28 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΙΣΤΗ ή ΕΠΙΣΤΗΜΗ / Μια αιώνια κόντρα ή δύο δρόμοι που αναζητούν τον ίδιο προορισμό;

Οι λέξεις πίστη και επιστήμη εννοιολογικά συνδέονται στενά, καθώς και οι δύο αναζητούν τη βεβαιότητα και την αλήθεια. Ωστόσο, η διαφορά τους στον τρόπο που προσεγγίζουν αυτή την αλήθεια είναι ξεκάθαρη:

• Πίστη: Πιστεύω επειδή εμπιστεύομαι (βασίζεται στην εσωτερική βεβαιότητα και το συναίσθημα).
• Επιστήμη: Πιστεύω επειδή μπορώ να το αποδείξω (βασίζεται στη λογική, το πείραμα και την τεκμηρίωση).

24 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΑ: ΚΙ ΑΝ ΟΙ ΟΡΟΙ ΑΝΤΙΣΤΡΑΦΟΥΝ;

Ο Αβέρωφ Νεοφύτου ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο για την υποψηφιότητά του στις Προεδρικές του 2028, συνδέοντάς την με τις εξελίξεις στο Κυπριακό.

Και εδώ αρχίζουν οι σκέψεις.

Στις Προεδρικές του 2023, πολλοί εκ των έσω υποστηρίζουν —χωρίς, μέχρι σήμερα, να έχει υπάρξει σαφής δημόσια διάψευση— ότι μέρος της βάσης της ΔΗΠΑ ενίσχυσε τον Ανδρέα Μαυρογιάννη, με στόχο να αποκλειστεί ο Αβέρωφ Νεοφύτου από τον δεύτερο γύρο.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο Αβέρωφ έμεινε εκτός δεύτερου γύρου, έχοντας συγκεντρώσει 26,1%, ενώ στον δεύτερο γύρο μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του Δημοκρατικού Συναγερμού κατευθύνθηκε προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη.

Θα μπορούσε, άραγε, το 2028 να δούμε την αντίστροφη διαδρομή;

Αν ο Αβέρωφ, λόγω των θέσεών του στο Κυπριακό, βρεθεί πιο κοντά σε δυνάμεις που επιδιώκουν συγκεκριμένη μορφή λύσης του Κυπριακού, θα μπορούσε να υπάρξει μια άτυπη πολιτική σύγκλιση;

Θα μπορούσαν, δηλαδή, δυνάμεις που σήμερα βρίσκονται απέναντί του να τον ενισχύσουν στον πρώτο γύρο, ώστε να περάσει στον δεύτερο και, στη συνέχεια, να τον στηρίξουν στην προσπάθειά του για την Προεδρία της Δημοκρατίας;

Ας δούμε το σενάριο αριθμητικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για πρόβλεψη.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης εξελέγη το 2023 με τη στήριξη, μεταξύ άλλων, του ΔΗΚΟ, της ΕΔΕΚ και της ΔΗΠΑ, ενώ στον πρώτο γύρο έλαβε 32,04%. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου έλαβε 26,11%, ενώ ο Ανδρέας Μαυρογιάννης 29,59%.

Για το 2028, όμως, οι σημερινοί συσχετισμοί δεν είναι δεδομένο ότι θα παραμείνουν ίδιοι.

Το ΔΗΚΟ και το ΕΛΑΜ, για παράδειγμα, μπορεί να κινηθούν με διαφορετικά κριτήρια από εκείνα του 2023. Η ΕΔΕΚ έχει τη δική της πολιτική διαδρομή και θέσεις στο Κυπριακό, ενώ η ΔΗΠΑ έχει επίσης περιθώριο διαφορετικών επιλογών, ανάλογα με τις εξελίξεις και τις πολιτικές συγκλίσεις που θα διαμορφωθούν μέχρι το 2028.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του σεναρίου.

Αν ένα μέρος των δυνάμεων που σήμερα στηρίζουν τον Χριστοδουλίδη θεωρήσει ότι ο Αβέρωφ Νεοφύτου μπορεί να εκφράσει μια διαφορετική πολιτική στο Κυπριακό, δεν είναι αδύνατο να δημιουργηθούν νέες εκλογικές μετακινήσεις.

Από την άλλη πλευρά, αν ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων του ΑΚΕΛ κινηθεί προς έναν υποψήφιο που θεωρεί ότι μπορεί να προωθήσει μια λύση του Κυπριακού, τότε οι αριθμητικοί συσχετισμοί του πρώτου γύρου θα μπορούσαν να αλλάξουν αισθητά.

Με απλή αριθμητική, λοιπόν, το 26,1% που έλαβε ο Αβέρωφ το 2023, σε συνδυασμό με ένα υποθετικό ποσοστό ψηφοφόρων που σήμερα βρίσκονται στην εκλογική βάση του ΑΚΕΛ, θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν εντελώς διαφορετικό συσχετισμό.

Αλλά αυτό είναι μόνο ένα πολιτικό σενάριο.

Δεν είναι βεβαιότητα, ούτε πρόβλεψη.

Είναι, όμως, ένα ερώτημα που αξίζει να τεθεί από τώρα.

Γιατί στην πολιτική, όπως και στη ζωή, οι ρόλοι κάποτε αντιστρέφονται.

16 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΜΜΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ

 Ο θάνατος ενός γνωστού ανθρώπου είναι πάντοτε ένα γεγονός που συγκινεί. Όταν πρόκειται για έναν αγαπημένο καλλιτέχνη, η συγκίνηση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, γιατί μαζί με τον άνθρωπο φεύγει και ένα κομμάτι από τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης γενιάς.

