16 Αυγούστου 2026

ΤΟΠΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ ("ΑΠΑΝΤΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ"}

ΟΙ ΤΡΕΜΙΘΚΙΕΣ ΤΗΣ ΖΗΝΑΣ

Στην άκρη της Χλώρακας, εκεί όπου άλλοτε η γη ήταν γεμάτη από δέντρα και άγρια βλάστηση, υπήρχε ένας τόπος ξεχωριστός, γνωστός στους παλιούς ως οι Τρεμιθκιές της Ζήνας.

Το όνομά του το πήρε από τις πολλές τρεμιθιές που φύτρωναν στην περιοχή, δέντρα ανθεκτικά στον χρόνο, με βαθιές ρίζες μέσα στην κυπριακή γη, που για αιώνες έστεκαν εκεί σαν σιωπηλοί φύλακες των ανθρώπων και των ιστοριών τους. Αργότερα, η μεγάλη ευεργέτιδα της Χλώρακας, Ζήνα Κάνθερ, αγόρασε την περιοχή για να διανοίξει δρόμο προς τη θάλασσα.

Οι παλιές τρεμιθιές δεν ήταν απλώς δέντρα. Ήταν κομμάτι της ζωής των χωριανών. Κάτω από τη σκιά τους ξεκουράζονταν οι γεωργοί, εκεί περνούσαν οι δρόμοι των παιδιών, εκεί γεννιόνταν ιστορίες που από στόμα σε στόμα έφταναν μέχρι τις νεότερες γενιές.

Μια από αυτές τις ιστορίες μιλούσε για έναν καλικάντζαρο που, όπως έλεγαν οι γιαγιάδες στα παιδιά, βγήκε κάποτε από τα σκοτεινά βάθη της γης τις μέρες των Χριστουγέννων.

Οι καλικάντζαροι, σύμφωνα με την παράδοση, κάθε Χριστούγεννα άφηναν τα σκοτεινά τους καταφύγια και τριγυρνούσαν στα σπίτια των ανθρώπων, αναζητώντας κυρίως χοιρινό κρέας, που τόσο αγαπούσαν. Λέγεται πως μια φορά ένας από αυτούς, μη βρίσκοντας τίποτε να φάει, πήρε τη μορφή ανθρώπου και κτύπησε την πόρτα ενός χωριανού ζητώντας επίμονα φαγητό.

Ο χωριανός όμως ήταν άνθρωπος δυνατός και σκληροτράχηλος. Δεν λύγισε στις παρακλήσεις του καλικάντζαρου και, θυμωμένος από την επιμονή του, τον άρπαξε και τον έκανε «τουλούμι στο ξύλο».

Ο καλικάντζαρος, θέλοντας να εκδικηθεί, τον ρώτησε πώς τον έλεγαν, για να επιστρέψει αργότερα με τους συντρόφους του και να τον τιμωρήσουν. Ο πονηρός χωριανός όμως του απάντησε:

— Με λένε Κανένα.

Ο καλικάντζαρος γύρισε πίσω στους άλλους και τους είπε πως τον είχε δείρει ο «Κανένας». Εκείνοι γέλασαν μαζί του, νομίζοντας πως τρελάθηκε ή πως ήπιε πολύ κρασί. Τόσο πολύ όμως επέμενε, που στο τέλος θύμωσαν μαζί του και, για να τον κάνουν να σωπάσει, τον έδεσαν σε μια μεγάλη τρεμιθιά κοντά στο εκκλησάκι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.

Πέρασαν οι μέρες των Φώτων, οι καλικάντζαροι έφυγαν, μα ξέχασαν πίσω τον σύντροφό τους. Και έτσι, όπως έλεγαν οι παλιοί, έμεινε εκεί δεμένος για αιώνες, να τον βλέπουν τα παιδιά, να τον περιγελούν και να τον παίρνουν οι νοικοκυρές για να τους κάνει τις δύσκολες δουλειές.

Τέτοιες ιστορίες έλεγαν οι γιαγιάδες μας τα παλιά βράδια, όταν η φωτιά έκαιγε στο τζάκι και τα παιδιά άκουγαν με φόβο και περιέργεια τα παράξενα παθήματα των πλασμάτων που ζούσαν ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων και των θρύλων.

