4 Ιανουαρίου 2013

ΠΕΡΙ ΚΥΠΡΟΥ ΑΚΡΙΤΕΣ

ΤΑ ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΕΠΗ ΣΕ ΠΕΖΟ ΛΟΓΟ 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

Η γέννηση του Διγενή

Ο Διγενής στέφεται Ακρίτας

Ευδοκία και Διγενής

Ο Διγενής και ο Φιλόπαππος

Μαξιμώ και Διγενής

Η Ρήγαινα της Χλώρακας

Η Κάλλη και ο Διγενής

Ο θάνατος του Διγενή

Ο Διγενής και ο Κωσταντάς

Κωσταντά, μη με παραντροπιάζεις

Ο Κωσταντάς αιχμάλωτος

Ο Κωσταντάς και ο δράκος

Ο Κωσταντάς και η Λιογέννητη

Ο Κωσταντάς και ο Σκλερόπουλος

Ο θάνατος του Κωσταντά

Εκεί που πνίγηκε ο Κωνσταντής

Αρέστης Αρμούρης


Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ
 

Ο Αμιράς Μουσούρ ένας Αγαρηνός εμίρης, με το κουρσάρικο του καράβι έπλεε από λιμάνι σε λιμάνι και κούρσευε τους ντόπιους πληθυσμούς.

Αψηφώντας τους εχθρούς του και με παράτολμες ενέργειες κυρίευε διάφορες πολιτείες.

Έκλεβε και λεηλατούσε πλούσιους και φτωχούς, τρανούς και ταπεινούς.

Πολλές φορές έβγαινε με τους στρατιώτες του στα ανατολικά εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας και λήστευαν πλεούμενα, χωριά και πόλεις, και ότι άρπαζε τα μοίραζε στη πατρίδα του στους φτωχούς όταν κατά περιόδους έπεφτε λιμός και δεν είχαν φαγητό.

Ετούτη τη φορά πήγε στην ίδια χώρα στο ίδιο σημείο που είχε προηγουμένως ληστέψει, όχι για να ξανακλέψει, αλλά για να αρπάξει μια γυναίκα που η ομορφιά της είχε ξεπεράσει τα σύνορα του τόπου της.

Ήταν η Ειρήνη, κόρη του στρατηγού Ανδρόνικου που ήταν σε εξορία. Σαν την είδε ο ληστής,  δυνατός έρωτας φώλιασε στην καρδιά του, και αμέσως αποφάσισε να την πάρει στην πατρίδα του και να την κάνει γυναίκα του. Άφησε τους άνδρες του στο πλοίο και μόνος βγήκε στη στεριά.

Στα σκοτεινά πλησίασε κάτω από τα τείχη του πύργου. Κανείς δεν το είδε, ακόμα και ο σκοπός κοιμόταν κουρασμένος πάνω στην ασπίδα του. Έριξε ένα σχοινί και σκαρφάλωσε στο παράθυρο της κόρης. Μπήκε στο δωμάτιο της που είχε ύπνο βαθύ και δεν άκουσε θόρυβο να την τρομάξει και να φωνάξει. Της φίμωσε το στόμα, την τύλιξε με ένα σεντόνι, την έριξε στον ώμο του κι ευθύς πήρε την κατηφόρα για τη θάλασσα.

Η μάνα της όμως τον πήρε χαμπάρι, αλλά ανήμπορη να αντιδράσει, αμέσως ειδοποίησε τους πέντε ανδρειωμένους γιους της όπου και να ευρίσκονταν να σπεύσουν να την ελευθερώσουν, αλλιώς θα είχαν την κατάρα της..

Ο μικρότερος και πιο ανδρείος ο Κωνσταντίνος, είχε το πιο γοργοπόδαρο άλογο και τον έφτασε λίγο πριν σαλπάρει το καράβι και οργισμένος ζήτησε από τον Μουσούρ, πίσω την αδελφή του. Αυτός όμως δεν ήθελε να τη δώσει και έτσι τα δυο παλικάρια τράβηξαν τα σπαθιά τους και άρχισε μια μονομαχία τρομερή. Φωτιές βγάζανε τα σπαθιά τους και οι κλαγγές σκέπαζαν τον παφλασμό των κυμάτων.

Και η γη γεμάτη αντάρα τρέμοντας αναστέναζε από την ανδρεία τους.

Δυο ώρες κράτησε η μονομαχία και κάποια στιγμή εξουθενωμένοι στάθηκαν ο ένας απέναντι στο άλλο.

Ήταν κατάκοποι, αλλά ο Κωνσταντίνος είχε περισσότερη δύναμη και σήκωσε το σπαθί να του πάρει τη ζωή καθώς ήταν τελείως εξουθενωμένος.

Όμως η αδερφή του με δάκρυα τον παρακάλεσε να του τη χαρίσει, και το λυπητερό της ύφος έκαμψαν το θυμό του.

-Φύγε, του φώναξε, σου δίνω μια ευκαιρία.

-Αγαπώ την αδερφή σου και θέλω να την κάμω γυναίκα μου. Και κάλλιο να φύγω από το σπαθί σου παρά να ζήσω χωρίς την αγάπη της. Ζητώ να γίνω Χριστιανός και να την παντρευτώ.

Έτσι ο Αμιράζ παντρεύτηκε την όμορφη Ειρήνη και γέννησαν τον Διγενή που έγινε ο πιο ανδρειωμένος Ακρίτας του Βυζαντίου, και ο οποίος πήρε το όνομα καθώς τον γέννησαν γονείς από δύο γένη.

Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΣΤΕΦΕΤΑΙ ΑΚΡΙΤΑΣ

Ο Διγενής Ακρίτας αναγιώθηκε και ανδρώθηκε με τις Ελληνικές αρετές. Το δίκαιο και η καλωσύνη έγιναν βίωμα του και με αυτά πορεύτηκε στη ζωή του. 

Τον δίδαξαν ο πατέρας του και οι πέντε ανδρειωμένοι θείοι του. Αλλά και έμαθε γνώσεις πολλές από εξαίρετους διδασκάλους που είχαν αναλάβει τη μόρφωση του.

Έγινε δυνατός σαν τον ημίθεο Ηρακλή, και αφιέρωσε τη ζωή του να προασπίζεται τα σύνορα του Βυζαντίου. Πολεμούσε την αδικία, υπεράσπιζε τους αδυνάτους και πάλευε για το δίκιο των φτωχών.

Για όλες τις αρετές και τα πολλά κατορθώματα του, ο λαός τον ύμνησε και έγραψε το έπος του Διγενή Ακρίτα.

Μικρούτσικος ακόμα, είδε τον πατέρα του να κινδυνεύει σε μια επίθεθεση απελατών. Τον είδε στη μάχη να πολεμάει μόνος του περικυκλωμένος από τους βάρβαρους ληστές. Χωρίς σκέψη καμιά, καβάλησε το άλογο του, άδραξε το σπαθί του και σαν άνεμος όρμησε στη μάχη.

Σαν στάχια κλάδευε τους απελάτες και με καρδιά λιονταριού κατάφερε να τους τρέψει σε φυγή.

Τα νέα έγιναν γνωστά σε όλη στη χώρα και τα μαντάτα έφτασαν στον αυτοκράτορα Ρωμανό ο οποίος αμέσως κάλεσε το Διγενή και τον έχρισε Ακρίτα. Και του έδωσε μια έκταση γης όπου μέσα έχτισε το κάστρο του και από εκεί με ένα φουσάτο στρατιώτες φρουρούσαν τα ανατολικά σύνορα του Ευφράτη από τους εχθρούς του βασιλείου.