Ο πρόσφατος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, στις 9 Σεπτεμβρίου, έφερε ξανά στην επιφάνεια ένα ερώτημα που ίσως αξίζει να μας απασχολήσει περισσότερο από την ίδια την είδηση: πόσο μεγάλη είναι η πραγματική κοινωνική συγκίνηση και πόσο μεγάλη εμφανίζεται επειδή τα μέσα ενημέρωσης και το διαδίκτυο την προβάλλουν ασταμάτητα;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μαζωνάκης ήταν ένας δημοφιλής τραγουδιστής και ότι είχε το δικό του μεγάλο κοινό. Η κηδεία του στη Νίκαια συγκέντρωσε πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι τον αποχαιρέτησαν με τα τραγούδια του, χειροκροτήματα και συνθήματα.

Αυτό είναι πραγματικό και δεν χρειάζεται να το αμφισβητήσει κανείς.

Άλλο όμως αυτό και άλλο η εικόνα που δημιουργείται όταν επί ημέρες ο ίδιος θάνατος βρίσκεται σχεδόν παντού.

Τηλεοπτικές εκπομπές, ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, κοινωνικά δίκτυα, παλιές συνεντεύξεις, τραγούδια, φωτογραφίες, δηλώσεις φίλων και συναδέλφων, προσωπικές ιστορίες, λεπτομέρειες από τη ζωή του και, στη συνέχεια, οι εξελίξεις γύρω από τις συνθήκες του θανάτου του.

Η είδηση επανέρχεται ξανά και ξανά.

Και τότε δημιουργείται ένα παράδοξο.

Η έκταση της δημοσιότητας μπορεί να μας κάνει να πιστεύουμε ότι η κοινωνία συγκλονίστηκε περισσότερο απ' όσο μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε.

Γιατί άλλο είναι να πούμε ότι ένας άνθρωπος αγαπήθηκε από εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και άλλο να θεωρήσουμε ότι η ένταση με την οποία τα μέσα ασχολούνται μαζί του αποτελεί μέτρο της συγκίνησης ολόκληρης της κοινωνίας.

Τα μέσα ενημέρωσης δεν καταγράφουν απλώς την πραγματικότητα. Σε μεγάλο βαθμό επιλέγουν και πόση θέση θα της δώσουν. Και το διαδίκτυο, με τη διαρκή αναπαραγωγή της ίδιας είδησης, μπορεί να πολλαπλασιάσει αυτή την εικόνα σε βαθμό που παλαιότερα ήταν αδύνατος.

Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, τον Στέλιο Καζαντζίδη. Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε ποιος ήταν «καλύτερος» τραγουδιστής. Η τέχνη δεν μετριέται έτσι. Ο Καζαντζίδης, όμως, υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές φωνές του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού και η απήχησή του υπήρξε τεράστια και διαγενεακή. Το Αρχείο της ΕΡΤ αναφέρεται στη βαθιά σχέση του με το λαϊκό τραγούδι και στην ικανότητά του να εκφράζει τους καημούς, τις αγωνίες και τις ελπίδες των απλών ανθρώπων.

Όταν πέθανε, στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν από τη Μητρόπολη Ελευσίνας για να τον αποχαιρετήσουν, ενώ πλήθος κόσμου τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία. Αναφορές της εποχής μιλούν ακόμη και για ανθρώπους που ταξίδεψαν από το εξωτερικό για την κηδεία του.

Κι όμως, εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν Facebook, YouTube, Instagram, TikTok και οι σημερινές ψηφιακές πλατφόρμες.

Ο Καζαντζίδης δεν μπορούσε να βρίσκεται κάθε λίγα λεπτά στην οθόνη του κινητού μας.

Η συγκίνηση, επομένως, εκφραζόταν κυρίως με την παρουσία των ανθρώπων, με τα τραγούδια του, με τις συζητήσεις, με τα αφιερώματα και με τα μέσα της εποχής.

Σήμερα ο μηχανισμός είναι εντελώς διαφορετικός.

Ένα τραγούδι που ακούγεται μετά τον θάνατο ενός καλλιτέχνη μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να επιστρέψει στις ψηφιακές πλατφόρμες, να γίνει αντικείμενο χιλιάδων αναρτήσεων και να ξαναμπεί στη δημόσια επικαιρότητα. Η αυξημένη κατανάλωση του μουσικού έργου μπορεί, ανάλογα με τα δικαιώματα και τις συμφωνίες που ισχύουν, να έχει και οικονομική διάσταση για όσους κατέχουν ή διαχειρίζονται δικαιώματα.

Και εδώ βρίσκεται ένα σημείο που σπάνια συζητούμε.

Η υπερβολική προβολή ενός καλλιτέχνη μετά τον θάνατό του δεν είναι μόνο θέμα δημοσιογραφίας. Μπορεί να έχει και εμπορικές συνέπειες.

Όσο περισσότερο ακούγονται τα τραγούδια, τόσο περισσότερο ανανεώνεται το ενδιαφέρον του κοινού για το έργο του. Και όσο περισσότερο ανανεώνεται αυτό το ενδιαφέρον, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνεται η οικονομική αξία του μουσικού καταλόγου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δισκογραφικές εταιρείες προκαλούν ή επιδιώκουν έναν θάνατο για να κερδίσουν. Μια τέτοια κατηγορία θα ήταν αυθαίρετη και άδικη χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία.

Σημαίνει όμως ότι ο θάνατος ενός δημοφιλούς καλλιτέχνη μπορεί να δημιουργήσει μια νέα εμπορική ζωή για το έργο του.

Και αυτή είναι μια πραγματικότητα της εποχής μας που αξίζει να γνωρίζουμε.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.

Όταν τα μέσα προβάλλουν επίμονα ένα γεγονός, δεν ενημερώνουν μόνο. Καθορίζουν και την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης. Ο άνθρωπος που ανοίγει την τηλεόραση ή το κινητό του δέχεται συνεχώς το ίδιο μήνυμα: «Αυτό είναι το μεγάλο γεγονός της ημέρας».