Τα αιωνόβια δέντρα των τρεμιθιών έδιναν ζωή και ομορφιά στον τόπο. Αργότερα, όταν η γη πέρασε στην κατοχή της μεγάλης ευεργέτιδας της Χλώρακας, Ζήνας Κάνθερ, εκείνη τη δώρισε σε κατοίκους του χωριού. Όμως με το πέρασμα των χρόνων οι ανάγκες της ανάπτυξης άλλαξαν τη μορφή του τοπίου. Οι περισσότερες τρεμιθιές κόπηκαν για να ανεγερθούν οικοδομές, αφήνοντας πίσω τους μόνο τη μνήμη ενός τόπου που κάποτε ήταν γεμάτος ζωή και πράσινο.

Μια όμως μεγάλη τρεμιθιά έμεινε όρθια.

Στέκει ακόμη εκεί σαν ζωντανή μαρτυρία ενός κόσμου που χάθηκε. Θυμίζει τις εποχές που τα δέντρα είχαν ονόματα, οι τόποι είχαν ιστορίες και κάθε γωνιά της Χλώρακας κρατούσε μέσα της ένα παραμύθι.

Και έτσι ο τόπος έμεινε γνωστός μέχρι σήμερα ως οι Τρεμιθκιές της Ζήνας.


ΤΑ ΜΗΛΑ

Τα Μήλα είναι ένας τόπος που απλώνεται μέχρι την περιοχή με την ονομασία Καπηρός. Είναι μια βαθιά λαξιά, σκαμμένη από τα νερά του χειμώνα, που ξεκινά από τις παρυφές του οροπεδίου της Χλώρακας και κατεβαίνει αργά προς τη θάλασσα.

Τους χειμωνιάτικους μήνες, όταν οι βροχές ήταν δυνατές, μεγάλες ποσότητες όμβριων υδάτων συγκεντρώνονταν ψηλά και, πέφτοντας από τον γκρεμό σαν φυσικός καταρράκτης, παρέσερναν τα μαλακά χώματα. Με το πέρασμα των χρόνων τα νερά χάραξαν το δικό τους μονοπάτι και δημιούργησαν ένα μικρό φυσικό ποτάμι που οδηγούσε στη θάλασσα.

Η ονομασία Μήλα, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, προήλθε από παραφθορά της λέξης, καθώς στην περιοχή φύτρωναν πολλές κουρτουνιές, οι οποίες έδιναν στρογγυλούς καρπούς που έμοιαζαν με μικρά μήλα.

Ήταν ένας τόπος ανοιχτός προς τη θάλασσα, αλλά και γεμάτος μυστήριο. Οι παλιοί κάτοικοι διηγούνταν ιστορίες για αερικά περάσματα, για σκιές και ψυχές που, όπως πίστευαν, περνούσαν από εκεί τις νύχτες.

Έλεγαν πως τα παλιά χρόνια, μέχρι πριν από περίπου έναν αιώνα, τα Μήλα ήταν ένας τόπος που τον φοβούνταν. Τις σκοτεινές νύχτες, όταν η σιωπή σκέπαζε τη γη, ακούγονταν, όπως έλεγαν, τα κογκήματα των πεθαμένων και παράξενοι ήχοι που τρόμαζαν τους περαστικούς. Μέχρι που, σύμφωνα με την παράδοση, ένας καλόγερος που πέρασε από το χωριό έλυσε τα μάγια και ημέρεψε τον τόπο.

Ο ΚΑΠΥΡΟΣ

Ο Καπυρός βρίσκεται νοτιοδυτικά της Χλώρακας, μετά τις Τρεμιθκιές της Ζήνας, στα ριζά των υψωμάτων που συνορεύουν με τα Μήλα. Μαζί με τα χωράφια του Χρυσοχού και την Παλιά Βρύση, αποτελεί έναν τόπο που οι παλιοί θεωρούσαν ξεχωριστό, γεμάτο μυστήριο και ιστορίες που περνούσαν από γενιά σε γενιά.