ΕΥΔΟΚΙΑ ΚΑΙ ΔΙΓΕΝΗΣ

Η Ευδοκία ήταν μια εύμορφη κόρη στρατηγού, του άρχοντα Δούκα διοικητή μιας Βυζαντινής επαρχίας. Το πρόσωπο της έλαμπε σαν τον ήλιο, και η ομορφιά της περισσότερο. Ρηγάδες και αφεντάδες ζητούσαν να την παντρευτούν, αλλά ο κύρης της ένας ζηλότυπος και φθονερός άνθρωπος την έκλεισε σε ένα πύργο. Πολλοί που θέλησαν να την κλέψουν το πλήρωσαν με τη ζωή τους.

Ο Διγενής μια μέρα που περνούσε από τον πύργο και την αντίκρυσε την αγάπησε μονομιάς. Έτσι με το λαγούτο του άρχισε να της τραγουδάει και να της λέγει λόγια ερωτικά.

Η νέα συγκινημένη από την λεβεντιά του και την ομορφιά του, λέει στην παραμάνα της,

-Σκύψε από το παράθυρο παραμάνα μου και κοίταξε τον νέο.

-Ο θεός να δώσει κυρά να τον θελήσει για γαμπρό ο κύρης σου, γιατί δεν υπάρχει άλλος όμοιος σαν κι αυτόν.

Η αγάπη τους ήταν τόσο μεγάλη και καθώς ήξεραν πως ο Δούκας θα αρνιόταν, ο Διγενής της πρότεινε να την κλέψει. Η Ευδοκία αν και φοβούμενη τις συνέπειες, κυριευμένη από μεγάλο έρωτα δέχτηκε να τον ακολουθεί.

Μόλις ο Δούκας έμαθε τα μαντάτα, αμολήθηκε με τους γιους του και τα φουσάτα του να τους καταδιώξουν.

Ο Διγενής μόλις τους είδε, εστάθει και εκατρέραε, και σαν λιοντάρι τους ορμηξε και τους εξολόθρευσε.

και ύστερα γύρισε στον Δούκα,

- άρχοντα μου ευλόγησέ την κόρη σου και εμένα. Δεν είμαι από ταπεινή γενιά, και αν ποτέ με χρειαστείς για πόλεμο εγώ θα σε βοηθήσω.

Ο Δούκας βλέποντας τη παλικαριά του τους έδωκε την ευχή του και μαζί προίκα μεγάλη αποτελούμενη από πολλά κτήματα, πύργους, κοσμήματα, χρυσάφια και υπηρέτες.

Ύστερα τους έκαμε μεγαλοπρεπείς γάμους που όλος ο κόσμος για πολύ καιρό μίλαγε γι αυτούς.

Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΦΙΛΟΠΑΠΠΟΣ

Στη Βυζαντινή εποχή απελάτες καλούνταν οι ληστές, αλλά καθώς γενναίοι πολεμιστές και φιλοπάτριδες, κατά καιρούς πολεμούσαν μαζί με τους Ακρίτες στην υπεράσπιση των συνόρων της αυτοκρατορίας.

Ήταν γενναίοι πολεμιστές που κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί τους και τα σπουδαία κατορθώματα τους τα άκουγε ο Διγενής και επιθυμούσε να τους γνωρίσει και να τους νικήσει και να τους ξεπεράσει.

Έτσι μια μέρα καβαλάει το άσπρο του άτι και πάει να τους βρει στα απάτητα λημέρια τους.

Κι βρήκε τον αρχηγό τους τον ξακουστό Φιλόπαππο στο φοβερό και παράξενο του καταφύγιο να ξεκουράζεται σε ένα κρεββάτι στρωμένο από δέρματα άγριων ζώων λύκων, αρκούδων και λεόντων.

Ο νεαρός Βασίλειος Διγενής υποκλίθηκε με σεβασμό και τον χαιρέτισε.

Και ο γέρος Φιλόπαππος του αποκρίθηκε,

- Καλώς όρισες αν δεν είσαι προδότης, κακώς όρισες αν είσαι.

- Δεν είμαι προδότης, παρα μόνο  επιθυμώ να γίνω απελάτης και μαζί σου να πολεμήσω.

- Νέε μου, αν έχεις τέτοια επιθυμία πάρε ένα ρόπαλο και πήγαινε να παραφυλάξεις. Να μείνεις νηστικός και ξάγρυπνος δεκαπέντε μέρες, να σκοτώσεις λιοντάρια και να φέρεις εδώ τα κουφάρια τους. Τότε θα δείξεις άξιος να έρθεις ανάμεσά μας.

Αντί για απάντηση, ο Διγενής άρπαξε το ρόπαλο από τη γερή λαβή του, και με θάρρος όρμησε στους απελάτες όλους και τουε νίκησε όλους, και με ευκολία πήρε τα άρματα τους.

 -Ορίστε, του λέει, τα όπλα των απελατών σου. Και αν αυτό δεν σου άρεσε, και τα δικά σου θα πάρω τόσο εύκολα όπως και των πολεμιστών σου.

Βλέποντας τόση τόλμη, ανδρεία και δύναμη, ο Φιλόπαππος και όλοι οι Απελάτες, έσκυψαν και του υποκλίθηκαν με σεβασμό.

ΜΑΞΙΜΩ ΚΑΙ ΔΙΓΕΝΗΣ

Οι Απελάτες έχοντας βαριά την προσβολή που νικήθηκαν από το Διγενή, κάλεσαν για βοήθεια την περίφημη αμαζώνα Μαξιμώ, κόρη του Φιλόπαππου. Και η Μαξιμώ για να πάρει πίσω την προσβολή, κάλεσε σε μονομαχία μέχρι θανάτου τον Διγενή.

Και ο Διγενής βλέποντας την πέρα από το ποτάμι, φτέρνισε το μαύρο του και της έκραξε,
-Μην το περνάς, Μαξιμώ, το ποτάμι. Έρχομαι εγώ κατά σένα.

Και με μια δρασκελιά βρέθηκε στην άλλη όχθη.

Η Μαξιμώ με ασημένια αρματωσιά και ένα μακρύ κοντάρι, ήταν σα άγγελος που κατέβαινε από τον ουρανό. Και ο Διγενής φορούσε θώρακα αλυσιδωτό και είχε ένα ελαφρύ κοντάρι, καθώς στη μέση και ένα  σπαθί αστραφτερό και κοφτερό.

Κόντεψαν και χαιρετίστηκαν με σεβαμασμό, και απομακρύνθηκαν για να ορμήσει με φόρα ο ένας στον άλλου.

Σαν την θύελλα πέρασε δίπλα του και τον χτύπησε δυνατά. Ο Διγενής με τέχνη ξέφυγε το χτύπημα, και όρμηξε και αυτός. Κονταροχτυπιούνταν άγρια, βροντολογούσαν τα άρματα, βρυχούνταν και χλιμιντρίζαν τα άλογα. Ώρα πολλή κράτησε το αναμέτρημα ώσπου μια στιγμή ο Διγενής με ένα δυνατό χτύπημα τσάκισε το κοντάρι της Μαξιμώς. Πάει να τραβήξει το σπαθί της, μα δεν πρόφτασε να το απλώσει, της δίνει μια ο Διγενής, πάει και το σπαθί της.