Και χωρίς να το αντιλαμβάνεται, μπορεί να σχηματίσει την εντύπωση ότι όλοι μιλούν γι' αυτό, όλοι συγκλονίστηκαν, όλοι πενθούν.

Ίσως όμως η πραγματικότητα να είναι πιο σύνθετη.

Κάποιοι άνθρωποι πράγματι πονάνε βαθιά. Κάποιοι άλλοι συγκινούνται στιγμιαία. Άλλοι απλώς παρακολουθούν την επικαιρότητα. Και πολλοί μπορεί να μην αισθάνονται σχεδόν τίποτε.

Όλες αυτές οι αντιδράσεις είναι φυσιολογικές.

Δεν υπάρχει ένας ενιαίος «κόσμος» που αισθάνεται το ίδιο.

Γι' αυτό χρειάζεται να είμαστε προσεκτικοί όταν μετατρέπουμε την ένταση της δημοσιότητας σε μέτρο της κοινωνικής συγκίνησης.

Ένας μεγάλος καλλιτέχνης δεν γίνεται μεγαλύτερος επειδή τα δελτία ειδήσεων μιλούν γι' αυτόν επί δέκα ημέρες. Και ένας άλλος δεν γίνεται μικρότερος επειδή ο θάνατός του πέρασε γρηγορότερα από την επικαιρότητα.

Η αξία ενός καλλιτέχνη βρίσκεται τελικά αλλού.

Βρίσκεται στα τραγούδια που έμειναν, στις φωνές που τον θυμούνται, στις γενιές που μεγάλωσαν μαζί του και κυρίως στη διάρκεια που έχει το έργο του μέσα στον χρόνο.

Ο Καζαντζίδης είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είκοσι πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αφιερωμάτων και να επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση. Το ίδιο το Αρχείο της ΕΡΤ, στις 14 Σεπτεμβρίου 2026, αφιέρωσε νέο υλικό στη μνήμη του, με αφορμή τα 25 χρόνια από τον θάνατό του.

Ίσως, λοιπόν, το σωστό ερώτημα δεν είναι αν ο Γιώργος Μαζωνάκης άξιζε τη μεγάλη δημοσιότητα που πήρε.

Αυτό θα το κρίνει ο χρόνος και, κυρίως, το κοινό.

Το ερώτημα είναι άλλο:

Μπορούμε άραγε να ξεχωρίσουμε τη συγκίνηση του κόσμου από τη δύναμη των μέσων που μας την παρουσιάζουν;

Στην εποχή των ΜΜΕ και του διαδικτύου, ο θάνατος δεν τελειώνει με την κηδεία.

Συνεχίζεται στις οθόνες.

Και όσο περισσότερο προβάλλεται, τόσο περισσότερο μεγαλώνει η εικόνα του.

Γι' αυτό ίσως χρειάζεται να θυμόμαστε κάτι απλό:

Άλλο η πραγματική απήχηση ενός ανθρώπου και άλλο η ένταση με την οποία μας παρουσιάζεται η απήχησή του.

Και η μία δεν πρέπει πάντοτε να συγχέεται με την άλλη.

 

13 Σεπτεμβρίου 2026

«ΠΛΗΡΩΝΕΣ ΛΙΓΑ, ΠΑΡΕ ΛΙΓΑ» – ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ

Υπάρχει κάτι βαθιά ενοχλητικό στον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι αντιμετωπίζουν το αίτημα των χαμηλοσυνταξιούχων για μια καλύτερη σύνταξη. Αντί να αναρωτηθούν πώς ένας άνθρωπος που εργάστηκε μια ολόκληρη ζωή μπορεί σήμερα να ζήσει με αξιοπρέπεια, σπεύδουν να του δώσουν μια απλή και βολική απάντηση: «Πλήρωναν λίγα, γι’ αυτό παίρνουν λίγα».

Το λένε με τέτοια ευκολία, σαν να πρόκειται για την απόλυτη οικονομική αλήθεια. Σαν ο κάθε εργαζόμενος να αποφάσιζε μόνος του πόσα θα πλήρωνε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και σήμερα να πρέπει να υποστεί τις συνέπειες των επιλογών του.

Ας θυμηθούμε, όμως, κάτι πολύ απλό: αν πλήρωναν λίγα, τόσα τους ζητούσε το κράτος να πληρώνουν. Οι εισφορές δεν καθορίζονταν κατά βούληση από τον ίδιο τον εργαζόμενο. Συνδέονταν με τις αποδοχές του και με τους κανόνες του συστήματος που ίσχυαν κάθε εποχή.

Δεν είχαν όλοι τις ίδιες δουλειές, τους ίδιους μισθούς και τις ίδιες ευκαιρίες. Πολλοί έζησαν μια ολόκληρη ζωή με χαμηλές απολαβές και σήμερα, όταν φτάνουν στα γεράματά τους και ζητούν μια μικρή οικονομική ανάσα, βρίσκονται αντιμέτωποι με ανθρώπους που τους λένε, ούτε λίγο ούτε πολύ: «Καλά να πάθεις. Πλήρωσες λίγα».

Αυτό δεν είναι απλώς ένα οικονομικό επιχείρημα. Είναι μια αντίληψη που μετατρέπει τη φτώχεια σε προσωπική ενοχή. Σαν να είναι ευθύνη του ανθρώπου ότι δεν είχε υψηλό μισθό ή ότι πέρασε τη ζωή του σε ένα επάγγελμα που δεν του εξασφάλισε μεγάλες απολαβές.

Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που υποστηρίζουν ότι κάποιοι δήλωναν μικρότερα εισοδήματα από τα πραγματικά ή ότι εργάζονταν χωρίς να καταβάλλουν τις προβλεπόμενες εισφορές. Ακόμη κι αν αυτό συνέβη σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν μπορεί μια πιθανή παρανομία κάποιων να μετατρέπεται σε άλλοθι για να αντιμετωπίζονται όλοι οι χαμηλοσυνταξιούχοι σαν ένοχοι.