Το τοπίο του Καπυρού είχε μια ιδιαίτερη ομορφιά. Παλιά, όταν ακόμα τα νερά έτρεχαν άφθονα και η γη ήταν πιο πλούσια σε βλάστηση, μια πηγή που ανάβλυζε ολοχρονίς πότιζε τον τόπο και δημιουργούσε ένα μικρό φυσικό παράδεισο. Στην άκρη του υψωνόταν ένας ψηλός γκρεμός με πετρώματα που, όταν ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, αντανακλούσαν τις ακτίνες του και σκορπούσαν μια δυνατή ζέστη. Από αυτή την πυρά του ήλιου, λέγεται πως πήρε το όνομά του ο τόπος, από τη λέξη «πυρά»: Καπυρός.

Ήταν όμως και ένας τόπος που γεννούσε φόβους και φαντασίες. Οι παλιοί γονείς, θέλοντας άλλοτε να φοβίσουν τα παιδιά τους για να μην απομακρύνονται και άλλοτε για να τα κρατούν φρόνιμα, έπλαθαν ιστορίες για παράξενα πλάσματα που κατοικούσαν εκεί. Οι σκοτεινές νύχτες, όταν το φεγγάρι χανόταν και ο αγέρας περνούσε ανάμεσα από τους βράχους, έκαναν τον τόπο να μοιάζει αλλιώτικος, σαν να έκρυβε μέσα του μυστικά από άλλους καιρούς.

Η στετέ μου η Δεσποινού μου διηγόταν πως στον Καπυρό κατοικούσαν οι πάουλλοι, που έπαιρναν τα άτακτα παιδιά, καθώς και μια λόττα με τα κούνια, ένα μεγάλο φοβερό πλάσμα που έβγαινε τις σκοτεινές χειμωνιάτικες νύχτες για να βρει τροφή για τα μικρά της.

Όταν τα μωρά δεν κοιμόντουσαν και ο αγέρας σφύριζε ανάμεσα στα δέντρα και στους βράχους, οι μανάδες και οι γιαγιάδες έλεγαν πως εκείνοι οι παράξενοι ήχοι ήταν οι κουδούνες που κρέμονταν στον λαιμό της λόττας και ακούγονταν κάθε φορά που έβγαινε να περιπλανηθεί. Έτσι τα παιδιά σκεπάζονταν καλά με το πάπλωμα και έμεναν ήσυχα, προσπαθώντας να αποκοιμηθούν γρήγορα, μήπως και τα ανακαλύψει το μεγάλο θεριό.

Σήμερα ο Καπυρός είναι ένας τόπος που κρατά περισσότερο τη μνήμη παρά τον φόβο. Οι ιστορίες των παλιών δεν ήταν μόνο παραμύθια, ήταν ένας τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι έδιναν ψυχή στους τόπους τους και μετέφεραν στα παιδιά τους τη φαντασία, τις αγωνίες και τα μυστικά μιας άλλης εποχής.

ΤΟ ΠΕΡΒΟΛΙ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ

Ο Χρυσοχός είναι ένας μικρός τόπος πάνω από την Παλιά Βρύση, στη βορειοδυτική πλευρά της Χλώρακας. Είναι ένα μικρό χωραφάκι, ίσα με μια βραχτή γης, που όμως η παράδοση το έντυσε με ιστορίες για χρυσάφι, μυστικά και ανθρώπους που αναζήτησαν την τύχη τους μέσα στα χώματα του.

Λέγεται πως τα παλιά χρόνια εκεί είχε το εργαστήρι του ένας τεχνίτης χρυσοχόος. Παρόλο που η Χλώρακα ήταν τότε ένα μικρό χωριό, εκείνος διάλεξε αυτό τον τόπο για να εγκατασταθεί, γιατί, σύμφωνα με την παράδοση, μέσα στα χώματα της περιοχής υπήρχαν μικρά ψήγματα χρυσού. Όταν οι γεωργοί όργωναν τα χωράφια τους, χώματα κολλούσαν πάνω στα ηνία των αρότρων και ανάμεσα τους βρίσκονταν μικρά κομμάτια χρυσού, τα οποία έδιναν στον χρυσοχόο για επεξεργασία.

Η παράδοση λέει πως στον μεγάλο σεισμό του 1443 το εργαστήρι καταστράφηκε και ένας τεράστιος βράχος κύλησε από τη θέση του και στάθηκε εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Υπατίου. Πάνω σε εκείνο τον βράχο οι κάτοικοι τοποθέτησαν ένα μικρό σιδερένιο κουτί, μέσα στο οποίο άναβαν καντήλι και τιμούσαν τον Άγιο Υπάτιο, τον θεραπευτή των μικρών παιδιών που αργούσαν να περπατήσουν.