Σώπασαν με μιας οι κλαγγές των αρμάτων, τέλειωσε η μάχη και η αμαζώνα έσκυψε γονατιστή
-Με νίκησες Βασίλειε, παραδίδωμε σε σένα.

-Μαξιμού σε θέλω δίπλα μου και όχι απέναντι μου, και μαζί σαν Έλληνες τους εχθρούς μας να πολεμούμε.

Και η Μαξιμώ ανασηκώθηκε για να φιλήσει την άκρη του χιτώνα του σε ένδειξη αποδοχής σε όσα της είπε… 

Ύστερα που πέρασε καιρός, ο Διγενής την απέπεμψε και μετανιωμένος απολογήθηκε στη σύζηγο του και της ζήτησε να τον συγχωρέσει.

Η ΡΗΓΑΙΝΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ 

Η Ρήγαινα αν και πρόσωπο πραγματικό, η λαϊκή παράδοση της Κύπρου την κατέταξε στους θρύλους και τις παραδόσεις της νήσου. Την συσχετίζει με τον Διγενή και της αποδίδει πολλά μεσαιωνικά κάστρα, φρούρια και χωριά.

Η Ρήγαινα της Πάφου ήταν μια πανέμορφη κυρά και πολεμίστρια που διαφέντευε τον τόπο από τα Παλαιόκαστρα μέχρι την πόλη της Χρυσοχούς. Κανείς εχθρός δεν μπορούσε να την νικήσει, γιατί ήταν περισσότερο έξυπνη από ένα στρατηλάτη, και κατοικούσε σε καλά οχυρωμένους πύργους. Είχε τον πύργο της στα Κτιστά κοντά στη Χλώρακα μια απέραντη παραλιακή πεδιάδα, που αρχίνιζε από την πέτρα του Ρωμιού και τέλειωνε στον Ακάμα. Οι υπήκοοι της ασχολούνταν με τη γεωργία, καλλιεργώντας ζαχαροκάλαμα, και τεύτλα, παράγοντας ζάχαρη την οποίαν φόρτωναν σε καράβια στο λιμάνι της Πάφου και τη διακινούσαν σε όλη την σύγχρονη Ευρώπη. Κατασκεύαζαν ζάχαρη σε μια εποχή που η Αφρική ήταν πολύ μακριά από την Ευρώπη, έτσι η Κυπριακή ζάχαρη ήταν περιζήτητη καθώς εύκολα την αποκτούσαν ένεκα των μικρών αποστάσεων. Η ζάχαρη κυρίως κατασκευάζεται από τα ζαχαροκάλαμα, αλλά επειδή τη Κύπρο κατά καιρούς μάστιζαν μεγάλες ανομβρίες, η έξυπνη Ρήγαινα σκέφτηκε να παράγει τη ζάχαρη από τα τεύτλα τα οποία δεν χρειάζονταν πολύ νερό για την καλλιέργεια τους.

Ήταν λοιπόν η Ρήγαινα μια καλή βασίλισσα που η εξυπνάδα της ήταν ξακουστή όπως και η πονηριά της, αλλά και η ομορφιά της.

Ο θρύλος λέει πως ο ήρωας Διγενής Ακρίτας άκουσε για την ομορφιά της, και θέλοντας να την γνωρίσει όταν πέρασε από τα μέρη της Πάφου, βλέποντας την την αγάπησε.

Ο Διγενής ήταν ξακουστός Ακρίτας φύλακας των συνόρων του Βυζαντίου, και θέλοντας να απαλλάξει τη χώρα του από έναν επικίνδυνο Σαρακηνό, τον κυνήγησε μέχρι την Κύπρο για να τον εξοντώσει. Τον κυνήγησε λοιπόν, και στο κατόπι του ξεμπάρκαρε στη Μόρφου. Τον είδε μακριά να τρέχει να γλυτώσει, οπότε ακουμπώντας το χέρι του στο βουνό του Πενταδάχτυλου, έδωσε ένα σάλτο για να το φτάσει. Το χέρι του έμεινε αποτυπωμένο στο ψηλό βουνό, και από το σχήμα των δαχτύλων του, ονομάστηκε Πενταδάχτυλος. Ο Σαρακηνούς καταδιωκόμενος έφτασε στην Πάφο και μπήκε σε ένα πλοίο να φυγει. Ο Διγενής αφού δεν τον προλάβαινε, άρπαξε μια πέτρα και σημαδεύοντας, την έριξε και βύθισε το πλοίο. Είναι η πέτρα του Ρωμιού ο θεόρατος μεγαλοπρεπής βράχος που ευρίσκεται στην άκρια της θάλασσας ως σύνορο και σήμα κατατεθέν εκεί που αρχινά η Πάφος. 

Φθάνοντας λοιπόν στην Πάφο, συνάντησε τη Ρήγαινα, την αγάπησε και θέλησε να την κάμει γυναίκα του.

Μα η πονηρή βασίλισσα που δεν ήθελε για σύζυγο της ανώτερο της να τη διατάσσει, για να τον αποφύγει του ζήτησε να αποδείξει την αξία του πραγματοποιώντας έναν άθλο. Του ζήτησε να φέρει νερό από τη μακρινή Τάλα για να ποτίζουν οι υπήκοοι της τα ζαχαροκάλαμα και τα τεύτλα.

Μα ο Διγενής που δέχτηκε την πρόκληση της, ήταν υπεράνθρωπος και προς μεγάλη δυσαρέσκεια της έκτισε ένα μακρύ πετραύλακο και έφερε το νερό στους αγρούς και πότισε όλη την παραλια κκαι τήν πεδιάδα.

Η Ρήγαινα κακοφανισμέη σκέφτηκε τι να κάμει να τον αποφύγει, και αποφάσισε να μπει σε ένα πλοίο να φύγει λίγο καιρό μακριά σε γειτονική φιλική χώρα μέχρι να βαρεθεί και να εγκαταλείψει τη Κύπρο, να πάει στη χώρα του και στη δουλειά του.

Μα ο Διγενής οργίστηκε και ανεβαίνοντας στο ψήλωμα της Βίκλας στο Μούτταλο, άρπαξε μια μεγάλη πέτρα και την έριξε στο καράβι να το βουλιάξει και να την πνίξει μέσα στα αλμυρά νερά της θάλασσας. Για καλή της τύχη η πέτρα έπεσε λίγο πριν τη θάλασσα, και μέχρι σήμερα ευρίσκεται εκεί δίπλα στον Άη Αγαπητό και Μισητό, και ονομάζεται η πέτρα του Διγενή, και φέρει πάνω του τη σπαθιά του Διγενή, καθώς πάνω της είναι το σημάδι  όταν την χτύπισε με το σπαθί του για να την ξεκολλήσει και να την ρίξει στο πλοίο.

Μα η Ρήγαινα οργίστηκε, και ως δεινή και δυνατή πολεμίστρια, άρπαξε ένα θεόρατο κίονα και του τον έριξε να τον σκοτώσει. Έπεσε παραδίπλα του κάτω από το λόφο που στεκόταν σε ένα χωράφι της Χλώρακας που ανήκε στον Νικόλαο Αλεξάνδρου. Ο κίονας είχε ύψος τέσσερα μέτρα και διάμετρο ένα, και ονομάστηκε από τους κατοπινούς αδράχτι της Ρήγαινας, καθώς στην κορφή είχε μια συμμετρική σφαίρα, που του έδινε τη μορφή ίδιο με γιγαντιαίο αδράχτι. Ήταν φυτεμένο μέσα στη γη στον ίδιο αγρό μέχρι το 1963 περίπου που αρχίνισαν οι διακοινοτικές ταραχές μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, οπότε οι Τουρκοκύπριοι το έκλεψαν και το τοποθέτησαν στην αυλή του σχολείου τους στο κέντρο της συνοικίας του Μουττάλου. 