Ο παραβάτης, αν υπάρχει, να τιμωρηθεί. Ο φτωχός, όμως, δεν μπορεί να θεωρείται ένοχος επειδή είναι φτωχός.

Και εδώ βρίσκεται το πιο εξοργιστικό σημείο αυτής της συζήτησης. Κάποιοι φαίνεται να θεωρούν απολύτως φυσιολογικό ένας ηλικιωμένος άνθρωπος να συνεχίσει να ζει με τα ελάχιστα επειδή κάποτε οι εισφορές του ήταν χαμηλές.

Τι ακριβώς τους ενοχλεί;

Τι θα χάσει ένας άνθρωπος που έχει έναν καλό μισθό ή μια άνετη σύνταξη αν ο ηλικιωμένος της διπλανής πόρτας πάρει λίγα ευρώ περισσότερα; Θα του λείψει το φαγητό; Θα δυσκολευτεί να πληρώσει το ηλεκτρικό του; Θα στερηθεί κάτι από την άνεσή του;

Ή μήπως έχουμε φτάσει στο σημείο να μας ενοχλεί περισσότερο η μικρή αύξηση του φτωχού παρά η ίδια η φτώχεια;

Είναι πραγματικά παράξενο να βλέπεις ανθρώπους να υπερασπίζονται με τόσο πάθος τη «δικαιοσύνη» όταν πρόκειται για τον χαμηλοσυνταξιούχο, ενώ η μόνη δικαιοσύνη που του προσφέρουν είναι να παραμείνει φτωχός επειδή κάποτε ήταν φτωχός και στις εισφορές του.

Ας κοιτάξουμε, όμως, λίγο πιο κοντά μας.

Εκείνος ο άνθρωπος που σήμερα παίρνει τη χαμηλή σύνταξη μπορεί να είναι ο πατέρας μας. Μπορεί να είναι η μητέρα μας. Μπορεί να είναι ο άνθρωπος που εργάστηκε μια ολόκληρη ζωή για να μεγαλώσει τα παιδιά του και να τους προσφέρει όσα ο ίδιος στερήθηκε.

Μπορεί σήμερα να μετρά τα ευρώ του μέχρι το τέλος του μήνα, να υπολογίζει αν θα του φτάσουν για το ηλεκτρικό, τα τρόφιμα και τις άλλες ανάγκες του και να περιμένει την επόμενη σύνταξη με αγωνία.

Και τότε ας κάνουμε μια απλή σκέψη.

Αν αυτός ο άνθρωπος ήταν ο δικός μας πατέρας, θα του λέγαμε «πλήρωσες λίγα, άρα πάρε λίγα»;

Αν ήταν η δική μας μητέρα, θα θεωρούσαμε ότι η δυσκολία της είναι απλώς η φυσιολογική συνέπεια των εισφορών που πλήρωσε πριν από δεκαετίες;

Ή τότε θα θυμόμασταν ότι υπάρχει και κάτι που δεν αποτυπώνεται σε κανένα λογιστικό φύλλο;

Η ανθρωπιά.

Οι χαμηλοσυνταξιούχοι δεν ζητούν να γίνουν πλούσιοι. Δεν ζητούν να πάρουν όσα παίρνουν εκείνοι που είχαν υψηλότερες αποδοχές. Ζητούν να μπορούν να ζήσουν χωρίς τον μόνιμο φόβο ότι τα χρήματα δεν θα φτάσουν μέχρι το τέλος του μήνα.

Και αυτό δεν είναι υπερβολική απαίτηση.

Ναι, οι εισφορές έχουν σημασία. Ναι, ένα ασφαλιστικό σύστημα πρέπει να είναι βιώσιμο. Ναι, η ανταποδοτικότητα δεν μπορεί να αγνοείται. Αλλά όταν οι πόροι του Ταμείου δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν στους ανθρώπους που εργάστηκαν μια ζωή μια αξιοπρεπή διαβίωση, υπάρχει και το κράτος. Δεν μπορεί η πολιτεία να ζητά από τον χαμηλοσυνταξιούχο να πληρώσει το τίμημα της ανεπάρκειας του συστήματος και την ίδια ώρα να θεωρεί ότι η δική της ευθύνη τελειώνει εκεί όπου τελειώνουν οι εισφορές του εργαζομένου.

Εξάλλου, οι χαμηλοσυνταξιούχοι δεν παύουν να είναι πολίτες αυτού του κράτους επειδή η σύνταξή τους είναι χαμηλή. Είναι άνθρωποι που εργάστηκαν, εισέφεραν στην οικονομία, πλήρωσαν φόρους και εισφορές και συνέβαλαν με τον δικό τους τρόπο στη δημιουργία της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε. Όταν φτάνουν στα γεράματά τους και αδυνατούν να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη, η πολιτεία δεν μπορεί να τους αντιμετωπίζει σαν να πρόκειται για ένα πρόβλημα που αφορά μόνο τους ίδιους. Έχει ευθύνη να τους στηρίξει.

Και αν το επιχείρημα είναι ότι το Ταμείο δεν διαθέτει επαρκείς πόρους, τότε η ευθύνη δεν μπορεί να μετακυλίεται στον φτωχό συνταξιούχο. Υπάρχει και το κράτος. Το ίδιο κράτος που επί δεκαετίες χρησιμοποίησε τα αποθεματικά του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εξακολουθεί να αναγνωρίζει σημαντική οφειλή προς αυτό. Αν το κράτος μπορούσε να στηρίζεται στο Ταμείο όταν το χρειαζόταν, οφείλει να το στηρίξει και όταν οι άνθρωποι που το χρηματοδότησαν έχουν ανάγκη.