Παλιά οι γονείς έφερναν εκεί τα παιδιά τους και έδεναν στα πόδια τους ένα λεπτό νήμα. Κρατώντας τα από τα χέρια τα βοηθούσαν να περπατήσουν γύρω από τον βράχο, μέχρι που η κλωστή κοβόταν. Πίστευαν πως τότε ο Άγιος θα έκανε το θαύμα του και το παιδί θα έβρισκε τη δύναμη να περπατήσει.

Οι παλιοί κάτοικοι διηγούνταν ακόμη πως μέσα στον μεγάλο βράχο υπήρχε ένα κρυφό άνοιγμα, κλεισμένο με μια πέτρινη θύρα τόσο καλά προσαρμοσμένη, που έμοιαζε σαν φυσικό σκάλισμα του βράχου. Πίσω από εκείνη τη μυστική πόρτα, έλεγαν πως ο χρυσοχόος φύλαγε τα χρυσάφια του, τα οποία έμειναν κρυμμένα μετά τον θάνατό του.

Η ίδια παράδοση λέει πως, όταν ο βράχος μετακινήθηκε από τον σεισμό και στάθηκε κοντά στην Παλιά Βρύση, ο Χατζηφίλιππος ο Τοκογλύφος, τότε ακόμη νεαρός, ανακάλυψε τυχαία το κρυφό άνοιγμα και βρήκε τα χρυσάφια. Με αυτό τον τρόπο απέκτησε μεγάλη περιουσία και αργότερα έγινε ένας από τους πιο εύπορους ανθρώπους του χωριού.

Μια άλλη ιστορία που έμεινε ζωντανή στη μνήμη των παλιών, μιλά για έναν Κύπριο αλχημιστή που ζούσε στη Βενετία και κάποτε επισκέφθηκε το μικρό εργαστήρι του Χρυσοχού. Ο χρυσοχόος τού παραχώρησε τον χώρο για λίγες μέρες και εκείνος κλείστηκε μέσα, ζητώντας μόνο από τους ζευγολάτες να του φέρνουν τα χώματα που κολλούσαν πάνω στα ηνία των αρότρων όταν όργωναν την περιοχή.

Ύστερα από μέρες, όταν ο αλχημιστής σταμάτησε να δίνει σημεία ζωής, οι χωριανοί άνοιξαν δειλά την πόρτα για να δουν τι είχε συμβεί. Το εργαστήρι ήταν άδειο. Πάνω όμως στο τραπέζι βρήκαν αφημένο ένα ψωμί φτιαγμένο από χρυσάφι.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ γιατί ο μυστηριώδης εκείνος άνθρωπος άφησε πίσω του το χρυσό ψωμί. Άλλοι είπαν πως ήταν ένα σημάδι της τέχνης του, άλλοι πως ήθελε να αφήσει μια παρακαταθήκη στους ανθρώπους του τόπου. Γιατί, σύμφωνα με τον θρύλο, ο μεγάλος αλχημιστής μπορούσε να μετατρέπει τον πηλό της γης σε χρυσάφι.

Έτσι έμεινε ο Χρυσοχός στη μνήμη των Χλωρακιωτών, ένας μικρός τόπος όπου η γη, η πίστη και η φαντασία ενώθηκαν και δημιούργησαν ιστορίες που ταξίδεψαν μέσα στον χρόνο.

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΗΣ

Τα παλιά χρόνια όταν η Χλώρακα ήταν ακόμη ένα μικρό χωριό κτισμένο στα ψηλώματα, μακριά από την εύφορη παραλιακή πεδιάδα, οι άνθρωποι ζούσαν πιο κοντά στη γη και στα νερά της.

Τα καλοκαίρια, όταν οι δουλειές στα χωράφια ήταν πολλές και η ζέστη του πρωινού έκανε δύσκολη την εργασία, οι γεωργοί κατέβαιναν στον κάμπο. Έστηναν πρόχειρα καταλύματα κάτω από τα δέντρα, έστρωναν πάνω στη γη και περνούσαν εκεί τις νύχτες, ώστε με το πρώτο φως της ημέρας να ποτίζουν και να περιποιούνται τα χωράφια τους πριν ανέβει ο ήλιος ψηλά.

