποι όπου γεννήθηκαν ιστορίες για καλικάντζαρους, αερικά, παλιούς τεχνίτες, φτωχούς ανθρώπους, αγάπες, πλούτη, δυσκολίες και αγώνες.

Κάποτε οι άνθρωποι της Χλώρακας γνώριζαν κάθε πέτρα, κάθε δέντρο, κάθε βρύση και κάθε μονοπάτι. Ήξεραν πού φύτρωνε ένα λουλούδι, πού κρυβόταν μια πηγή, πού περνούσε το νερό του χειμώνα και πού γεννιόταν μια ιστορία. Η φύση και ο άνθρωπος ήταν δεμένοι με μια σχέση που σήμερα σιγά-σιγά χάνεται.

Πολλά άλλαξαν με τα χρόνια. Οι δρόμοι άνοιξαν, τα σπίτια πλήθυναν, η γη άλλαξε μορφή και πολλές παλιές εικόνες χάθηκαν. Όμως τα ονόματα έμειναν. Και μέσα στα ονόματα αυτά ζει η μνήμη ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια όπως παλιά.

Γιατί ένας τόπος δεν είναι μόνο η πέτρα και το χώμα του. Είναι οι άνθρωποι που περπάτησαν πάνω του, τα χέρια που τον καλλιέργησαν, οι φωνές που ακούστηκαν στις αυλές, οι ψαράδες που ταξίδεψαν στα νερά του, οι μανάδες που διηγούνταν ιστορίες στα παιδιά τους και οι παππούδες που φύλαξαν τις παραδόσεις.

Αυτοί είναι οι τόποι της Χλώρακας. Τόποι μικροί σε μέγεθος, αλλά μεγάλοι σε μνήμη. Τόποι που κουβαλούν μέσα τους αιώνες ζωής, θρύλους και αλήθειες, και περιμένουν να τους ξαναθυμηθούν οι άνθρωποι που τους αγαπούν.

12 Αυγούστου 2026

ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ ("ΑΠΑΝΤΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ")

 Η ΒΡΕΞΗ

Η Χλώρακα διαθέτει παραλίες επικίνδυνες και απόκρημνες, με βαθιά νερά, αλλά και ήμερες, με ήρεμα νερά και πεντακάθαρη ξανθή άμμο.

Η Βρέξη είναι μια παραθαλάσσια περιοχή στα νότια, εκεί όπου τελειώνει η Χλώρακα. Έχει μια μικρή έκταση με άμμο και, περίπου στη μέση, μια μικρή βραχώδη χερσόνησο που προχωρεί αρκετά μέτρα μέσα στη θάλασσα.

Στην άκρη αυτής της χερσονήσου υπάρχει μια τρύπα σαν σπηλιά, την οποία σκεπάζει το νερό. Όταν έχει τρικυμία και τα κύματα χτυπούν μέσα στη σπηλιά, συμπιέζεται ο αέρας που βρίσκεται στο εσωτερικό της και δημιουργείται ένας χαρακτηριστικός ήχος, ένα «φφ», σαν να φουρφουρίζει. Έτσι, το μικρό αυτό ακρωτήρι έμεινε γνωστό στους παλιούς ως ο Φουρφουρής.

Οι παλιοί κάτοικοι παρατηρούσαν πως, όταν ακουγόταν ο χαρακτηριστικός αυτός ήχος και ταυτόχρονα προς τα νότια η θάλασσα «γέμιζε» και κατέβαινε ο καιρός, σύντομα ερχόταν βροχή. Για τον λόγο αυτό, πιστεύεται ότι πήρε η περιοχή την ονομασία «Βρέξη».

Στους κυβερνητικούς χάρτες, «Φουρφουρής» δηλώνεται επίσης ως η ονομασία της ξέρας που βρίσκεται μέσα στη θάλασσα, μερικές εκατοντάδες μέτρα από την περιοχή του Δήμμα και της Βρέξης.

Για την ονομασία «Φουρφουρής» βρίσκουμε μια ενδιαφέρουσα λαογραφική μαρτυρία σε δημοσίευμα του περιοδικού «Πάφος», έκδοσης του 1942, από τον αρθρογράφο Χρ. Λίβα:

«Άμα χτυπά το Φερφουρίν για τρεις ώρες για τρεις ημέρες εσιει νερά».

Η λέξη «Φερφουρίν» είναι η ονομασία ενός άλλου νησιού που βρίσκεται προς την παραλία του χωριού Χλώρακας. Η λέξη «χτυπά» αναφέρεται στον υπόκωφο κρότο που κάνει η θάλασσα όταν χτυπά πάνω στον Φερφουρίν. Η παρατήρηση αυτή γινόταν συνήθως το φθινόπωρο προς τον χειμώνα, κυρίως τη νύχτα.

Οι κάτοικοι της Χλώρακας πίστευαν ότι, όταν αστράψει από τη διεύθυνση εκείνου του νησιού, θα έρθει βροχή, το πολύ σε τρεις ημέρες. Η ορθότητα της παρατήρησης αυτής, όπως αναφέρει ο αρθρογράφος, διαφαίνεται και από την ακόλουθη λαϊκή πρόγνωση:

«Άμα αστράφτει συχνά το Φερφουρίν, σε τρεις ώρες έχουμε νερά. Άμα αστράφτει αργά, σε τρεις ημέρες. Α’μμα στράψει του Τσιύκκου, αννίει ο τζιαιρός».

Η φράση «του Τσιύκκου» αναφέρεται στη διεύθυνση προς τη βουνοκορφή της Μονής Κύκκου.

Η θάλασσα της Βρέξης παλιά κατακλυζόταν από κόσμο από όλες τις γύρω περιοχές, καθώς βρισκόταν στην άκρη του χωριού, στα σύνορα με την πόλη της Πάφου. Δυστυχώς, πριν από αρκετά χρόνια, η άμμος που σκέπαζε την περιοχή υποχώρησε και η θάλασσα πήρε μαζί της μεγάλο μέρος της, αφήνοντας το τοπίο γυμνό και αποκρουστικό. Ήταν, κατά κάποιον τρόπο, μια εκδίκηση της φύσης, που προήλθε από την ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση των παράκτιων ακτών από τον άνθρωπο.

Το καλοκαίρι 2026 όμως, η φύση ίσως ημέρεψε. Σκέπασε και πάλι μεγάλο μέρος της παραλίας με ξανθή άμμο και έδωσε στα ήρεμα, διάφανα νερά ένα γαλαζοπράσινο χρώμα. Η χρυσαφένια άμμος της ακτής ενώθηκε με τα ήρεμα νερά του ποταμού της «Βρέξης», που ολοχρονίς τρέχουν, ποτίζοντας τις πικροδάφνες πάνω στην παραλία.

Στην παραλία της Βρέξης δεν υπάρχουν έντονα ρεύματα, ενώ τα νερά της είναι ομαλά και ρηχά. Η άμμος προχωρεί αρκετά μέσα στη θάλασσα και οι κολυμβητές μπορούν, κολυμπώντας ή ακόμη και περπατώντας, να φτάσουν στα βαθιά χωρίς ιδιαίτερο κίνδυνο.

Η Βρέξη απέχει λίγα μέτρα από την κύρια παραλιακή αρτηρία της Πάφου που οδηγεί προς δυσμάς και βρίσκεται μέσα σε έναν μικρό ορμίσκο. Το πράσινο της περιοχής, η άγρια ομορφιά, τα ολόλευκα βότσαλα και τα κρυστάλλινα νερά συνθέτουν ένα τοπίο μαγευτικό, όμορφο και ειδυλλιακό.

Είναι ένας σπουδαίος τόπος, όπου, αν ο επισκέπτης ξεχαστεί, μπορεί να απολαύσει ένα από τα ωραιότερα ηλιοβασιλέματα. Στο βάθος του ορίζοντα σχηματίζεται μια εικόνα σαν ζωγραφιά, καθώς ο ήλιος γέρνει πίσω από το όμορφο πλοίο που στέκει προσαραγμένο στις ξέρες του «Φουρφουρή», στη μέση του πελάγου της Χλώρακας.

ΤΑ ΜΕΛΑΝΟΥΘΚΙΑ

Μετά τη Βρέξη, προς τα νότια, βρίσκεται ένας μικρός και ήσυχος κολπίσκος που οι παλιοί ονόμαζαν «Μελανούθκια». Είναι μια μικρή παραθαλάσσια αγκαλιά, όπου το πέτρωμα του βυθού έχει σκούρο, μελανό χρώμα. Από αυτό το πέτρωμα αποτελείται και η στεριά που υψώνεται πάνω από τη θάλασσα, σχηματίζοντας τον μεγάλο τόπο που οι Χλωρακιώτες γνωρίζουν ως «Μέλανο».