Υ.Γ.

Στα παράλια της Χλώρακας λίγο πρίν την τέλειωση του χωριού όπου αρχινά η Κάτω Πάφος, ευρίσκονται κάποια απομεινάρια από το αυλάκι που έκτισε ο Διγενής.

Η ΚΑΛΛΗ ΚΑΙ Ο ΔΙΓΕΝΗΣ 

Μια φοράν είχεν έναν παιδί κκέλικο ορφανό από μάνα και πατέρα, πολλά φτωχόν. Δούλευε βοηθός σε βοσκούς οι οποίοι το επρόσταζαν συνέχεια,

-λάμνε εκεί, λάμνε εδώ, πέντα τις κουέλλες.

Του εθύμωνναν, και τον επερίπαιζαν.

Το κκέλικον παιδίν μιαν ημέρα καθόταν σε ένα βράχο στεναχωρεμένο, και παραπονεμένο για τη συμπεριφορά των βοσκών. Έβγαλε έναν μεγάλο αναστεναγμό εις τον Θεό, και ένιωσε την πέτρα να ταράσσει. Κατάλαβε από εκείνη τη στιγμή πως εδυνάμωσεν το κορμίν του. Σηκώθηκε και άρπαξε την πέτρα που ήταν 200 οκάδες και την ένιωσε ίσαμε 200 δράμια.

Εκείνη τη στιγμή ένας βοσκός του φώναξε,

-Βρε παλιόκκελη βούρα να κόψεις τις κουέλλες.

Το παιδίν αντιστάθηκεν του, και θυμωμένος ο βοσκός εμούνταρεν να το δέρει.

Γυρίζει του έναν πάτσον τότε ο κκέλης και εστράβωσεν η μουτσούνα του, και επιτούσαν τα γέματα του.

Οι άλλοι βοσκοί έτρεξαν θυμωμένοι να τον δέρουν, και έκαμε και σε αυτούς χειρότερα.

Τότε εκατάλαβαν πως η δύναμη του ήταν του Θεού, και φοβισμένοι έκαμαν πίσω.

Όταν ο κκέλης εκατάλαβεν τη δύναμη του, έπιασε έναν αππαρί και γύριζε τον κόσμο, και όπου άκουγε πως υπήρχε ένα παλικάρι, πήγαινε να το συναντήσει. Μια φορά βρήκε έναν που τον έλεγαν Γιάννη και είχε μια όμορφη γυναίκα, την Κάλλη. Ο κκέλης εμούνταρεν πάνω του και του την επήρε.

Ο Γιάννης εποταβρίστηκεν πάνω του και του είπε,

-Βρε ποιος είσαι εσύ και ήρθες να μου πάρεις τη γυναίκα;

Κι του λέει ο κκέλης,

-είμαι ο Διγενής ο κκέλης που ακούεις.

Ο Γιάννης εμούνταρεν τον να τον κατακόψει, και ο Διγενής εγύρισεν το χέρι και του, έδωκεν έναν πάτσον και τον εμισοσκότωσε.

Και έμεινε ο Γιάννης χαμαί μισοσκοτωμένος, και ο Διγενής ο κκέλης έπιασε την γυναίκα του και έφυγε. Όταν πέρασαν χρόνια και ο Διγενής ψυχωμαχούσε, φώναξε την Κάλλη του και την ρώτησε όταν θα αποθάνει ποιον άντρα θα πάρει. Και η Κάλλη του του λέει,

-Διγενή μου τον Γιάννην μου επαντρεύτηκα, τον Γιάννην μου εν να πάρω.

Σκέφτηκε λίγο ο Διγενής, και της λέει,

-Καλάν γρουσή μου, άμα εν να πεθάνω εγιώ, όποιον θέλεις πάρε. Έλα κοντα μου να ποσιερετιστούμεν.

Επήγεν κοντά του να αποχαιρετιστούν, και ο Διγενής την έβαλε στ αγκάλια του πως εν να την φιλήσει, και έσφιξεν την πάνω του και μαζί εξεψυχήσαν.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ

Ο Διγενής επέβαλε την τάξη στα σύνορα που ο ίδιος προφύλασσε και ο καιρός περνούσε χωρίς περιπέτειες και παλέματα. Μόνη απασχόληση είχε πλέον το κυνήγι καθώς κανείς εχθρός δεν τολμούσε να παραβιάσει τα σύνορα.

Μαθημένος μια ζωή να πολεμά, βαρέθηκε την απραξία και αναπολούσε νέες περιπέτειες και σε κάποια απ αυτές να σκοτωνόταν με δόξα και δοξασμένος να φύγει ώστε να παραμείνει στις σκέψεις των ανθρώπων σαν Εθνικός ήρωας, και όχι να περιμένει το χάροντα να τον πάρει όπως οποιοδήποτε συνηθισμένο άνθρωπο.

Τα χρόνια περνούσαν ώσπου μια ηλιόχαρη Τρίτη που γυρνούσε από κυνήγι αρρώστησε βαριά. Κανείς γιατρός και κανένα γιατρικό δεν τον έκαμε καλά.

Νιώθοντας πως πλησίαζε το τέλος του, κάλεσε τους φίλους του να τους αποχαιρετήσει,

-φίλοι καλοί κι αντρειωμένοι, τα χρόνια που έζησα κανένα δεν εσκιάχτηκα. Τώρα όμως είδα ένα ξυπόλυτο και λαμπροφορεμένο που χει στα μάτια αστραπές και μου φωνάζει να πάμε να παλαίψουμε στα μαρμαρένια αλώνια.

Ακούγοντας η Ευδοκία τα λόγια του μεγάλη θλίψη γέμισε την καρδιά της. Αγαπούσε τον άντρα της και δε βαστούσε να τον βλέπει να πεθαίνει. Μπουκιά δεν έβαλε στο στόμα της για μέρες και πρώτη έφυγε στο αιώνιο ταξίδι

Και ο Διγενής θέλωντας να πεθάνει ηρωικά προκαλεί το χάρο σε πάλη με τη συμφωνία αν νικήσει ο Χάροντας να του πάρει την ψυχή, και αν νικήσει ο Διγενής να του χαρίσει τη ζωή.

Έτσι,

σιερκές, σιερκές επκιάσασιν και στην παλιώστραν πάσιν.

Τζαι τζιει εν που παλιώννασιν τρεις νύκτες, τρεις ημέρες

τζιει πόπκιαννεν ο Χάροντας τα γαίματα πιτούσαν

τζιει πόπκιαννεν ο Διγενής τα κόκκαλα ελειούσαν.

Όταν ο Χάρος αντιλήφθηκε πως θα ηττηθεί, γύρισε και ζήτησε βοήθεια από το Θεό. Και πήρε τη μορφή αετού και από ψηλά τον εβίγλισε και με μπαμπεσιά του λάβωσε την καρδιά και του πήρε τη ψυχή.

Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ

Ο Διγενής και ο Κωσταντάς ήταν αδέρκια. Όταν μικροί πήγαιναν σχολείο ήταν φτωχοί και κακορίζικοι, και τα άλλα παιδιά τους εδέρναν και τους επεριπαίζαν. Δυστυχισμένοι και λυπημένοι, μέρα νύχταν παρακαλούσαν τον Θεό να τους κάμει μιαν ευκολία, να τους γλυτώσει από τα άλλα κοπελλούθκια.

Που τες πολλές φορές, τους άκουσεν ο θεός και τους έστειλε έναν άγγελο να τους ρωτήσει τι θέλουν από αυτόν και κάνους τόσες δεήσεις.

Και εκείνοι δεν εζήτησαν ούτε ριάλια, ούτε πλούτη, μόνον εζήτησαν να τους δώσει δύναμην.

Ο θεός τους έδωκε δύναμη τόση, που δεν τους εσήκωνε η γη.

Ξανακλάυτηκαν στο θεό και αυτός τους έδωσε δύναμη μόλις που τους έσωννεν η γη.

Ύστερα από αυτό, μια μέρα όταν πήγαν σχολείο τα άλλα παιδιά που τους νόμιζαν κακορίζικους προσπάθησαν να τους περιπαίξουν και να τους δέρουν. Όμως τα κακορίζικα όπου αγγίζαν τα μωρά επεθανίσκαν, εδιούσαν τους πάτσον και δεν ελέγαν μανά.

Που τότες εβγήκαν έξω στο κόσμο και εφάνηκεν η δύναμη τους. Αγόρασαν από ένα άλογο, αρματώθηκαν από ένα κοντάρι και από το Κτήμα ξεκίνησαν να πάνε στην Πόλη της Χρυσοχούς να γνωρίσουν τον κόσμο.

Ο θεός που ήθελε να δει την καρδιά τους, μεταμορφώθηκε σε ένα γέρο και στάθηκε στη στράτα τους.

-Βοηθάτε με να φορτωθώ το δισάκκι μου και είμαι γέρος και δεν μπορώ, τους είπε.

Επειδή ο Διγενής τον προσπέρασε και ο Κωσταντάς ήταν πιο πίσω, γυρίζει και του λέει,

-Άτε Κωνσταντά βοήθα τον γέρο να φορτωθεί το δισάκκιν του.

Όμως ο Κωσταντάς επειδή βαριώταν να κατέβει από το άλογο, ποτάβρισε το σιδερένιο κοντάρι του και περνώντας το κάτω από το δισάκκι, προσπάθησε να το σηκώσει να το φορτώσει στους ώμους του γέρου. Όμως το σιδερένιο κοντάρι έσπασε από το πολλή φορτίο που είχε μέσα.

Θυμωμένος ο Διγενής ξεπέζεψε, άρπαξε το δισάκκι και το σήκωσε ψηλά να το φορτώσει στο γέρο, Ο γέρος όμως δεν εκαείλισε, και λέει του,

-άφηστο γιέ μου, έχε την ευχή μου, εσήκωσες τον ήμιση κόσμο.

Και σκύβωντας άνοιξε το δισάκκι. Μέσα στο δισάκκιν ο θεός είχε βάλει τον ήμιση κόσμο.

ΚΩΣΤΑΝΤΑ, ΜΗ ΜΕ ΝΤΡΟΠΙΑΖΕΙΣ 

Ο Κωνσταντής και ο βασιλιάς τρώγανε και πίνανε αντάμα και από το πολύ πιοτό λύθηκε η γλώσσα τους και μιλούσαν σαν δυο φίλοι. Λέγανε για τις περιπέτειες τους, για τη γενναιότητα τους και για τα σπουδαία μαύρα άλογα τους και τη γρηγοράδα που είχαν. Και πες πες ο καθένας για τον δικό μαύρο, τους δημιουργήθηκε αμφιβολία ποιο άλογο είναι το καλύτερο, του βασιλιά, για του Κωσταντή.

Και πάνω στο πολύ μεθύσι ξεχνώντας τη θέση του ο καθένας, πήγανε στοίχημα ποιος έχει καλύτερο μαύρο.

Ο βασιλιάς έβαλε πολλά φλουριά καθώς είχε κάσες γεμάτες, και ο Κωσταντής το κεφάλι του καθώς ήταν φτωχός στρατιώτης.

Όταν το άκουσε η Λυγερή η γυναίκα του Κωνσταντή, φοβισμένη μη χάσει το στοίχημα ο άντρας της και χάσει το κεφάλι του, κατέβηκε στο στάβλο και τάισε βρόμη το μαύρο τους για να καρδαμώσει.

-Αν τον  περάσεις μαύρε μου του βασιλιά τον μαύρο, τάμα σου κάνω την ταγή σαράντα πέντε χούφτες να κάμω, κι’ αν τον περάσεις μαύρε μου πέταλα στη πόλη θα σου κάμω και με χρυσοποίκιλτα καρφιά θα σε πεταλώσω.

Έδωσε διαταγή λοιπόν ο βασιλιάς και έγιναν οι ετοιμασίες. Όλο το σινάφι

των αρχόντων μαζί και πλήθος κόσμου συνάχτηκαν για να παρακολουθήσουν τον αγώνα. Όλοι γνώριζαν για το σπουδαίο άλογο του Κωσταντά, αλλά πως σαν του βασιλιά δεν ήταν. Και έβαναν στοιχήματα πως ο μαύρος του βασιλιά θα νικήσει. Και τους άκουε ο βασιλιάς και κόρτωνε περίτου. Τους άκουε και η Λυγερή και μεγάλο τέρτιν την κρατούσε.

Όταν στήθηκαν στη γραμμή να τρέξουν, ένας ακόλουθος έδωσε το σύνθημα και τα άλογα αμολύθηκαν ποιο να έρθει πρώτο.

Για σαράντα μίλια έτρεχαν, και ήταν μαζί αντάμα. Κανένα δεν πήγαινε μπροστά, ήταν και τα δυο στα ίσια. Στα σαράντα πέντε όμως ο μαύρος του Κωσταντή διαλογίστηκε το τάμα της κυράς του, έτσι σαν αστραπή που άστραψε και σαν βροντή που βρόντηξε, όρμησε εμπρός και άφησε το άλλο πίσω δέκα μίλια τόπο.

Βλέποντας ο βασιλιάς πως χάνει μπροστά στους υπηκόους του και θα ρεζιλευόταν, έβαλε μια φωνή του Κωσταντή και με παράπονο του φωνάζει.

-Μη με παραντροπιάζεις Κωσταντή γιατί είμαι ο βασιλιάς σου. Στέκα λίγο το άλογο ώσπου να σε προφτάσω, και το στοίχημα που βάλαμε διπλό θα σου το δώσω.

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ 

Μια μέρα ο βασιλιάς βγήκε για κυνήγι με πολλούς άρχοντες και παλικάρια να τον συνοδεύουν. Ανάμεσα τους και ο νεαρός Κωσταντάς ένα άξιο παλικάρι γιός του στρατηγού Αντρόνικου που ήταν εξόριστος κατηγορούμενος για ανυπακοή. Έτσι ένεκα αυτού, ο Κωσταντάς αντιμετώπιζε την δυσπιστία και την εχθρότητα του βασιλιά και των άλλων ευγενών. Όμως ένεκα της υπερφυσικής του δύναμης, κανένας δεν τολμούσε να τον αμφισβητήσει.