Λίγο πριν τη θάλασσα, εκεί όπου άρχιζε ο δρόμος προς την Κάτω Πάφο, βρισκόταν ένα χωράφι που έμεινε γνωστό ως το χωράφι της Φιλόξενης. Εκεί, μια γυναίκα που την έλεγαν Φιλόξενη έστηνε το πρόχειρο υποστατικό της και καλλιεργούσε τη γη της.

Δίπλα στο χωράφι της βρισκόταν το Καμαρούι, μια παλιά βρύση με κρυστάλλινο νερό, που για αιώνες δρόσιζε τους ανθρώπους και πότιζε τα χωράφια του κάμπου. Μπροστά από τη βρύση περνούσε το μονοπάτι που οδηγούσε προς την Κάτω Πάφο. Όλοι οι περαστικοί από τα γύρω χωριά σταματούσαν εκεί για να ξεδιψάσουν, να ξεκουραστούν και να πάρουν λίγη ανάσα από τον δρόμο.

Η Φιλόξενη ήταν άνθρωπος καλόκαρδος. Άνοιγε την καρδιά και το σπίτι της στους περαστικούς, τους πρόσφερε νερό, καφέ και γλυκό, και τους έκανε να αισθάνονται σαν να βρίσκονταν στο δικό τους σπίτι. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι της έδωσαν το όνομα που ταίριαζε στον χαρακτήρα της: Φιλόξενη.

Μια μέρα ένα μικρό καραβάνι σταμάτησε στη βρύση. Η Φιλόξενη τους καλωσόρισε, τους φιλοξένησε και τους πρόσφερε ό,τι είχε. Οι διαβάτες ξαπόστασαν, ξεκουράστηκαν και ύστερα συνέχισαν τον δρόμο τους.

Μαζί με τα άλλα ζώα της είχε και ένα μικρό μουλούι, ένα ζώο που προερχόταν από διασταύρωση αλόγου και γαϊδάρου. Μετά από ώρα, η Φιλόξενη κατάλαβε πως το ζώο της έλειπε. Νόμισε πως ίσως είχε ακολουθήσει το καραβάνι και έτρεξε πίσω τους να το βρει.

Όταν τους πρόλαβε και ρώτησε για το μουλούι της, εκείνοι της είπαν πως δεν ήταν μαζί τους. Ένας από τους διαβάτες, βλέποντάς την στενοχωρημένη, προσπάθησε να την παρηγορήσει:

— Μην απελπίζεσαι. Γύρισε πίσω και ψάξε στα φωτιστικά της περιοχής. Ίσως να έπεσε σε κάποιο λάκκο και να το προλάβεις ζωντανό.

Η Φιλόξενη, ακούγοντας αυτά τα λόγια, πήρε θάρρος.

— Μα πώς είναι δυνατόν να έπεσε σε φωτιστικό και να είναι ακόμη ζωντανό; — αναρωτήθηκε.

Όμως η ελπίδα πως θα το έβρισκε ζωντανό την έκανε να γυρίσει γρήγορα πίσω. Έτρεξε και έφτασε ξανά στη βρύση, κουρασμένη όμως και διψασμένη.

Ήταν τόσο ποσταμένη και διψασμένη, που έσκυψε πάνω από τη βρύση και ήπιε βιαστικά, χωρίς να πάρει ανάσα. Μα η μεγάλη της λαχτάρα για νερό στάθηκε μοιραία. Το σώμα της δεν άντεξε την απότομη πόση μετά την τόση κούραση. Εκεί, δίπλα στη βρύση που τόσα χρόνια δρόσιζε τους ανθρώπους και τα χωράφια, έσκασε, έπεσε και πέθανε.

Το μικρό μουλούι είχε πέσει σε ένα φωτιστικό, έναν βαθύ λάκκο του λαγουμιού της βρύσης, και είχε πνιγεί χωρίς κανείς να γνωρίζει τι είχε απογίνει. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Μαυρονικόλας κατέβηκε στο φωτιστικό για να το καθαρίσει και εκεί, μέσα στο νερό που τόσα χρόνια έκρυβε το μυστικό, βρήκε τα απομεινάρια του μικρού ζώου και αποκάλυψε, ύστερα από δεκαετίες, το μυστικό που έκρυβε το Καμαρούι.