Η ονομασία «Μελανούθκια» φαίνεται, λοιπόν, να είναι δεμένη με τον «Μέλανο». Η ίδια η γη, ο βράχος και η θάλασσα μοιάζουν να αποτελούν ένα ενιαίο τοπίο, που πήρε το όνομά του από το σκούρο χρώμα των πετρωμάτων του.

Όμως, όπως συμβαίνει με πολλά τοπωνύμια της Χλώρακας, πίσω από το όνομα κρύβεται και μια παλιά ιστορία που πέρασε από στόμα σε στόμα μέσα στους αιώνες.

Λέγεται πως στα πολύ παλιά χρόνια, όταν η δουλεία ήταν θεσμός και οι άνθρωποι μπορούσαν να αποτελούν ιδιοκτησία άλλων ανθρώπων, στην Πάφο υπήρχαν μεγάλοι αριθμοί σκλάβων. Άλλοι εργάζονταν στα χωράφια και άλλοι στα μεταλλεία και στα λατομεία, κάτω από σκληρές και απάνθρωπες συνθήκες.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, κάποτε ένας από τους σκλάβους, μη αντέχοντας άλλο τα βασανιστήρια και την καταπίεση, κατάφερε να σκοτώσει τον φύλακά του, να πάρει τα κλειδιά και να ελευθερώσει τους υπόλοιπους. Όλοι μαζί έφυγαν και συγκεντρώθηκαν στο οροπέδιο του Μελάνου.

Εκεί, όμως, τους περικύκλωσαν οι στρατιώτες του αφέντη τους.

Η παράδοση λέει πως δόθηκε διαταγή να μη μείνει κανένας ζωντανός. Και τότε άρχισε η σφαγή. Άντρες, γυναίκες, γέροι και παιδιά έπεσαν νεκροί πάνω στη γη του Μελάνου.

Λέγεται πως το αίμα των σκοτωμένων έτρεξε από το ύψωμα προς τη θάλασσα, και το νερό του μικρού όρμου βάφτηκε μελανό.

Από αυτή την τραγική παράδοση, σύμφωνα με τους παλιούς, πήρε ο τόπος το όνομα «Μέλανος» και η θάλασσα κάτω από αυτόν το όνομα «Μελανούθκια».

Δεν γνωρίζουμε αν η ιστορία αυτή αποτελεί πραγματικό ιστορικό γεγονός ή αν, μέσα στο πέρασμα των αιώνων, η λαϊκή μνήμη έπλασε γύρω από το παράξενο, σκούρο χρώμα των πετρωμάτων μια δραματική ιστορία. Οι θρύλοι, άλλωστε, πολλές φορές γεννιούνται ακριβώς έτσι: από ένα τοπίο που ξεχωρίζει και από ένα όνομα που οι άνθρωποι θέλησαν να εξηγήσουν.

Κι εδώ, η εξήγηση ήταν σκληρή και μακάβρια: η γη του Μελάνου και η θάλασσα των Μελανουθκιών πήραν το όνομά τους, όπως έλεγαν οι παλιοί, από το αίμα εκείνων που σφαγιάστηκαν πάνω από την ακτή.

Σήμερα, ο μικρός κολπίσκος των Μελανούθκιων έχει σχεδόν την ίδια όψη. Τα νερά του αγγίζουν τα σκούρα πετρώματα της ακτής και το μελανό χρώμα του βυθού αντανακλάται μέσα στο διάφανο θαλασσινό νερό. Πάνω από τη θάλασσα, όμως, ο Μέλανος έχει αλλάξει. Εκεί όπου κάποτε απλωνόταν ένας άγριος και σχεδόν έρημος τόπος, με το μελανί χρώμα των πετρωμάτων να κυριαρχεί στο τοπίο, σήμερα υψώνονται λευκές οικοδομές και κατοικίες, με θέα προς την Κάτω Πάφο και το ανοιχτό πέλαγος.

Αλλά τα ονόματα έμειναν.

Ο Μέλανος στη στεριά.

Τα Μελανούθκια στη θάλασσα.

Δυο τοπωνύμια που, ακόμη και σήμερα, κρατούν μέσα τους τη μνήμη ενός τόπου όπου η γη και η θάλασσα ενώνονται όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και μέσα από τις ιστορίες που διηγούνταν οι παλιοί.

Η ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΡΟΔΑΦΙΝΙΩΝ

Στην άκρη της Χλώρακας, εκεί όπου η στεριά συναντούσε τη θάλασσα, υπήρχε κάποτε ένα από τα πιο εντυπωσιακά φυσικά αξιοθέατα του τόπου. Ήταν η θαλασσινή λίμνη των Ροαφινιών, μια βαθιά, αλμυρή λίμνη που επικοινωνούσε υπόγεια με τη θάλασσα.

Όταν η θάλασσα αγρίευε και ερχόταν τρικυμία, η ορμή των κυμάτων που εισχωρούσαν μέσα από τα υπόγεια περάσματα δημιουργούσε έναν υπόκωφο, δυνατό θόρυβο, ένα βαθύ και υποχθόνιο βρυχηθμό. Οι παλιοί τον άκουγαν σαν προειδοποίηση πως από τον νότο πλησίαζε η χειμωνιάτικη βροχή.

Ήταν το μπουμπουνητό της θάλασσας όταν θύμωνε και χτυπούσε αδυσώπητα τα τοιχώματα της λίμνης, σκάβοντάς τα όλο και βαθύτερα μέσα στο πέρασμα των αιώνων. Και κάθε τόσο, η δύναμη των κυμάτων δημιουργούσε ένα εντυπωσιακό θέαμα: νερό εκτοξευόταν ψηλά σαν πυκνό σύννεφο, θυμίζοντας ηφαίστειο που ξερνά καπνό.

Για χιλιάδες χρόνια η λίμνη υπήρχε εκεί, ανάμεσα στα θεόρατα βράχια της ακτής της Χλώρακας. Γύρω της γεννήθηκαν ιστορίες και παραδόσεις, γεγονότα που με το πέρασμα του χρόνου πήραν τη μορφή παραμυθιών. Ήταν ένας φυσικός πλούτος της κοινότητας, ένα ξεχωριστό αξιοθέατο και ένα σημείο αναφοράς για όλες τις γενιές.

Τα παιδιά της Χλώρακας μεγάλωσαν δίπλα της. Εκεί έμαθαν να κολυμπούν και εκεί έπαιζαν τους πειρατές. Οι ψαράδες μάζευαν φτίρα για να ζημώσουν πασμό, ενώ οι νεαροί, τις νύχτες με το πιροφάνι, έμπαιναν στα νερά της και έβγαζαν αστακούς, που κάποτε υπήρχαν σε αφθονία μέσα στη θαλασσινή λίμνη.

Η λίμνη δεν ήταν απλώς ένας γεωγραφικός τόπος. Ήταν μέρος της παιδικής ηλικίας, της ζωής και της μνήμης των ανθρώπων της Χλώρακας.

Και ίσως γι’ αυτό γεννήθηκε ένας από τους πιο τρυφερούς μύθους του τόπου.

Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη της Χλώρακας, μέσα στη μικρή θαλασσινή λίμνη των Ροαφινιών, ζούσε μια μικρή και όμορφη γοργόνα. Αγαπούσε τους ανθρώπους και δεν τους φοβόταν. Όταν τα νερά ήταν ήσυχα, ξεπρόβαλλε από τη λίμνη και συνομιλούσε μαζί τους.

Είχε, λέει, το μικρό χωριό της Χλώρακας υπό την προστασία της. Δεν άφηνε κανένα κακό ξόρκι να επηρεάσει την ηρεμία των κατοίκων και έτσι εκείνοι ζούσαν ευτυχισμένοι, καλλιεργώντας την όμορφη γη που τους είχε χαρίσει η φύση.

Κάποτε, πριν από εκατοντάδες χρόνια, ένας νέος αγάπησε παράφορα τη γοργόνα. Ήθελε να την κάνει δική του, μα αυτό ήταν αδύνατο, γιατί εκείνη ήταν γοργόνα και νεράιδα, πλάσμα διαφορετικό από τους ανθρώπους. Η μεγάλη του θλίψη την έκανε να τον λυπηθεί.

Του πρότεινε τότε μια συμφωνία.

Να αγαπιούνται πλατωνικά και να αρκεστούν μόνο σε αυτό.

Ο νέος, μη έχοντας άλλη επιλογή, δέχτηκε.

Και τα χρόνια περνούσαν. Κάθε μέρα, δίπλα στη μικρή λιμνοθάλασσα, ο νέος καθόταν με τις ώρες και συνομιλούσε με τη γοργόνα. Με τον καιρό, εκείνη αγάπησε και αυτή το παλικάρι. Έτσι, οι δυο τους έζησαν αγαπημένοι, ο καθένας στον δικό του κόσμο.

Πέρασαν πολλά χρόνια και ο νέος έγινε μεσήλικας. Μια μέρα, γεμάτος ανησυχία, τη ρώτησε τι θα απογινόταν αν κάποτε έπαυε να τον αγαπά, αφού οι γοργόνες δεν γερνούν όπως οι άνθρωποι.