Δεν μπορεί το κράτος να θυμάται τον πολίτη όταν ζητά τις εισφορές του και να τον ξεχνά όταν έρχεται η ώρα να του προσφέρει αξιοπρεπή διαβίωση.

Δεν ζητείται να γίνουν όλοι οι συνταξιούχοι ίσοι ανεξάρτητα από τις εισφορές τους. Δεν ζητείται να καταργηθεί η ανταποδοτικότητα. Ζητείται κάτι πολύ πιο απλό: να μην αφήσουμε ανθρώπους που έφτασαν στα γεράματά τους χωρίς τα στοιχειώδη να αντιμετωπίζονται σαν να είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για τη φτώχεια τους.

Και όσοι έχουν το θράσος να γράφουν τόσο εύκολα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης «πλήρωσαν λίγα, άρα να πάρουν λίγα», ας σκεφτούν για μια στιγμή πριν πατήσουν «δημοσίευση».

Ας κοιτάξουν πρώτα γύρω τους.

Γιατί ανάμεσα στους ανθρώπους που σήμερα δυσκολεύονται μπορεί να βρίσκεται ο δικός τους πατέρας. Η δική τους μητέρα. Ένας άνθρωπος που κάποτε δούλεψε, πλήρωσε, μεγάλωσε οικογένεια και τώρα ζητά απλώς να μη χρειάζεται να μετρά τα κέρματα για να βγάλει τον μήνα.

Ο άνθρωπος δεν αξίζει όσο οι εισφορές που κατάφερε να πληρώσει. Αξίζει επειδή είναι άνθρωπος.

Και μια πολιτεία που το ξεχνά αυτό μπορεί να έχει νόμους, αριθμούς και λογιστικά ισοζύγια.

Αν όμως αφήνει τους ανθρώπους της να γεράσουν μέσα στην ανασφάλεια και την ανέχεια, τότε δεν αποτυγχάνει μόνο το ασφαλιστικό της σύστημα. Αποτυγχάνει η ίδια η κοινωνία.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

 

12 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΡΟΣ ΑΝΝΙΤΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΧΑΜΗΛΟΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟ

Κυρία Δημητρίου,

σας γράφει ένας χαμηλοσυνταξιούχος από την Πάφο. Δεν είμαι πολιτικός ούτε φανατικό κομματικό στέλεχος. Είμαι ένας από τους ανθρώπους που δεν μετρούν την πολιτική με ποσοστά και δημοσκοπήσεις, αλλά με τη σύνταξη που μπαίνει στο τέλος του μήνα και με τα έξοδα που πρέπει να πληρωθούν.
Παρακολουθώ, όμως, την πολιτική και θα ήθελα να σας καταθέσω μια σκέψη ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.
Οι βουλευτικές εκλογές του 2026 επιβεβαίωσαν ότι ο ΔΗΣΥ παραμένει η ισχυρότερη πολιτική δύναμη στο Κοινοβούλιο, με 27,1% και 17 έδρες.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε ψηφοφόρος που ψήφισε ΔΗΣΥ το 2026 είναι δεδομένος για τις προεδρικές του 2028.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η κατηγορία των ψηφοφόρων που στις προεδρικές εκλογές του 2023, την πρώτη Κυριακή, επέλεξαν τον Νίκο Χριστοδουλίδη και στις βουλευτικές εκλογές του 2026 επέστρεψαν στον ΔΗΣΥ. Η πολιτική τους συμπεριφορά δείχνει κάτι απλό: η ψήφος δεν είναι ιδιοκτησία κανενός κόμματος.Και υπάρχει εδώ μια ακόμη παράμετρος που, κατά τη γνώμη μου, αξίζει ιδιαίτερη προσοχή.
Καθώς ανάμεσα στους ψηφοφόρους του ΔΗΣΥ υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να βλέπουν τον Νίκο Χριστοδουλίδη ως την προτιμητέα τους επιλογή για το 2028, είναι σίγουρο ότι θα συμμετάσχουν στις εσωκομματικές διαδικασίες του ΔΗΣΥ για να στηρίξουν έναν υποψήφιο που, κατά την κρίση τους, δεν θα είναι ισχυρότερος από τον Χριστοδουλίδη.
Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να προστατεύσουν τον πολιτικό τους εκλεκτό, χωρίς να εγκαταλείψουν τον ΔΗΣΥ στις βουλευτικές εκλογές.
Γι’ αυτό και η ηγεσία του ΔΗΣΥ δεν πρέπει να θεωρήσει όλους αυτούς τους ψηφοφόρους δεδομένους.
Ο ψηφοφόρος του 2028 δεν θα θυμάται μόνο τι ψήφισε το 2026. Θα κρίνει κυρίως από όσα έζησε μέχρι τότε.
Και ιδιαίτερα ο χαμηλοσυνταξιούχος.
Για εμάς η πολιτική είναι η σύνταξη, οι τιμές των τροφίμων, το ηλεκτρικό ρεύμα, τα έξοδα του σπιτιού και, πάνω απ’ όλα, η αξιοπρέπεια.
Γι’ αυτό και το θέμα των συντάξεων δεν είναι μια ακόμη προεκλογική υπόσχεση.
Τον Ιούνιο, μετά τη συμφωνία του ΔΗΣΥ με την Άμεση Δημοκρατία, τέθηκε δημόσια η πρόταση οι χαμηλές συντάξεις να ευθυγραμμιστούν με τον κατώτατο μισθό, που σήμερα ανέρχεται στα €1.088. Η ίδια η κ. Δημητρίου δήλωσε ότι, σύμφωνα με τις μελέτες που έχουν γίνει, κάτι τέτοιο μπορεί να είναι εφικτό χωρίς να διακυβεύεται η βιωσιμότητα του Ταμείου.
Τώρα η κυβέρνηση προωθεί τη δική της συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, με στόχο την ενίσχυση κυρίως των χαμηλοσυνταξιούχων.
Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται το ερώτημα που θα κληθεί να απαντήσει ο ΔΗΣΥ:
Θα διεκδικήσει έμπρακτα αυτό που υποσχέθηκε στους χαμηλοσυνταξιούχους ή θα αφήσει το θέμα αποκλειστικά στην κυβέρνηση;
Γιατί ο χαμηλοσυνταξιούχος παρακολουθεί.
Μπορεί να μη διαμαρτύρεται δυνατά. Μπορεί να μην έχει τη δύναμη των οργανωμένων ομάδων. Αλλά θυμάται.
Και το 2028 δεν θα αναρωτηθεί ποιος έκανε την καλύτερη προεκλογική ομιλία.
Θα αναρωτηθεί:
Βελτιώθηκε η ζωή μου; Με άκουσε κανείς; Με σεβάστηκαν;
Αυτές οι τρεις ερωτήσεις μπορεί να αποδειχθούν ισχυρότερες από οποιαδήποτε προεκλογική εξαγγελία.
Κυρία Δημητρίου,
οι εποχές του ισόβιου κομματικού ψηφοφόρου έχουν σε μεγάλο βαθμό περάσει. Ο σημερινός πολίτης συγκρίνει, αμφισβητεί και αποφασίζει κάθε φορά από την αρχή.
Ο ψηφοφόρος που ψήφισε ΔΗΣΥ το 2026 μπορεί να ψηφίσει ξανά ΔΗΣΥ το 2028. Μπορεί να επιστρέψει στον Χριστοδουλίδη. Μπορεί να επιλέξει κάποιον άλλον. Μπορεί ακόμη και να μην ψηφίσει.
Ο ΔΗΣΥ έχει ιστορία, οργάνωση και σημαντική εκλογική βάση. Έχει, επομένως, και την ευκαιρία να κερδίσει ξανά εκείνους που απομακρύνθηκαν και να κρατήσει εκείνους που ίσως απομακρυνθούν.
Αλλά αυτό δεν θα γίνει με την ανάμνηση του παρελθόντος. Θα κριθεί από το παρόν.
Από το αν ο πολίτης αισθάνεται ότι τον ακούν. Από το αν βλέπει πράξεις. Και κυρίως από το αν αισθάνεται ότι η πολιτική υπηρετεί τον άνθρωπο.
Γι’ αυτό θα σας έδινα μία μόνο συμβουλή:
Μην ακούτε μόνο εκείνους που σας χειροκροτούν. Ακούστε περισσότερο εκείνους που δυσκολεύονται.
Εκεί βρίσκεται η πραγματική κοινωνία.
Μιλήστε για τις χαμηλές συντάξεις και για τη δέσμευση που αναλάβατε απέναντι στην Άμεση Δημοκρατία. Οι χαμηλοσυνταξιούχοι περιμένουν να δουν αν αυτή η δέσμευση θα γίνει πράξη. Μην τηρείτε σιγήν ιχθύος.
Πιστεύω πως όσα σας συμβουλεύω τα γνωρίζετε ήδη. Πρέπει, όμως, να τα πείτε δυνατά, ώστε να τα ακούσουν οι ψηφοφόροι.
Γιατί στην πολιτική, όσα δεν λέγονται καθαρά και δημόσια, δύσκολα πείθουν ότι υπάρχει πραγματική πρόθεση να γίνουν πράξη.
Και ίσως εκεί βρίσκεται και ένα μεγάλο μέρος της απάντησης για το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών του 2028.
Γιατί στο τέλος δεν θα αποφασίσουν οι κομματικοί μηχανισμοί.
Θα αποφασίσει ο πολίτης.
Και ο χαμηλοσυνταξιούχος, όπως όλοι οι άλλοι, έχει μία μόνο ψήφο.
Μια ψήφο που μπορεί να αλλάξει τα πάντα.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

8 Σεπτεμβρίου 2026

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΕΥΓΝΩΜΩΝ / Αφιερωμένο στον Ανδρέα Παπαζωσιμά

Ήταν δεκαεννιά χρονών. Ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό, ορφανός από μητέρα, είχε μεγαλώσει σχεδόν μόνος. Τα αδέλφια του είχαν φύγει για άλλες πόλεις από τότε που ήταν ακόμη μικρό παιδί, ο πατέρας του χασιμιός μέσα στις δουλειές του, έτσι, όταν ήρθε η ώρα να μεγαλώσει, δεν υπήρχε γύρω του ούτε η οικογενειακή θαλπωρή ούτε εκείνη η αόρατη δύναμη που δίνει στον νέο άνθρωπο η παρουσία κάποιου δικού του.