Η παράδοση λέει πως ακόμη ήταν άλιωτο, αφού το νερό του λαγουμιού τα είχε κρατήσει αναλλοίωτα μέσα στο πέρασμα του χρόνου.Έτσι έμεινε το όνομα «Το χωράφι της Φιλόξενης», ένας τόπος που θυμίζει μια εποχή όπου οι βρύσες δεν ήταν μόνο πηγές νερού, αλλά τόποι συνάντησης, ξεκούρασης και ανθρώπινης καλοσύνης.

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΗΣ ΑΛΗΠΑΤΟΥΣ

Ήταν κάποτε μια μικρή ορφανή κοπέλα που την έλεγαν Πατού. Ζούσε μόνη της σε ένα μικρό σπιτάκι, κτισμένο μέσα σε ένα μικρό χωραφάκι, όπου φύτρωναν τρεμιθιές, τερατσιές και βελανιδιές.

Ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών και, για να μπορέσει να ζήσει, πάλευε καθημερινά με τη γη. Μάζευε τεράτσια και έφτιαχνε τερατσόμελο, μάζευε τρεμίθια και έφτιαχνε τρεμιθόλαδο, ενώ τα βελανίδια τα χρησιμοποιούσε ως τροφή για τα ζώα. Καλλιεργούσε ακόμη λίγα χόρτα και οπωρικά, τα οποία πότιζε από την παλιά βρύση του χωριού, και τα πουλούσε στις νοικοκυρές της Χλώρακας.

Οι γυναίκες του χωριού την αγαπούσαν και τη βοηθούσαν όσο μπορούσαν. Ήταν ένα φτωχό κορίτσι, όμως τίμιο, εργατικό και καλόκαρδο. Στον ελεύθερο χρόνο της επισκεπτόταν τις χωριανές και πρόθυμα βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού. Εκείνες τη συμβούλευαν και της εύχονταν μια καλύτερη ζωή, να βρει έναν καλό άνθρωπο και να φτιάξει το δικό της σπιτικό.

Την ίδια εποχή περνούσε από τη Χλώρακα ένας μικρέμπορας που τον έλεγαν Αλή. Είχε έρθει στην Κύπρο από τα παράλια της Ανατολής και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Κτήματος. Κρατώντας μαζί του διάφορα εμπορεύματα, εργαζόταν ως γυρολόγος και γύριζε τα χωριά πουλώντας την πραμάτεια του.

Με τα χρόνια, με την εργατικότητα και τη νοικοκυροσύνη του, κατάφερε να προκόψει. Αγόρασε γη στη Γεροσκήπου, δημιούργησε το δικό του κτήμα, φύτεψε καλλιέργειες και έγινε ένας εύπορος άνθρωπος.

Όμως μέσα στην καρδιά του είχε κρατήσει μια παλιά ανάμνηση. Από τότε που, φτωχός ακόμη πραματευτής, περνούσε από τη Χλώρακα, είχε προσέξει την όμορφη και σεμνή Πατού. Δεν τόλμησε όμως ποτέ να της μιλήσει για την αγάπη του, γιατί τότε δεν είχε τίποτε να της προσφέρει.

Πέρασαν τα χρόνια. Και μια Κυριακή, μετά τη λειτουργία, ενώ οι χωριανοί κάθονταν στον καφενέ, φάνηκε από μακριά ένας καβαλάρης πάνω σε ένα ψηλό άλογο. Φορούσε αρχοντική φορεσιά και έδειχνε άνθρωπος που είχε γνωρίσει την προκοπή.

Οι χωριανοί τον κοίταξαν με απορία, μέχρι που τον αναγνώρισαν. Ήταν ο παλιός πραματευτής Αλής, που τώρα επέστρεφε στη Χλώρακα ως άρχοντας.

Δεν είχε έρθει όμως για να επισκεφθεί το χωριό. Είχε έρθει για να ζητήσει σε γάμο την Πατού.

Ο γάμος έγινε με χαρές και πανηγύρια. Οι χωριανοί χάρηκαν για την καλή τύχη της ορφανής κοπέλας που, μέσα από τις δυσκολίες της ζωής, βρήκε τον δρόμο της.