Η γοργόνα τού απάντησε πως θα τον αγαπούσε για πάντα, ακόμη και μετά τον θάνατό του. Η αγάπη της γι’ αυτόν, είπε, θα έπαυε μόνο όταν θα έπαυε να υπάρχει η μικρή θαλασσινή λίμνη των Ροαφινιών.

Κάποτε το παλικάρι πέθανε. Το πνεύμα του, όμως, σύμφωνα με τον μύθο, έμεινε ζωντανό. Πλανιόταν πάνω από το χωριό, προστάτευε τους ανθρώπους και έκανε παρέα στην αγαπημένη του γοργόνα.

Έτσι πέρασαν εκατοντάδες χρόνια.

Ώσπου ήρθε η «πρόοδος» και η ανάπτυξη.

Με τον καιρό, η λίμνη άρχισε να καταστρέφεται. Μπάζα και πέτρες έπεσαν μέσα της, ενώ, σύμφωνα με την τοπική αφήγηση, αποχετεύσεις και απόνερα ξενοδοχειακών μονάδων επιβάρυναν τα νερά της. Η φυσική της μορφή αλλοιώθηκε και η λίμνη, που για αιώνες αποτελούσε μέρος της ζωής της Χλώρακας, άρχισε σιγά σιγά να χάνεται.

Και τότε, λέει ο μύθος, χάθηκε και η γοργόνα.

Η υπόσχεσή της είχε εκπληρωθεί.

Μαζί της έσβησε και το πνεύμα του παλικαριού που για εκατοντάδες χρόνια προστάτευε το χωριό.

Από τότε, σύμφωνα με τον μύθο, όλα άλλαξαν.

Οι άνθρωποι έγιναν πιο άπληστοι και, με μοναδική έγνοια τον πλουτισμό και την «πρόοδο», άρχισαν να τσιμεντώνουν τη γη και να υψώνουν πολυώροφα κτίρια. Εκεί όπου κάποτε υπήρχαν πράσινα χωράφια, καλλιέργειες και παρθένες καυκάλλες με άγρια βλάστηση και πανίδα, απλώθηκε το μπετόν. Δημιουργήθηκαν όμορφα πεζοδρόμια και ακόμη ομορφότερες πλατείες, στρωμένες με τουβλάκια, για να μη λερώνουν τα παπούτσια τους οι επισκέπτες.

Και κάπου μέσα σε όλη αυτή την «πρόοδο», ο άνθρωπος ξέχασε κάτι σημαντικό.

Ξέχασε τη φύση.

Δεν φρόντισε να αξιοποιήσει τον τόπο του με τρόπο ώστε η ανάπτυξη να συνυπάρχει με το φυσικό περιβάλλον. Σκέφτηκε περισσότερο τον υλικό πλούτο και λιγότερο τον φυσικό πλούτο που κληρονόμησε.

Η θαλασσινή λίμνη των Ροαφινιών ήταν κάποτε ένας ζωντανός τόπος. Είχε νερό, βράχια, ψάρια, αστακούς, παιδιά που κολυμπούσαν, ψαράδες που εργάζονταν και ανθρώπους που μεγάλωναν μαζί της. Είχε ακόμη και τη δική της γοργόνα.

Σήμερα, μπορεί η γοργόνα να υπάρχει μόνο μέσα στον μύθο.

Όμως ίσως ο μύθος της να έμεινε για να μας θυμίζει κάτι που η φύση δεν μπορεί να μας πει με λόγια:

πως όταν χαθεί ο τόπος, χάνεται μαζί του και ένα κομμάτι από την ψυχή των ανθρώπων που έζησαν κοντά του.

ΡΟΔΑΦΙΝΙΑ

Τα Ροδαφίνια είναι ένας από τους πιο γνωστούς παραθαλάσσιους τόπους της Χλώρακας. Η θάλασσα και η θαλασσινή λίμνη των Ροδαφινιών, που εφάπτονται μεταξύ τους και φέρουν το ίδιο όνομα, αποτελούν ουσιαστικά ένα ενιαίο φυσικό τοπίο, δεμένο με τη γεωγραφία, τη φύση, αλλά και την ιστορία του τόπου.

Η περιοχή των Ροδαφινιών συνδέεται με τα Αρκάτζια, μια περιοχή κοντά στο γήπεδο και στον Άγιο Νικόλαο. Εκεί υπάρχει ένα μικρό αργάκι με τρεχούμενο νερό, το οποίο κατευθύνεται προς τη θάλασσα και ενώνεται με άλλο αργάκι που έρχεται από την περιοχή των Ορμανιών. Τα νερά τους, μαζί με το νερό που ολοχρονίς τρέχει από τη βρύση Καμαρούι, ενώνονται και συνεχίζουν την πορεία τους προς τη θάλασσα.

Κατά μήκος των νερών αυτών φύτρωναν πολλές ροδαφινιές, δηλαδή πικροδάφνες, που έφταναν μέχρι την ακτή. Οι ροδαφινιές έδιναν στο τοπίο τη δική τους ξεχωριστή όψη και από αυτές πήρε ο τόπος το όνομά του: Ροδαφίνια.

Η θάλασσα των Ροδαφινιών είναι μικρή και συνήθως ήρεμη, χωρίς έντονα ρεύματα, με χοντρή και καθαρή άμμο στρωμένη στην παραλία. Είναι ένας ιδανικός τόπος για κολύμπι, τον οποίο οι κάτοικοι της Χλώρακας χρησιμοποιούσαν από παλιά για τα θαλασσινά τους μπάνια.

Μα ακριβώς δίπλα της βρίσκεται και η παλιά θαλασσινή λίμνη των Ροδαφινιών, ένας φυσικός σχηματισμός που για αιώνες αποτελούσε ξεχωριστό σημείο αναφοράς για τους κατοίκους. Εκεί μεγάλωσαν γενιές παιδιών, εκεί έμαθαν να κολυμπούν και εκεί έζησαν ιστορίες και παραδόσεις που πέρασαν από στόμα σε στόμα.

Έτσι, τα Ροδαφίνια δεν είναι μόνο ένας τόπος με ήρεμα νερά και καθαρή άμμο. Είναι ένα τοπίο όπου η φύση, η μνήμη και η ιστορία συναντώνται.

Και η ιστορία τους είναι μεγάλη.

Σήμερα, η ακτή των Ροδαφινιών είναι μια πολυσύχναστη τουριστική περιοχή. Την περίοδο όμως του Κυπριακού Απελευθερωτικού Αγώνα του 1955–1959 ήταν ένας απόμακρος και ερημικός τόπος. Η ησυχία και η απομόνωσή της την έκαναν ιδανική για μια αποστολή που έπρεπε να μείνει κρυφή.

Εκεί, στην ακτή των Ροδαφινιών, έφτασε το πλοιάριο «Άγιος Γεώργιος», μεταφέροντας τα πρώτα φορτία οπλισμού για τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ. Η μυστική παραλαβή, όμως, έγινε αντιληπτή από τους Άγγλους και το πλοιάριο συνελήφθη μαζί με το πλήρωμά του και τους Χλωρακιώτες αγωνιστές που είχαν μεταβεί στην ακτή για να παραλάβουν τον οπλισμό.

Η σύλληψη του «Αγίου Γεωργίου» αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που συνδέουν τη Χλώρακα με την έναρξη του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα. Η μικρή και τότε ερημική ακτή των Ροδαφινιών έγινε έτσι ένας από τους τόπους όπου η τοπική ιστορία συναντήθηκε με τη μεγάλη ιστορία της Κύπρου.

Στην ακτή υπάρχει σήμερα μια μικρή και απέριττη πέτρινη πλάκα, που κρατά ζωντανή τη μνήμη εκείνου του γεγονότος. Αναγράφονται τα ονόματα του καπετάνιου Ευάγγελου Λουκά Κουταλιανού, του πλοιοκτήτη Ανάργυρου Μέλιου και των ναυτών Μιχάλη Χριστοδουλάκη και Μιχάλη Αλιφραγκή, καθώς και των επτά Χλωρακιωτών αγωνιστών που είχαν μεταβεί στην ακτή για την παραλαβή του οπλισμού:

Κώστας Λεωνίδα, Χριστάκης Εύζωνας, Κυριάκος Μαυρονικόλας, Νικόλας Μαυρονικόλας, Μιχαλάκης Παπαντωνίου, Νικόλας Πενταράς και Χριστόδουλος Πενταράς.

Πέρασαν τα χρόνια.

Η άλλοτε απόμερη ακτή έγινε τουριστική παραλία. Τα μονοπάτια έγιναν δρόμοι, οι ερημιές γέμισαν σπίτια και ξενοδοχεία και οι άνθρωποι που κάποτε έφταναν κρυφά στην ακτή, με την αγωνία μιας μυστικής αποστολής, αντικαταστάθηκαν από λουόμενους που έρχονται για να χαρούν τα ήρεμα νερά της.