Όλη μέρα οι κυνηγοί γύριζαν, αλλά δεν εύρισκαν καθόλου κυνήγι. Αγαναχτισμένοι κατά το γέρμα του ήλιου όταν πλέον ετοιμάζονταν να εγκαταλείψουν και να γυρίσουν στο παλάτι, είδαν ένα λιοντάρι να κατεβαίνει από την πλαγιά του βουνού και να κατευθύνεται προς τη μεριά του Κωσταντά.

Ήταν ένα θεόρατο λιοντάρι που μόνο με τη θωριά από μακριά, φαινόταν πόσο επικίνδυνο ήταν.

Ο βασιλιάς αμέσως του έβαλε μια φωνή, να πάει να το πιάσει. Ο Κωσταντάς αν και φοβούμενος ότι ο βασιλιάς τον έστελνε μόνο του για να τον ξεκάνει, εντούτοις όρμηξε και πιάνοντας το με τα χειροδύναμα χέρια του, το έσφιξε και το σκότωσε.

Όλοι οι άρχοντες που παρακολούθησαν το πάλιωμα τον ζήλεψαν και τον φθόνησαν, τον μίσησαν περισσότερο και θέλοντας να του κάνουν κακό και να τον ξεπαστρέψουν, άρχισαν να συμβουλεύουν το βασιλιά πως με τόση δύναμη και καθώς γιος αποστάτη κινδύνευε το βασίλειο. Πως έπρεπε να συλληφθεί και να φυλακιστεί για να μην έχουν φόβο από δαύτονε κανένα.

Ο βασιλιάς τους άκουσε και καθώς και αυτός δεν τον χώνευε, έστησαν σκευωρία και μια Κυριακή χρησιμοποιώντας δόλο τον συνέλαβαν, τον αλυσόδεσαν και τον φυλάκισαν σε ένα πύργο σιδερένιο.

Τα μαντάτα ταξίδεψαν γρήγορα και έφτασαν ως τη Βαβυλώνα όπου εκεί ήταν εξόριστος ο Ανδρόνικος. Πολύ του κακοφάνηκε και πολύ εθυμώθηκε και αμέσως αποφάσισε να πάει να τον ελευθερώσει.

Με τα φουσάτα του έφτασε στο σιδερένιο πύργο και ελευθέρωσε το γιο του. Τον πήρε από το χέρι και πήγαν στο βασιλιά οπου του λέει,

-Αν βασιλιά μου κάνεις τίποτε στον μικροΚωσταντίνο ή έστω λίγο τον χαλάσεις, θα ξεπαστρέψω εσένα και τη βασίλισσα και όλη την Κωνσταντινούπολη θα την γεμίσω χοίρους.

Ύστερα πήρε μαζί του τον Κωσταντά ο οποίος έγινε συμπολεμιστής του και ξακουστός Ακρίτας.

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΔΡΑΚΟΣ (Κυπριακή παραλογή σε πεζό λόγο)

Ο Κωσταντάς είχε υπερφυσικές δυνάμεις. Μόλις γεννήθηκε περπατούσε ξυπόλυτος στις πέτρες και στα αγκάθια. Στα πέντε του χρόνια ζώστηκε τα σπαθιά και στα έξι έβαλε ζωνάρι. Στα εφτά δεν τον χωρούσε ο τόπος, και πήρε τις στράτες και τα βουνά καθώς ηθέλησεν να γνωρίσει και να κατακτήσει τον κόσμο.

Όταν μεγάλωσε, Ακρίτας πλέον, μετοίκησε με τη γυναίκα του την Κάλλη σε ένα πύργο ψηλό στες άκρες του νησιού και φύλαγε τα σύνορα από τους Σαρακηνούς.

Στη χώρα εκείνο τον καιρό, ένας δράκος φοβέριζε τον κόσμο. Ήταν τόσο δυνατός που όταν μουγκάριζε έτρεμε η πλάση και ο κόσμος φοβόταν και κλεινόταν στα σπίτια του.

Ακόμα και ο βασιλιάς που είχε στρατεύματα φοβόταν να μην του πάρει το θρόνο και τη βασίλισσα. Έκατσε λοιπόν και σκέφτηκε και έβγαλε ένα φιρμάνι που καλούσε όποιο άξιο τολμηρό παλικάρι αν υπήρχε να πάει να πολεμήσει τον δράκο. Και επήγαν καλοθελητές και πρεσβευτές και του είπαν για έναν αντρειωμένο. Και έτσι έμαθε για τον Κωσταντά και τα υπεράνθρωπα κατορθώματα του. Τη λεβεντιά, τη δύναμη, και την αντρειοσύνη του.

Πήρε καλαμάρι και έγραψε χαρτί και έστειλε απεσταλμένους να το παραδώσουν. Και μέσα έγραφε το χαρτί πως ήθελε βοήθεια και τον καλούσε να πάει να τον βοηθήσει.

Και ο Κωσταντάς όταν το διάβασε είπε στους βασιλικούς απεσταλμένους,

- πάρτε μου λλίην πομονή λλίην καρτερωσύνη, να γράψω θκυό λόγια σε χαρτίν της Κάλλης μου ν΄ αφήσω. Στις θκυό να καρτερά, στις τρεις τα κόλλυφα μου, στις τέσσερις αν δεν φανώ να κάψει τ΄ άρματα μου.

Και αφού ζώστηκε τα άρματα, καβαλίκεψε τον μαύρο του το υπερήφανο άλογο που ήταν πετροκαταλύτης, και του έδωσεν μιαν βιτσιάν και έκοψεν χίλια μίλια.

Στο δρόμο που επήγαιννε μέσα σε μιαν ποταμοσιά κάτω από έναν ίσκιο, συνάντησε τον δράκοντα να κοιμάται αχάπαρος. Αν ήθελε τον σκότωνε, αλλά αναθρεμμένος με ηθικές αξίες, του έβαλε φωνή δυνατή και τον ξύπνησε.

- Σηκώστου απάνω δράκοντα τζιαι ζώστου τ΄ άρματα σου, μεν πεις πως ήρτα πάνω σου κρυφά τζιαι σκότωσα σε.

Και σηκώθηκε ο δράκοντας πανύψηλος και φοβερός και ζώστηκε τα άρματα του. Και βγήκαν από την ποταμοσιά και πήγαν σε ένα αλώνι που είχε τόπο απλερό να μονομαχήσουν. Και πολεμούσαν δύο ημέρες και κανείς δεν νικούσε. Οι κλαγγές από τα σπαθιά τους που διασταυρώνονταν σαν αστραπές και κεραυνοί ακούγονταν και έκαναν τα άγρια ζώα φοβισμένα να λουφάζουν στις φωλιές τους.

Την τρίτη ημέρα η αυγή τους βρήκε κουρασμένους και καταπονεμένους ακόμα να παλεύουν.

Το μεσημέρι έφτασε και ακόμα πολεμούσαν. Και όταν σε μια στιγμή ο δράκος απόκαμε και δεν άντεχε άλλο, του δίνει ο Κωσταντάς μια δυνατή σπαθιά και του πήρε το κεφάλι.

Ύστερα στάθηκε και ανάσανε, και αφού ξεκουράστηκε κάρφωσε το κομμένο κεφάλι στο μυτερό του κοντάρι, και κίνησε για το παλάτι.