Μεγάλωσε με στερήσεις και χωρίς καθοδήγηση. Κανένας να του δείξει τον δρόμο, κανένας να του πει ποιο μονοπάτι να πάρει και ποιο να αποφύγει. Έμαθε μόνος του να στέκεται στα πόδια του, μόνος του να κρύβει τους φόβους του και μόνος του να αντιμετωπίζει τις μικρές και μεγάλες δυσκολίες της ζωής.
Κι αναγιωμένος μ’ αυτό τον τρόπο, όσο μεγάλωνε, η μοναξιά του γινόταν όλο και πιο βαριά. Μια βαριά, ασήκωτη μοναξιά που δεν τον άφησε να γνωρίσει τον κόσμο γύρω του. Έτσι, όταν έφυγε μόνος για το άγνωστο, ήταν άπειρος και φοβισμένος μπροστά στη ζωή, σ’ έναν κόσμο που δεν γνώριζε.
Πέρασαν τα χρόνια και έγινε δεκαεννιά χρονών. Τελείωσε τη θητεία του και, χωρίς κανέναν να τον συμβουλεύσει ή να τον βοηθήσει, έπρεπε τώρα να αποφασίσει μόνος για το μέλλον του. Στην Κύπρο οι δουλειές ήταν ελάχιστες και τα μεροκάματα πενιχρά. Μπροστά του δεν φαινόταν κανένας δρόμος που να μπορούσε να τον βγάλει από τη στασιμότητα και το αδιέξοδο.
Και τότε, ένα βράδυ στο καφενείο, άκουσε κάποιους ξέμπαρκους ναυτικούς να διηγούνται τη ζωή τους στα βαπόρια. Μιλούσαν για μακρινές θάλασσες, για λιμάνια που εκείνος δεν είχε ακούσει ποτέ, για χώρες ξένες και παράξενες. Μα περισσότερο απ’ όλα μιλούσαν για τη δουλειά. Φαγητό και ύπνος δωρεάν. Και, για έναν νέο άνθρωπο που δεν είχε τίποτε, ένα μεροκάματο που μπορούσε να του ανοίξει έναν δρόμο.
Η δουλειά του ναυτικού ήταν δύσκολη, σκληρή, γεμάτη κινδύνους. Μα ο φόβος δεν ήταν εκείνο που τον κρατούσε πίσω. Εκείνο που φοβόταν περισσότερο ήταν να μείνει εκεί όπου βρισκόταν.
Έτσι, βρήκε δουλειά με έναν πενιχρό μισθό. Έκανε υπομονή, μάζεψε λίγα λίγα τα χρήματα, ίσα όσα χρειαζόταν για το εισιτήριο, και πήρε τον δρόμο της ξενιτιάς.
Του είχαν πει πως στην Ακτή Μιαούλη, στον Πειραιά, υπήρχαν εκατοντάδες ναυτιλιακά γραφεία και πως εύκολα θα έβρισκε μπάρκο.
Και πήγε.
Έφτασε στον Πειραιά σχεδόν χωρίς τίποτε στην τσέπη. Δεν είχε περίσσευμα ούτε μιας λίρας. Μόνο μια μικρή βαλίτσα στο χέρι και μέσα του εκείνη την αόριστη ελπίδα που κρατά όρθιο τον άνθρωπο όταν δεν είχε τίποτε άλλο.
Μα τα πράγματα δεν ήταν όπως του τα είχαν πει. Δεν βρήκε εύκολα δουλειά. Ήταν περίοδος κρίσης και στα ναυτιλιακά γραφεία η απάντηση ήταν σχεδόν παντού η ίδια:
—Πρέπει να περιμένεις μερικές μέρες.
Μερικές μέρες. Για εκείνους ήταν μόνο μερικές μέρες. Για εκείνον όμως ήταν ένας ολόκληρος ατελείωτος δρόμος που άνοιγε μπροστά του καθώς χωρίς μία στην τσέπη, δεν μπορούσε να αντέξει ούτε μια μέρα.
Βγήκε από το τελευταίο γραφείο και στάθηκε για λίγο στον δρόμο. Γύρω του περνούσαν άνθρωποι βιαστικοί, αυτοκίνητα, ναυτικοί με τις βαλίτσες τους. Όλοι πήγαιναν κάπου, είχαν έναν προορισμό, ένα σπίτι να επιστρέψουν.
Εκείνος δεν είχε τίποτε. Δεν είχε σπίτι. Δεν είχε δουλειά. Δεν είχε χρήματα. Και, το χειρότερο απ’ όλα, δεν είχε κανέναν.
Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε το άγνωστο να τον τρομοκρατεί. Δεν ήξερε πού να πάει, ούτε σε ποιον να στραφεί. Ο Πειραιάς, που από μακριά του φαινόταν σαν δρόμος προς μια καινούργια ζωή, ξαφνικά του φάνηκε τεράστιος και ξένος.
Περπατούσε χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Και η αγωνία άρχισε να τον κυριεύει. Αν δεν έβρισκε δουλειά; Αν χρειαζόταν να γυρίσει πίσω; Πώς θα γυρνούσε, αφού δεν είχε τα χρήματα για το εισιτήριο;
Εκείνο το βράδυ η σκέψη της ξενιτιάς πήρε άλλο νόημα. Μέχρι τότε η ξενιτιά ήταν για εκείνον μια λέξη. Μα τώρα ήταν ένας δρόμος χωρίς σημάδια. Η νύχτα πλησίαζε και δεν ήξερε πού θα τον βρει.
Κάθισε σε ένα παγκάκι και έμεινε για ώρα συλλογισμένος. Μέσα του πονούσε. Πονούσε για όλα εκείνα που είχε αφήσει πίσω του, ακόμη κι αν εκείνα δεν ήταν πολλά. Σκεφτόταν το μικρό του χωριό, τη φτώχεια του, τη μιζέρια του, τη ζωή που τόσο πολύ ήθελε να αφήσει πίσω. Κι όμως, τώρα που βρισκόταν μακριά, ανάμεσα στο πουθενά, ακόμη κι εκείνη η φτωχή ζωή τού φαινόταν ασφαλής.
Εκεί είχε τουλάχιστον μια κάμαρη να κοιμηθεί. Εδώ δεν ανήκε πουθενά.