Όμως η θάλασσα κράτησε τη μνήμη.

Οι ροδαφινιές έδωσαν το όνομα στον τόπο.

Η λίμνη και η θάλασσα κράτησαν το ίδιο όνομα.

Και η ίδια ακτή έγινε μάρτυρας ενός γεγονότος που έμεινε χαραγμένο στην ιστορία της Χλώρακας.

Τα Ροδαφίνια δεν είναι μόνο μια μικρή όμορφη θάλασσα.

Είναι ένας τόπος όπου η φύση και η ιστορία ακουμπούν η μία την άλλη, όπως ακουμπούν η θάλασσα και η λίμνη.

Εκεί όπου κάποτε άνθιζαν οι ροδαφινιές, εκεί όπου τα παιδιά της Χλώρακας μάθαιναν να κολυμπούν και όπου η θάλασσα επικοινωνούσε με τη βαθιά λίμνη των Ροδαφινιών, κάποτε έφτασε κρυφά ένα μικρό πλοιάριο φορτωμένο με οπλισμό.

Και σήμερα, κάτω από τον ίδιο ουρανό, η θάλασσα συνεχίζει να απλώνεται ήρεμη.

Μόνο που τώρα, όποιος κοιτάζει τα νερά της, μπορεί να δει μέσα τους όχι μόνο την ομορφιά ενός παραθαλάσσιου τόπου, αλλά και τη μνήμη μιας Χλώρακας που έζησε, αγωνίστηκε και άλλαξε.

ΜΟΥΤΤΗ ΤΩΝ ΡΟΑΦΙΝΙΩΝ

Η Μούττη των Ροαφινιών είναι η φυσική συνέχεια των Ροδαφινιών και βρίσκεται ανάμεσα στα Ροδαφίνια και στο Δήμμα. Είναι ένα μικρό, χαμηλό ακρωτήριο, σχεδόν στο ύψος της θάλασσας, όπου η στεριά προχωρεί λίγο μέσα στο πέλαγος.

Όταν η θάλασσα έχει τρικυμία, τα κύματα σκεπάζουν τον χαμηλό αυτό τόπο και αφήνουν πίσω τους μικρές λεκάνες με θαλασσινό νερό. Όταν ύστερα ο καιρός γαληνεύει και το νερό εξατμίζεται από τον ήλιο, μένει πίσω καθαρό, λευκό αλάτι.

Έτσι, στη Μούττη των Ροαφινιών υπήρχε μια μικρή φυσική αλυκή, η δεύτερη στη Χλώρακα, όπου οι κάτοικοι προσέτρεχαν παλιότερα για να μαζέψουν αλάτι. Ήταν ένα από τα μικρά δώρα που έδινε η θάλασσα στους ανθρώπους του τόπου.

Τους χρόνους της Αγγλοκρατίας, όμως, η συλλογή αλατιού από τέτοιους φυσικούς χώρους απαγορευόταν. Οι αποικιακές αρχές ήθελαν να διατηρούν τα έσοδα από την παραγωγή και την πώληση του αλατιού, το οποίο εξορυσσόταν κυρίως από την Αλυκή της Λάρνακας.

Για την εφαρμογή της απαγόρευσης υπήρχαν διορισμένοι φύλακες των αλυκών, οι γνωστοί στους ντόπιους ως «αλικάτωρες», οι οποίοι περιπολούσαν στις ακτές και κατήγγελλαν όσους μάζευαν παράνομα αλάτι. Τα πρόστιμα ήταν βαριά αλλά το αλάτι απαραίτητο για την καθημερινή ζωή. Έτσι, οι κάτοικοι, όταν πήγαιναν να το μαζέψουν, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μην τους αντιληφθούν.

Από εκείνα τα χρόνια έμεινε και μια ιστορία που οι παλιοί διηγούνταν στη Χλώρακα.

Λέγεται πως μια φορά η Μαρίκα, κόρη του Χριστόδουλου Αζίνα, πιάστηκε επ’ αυτοφώρω από έναν αλικάτωρα, τον Σαβαώ, που καταγόταν από την Τσάδα.

Η Μαρίκα, θέλοντας να γλιτώσει τη σύλληψη, σκέφτηκε έναν παράξενο τρόπο να τον αποτρέψει από το να την πλησιάσει. Έβγαλε τα εξωτερικά της ρούχα και, φορώντας μόνο το μακρύ υποκάμισο, το μισοφόρι, ξάπλωσε μέσα σε μια μεγάλη λάντα με θαλασσινό νερό.

Εκείνους τους καιρούς η ηθική τιμή θεωρούνταν άγραφος και απαραβίαστος νόμος. Η Μαρίκα πίστευε πως ο αλικάτωρας δεν θα τολμούσε να πλησιάσει μια γυναίκα που βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση.

Ο Σαβαώς, όμως, δεν υποχώρησε. Πλησίασε και της ζήτησε τα στοιχεία της, για να την καταγγείλει. Η γυναίκα, φοβισμένη, του έδωσε ψεύτικο όνομα, ελπίζοντας πως θα κατάφερνε να τον ξεγελάσει.

Εκείνος, όμως, υποψιασμένος, της είπε πως το δειλινό θα ανέβαινε στο χωριό για να εξακριβώσει την αλήθεια, καθώς η Χλώρακα ήταν τότε μικρός τόπος και η ταυτότητα οποιουδήποτε κατοίκου μπορούσε εύκολα να διαπιστωθεί.

Η Μαρίκα έφυγε φοβισμένη και απελπισμένη. Στον δρόμο προς το χωριό συνάντησε τον Συμεών Λιασίδη, στενό συγγενή της, και του διηγήθηκε όσα είχαν συμβεί.

Ο Συμεών ήταν ένας πονηρός και σιεϊττάνης νεαρός. Της είπε να μην ανησυχεί και πως θα φρόντιζε ο ίδιος να διορθώσει το κακό.

Ροβόλησε προς τη θάλασσα και βρήκε τον Σαβαώ.

Ο Συμεών είχε μεγάλη σωματική δύναμη και, σύμφωνα με την ιστορία, άρπαξε τον αλικάτωρα και τον έδειρε άγρια, κατηγορώντας τον ότι είχε ενοχλήσει μια συγγένισσά του, η οποία έκανε μπάνιο στη θάλασσα.

Ο Σαβαώς, φοβισμένος από όσα συνέβησαν, δεν τόλμησε τελικά να καταγγείλει τη Μαρίκα. Η ιστορία λέει πως, αν το έκανε, θα ήταν δύσκολο να πείσει τους δικαστές για την εκδοχή του, καθώς η συμπεριφορά του απέναντι στη γυναίκα μπορούσε να θεωρηθεί πολύ σοβαρή παράβαση.

Η ιστορία, όμως, δεν τελείωσε εκεί.

Λίγο καιρό αργότερα, σύμφωνα πάντα με την τοπική παράδοση, ο Σαβαώς βρέθηκε νεκρός σε μια παραλία της Πέγειας.

Η παράδοση διηγείται πως τρία αδέλφια, βοσκοί που είχαν μεγάλη ανάγκη από αλάτι για την παρασκευή των χαλουμιών τους και τα οποία ο Σαβαώς κυνηγούσε επειδή το μάζευαν παράνομα, του έστησαν καρτέρι. Με μανίκια από υποκάμισα γεμάτα άμμο, λέγεται πως τον χτύπησαν στο στομάχι μέχρι θανάτου, χωρίς να αφήσουν εμφανή σημάδια στο σώμα του.

Έτσι, κατά την αφήγηση των παλιών, ο θάνατός του φάνηκε σαν φυσικός.

Δεν γνωρίζουμε πόση αλήθεια κρύβεται πίσω από αυτή την ιστορία και πόση προστέθηκε με τα χρόνια από τη λαϊκή φαντασία. Όμως τέτοιες ιστορίες αποτελούν μέρος της μνήμης ενός τόπου. Και η Μούττη των Ροαφινιών δεν ήταν μόνο ένα μικρό ακρωτήριο που προχωρούσε μέσα στη θάλασσα.

Ήταν ένας τόπος όπου η θάλασσα έδινε αλάτι στους ανθρώπους, όπου οι κάτοικοι αγωνίζονταν να το μαζέψουν κρυφά και όπου μια μικρή φυσική αλυκή έγινε μέρος της καθημερινής ζωής και των ιστοριών της Χλώρακας.

Σήμερα, η Μούττη των Ροδαφινιών εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί, στη συνέχεια των Ροδαφινιών, ανάμεσα στη στεριά και στο πέλαγος.

Η αλυκή μπορεί να έχει χαθεί ή να έχει αλλάξει μορφή.

Το αλάτι μπορεί να μην το μαζεύει πια κανένας.

Όμως το όνομα έμεινε.