Ύστερα η Πατού έφυγε από το μικρό της χωράφι και ακολούθησε τον άντρα της. Η γη έμεινε σιγά-σιγά έρημη, τα τρεμίθια και τα τεράτσια συνέχισαν να φυτρώνουν χωρίς ανθρώπινο χέρι να τα φροντίζει, όμως το όνομα έμεινε ζωντανό μέχρι σήμερα:

«Το χωράφι της Αληπατούς».

Ένας τόπος που κρατά στη μνήμη του την ιστορία μιας φτωχής ορφανής κοπέλας και ενός ανθρώπου που, μέσα από τους δρόμους της ζωής, γύρισε πίσω για να εκπληρώσει μια παλιά αγάπη.

Το χωράφι της Αληπατούς βρίσκεται στη Χλώρακα, στην περιοχή της οδού Νικόλα Πενταρά και Αντώνη Χ΄Αχχιλλέα, περίπου διακόσια μέτρα από την παλιά βρύση του χωριού.

Ο ΜΕΛΑΝΟΣ

Ο Μέλανος είναι ένας υπερυψωμένος τόπος στα νότια σύνορα της Χλώρακας, προς τη μεριά της Κάτω Πάφου. Τα πετρώματα της περιοχής έχουν σκούρο, μελανό χρώμα, και από αυτή τη φυσική ιδιαιτερότητα πήρε το όνομά του ο τόπος.

Όμως οι παλιοί άνθρωποι της Χλώρακας διηγούνταν και μια άλλη ιστορία, μια ιστορία σκοτεινή που χάθηκε μέσα στα βάθη του χρόνου.

Έλεγαν πως σε παλιές εποχές, τότε που η δουλεία υπήρχε σε πολλούς τόπους του κόσμου και οι άνθρωποι που στερούνταν την ελευθερία τους θεωρούνταν ιδιοκτησία των αφεντικών τους, δεν είχε μείνει ανεπηρέαστη ούτε η Κύπρος. Σε διάφορες περιόδους της ιστορίας, άνθρωποι γνώρισαν τη σκλαβιά και την απάνθρωπη μεταχείριση, δουλεύοντας σε δύσκολες συνθήκες στη γη και στα έργα των ισχυρών.

Η παλιά αυτή παράδοση συνδέει την περιοχή της Πάφου με τα χρόνια των Φράγκων, όταν μεγάλα κτήματα πέρασαν στα χέρια φεουδαρχών και η καλλιέργεια της γης αναπτύχθηκε σε μεγάλη κλίμακα. Λέγεται πως τότε οι πεδιάδες της Πάφου, από τη Μάα μέχρι την Πέτρα του Ρωμιού, καλλιεργούνταν εκτεταμένα, ενώ τα νερά που έρχονταν από τα αυλάκια της Ρήγαινας βοηθούσαν στην άρδευση της γης μέχρι την περιοχή της Πάφου.

Μέσα σε αυτά τα παλιά χρόνια, μια διήγηση λέει πως στη Χλώρακα μια ομάδα σκλάβων, μη αντέχοντας άλλο τη σκληρή ζωή και την απάνθρωπη μεταχείριση από τον αφέντη τους, αποφάσισε να δραπετεύσει. Γνώριζαν πως η απόπειρά τους ήταν επικίνδυνη και πως ίσως πλήρωναν με τη ζωή τους την προσπάθεια για ελευθερία, όμως προτίμησαν να αγωνιστούν παρά να συνεχίσουν τη σκλαβιά.

Ο αφέντης τους τούς καταδίωξε μέχρι το ύψωμα που δεσπόζει πάνω από τον κάμπο της Χλώρακας. Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση, τους πρόλαβε και τους σκότωσε, θέλοντας να παραδειγματίσει όσους θα τολμούσαν να αντισταθούν.

Οι παλιοί έλεγαν πως το αίμα εκείνων των ανθρώπων πότισε τη γη και κατέβηκε μέχρι τη θάλασσα, δίνοντας στο τοπίο το σκούρο χρώμα του. Έτσι, ο τόπος ονομάστηκε Μέλανος, ενώ η κοντινή θαλάσσια περιοχή Μελανούθκια, σαν να κράτησαν μέσα στα χώματα και στα νερά το αίμα των σφαγιασθέντων σκλάβων της παλιάς τραγωδίας.