Μέσα στη πόλη πάνω στο άλογο καμαρωτός με το κοντάρι στον ώμο και το κεφάλι του δράκου να κρεμιέται, σαν πήγαινε όλοι τον αποθαύμαζαν και τον επευφημούσαν. Και ο βασιλιάς που άκουσε πολύ του καλοφάνηκε, και  βγήκε να τον προϋπαντήσει και να τον καλωσορίσει.

Μα η βασίλισσα μόλις είδε την κομμένη κεφαλή να κρέμεται, πολύ της βαρυφάνηκε γιατί με τον δράκο ήταν φίλη και αγαπητικιά.

Αφού με τσιμπούσια και γιορτές γιόρτασαν το γεγονός, ο Κωσταντάς πήρε δρόμους και στράτες και πήγε στην καλή του.

Τη νύχτα όταν ο βασιλιάς πήγε στην κρεβατοκάμαρα, βρήκε τη βασίλισσα στεναχωρεμένη και κλαμένη ντυμένη στα μαύρα. Σαν την είδεν τη ρώτησε,

-Ήντα πάθες βασίλισσα τζι΄είσαι μαραζωμένη, είσαι πολλά περίλυπη τζιαι μαυροφορεμένη;

-Ο Κωσταντάς που λέγεται τζιήνον το παλικάρι, ένα φιλί μου ζήτησε, τζιαι την κόξαν μου να δει.

Σαν την άκουσε ο βασιλιάς αρκώθηκε και θυμώθηκε και μονομιάς διέταξε τους στρατιώτες του να πάνε να φέρουν τον μιαρό.

Ένα ασκέρι Μουσουλμανιών σκύλλων άγριων πολεμιστών, ξεκίνησε για να φέρει τον Κωσταντά.

Που έφτασαν στον αψηλό πύργο, η Κάλλη τους καλωσόρισε και τους έστρωσε τραπέζι και πανωθκιόν τους στεκόταν και τους κερνούσε γλυκό κρασί.

-Ο Κωσταντάς σου που ένει, ο βασιλιάς τον θέλει

-Ο Κωσταντάς ένεν δαμαί επήεν στο τζιηνήι, μα τρώτε τζιαι πίννετε άρκοντες τζιαι γλήορα έν να φανεί.

Και νάσου, φάνηκε ο Κωσταντάς πάνω στο μαύρο του άλογο να έρχεται καμαρωτός. Βαστούσε στο ένα χέρι ένα λιοντάρι σκοτωμένο και στο άλλο ένα δεντρό ξεριζωμένο που το κρατούσε αψηλά για κάμνει του μαύρου του σκιά να μην τον πιάνει ο ήλιος.

Που τον είδαν τα Τουρκιά, τους κόπηκε η όρεξη. Αποθαυμασμένοι και φοβισμένοι σκέφτονταν ποιος θα τολμούσε να πει του Κωσταντά πως τον θέλει ο βασιλιάς.

Απ όλους ένα Τουρκίν μικρόν και χαμηλοβρακάτον, τόλμησε και σηκώθηκε, και με χαμηλή φωνή,

- Άτε να πάμεν Κωσταντά τζι΄ η ώρα εν πομένει. άτε να πάμεν γλήορα τζι΄ ο βασιλιάς σε θέλει

-Εχτές ήμουν στο βασιλιά σήμερα τι με θέλει, εάν με θέλει πόλεμον να πάρω τ΄ άρματα μου, εάν με θέλει για χορό να πάρω τα μαντήλια, εάν με θέλει μάειρο να πάρω τες κουτάλες

-Άτε να πάμεν Κωσταντά τζι΄ όπως τζι΄ αν θέλεις πάμεν.

Η Κάλλη νούσιμη, σκέφθηκε και φρόνημα πολοήθηκε,

-Ε λάμνε λάμνε Κωσταντά μα πάρ τζιαι τ΄ άρματα σου.

Και την άκουσε ο Κωσταντάς, και ζώστηκε τα άρματα του. Και αρματωμένος καβαλίκεψε τον Μαύρο του,

Και ώσπου να τους πει έχετε για έκοψε χίλια μίλια, και ώσπου να του πολοηθούν εβρέθηκε στο παλάτι του βασιλιά.

Η βασίλισσα σαν τον είδε πολύ της καλοφάνηκε, και ο βασιλιάς μόλις τον είδε, πολύ του κακοφάνηκε.

-Τζιαι ποιάστεν τον Σιυλλοζορπάν στες φυλακές τζιαι βάρτε, τζιαι βάρτε τον στα μαστιγιά έσσω μαστιγομένον. Τζι΄αφήστε τζιαι τον μαύρον του έξω χαλινομένον.

Και άρπαξαν τα τουρκιά τον Κωσταντάν και μέσα στη φυλακή τον έβαλαν, και τον μαστίγωσαν και τον βασάνισαν μέχρι αργά τη νύχτα.

Αφού κουράστηκαν έκατσαν να αναπαυθούν ώσπου να ξημερώσει, για να του βγάλουσιν τα μάτια και να τον ελευθερώσουν, να τον κάμουν από αντρειωμένο πολεμιστή, ένα τυφλό ζητιάνο.

Ο Κωσταντάς αλυσιδωμένος και πονεμένος άνοιξε τις αγκάλες του προς το Θεό,

-Δοξάζοσαι καλέ θεγιέ πούσε στ΄ αψηλωμένα όπου διδάσκεις τα κρυφά τσιαι τα φανερωμένα. Τίποτε δεν τζιαι γίνεται αποχωριστά από σένα. Να κάμεις τσιαι να ανέφανεν τζιειν το μιτσίν μου αδέρφιν, νάσιει δουλειάν στο βασιλιά νάρτει ποδά να ρέξει.

Του Θεού ήταν ή του Χριστού, τον άκουσαν και έκαμαν το θαύμα τους.

Από το δρομί ανέφανε το μικρόν του αδέρφιν που είχεν δουλειάν να πάει στο βασιλιά, και από το σιδερόφραχτο παραθύρι της φυλακής άκουσεν τον Κωσταντάν μέσα να αναστενάζει,

-Ήντα κάμες αδέρφιν μου τζι΄ είσαι μαστιγωμένοςς;

-Καλά να φαν αρφούλλι μου καλά να καπαρτήσουν, να ππέσουσιν να τζιημηθούν τζιαι πάλε να ξυπνήσουν. Να φκάλουν τον αρφούλλιν σου τζιαι να τον αρωτήσουν

να φκάλουν τα μματάτσια του τζιαι να το ξαπωλήσουν. Τζιαι γλήορα στον τζιύρην μας κάμε του το χαπάριν άλλον ποτζιήνος εν κάμνει τη πόλην για να πάρει.

Και το μικρόν αδέρφιν μονομιάς έδωκεν φτερνιστικάν του μαύρου του που πετάχτηκε χίλια μίλια. Και ώσπου να πεί στον αδερφόν του έχε για, βρέθηκε στα σπίτια των γονιών τους και βρήκε τον Αντρόνικο να λαγοκοιμάται στη σούσα της αυλήςωκαι τη μάνα του σκυφτή πάνω στη σκάφη να ζυμώνει.

Και λέει ο Αντρόνικος,

-Καλώς ήρτεν  ο Φυλακτής με τα καλά χαπάρκα. Πέρκει είδεν τζιαι τον Κωσταντάν ποθήσιεν που γυρίζει.