Και μαζί του έμειναν οι ιστορίες των ανθρώπων που κάποτε έσκυβαν πάνω από τα βράχια της θάλασσας για να μαζέψουν το πολύτιμο αλάτι που τους άφηνε ο ήλιος.

ΟΙ ΞΕΡΕΣ ΤΟΥ ΦΟΥΡΦΟΥΡΗ

Η θαλάσσια περιοχή της Κύπρου, όπως και ολόκληρη η Μεσόγειος, είναι διάσπαρτη με ίχνη αρχαίων ναυαγίων. Η θάλασσα της Χλώρακας, ένας φυσικός δρόμος πλοίων από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, κρατά και αυτή τα δικά της μυστικά στον βυθό της.

Στην ακτογραμμή της Χλώρακας, ανάμεσα στην περιοχή «Δήμμα» και στη Μούττη των Ροδαφινιών, περίπου πεντακόσια μέτρα από τη στεριά, βρίσκονται οι ξέρες του Φουρφουρή.Είναι ένα επικίνδυνο θαλάσσιο σημείο, πάνω στο οποίο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των παλιών και τα ευρήματα που έχουν εντοπιστεί στον βυθό, τσακίστηκαν πολλά πλοία στο πέρασμα των αιώνων.

Σπασμένοι αμφορείς και άλλα αντικείμενα που βρίσκονται διάσπαρτα γύρω από τις ξέρες μαρτυρούν πως η περιοχή γνώρισε πολλά ναυάγια. Οι ισχυροί άνεμοι που συχνά πνέουν στη θάλασσα της Χλώρακας, σε συνδυασμό με το ανοικτό πέλαγος, δημιουργούσαν μεγάλες θαλασσοταραχές που παρέσυραν τα πλοία και τα οδηγούσαν πάνω στους επικίνδυνους βράχους.

Δεν υπάρχουν γραπτές αναφορές για τα περισσότερα από αυτά τα ναυάγια. Η θάλασσα όμως κρατά τις δικές της μαρτυρίες. Δύτες που γνώρισαν τον βυθό της περιοχής αναφέρουν πως ακόμη και σήμερα υπάρχουν υπολείμματα φορτίων και αντικείμενα από πλοία που χάθηκαν στα νερά του Φουρφουρή.

Για δύο, όμως, πλοία υπάρχουν συγκεκριμένες αναφορές. Το ένα είναι το θρυλικό «Χρυσοκάραβο» του Χακή Αλεξανδρή, όπως έμεινε γνωστό στην τοπική παράδοση, το οποίο χάθηκε με τραγικό τρόπο στις ξέρες του Φουρφουρή, αφήνοντας πίσω του νεκρούς που η θάλασσα ξέβρασε στην ακτή. Το άλλο είναι το «Δημήτριος ΙΙ», το οποίο έμεινε σφηνωμένο πάνω στις ξέρες και έγινε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία αναφοράς της Χλώρακας.

Ανάμεσα στις παλιές ιστορίες που συνδέθηκαν με τον Φουρφουρή ξεχωρίζει ο θρύλος του «Χρυσοκάραβου».

Από προφορικές μαρτυρίες παλαιών κατοίκων και από λαϊκό ποίημα που κατέγραψε ο ηγούμενος Μαχαιρά Γρηγόριος το 1945 στα «Κυπριακά Χρονικά», μαθαίνουμε για το τραγικό ναυάγιο που, σύμφωνα με την παράδοση, συνέβη γύρω στη δεκαετία του 1810.

Ήταν ένα επιβατικό πλοίο που οι άνθρωποι ονόμασαν «Χρυσοκάραβο», επειδή, όπως έλεγαν, μετέφερε πλούσιους επιβάτες που ταξίδευαν προς τους Αγίους Τόπους. Το πλοίο, σύμφωνα με την παράδοση, βούλιαξε στις ξέρες του «Φερφουρή» και όλοι οι επιβάτες χάθηκαν.

Το λαϊκό τσιαττιστό αποτελεί έναν θρήνο για τις δύσκολες ώρες που πέρασαν οι άνθρωποι εκείνοι και για το τραγικό τέλος τους. Ανάμεσα στους επιβάτες, όπως αναφέρεται στην παράδοση, βρίσκονταν και μέλη σημαντικών κυπριακών οικογενειών, όπως η οικογένεια του δραγουμάνου Χατζηγεωργάκη.

Γύρω από το ναυάγιο δημιουργήθηκαν με τα χρόνια πολλοί θρύλοι. Οι άνθρωποι μιλούσαν για θησαυρούς που ξέβραζε η θάλασσα της Χλώρακας, για παράξενα περιστατικά και για μυστήρια που έκρυβε ο βυθός του Φουρφουρή. Όπως συμβαίνει με πολλές παλιές ιστορίες της θάλασσας, η πραγματικότητα και η φαντασία ενώθηκαν και δημιούργησαν έναν κόσμο γεμάτο μυστήριο.

Πολλά χρόνια αργότερα, ένα άλλο πλοίο έμελλε να συνδέσει το όνομά του με τις ξέρες του Φουρφουρή.

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ του Μαρτίου του 1998, το ελληνικό φορτηγό πλοίο «Δημήτριος ΙΙ», υπό σημαία Ονδούρας, το οποίο μετέφερε ξυλεία από τη Χαλκίδα με προορισμό τη Λεμεσό και τη Βηρυτό, βρέθηκε αντιμέτωπο με σφοδρή θαλασσοταραχή.

Οι δυνατοί άνεμοι και τα μεγάλα κύματα το παρέσυραν και το πλοίο προσάραξε πεντακόσια μέτρα περίπου από την ακτή της Χλώρακας, πάνω στις ξέρες του Φουρφουρή.

Εκεί έμεινε.

Με το πέρασμα του χρόνου, το ναυαγισμένο πλοίο δεν θεωρήθηκε μόνο ένα απομεινάρι μιας θαλάσσιας περιπέτειας. Έγινε μέρος του τοπίου και της ταυτότητας της Χλώρακας.

Στέκει ακόμη μέσα στη γαλανή θάλασσα, σαν ένα μοναχικό καράβι που αρνήθηκε να χαθεί. Φαίνεται από τα παράλια, από τα υψώματα της στεριάς, από τα πλοία και τα αεροπλάνα που περνούν από πάνω του. Έγινε εικόνα που ταξίδεψε μέσα από φωτογραφίες, ιστοσελίδες και αφηγήσεις.

Σήμερα το «Δημήτριος ΙΙ» θεωρείται ένα από τα χαρακτηριστικά σύμβολα της Χλώρακας. Ένα πλοίο προσαραγμένο στις ξέρες του Φουρφουρή, που από ατύχημα της θάλασσας μετατράπηκε σε στολίδι του τοπίου.

Μια ζωγραφιά μέσα στο πέλαγος.

Ένα σημείο όπου η θάλασσα κρατά ακόμη τις ιστορίες των πλοίων που χάθηκαν και εκείνων που έμειναν για πάντα δεμένα μαζί της. 

ΤΟ ΔΗΜΜΑ

Η παραθαλάσσια περιοχή Δήμμα βρίσκεται στα νότια της Χλώρακας και είναι ένας μικρός, απάνεμος κολπίσκος, όπου οι παλιοί ψαράδες έδεναν τις βάρκες τους για προστασία από τις τρικυμίες.

Η ονομασία «Δήμμα», σύμφωνα με την τοπική παράδοση, προέρχεται από τη λέξη «δένω». Η ονομασία συνδέθηκε με έναν τρόπο δεσίματος των ψαρόβαρκων, που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί κάτοικοι. Λέγεται πως στις αρχές του 19ου αιώνα ο Πιστέντης Χατζηχαραλάμπους, ένας ξακουστός ψαράς της Χλώρακας, είχε ανοίξει μια τρύπα σε βράχο κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας, όπου έδενε τη βάρκα του.

Οι ακτές της Χλώρακας χαρακτηρίζονται από απόκρημνους βράχους, μικρούς ορμίσκους και παραλίες με ξανθή άμμο που λαμπυρίζει κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο. Το χειμώνα, οι τρικυμίες παίρνουν την άμμο μέσα στη θάλασσα, για να την επιστρέψουν ξανά αργότερα, όταν οι καιροί ηρεμήσουν, ξεπλυμένη και καθαρή πάνω στις πέτρινες ακρογιαλιές.

Οι θάλασσες της Χλώρακας, άλλοτε ρηχές και άλλοτε βαθιές, με τα γαλαζοπράσινα νερά τους, όταν σμίγουν με τη χρυσή άμμο δημιουργούν ένα σκηνικό μοναδικής ομορφιάς. Το απαλό πάφλασμα των κυμάτων μοιάζει με ήρεμη μουσική που ταξιδεύει τον περαστικό, σαν τις σειρήνες του Οδυσσέα.