Και αν η ιστορία αυτή είναι θρύλος ή ανάμνηση από γεγονότα που χάθηκαν στον χρόνο, ένα πράγμα παραμένει: οι τόποι δεν κρατούν μόνο πέτρες και χώματα. Κρατούν μέσα τους τις φωνές, τους φόβους, τους αγώνες και τις ελπίδες των ανθρώπων που πέρασαν από πάνω τους.

ΤΟΠΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ, ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι τόποι της Χλώρακας δεν είναι μόνο ονόματα γραμμένα σε χάρτες. Είναι κομμάτια μιας γης που έζησε, πόνεσε, αγάπησε και κράτησε μέσα της τις φωνές των ανθρώπων της.

Από τις ακρογιαλιές της, όπου η θάλασσα αιώνες τώρα σμιλεύει τους βράχους και αφήνει την άμμο της να ταξιδεύει με τα κύματα, μέχρι τους λόφους και τις λαξιές της στεριάς, κάθε τόπος κρύβει μια ιστορία. Άλλοτε μια πραγματική ανάμνηση που πέρασε από στόμα σε στόμα, άλλοτε ένας θρύλος που γεννήθηκε μέσα στη φαντασία των ανθρώπων, αλλά πάντοτε δεμένος με τη ζωή του χωριού.

Το ΔΗΜΜΑ, ο Κοτσιάς, η Αλική, ο Πηλός, τα Μερσυνούθκια και ο Πάρακας κρατούν μέσα τους τη φωνή της θάλασσας και των ψαράδων που πάλευαν με τα κύματα. Οι παλιές βάρκες, οι μικροί ορμίσκοι, τα αλάτια, τα κρίνα του γιαλού και οι ιστορίες των ανθρώπων έγιναν μέρος της μνήμης του τόπου.

Η στεριά, όμως, έκρυβε κι αυτή τα δικά της μυστικά. Οι Τρεμιθκιές της Ζήνας, τα Μήλα, ο Καπυρός, το Περβόλι του Χρυσοχού, το χωράφι της Φιλόξενης, το χωράφι της Αληπατούς και ο Μέλανος δεν ήταν απλά χωράφια και τοπωνύμια. Ήταν τόποι όπου γεννήθηκαν ιστορίες για καλικάντζαρους, αερικά, παλιούς τεχνίτες, φτωχούς ανθρώπους, αγάπες, πλούτη, δυσκολίες και αγώνες.

Κάποτε οι άνθρωποι της Χλώρακας γνώριζαν κάθε πέτρα, κάθε δέντρο, κάθε βρύση και κάθε μονοπάτι. Ήξεραν πού φύτρωνε ένα λουλούδι, πού κρυβόταν μια πηγή, πού περνούσε το νερό του χειμώνα και πού γεννιόταν μια ιστορία. Η φύση και ο άνθρωπος ήταν δεμένοι με μια σχέση που σήμερα σιγά-σιγά χάνεται.

Πολλά άλλαξαν με τα χρόνια. Οι δρόμοι άνοιξαν, τα σπίτια πλήθυναν, η γη άλλαξε μορφή και πολλές παλιές εικόνες χάθηκαν. Όμως τα ονόματα έμειναν. Και μέσα στα ονόματα αυτά ζει η μνήμη ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια όπως παλιά.

Γιατί ένας τόπος δεν είναι μόνο η πέτρα και το χώμα του. Είναι οι άνθρωποι που περπάτησαν πάνω του, τα χέρια που τον καλλιέργησαν, οι φωνές που ακούστηκαν στις αυλές, οι ψαράδες που ταξίδεψαν στα νερά του, οι μανάδες που διηγούνταν ιστορίες στα παιδιά τους και οι παππούδες που φύλαξαν τις παραδόσεις.

Αυτοί είναι οι τόποι της Χλώρακας. Τόποι μικροί σε μέγεθος, αλλά μεγάλοι σε μνήμη. Τόποι που κουβαλούν μέσα τους αιώνες ζωής, θρύλους και αλήθειες, και περιμένουν να τους ξαναθυμηθούν οι άνθρωποι που τους αγαπούν.