Και τότε σκέφτηκε πως φτώχεια δεν είναι μόνο να μην έχεις χρήματα. Είναι να μην έχεις πού να πας όταν νυχτώνει. Να μην έχεις έναν γνωστό, έναν φίλο, έναν άνθρωπο δικό σου.
Κι ενώ καθόταν εκεί μόνος, με τους ανθρώπους να κινούνται γύρω του αδιάφορα και να τον προσπερνούν, κανένας τους δεν ήξερε τι περνούσε από μέσα του.
Κανένας δεν ήξερε πως ανάμεσα σ’ εκείνο το πλήθος υπήρχε ένας νέος που δεν ήξερε πού θα κοιμηθεί εκείνο το βράδυ, αν θα βρει δουλειά την επόμενη μέρα, αν θα έχει αύριο ακόμη και το ψωμί του.
Κι όμως, η ζωή, που εκείνη τη μέρα του είχε δείξει τη σκληρή της πλευρά, του ετοίμαζε μια μικρή πράξη καλοσύνης. Μια θεοσταλμένη πράξη που θα τον σημάδευε για μια ολόκληρη ζωή.
Ήταν ένας άνθρωπος. Ήταν ο Ανδρέας.
Καθώς καθόταν σκυφτός με το κεφάλι χαμηλωμένο και την ψυχή του βαριά, άφησε το παράπονό του να ξεφύγει φωναχτά. Ήταν μια κραυγή που βγήκε από τα βάθη της ψυχής του.
—Γιατί η τύχη μου εν μαύρη;
Και εκείνη η κραυγή έμελλε να γίνει η σωτηρία του.
Ένας νεαρός που περνούσε από εκεί σταμάτησε. Τον κοίταξε για λίγο. Ύστερα στάθηκε κοντά του και καθώς τον άκουσε να μιλά με την κυπριακή λαλιά, τον ρώτησε:
—Ίντα έχεις, ρε κουμπάρε; Γιατί είσαι έτσι;
Ήταν ο Ανδρέας. Ένας Κύπριος φοιτητής, που έτυχε εκείνη την ώρα να περνά. Δεν τον γνώριζε. Ήταν ένας άγνωστος ανάμεσα στους χιλιάδες περαστικούς.
Μα ο Ανδρέας δεν προσπέρασε. Στάθηκε. Και ρώτησε. Άκουσε το πρόβλημά του και θέλησε να τον βοηθήσει.
Σε μια μεγάλη πόλη, όπου χιλιάδες άνθρωποι περνούσαν ο ένας δίπλα από τον άλλον χωρίς να γνωρίζονται, χωρίς να κοιτάζονται, χωρίς να νοιάζονται για τον πόνο του διπλανού, ένας άνθρωπος σταμάτησε. Ένας άνθρωπος άκουσε. Ένας άνθρωπος νοιάστηκε… Ο Ανδρέας.
Κι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει πως ο άγνωστος αυτός άνθρωπος, που έτυχε να περάσει από μπροστά του, θα έμενε για πάντα χαραγμένος στη μνήμη του. Πως, πολλά χρόνια αργότερα, ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή του, θα ξεχώριζε εκείνον που δεν προσπέρασε. Εκείνον που σταμάτησε και, χωρίς να τον ξέρει, του άπλωσε το χέρι την ώρα που βρισκόταν ένα βήμα πριν από την απόγνωση.
Και ίσως αυτό να είναι το παράξενο της ανθρώπινης ζωής: Μερικές φορές η μοίρα δεν έρχεται με θόρυβο. Έρχεται αθόρυβα, με έναν άγνωστο που σταματά στον δρόμο και ρωτά:
—Ίντα έχεις, ρε κουμπάρε;
Πέρασαν τα χρόνια και έγιναν δεκαετίες. Η ζωή προχώρησε. Ταξίδεψε, δούλεψε, γνώρισε ανθρώπους, έζησε χαρές και λύπες. Η ζωή του πήρε τον δικό της δρόμο.
Μα εκείνη η μέρα στον Πειραιά δεν έσβησε ποτέ από τη μνήμη του.
Όποτε συναντούσε τον Ανδρέα, ακόμη και ύστερα από τόσα χρόνια, του έλεγε:
—Ανδρέα, εκείνη τη μέρα με έσωσες. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Και ο Ανδρέας, σχεδόν αμήχανα, του απαντούσε:
—Μα ίντα έκαμα; Τίποτε δεν έκαμα. Έκαμα τούτο που έπρεπε να κάμω.
Το έλεγε τόσο απλά. Για τον Ανδρέα ήταν μια πράξη που ίσως θα είχε ξεχάσει την άλλη μέρα. Για εκείνον όμως ήταν μια πράξη που θα κουβαλούσε σε όλη του τη ζωή.
Γιατί ο Ανδρέας δεν του έδωσε μόνο ένα μέρος να κοιμηθεί εκείνη τη νύχτα. Του έδωσε την αίσθηση πως, μέσα σ’ έναν κόσμο ξένο και αδιάφορο, υπήρχε ακόμη ανθρωπιά.
Και ύστερα από τόσες δεκαετίες, όταν θυμάται εκείνη τη μέρα, θυμάται έναν άνθρωπο που σταμάτησε. Τον Ανδρέα. Και μέσα του ακούει ακόμη εκείνη τη φωνή:
—Ίντα έχεις, ρε κουμπάρε;

Μια απλή ερώτηση. Μια απλή πράξη. Μα μια ολόκληρη ζωή ευγνωμοσύνης.

Ανδρέα, μπορεί εσύ να λες πως δεν έκαμες τίποτε. Εγώ όμως ξέρω πως, εκείνη τη μέρα, μου άνοιξες μια πόρτα όταν δεν είχα καμιά πόρτα να χτυπήσω.

Γιατί ξέρω πια τι θα πει να μην έχεις έναν φίλο όταν τον χρειάζεσαι. Ξέρω τι θα πει να σε δέρνει η μοναξιά, να μην έχεις ένα σπίτι να γυρίσεις και, από πάνω, να σε δέρνει κι ο βοριάς. Εκείνη τη νύχτα στον Πειραιά τα έζησα όλα αυτά. Κι εσύ ήσουν ο άνθρωπος που στάθηκε μπροστά μου και μου άνοιξε την πόρτα.

Και γι’ αυτό, όσο θα υπάρχει μνήμη μέσα μου, θα υπάρχει και η ευγνωμοσύνη μου.

Αιώνια.