Το Δήμμα είναι ένας μικρός θαλασσινός ορμίσκος, ένα φυσικό απάνεμο λιμανάκι κλεισμένο ανάμεσα σε χαμηλούς και άγριους βράχους. Το γκρίζο χρώμα της πέτρας ενώνεται με το βαθύ μπλε του γιαλού και δημιουργεί μια άγρια ομορφιά που γαληνεύει τον νου.

Είναι ένας τόπος που γεννά ιστορίες. Ο άνεμος που περνά πάνω από τη θάλασσα μοιάζει να φέρνει ψιθύρους από άλλες εποχές, ιστορίες του Ποσειδώνα και του Οδυσσέα, του Μεγαλέξανδρου και των γοργόνων, μνήμες και θρύλους που ταξίδεψαν μέσα στους αιώνες.

Ένας τόπος με μακρά ιστορία και ξεχωριστό φυσικό περιβάλλον.

Κύρταμα και αθάνατα λουλούδια σκεπάζουν τους βράχους, ενώ ανάμεσά τους στέκουν οι παλιές καζουλάρκες, θάμνοι που άντεξαν για εκατοντάδες χρόνια την αρμύρα της θάλασσας και τους δυνατούς ανέμους. Τα φύλλα τους καίγονται από το αλάτι του πελάγους, όμως αυτά παραμένουν εκεί, πεισματικά ζωντανά.

Το Δήμμα είναι ένας τόπος χαϊδεμένος από τον γαρμπή και αγκαλιασμένος από το φως του ήλιου. Τα σπίτια γύρω του ακουμπούν σχεδόν στη θάλασσα, ενώ οι αυλές τους γεμίζουν με λιόδεντρα και ροδοδάφνες.

Δίπλα στην πέτρινη ακτή, κάτω από την ξανθή άμμο και ανάμεσα στα άγρια χόρτα, αναβλύζει υπόγειο γλυκό νερό που ταξιδεύει αθόρυβα μέχρι να συναντήσει τη θάλασσα.

Στην παράκτια γη, ανάμεσα στις σχισμές των βράχων όπου φυτρώνουν κυκλάμινα, οι αλκυόνες βρίσκουν καταφύγιο και κάθε Γεννάρη γεννούν τα αυγά τους.

Από το χωριό, που στέκει ψηλά στο οροπέδιο σαν μπαλκόνι πάνω από τη θάλασσα, το Δήμμα ξεχωρίζει ανάμεσα στις ακτές της Χλώρακας. Το μικρό λιμανάκι με τις ψαρόβαρκες των κατοίκων παραμένει ένα από τα πιο γραφικά σημεία της περιοχής.

Λίγες βάρκες μόνο, γιατί ο μικρός κόλπος χωρά λίγες. Όμως μέσα στη μικρή του κλίμακα βρίσκεται όλη η ομορφιά ενός παλιού ψαροχωριού.

Και τα βράδια, όταν το φως του φεγγαριού σμίγει με τα χαμηλά φώτα του πεζόδρομου δίπλα στην παραλία, το βλέμμα χάνεται στη θάλασσα που άλλοτε φεγγοβολεί και άλλοτε σκοτεινιάζει, κρατώντας μέσα της τις δικές της σιωπηλές ιστορίες.

ΤΑ ΜΕΡΣΥΝΟΥΘΚΙΑ

Τα παλαιότερα χρόνια, πριν η γη στερέψει από τα τρεχούμενα νερά που τη διαπερνούσαν, η περιοχή ήταν κατάφυτη από μυρσίνια. Η απέραντη αυτή βλάστηση έδωσε και το όνομα στον τόπο, που μέχρι σήμερα παραμένει γνωστός ως Μερσυνούθκια.

Για τη μυρσίνη, το δέντρο που από τα αρχαία χρόνια συνδέθηκε με την ομορφιά, την αγνότητα και τη νεότητα, οι παλιοί διηγούνταν ένα παραμύθι.

Λέγεται πως κάποτε ήταν τρεις αδελφές, οι οποίες μια μέρα θέλησαν να μάθουν ποια από τις τρεις ήταν η πιο όμορφη. Όταν πλησίαζε το βασίλεμα του ήλιου, στάθηκαν η μια δίπλα στην άλλη και ρώτησαν τον ήλιο:

— Ήλιε μου, ποια από τις τρεις μας είναι η καλύτερη;

Και ο ήλιος απάντησε:

— Και η μια καλή κι η άλλη καλή, μα η τρίτη, η μικρότερη, είναι ακόμη καλύτερη.

Σαν το άκουσαν αυτό οι μεγαλύτερες αδελφές, στεναχωρήθηκαν. Την άλλη μέρα φόρεσαν τα καλύτερά τους ρούχα, στολίστηκαν και στη μικρή αδελφή τους, τη Μυρσίνη, έβαλαν τα πιο παλιά και λερωμένα φορέματα.

Πήγαν ξανά στον ήλιο και τον ρώτησαν:

— Ήλιε μου, ποια από τις τρεις μας είναι η καλύτερη;

Και ο ήλιος απάντησε ξανά:

— Και η μια καλή κι η άλλη καλή, μα η τρίτη, η μικρότερη, είναι ακόμη καλύτερη.

Έτσι και τα Μερσυνούθκια της Χλώρακας, αν και μια μικρή και ήσυχη παραλία, δεν υστερούν σε ομορφιά από τις μεγαλύτερες και πιο γνωστές ακρογιαλιές.

Βρίσκονται στα νοτιοδυτικά της Χλώρακας και είναι ένας τόπος που διατηρεί ακόμη την ηρεμία και την απλότητα των παλιών καιρών. Με γαλήνια θάλασσα ή με τρικυμία, το τοπίο παραμένει εντυπωσιακό, ενώ τα νερά της προσφέρονται για κολύμπι χωρίς επικίνδυνα ρεύματα.

Είναι μια παραλία μακριά από την πολυκοσμία, ένας μικρός κρυμμένος θησαυρός της Χλώρακας. Η δυσκολία πρόσβασης, που με τα χρόνια περιορίστηκε από την ανάπτυξη της γης και τις αλλαγές που έγιναν στην περιοχή, κράτησε τον τόπο πιο ήσυχο και ανέγγιχτο.

Ίσως γι’ αυτό τα Μερσυνούθκια διατηρούν ακόμη κάτι από την παλιά τους γοητεία.

Όπως η μικρή Μυρσίνη του παραμυθιού, που παρά τα φτωχά της ρούχα ξεχώριζε για την ομορφιά της, έτσι και αυτή η μικρή ακτή, χωρίς μεγάλες υποσχέσεις και χωρίς θόρυβο, παραμένει μια από τις ξεχωριστές γωνιές της θάλασσας της Χλώρακας.

Ο ΠΗΛΟΣ

Ο Πηλός είναι η παραθαλάσσια περιοχή στα νοτιοδυτικά της Χλώρακας, ένας τόπος όπου η στεριά και η θάλασσα συναντιούνται καθημερινά.

Η ονομασία του προέρχεται από τη λέξη «πηλός», που σημαίνει λάσπη. Τα χωράφια της περιοχής φτάνουν μέχρι τη θάλασσα και, όταν οι βαριές χειμωνιάτικες βροχές μαλακώνουν το χώμα, τα νερά παρασύρουν τη γη προς την ακτή. Όταν ακολουθούν τρικυμίες, η θάλασσα εισχωρεί και σκάβει τα χωμάτινα σημεία της ακτής, ανακατεύοντας νερό και χώμα.

Από αυτή τη διαρκή συνάντηση της γης με τη θάλασσα, όπου το χώμα ανακατεύεται με το νερό και γεννιέται ο πηλός, πήρε ο τόπος την ονομασία «Πηλός».

Είναι μια περιοχή όπου η φύση δείχνει συνεχώς τη δύναμή της. Η θάλασσα παίρνει και επιστρέφει τη γη, αλλάζοντας το τοπίο με το πέρασμα του χρόνου.

Και όπως πολλοί παλιοί τόποι της Χλώρακας, έτσι και ο Πηλός απέκτησε τη δική του ιστορία.

Πριν από μερικές δεκαετίες, ένας γεωργός στενοχωριόταν βλέποντας τον γιο του να αποφεύγει τη δουλειά και να μην ενδιαφέρεται για την καλλιέργεια της γης. Κάθε μέρα προσευχόταν να βρει έναν τρόπο να τον αλλάξει.

Μια μέρα, στο καφενείο, άκουσε μια ιστορία από έναν ηλικιωμένο και, όπως έλεγε αργότερα, σαν να φωτίστηκε το μυαλό του.

Γύρισε στο σπίτι και κάλεσε τον γιο του.

— Γιε μου, του είπε, θα σου πω ένα μεγάλο μυστικό που γνωρίζω. Όμως επειδή γέρασα και χρειάζομαι βοήθεια, θα το μοιραστώ μαζί σου.

Και του διηγήθηκε πως, σύμφωνα με τα λόγια που είχε ακούσει, ότι στα χρόνια του Παγκοσμίου Πολέμου ένα πλοίο, μέσα σε μεγάλη θαλασσοταραχή, είχε τσακιστεί στα βράχια της περιοχής του Πηλού.

Ο παππούς του, όπως του είπε, ήταν ο πρώτος που έφτασε στο σημείο και βρήκε ένα σεντούκι με χρυσάφι που είχε ξεβραστεί και σφηνωθεί ανάμεσα στους βράχους. Το πήρε και το έκρυψε σε έναν λάκκο που άνοιξε στη γη, λίγο πιο πέρα από τη θάλασσα, σκοπεύοντας να το μεταφέρει αργότερα στο σπίτι.

Όμως η μοίρα δεν τον βοήθησε. Αρρώστησε βαριά και, πριν πεθάνει, αποκάλυψε το μυστικό στον γιο του. Εκείνος έψαξε, αλλά όσο και αν προσπάθησε, δεν κατάφερε να βρει τον κρυμμένο θησαυρό.

Γι’ αυτό, όπως του είπε, τώρα χρειαζόταν τη βοήθειά του για να τον αναζητήσουν μαζί.

Ο νεαρός, κυριευμένος από την ιδέα του χρυσού, άρχισε αμέσως να σκάβει. Από το πρωί μέχρι το βράδυ αναζητούσε το κρυμμένο σεντούκι στη γη δίπλα στη θάλασσα.

Ο χρυσός όμως δεν βρέθηκε ποτέ.

Βρέθηκε όμως κάτι άλλο.

Η γη που είχε σκαφτεί και δουλευτεί άρχισε να δίνει καρπούς. Τα φρεσκοσκαμμένα χωράφια έγιναν πιο παραγωγικά και τα γεωργικά προϊόντα που έβγαζαν άρχισαν να πωλούνται στην αγορά, φέρνοντας χρήματα στην οικογένεια.

Έτσι, ο άνθρωπος που έψαχνε έναν κρυμμένο θησαυρό στη γη, ανακάλυψε τελικά τον πραγματικό θησαυρό: την αξία της εργασίας.

Η ιστορία αυτή δεν γράφτηκε σε βιβλία. Μεταφέρθηκε από στόμα σε στόμα και μου την διηγήθηκε ο Κυριάκος Μαυρονικόλας, σήμερα 84 ετών, εγγονός του πρώτου και γιος του δεύτερου πρωταγωνιστή της αφήγησης.

Και ίσως αυτός να είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός του Πηλού.

Όχι το χρυσάφι που κάποιοι έψαξαν στη γη, αλλά οι ιστορίες των ανθρώπων που έζησαν και εργάστηκαν πάνω σε αυτήν.

Η ΑΛΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΥΛΛΟΥΡΟΥ

Η Αλική του Κούλλουρου βρίσκεται μετά τον Πηλό, σε έναν τόπο όπου η ζωή του ανθρώπου ήταν πάντοτε δεμένη με τη θάλασσα και τα δώρα που απλόχερα του πρόσφερε η φύση.

Η ονομασία της προέρχεται από το αλάτι που σχηματιζόταν εκεί. Στα βραχώδη σημεία της ακτής υπήρχαν μικρές φυσικές κοιλότητες, όπου κατά τις τρικυμίες εισχωρούσε το θαλασσινό νερό. Όταν αργότερα ο ήλιος του καλοκαιριού εξατμιζε το νερό, έμενε πίσω το καθαρό αλάτι, το οποίο οι κάτοικοι μάζευαν για τις ανάγκες των σπιτιών τους.

Το αλάτι αυτό ήταν πολύτιμο για την καθημερινή ζωή. Οι νοικοκυρές το χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή χαλουμιών, για τρεμίθια τσακιστά, αλλά και για τα παστά κρέατα από τους χοίρους που έσφαζαν τα Χριστούγεννα.

Για τα παιδιά της παλιάς Χλώρακας όμως, η Αλική του Κούλλουρου ήταν κάτι περισσότερο από ένας τόπος όπου μάζευαν αλάτι. Ήταν τόπος χαράς, παιχνιδιού και καλοκαιρινών αναμνήσεων.

Τις καλοκαιρινές ημέρες περνούσε καθημερινά από το στενό δρομάκι έξω από την αυλή μας ένα μικρό φορτηγάκι. Με την πίσω πόρτα ανοιχτή, αγκομαχούσε στον δρόμο με πρώτη και δεύτερη ταχύτητα, κατηφορίζοντας αργά προς τη θάλασσα.

Μόλις το βλέπαμε, όλα τα παιδιά της γειτονιάς τρέχαμε να σκαρφαλώσουμε πάνω του. Ο οδηγός του, ο Κακός τ’ Αλέξη, ένας καλοκάγαθος άνθρωπος που υπέφερε από ρευματισμούς, πήγαινε καθημερινά στην Αλική για να χωθεί στη ζεστή άμμο και να ανακουφίσει τους πόνους του.

Ποτέ δεν μας έδιωχνε. Μας έπαιρνε μαζί του με χαμόγελο και το μόνο που ζητούσε ήταν λίγη βοήθεια. Να τον θάψουμε μέχρι τον λαιμό στην άμμο, μέσα σε έναν λάκκο που ανοίγαμε στην ακτή.

Και όσο εκείνος έμενε μέσα στη ζεστή άμμο, εμείς κολυμπούσαμε και παίζαμε στα νερά της Αλικής, άλλοτε γαλήνια και γαλανά κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο και άλλοτε αφρισμένα από τη δύναμη της τρικυμίας. Δεν γνωρίζαμε τότε πως εκείνες οι απλές στιγμές θα γίνονταν αργότερα πολύτιμες αναμνήσεις μιας εποχής που χάθηκε.

Η θάλασσα της Αλικής ήταν αρχικά βραχώδης. Με το πέρασμα των χρόνων, η δύναμη των κυμάτων και τα θαλάσσια ρεύματα μετέφεραν μεγάλες ποσότητες άμμου, που σκέπασαν τα βράχια και έπλασαν έναν μικρό φυσικό ορμίσκο με αμμώδη βυθό, μια ήσυχη αγκαλιά της θάλασσας μέσα στην άγρια ακτογραμμή της Χλώρακας.

Στην ίδια ακτή βρίσκονται σήμερα σημαντικά σημεία αναφοράς της Χλώρακας. Εκεί βρίσκεται το μνημείο του Γεωργίου Γρίβα Διγενή, αρχηγού της ΕΟΚΑ, καθώς και το μουσείο με το ιστορικό καΐκι «Άγιος Γεώργιος», που συνδέεται με την παραλαβή του πρώτου οπλισμού του απελευθερωτικού αγώνα του 1955-1959.

Στην περιοχή βρίσκεται επίσης το παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου, το οποίο κτίστηκε με δωρεά της μεγάλης ευεργέτιδας Ζήνας Κάνθερ.

Με τα χρόνια όμως η ακτή άλλαξε. Η ανάπτυξη και οι ανθρώπινες επεμβάσεις αλλοίωσαν τη φυσική μορφή του τοπίου. Μεγάλοι όγκοι πέτρας αφαιρέθηκαν και η άγρια ομορφιά που χαρακτήριζε την περιοχή περιορίστηκε.

Κι όμως, πίσω από τις αλλαγές, η Αλική του Κούλλουρου συνεχίζει να ζει μέσα στη μνήμη όσων μεγάλωσαν εκεί.

Είναι η ακτή με το αλάτι και τα βράχια, με τα παιδιά που έτρεχαν πίσω από ένα μικρό φορτηγάκι, με τους ανθρώπους που γνώριζαν τα μυστικά της θάλασσας και της γης.

Ένας μικρός τόπος, αλλά γεμάτος ιστορίες.

Ο ΠΑΡΑΚΑΣ

Ο Πάρακας είναι ένας από τους πιο επιβλητικούς βράχους της ακτογραμμής της Χλώρακας. Ένας θεόρατος βράχος, ένας απότομος κρημνός που υψώνεται πάνω από τη θάλασσα και κατεβαίνει βαθιά μέσα στα καθαρά νερά.

Εκεί όπου η στεριά τελειώνει απότομα και η θάλασσα αρχίζει με το βαθύ της γαλάζιο, ο τόπος έχει μια άγρια ομορφιά. Τα νερά κάτω από τους βράχους είναι πεντακάθαρα και βαθιά, κρύβοντας στα σπλάχνα τους τον πλούτο της θάλασσας.

Παλαιότερα, εκεί στέκονταν οι ψαράδες και παρατηρούσαν το πέλαγος. Όταν αντίκριζαν μεγάλα κοπάδια ψαριών, τα λεγόμενα «αλάγια», έριχναν δυναμίτη στη θάλασσα για να τα χτυπήσουν και να εξασφαλίσουν την ψαριά τους. Ήταν ένας τρόπος ψαρέματος μιας άλλης εποχής, όταν οι άνθρωποι προσπαθούσαν με κάθε μέσο να πάρουν από τη θάλασσα όσα χρειάζονταν για να ζήσουν.

Όπως πολλοί τόποι της Χλώρακας, έτσι και ο Πάρακας έχει τη δική του παράδοση για την προέλευσή του ονόματός του.

Ένα παλιό παραμύθι λέει πως κάποτε ένα πριγκιπόπουλο από τη Βενετία, που ονομαζόταν Πάρακας, ταξίδευε με το καράβι του προς τους Αγίους Τόπους. Στον δρόμο του, το πλοίο του παρασύρθηκε από τους ανέμους και παρέκκλινε της πορείας του, ώσπου έφτασε στα βαθιά νερά μπροστά από τον μεγάλο βράχο της Χλώρακας, που από τότε, σύμφωνα με την παράδοση, φέρει το όνομά του.

Εκεί, μαγεμένος από την ομορφιά του τόπου και από την ομορφιά μιας χωριατοπούλας, αποφάσισε να σταματήσει το ταξίδι του και να ζητήσει την αγαπημένη του σε γάμο.

Από τότε, λέει η παράδοση, ο τόπος κράτησε το όνομα του ξένου πριγκιπόπουλου και ο μεγάλος βράχος ονομάστηκε «Πάρακας».

Μπορεί η ιστορία να ανήκει στον κόσμο των θρύλων, όμως τέτοιες αφηγήσεις είναι που δίνουν ζωή στους τόπους. Γιατί κάθε βράχος, κάθε ακτή και κάθε μικρός όρμος της Χλώρακας δεν είναι μόνο πέτρα και θάλασσα· είναι μνήμη, φαντασία και ιστορίες που πέρασαν από γενιά σε γενιά. 

Ο ΚΟΤΤΣΙΑΣ

Ο Κοτσιάς είναι η μεγαλύτερη αμμουδιά της Χλώρακας, ένας μεγάλος κόλπος όπου η θάλασσα, αιώνες τώρα, απλώνει συνεχώς τα δώρα της. Οι τόνοι της άμμου που ξεβράζονται στην ακτή αλλάζουν κάθε χρόνο τη μορφή του τοπίου, σαν η θάλασσα να δημιουργεί και πάλι από την αρχή τη δική της παραλία.

Λέγεται πως από αυτή την ιδιότητα της θάλασσας πήρε και το όνομά του. Η παλιά λέξη «κοτσιώ» σήμαινε σπέρνω, και οι παλιοί κάτοικοι έλεγαν πως η θάλασσα «έσπερνε» άμμο στην ακτή, γι’ αυτό και ο τόπος ονομάστηκε Κοτσιάς.

Οι παλιοί χωριανοί παρατηρούσαν τη θάλασσα και διάβαζαν τα σημάδια της. Έλεγαν πως όταν, ύστερα από μεγάλη τρικυμία, η άμμος δεν έβγαινε στην ακτή, ήταν γιατί τα δυνατά θαλάσσια ρεύματα την παρέσερναν στα βαθιά. Τότε, καθώς οι «τσιακκίλες», οι μικρές και μεγάλες πέτρες που ήταν σκορπισμένες κατά χιλιάδες στην ακρογιαλιά, χτυπούσαν μεταξύ τους από την ορμή των κυμάτων, ακουγόταν ένας βαθύς υπόκωφος ήχος που έφτανε μέχρι ψηλά στο χωριό. Για τους παλιούς αυτό ήταν σημάδι πως η θάλασσα θα γαλήνευε, ο καιρός θα άνοιγε και θα ερχόταν καλοκαρία.

Στην παραλία του Κοτσιά φυτρώνουν επίσης τα κρίνα του γιαλού, ένα σπάνιο άγριο λουλούδι που κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Είναι προστατευόμενο είδος, καθώς χρειάζονται αρκετά χρόνια μέχρι ένα νέο φυτό να ανθίσει. Στη Χλώρακα σώζονται λίγα μόνο φυτά, ενώ τα συναντούμε επίσης στον Ακάμα και στον Πύργο Τηλλυρίας.

Τα θαλασσινά κρίνα μοιάζουν σαν μικρό θαύμα της φύσης. Μέσα στην ξηρή άμμο της ακτής ξεπροβάλλουν μεγάλα λευκά άνθη, με λεπτή ομορφιά και ένα ξεχωριστό άρωμα που γίνεται πιο έντονο όταν πέφτει η νύχτα. Για πολλούς ανθρώπους έγιναν σύμβολο της δημιουργίας, της καθαρότητας και της αιώνιας προσπάθειας της φύσης να γεννά ζωή ακόμη και στα πιο δύσκολα μέρη.

Και όπως κάθε τόπος της Χλώρακας, έτσι και ο Κοτσιάς απέκτησε τη δική του ιστορία.

Λέγεται πως κάποτε ένας νεαρός ψαράς ξανοιγόταν τα βράδια με τη βάρκα του στα βαθιά νερά της Χλώρακας για να ρίξει τα δίχτυα του. Τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, όταν οι νύχτες ήταν σκοτεινές, πολλές φορές έβλεπε από μακριά ένα παράξενο φως να λαμπυρίζει στην ακτή του Κοτσιά.

Το φως αυτό τον μαγνήτιζε και τον καλούσε. Αρκετές φορές τράβηξε τα κουπιά του και πλησίασε τη στεριά, όμως κάθε φορά, μόλις έφτανε κοντά, το φως χανόταν μέσα στο σκοτάδι.

Αποφάσισε λοιπόν μια μέρα να πάει από νωρίς στην ακτή και να περιμένει κρυμμένος, για να ανακαλύψει το μυστικό εκείνου του παράξενου λαμπυρίσματος.

Όταν ο ήλιος βασίλεψε και η νύχτα απλώθηκε πάνω από τη θάλασσα, είδε μια όμορφη κοπέλα να περπατά στην ακρογιαλιά κρατώντας ένα φανάρι. Με το βάδισμά της το φως κινούνταν ανάμεσα στα κρίνα του γιαλού και από μακριά έμοιαζε σαν μικρή λάμψη που χόρευε μέσα στο σκοτάδι.

Ήταν μια χωριατοπούλα που κατέβαινε τα βράδια στην παραλία για να απολαύσει το άρωμα των θαλασσινών κρίνων, που όταν έπεφτε η νύχτα γέμιζαν τον αέρα με τη μοναδική τους ευωδιά.

Έτσι γνώρισε ο ψαράς την όμορφη κοπέλα. Και όπως λέει η παράδοση, ήταν γραφτό τους να αγαπηθούν, να παντρευτούν και η παράξενη γνωριμία τους, κάτω από το φως ενός φαναριού και το άρωμα των κρίνων της θάλασσας, να μείνει σαν παραμύθι που περνά από γενιά σε γενιά.

ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ, ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι θάλασσες της Χλώρακας δεν είναι μόνο νερό, άμμος και βράχια. Είναι ένα μεγάλο βιβλίο γραμμένο από τη φύση και τους ανθρώπους που έζησαν κοντά τους.

Κάθε ακτή έχει το δικό της πρόσωπο και τη δική της ιστορία. Η Βρέξη με τον Φουρφουρή, τα Μελανούθκια με τον Μέλανο, τα Ροδαφίνια, η Μούττη, το Δήμμα, τα Μερσυνούθκια, ο Πηλός, η Αλική του Κούλλουρου, ο Πάρακας και ο Κοτσιάς, δεν είναι απλώς ονομασίες πάνω σε έναν χάρτη. Είναι τόποι που κράτησαν μέσα τους ήχους της θάλασσας, βήματα ανθρώπων, χαρές παιδιών, κόπους ψαράδων και ιστορίες που πέρασαν από στόμα σε στόμα.

Οι παλιοί κάτοικοι της Χλώρακας έμαθαν να διαβάζουν τη θάλασσα. Από τον ήχο των κυμάτων, το χρώμα του ουρανού, το πέταγμα των πουλιών και την κίνηση των νερών, καταλάβαιναν τον καιρό και τις διαθέσεις της φύσης. Η θάλασσα ήταν σύντροφος, τροφή, δρόμος και μνήμη.

Σήμερα πολλά έχουν αλλάξει. Κάποιες ακτές άλλαξαν μορφή, άλλες σκεπάστηκαν από την ανάπτυξη και άλλες κράτησαν ακόμη την παλιά τους ομορφιά. Όμως τα ονόματα έμειναν. Και μαζί με αυτά έμειναν οι ιστορίες που θυμίζουν πως κάθε τόπος έχει ψυχή.

Γιατί η Χλώρακα δεν είναι μόνο το χωριό πάνω στο οροπέδιο. Είναι και η θάλασσά της. Μια θάλασσα που αιώνες τώρα αγκαλιάζει τη γη της, φυλάγοντας μέσα στα κύματά της τις μνήμες, τους θρύλους και τις φωνές των ανθρώπων της.