Και λέει και η μανούλα του που είχεν κακό προαίσθημα,

-Κακώς ήρτεν το γιούιν μας με τα κακά χαπάρκα.

-Το γιο σας τον Κωστάντινον που έσιετε τόσην αγάπη, έχουν τον μες τις φυλακές έσσω μαστιγομένον. Τζιαι στέκεκται τζι ο μαυρος του πόξω χαλίνωμενος. Καλά να φαν μανουλα μου καλά να καπαρτήσουν, να φκάλουν τον αρφούλλη μου τζιαι να τον αρωτήσουν, να φκάλουν τα μματάκια του τζιαι να τον ξαπωλήσουν

Άκουσεν ο Αντρόνικος τα κακά μαντάτα και εθύμωσεν και αγρίωσεν, δεν τον χωρούσαν οι τόποι.

-Ποιος εν αξιός τζι αποτολμών τον Κωσταντά να πιάσει, τζιαι να ξυπνήσουν τα Τουρτσιά να πα να τον ποσπάσουν; Τζιαι φέρτε μου το μαύρο μου τον πετροκαταλύτη, που κοκκαλιεί τα σίερα τζιαι πίννει τον αυρίτη, το τι να μένει τι να φα μια χώρα καταλύπει

Και πριν του φέρουν το άλογο, εβρέθηκεν αρματωμένος. Σβέλτος σαν νιο παλικάρι καβαλίκεψε και πριν τους πει έχετε για, έκοψε χίλια μίλια. Ο μαύρος σαν θύελλα κάλπαζε και όταν εχλιμίντρισε σείστηκε όλη η χώρα. Το θρονί του βασιλιά και αυτό εσείστει και ετσακίστει, και η βασίλισσα φοβισμένη έπεσε χαμαί και λαχταρούσε.

-Τ΄άλογον που σιεισιείνισεν εν που του Αντρονίκου, τζιαι φκάρτε τζιαι τον Κωσταντάν τζιαι ννα μας εξιλείψει

Τα λόγια και η ομιλία πούχαν δέν ετέλειωσαν, και έφτασε ο Αντρόνικος φοβερός και αγριωπός.

Μόλις τον είδαν από το φόβο τους όσοι αλυσόδεσαν τον Κωσταντάν εκατουρούσαν γαίμαν και όσοι τον εφυλάκωσαν έπεσαν χαμαί και ελαχταρούσαν

-Τζιαι φέρμου τα τσιυρούλλη μου τζιαι τσιείνα τα άρματα σου, τζιαι μεν πεις πως έφκαλες παιδίν που τα νευρά σου

Τον έβγαλε από τη φυλακή και μαζί αρματωμένοι τους έσφαξαν όλους, δεν άφησαν κανένα. 

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ ΚΑΙ Η ΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗ

Ο Κωσταντάς μια μέρα που εβγήκε για κυνήγι, περνώντας από ένα μαχαλά σε μια αυλή αντίκρυσε μια λιογέννητη κόρη να ακουμπά σε μια τριανταφυλλιά περιτριγυρισμένη από τις σκλάβες της. Ήταν όμορφη και λυγερόκορμη με μάτια λαμπερά και φρύδια καμαρωτά, και η ίδια έλαμπε περισσότερο από τα ζαφείρια που ήταν στολισμένη.

Σαν την είδε μαράθηκε από έρωτα και παρατώντας το κυνήγι πήγε στη μάνα του και της είπε πως την κόρη που είδε δεν ήθελε άλλος να την πάρει και να στείλει αμέσως άρχοντες προξενητάδες να τη γυρέψουν.

Πήγαν οι άρχοντες και χτύπησαν την πόρτα της Λιογέννητης και την βρήκαν να πλέκει ένα όμορφο χρυσό γαϊτάνι. Τους προσηκώθηκε και τους προσκάλεσε να τους φιλέψει, αλλά οι άρχοντες της απάντησαν πως δεν ήρθαν για να φάνε και να πιούνε, αλλά πως τους έστειλε ο Κωσταντάς για να τη γυρέψουν.

Σαν τους άκουσε η Λιογέννητη, εφύρτηκε στα γέλια και τους απάντησε,

-να πείτε του Κωσταντή, πως δεν τον θέλω ούτε τον καταδέχομαι. Θα τον πάρω άντρα μου μόνο αν ζωντανέψουν η μάνα μου, ο κύρης μου, και τα αδέρφια μου που είναι πεθαμένοι, και πάλι ναι, και πάλι όχι, και πάλι όπως μου δόξει.

Σαν άκουσαν οι άρχοντες αυτά τα λόγια τους κακοφάνηκε πολύ και έσκυψαν το κεφάλι. Και αυτή τους έδωκε το ολόχρυσο γαϊτάνι που έπλεκε για τον κόπο τους όπως τους είπε.

Σαν έφεραν τα μαύρα μαντάτα, μεγάλος καημός πήρε τον Κωσταντή και η πολλή θλίψη του θόλωσε το μυαλό και τον έκανε να αποφασίσει να πάει σε μάγισσες να την μαγέψουν, να την κάνουν να τον αγαπήσει.

Πήρε το μεγάλο δρόμο οπου στο τέλος του συνάντησε μάνα και κόρη τις μάγισσες του βασιλείου.
-Καλή σου μέρα, μάγισσα με την καλή σου κόρη, αν έχεις μάγια της καρδιάς και μάγια της αγάπης, να κάμεις τη Λιογέννητη να ρθει στην αγκαλιά μου.

-Αν έχεις πράμα της αρεσιάς, πράμα του χεριού της, θα κάμω τη Λιογέννητη να ρθει στην αγκαλιά σου.
-Έχω πράμα της αρεσιάς και πράμα του χεριού της, έχω την πλεξίδα της, ολόχρυσο γαϊτάνι.

-Σύρε άνοιξε την πόρτα σου και εγώ θα την μαγέψω, και κάτσε και καρτέρει την να ρθει στην αγκαλιά σου.

Πήρε το γαϊτάνι η μάγισσα, έβγαλε και από τον κόρφο της τρία μήλα. Το ένα το έριξε στο τρίστρατο να πάψουν οι διαβάτες, το άλλο το έριξε στον ποταμό να πάψουν τα ποτάμια, και το άλλο το φαρμακερό το έριξε στην αγκαλιά της Λιογέννητης να τη μαγέψει και να τη δαιμονίσει.

Πράγματι σαν το είδε η κόρη εδαιμονίστηκε, και ως να φτάσουν τα μεσάνυχτα εσκοτίστηκε από τα μάγια. Και μέσα στη μαύρη νύχτα της ήρθε μοναχή να βγει του σπιτιού να πάει στη Παντάνασσα να την προσκυνήσει.

Στο δρόμο που επήγαινε έξω από τη πόρτα του Κωσταντή, της έφυγαν λίγο τα μάγια και ήρθε λίγο ο νους της και άρχισε να χτυπά την πόρτα αναζητώντας βοήθεια.

Τα ξημερώματα που ξύπνησε ο Κωσταντής, ρώτησε τη μάνα του αν Κωνσταντής ήρθε η νύφη της η μαυρομάτα.

-Γιε μου δεν ήρθε η νύφη μου, δεν ήρθε η μαυρομάτα.

Κατέβηκε ο Κωσταντής και άνοιξε την πόρτα. Και είδε τη Λιογέννητη στο δρόμο ξαπλωμένη, πεθαμένη.

- Σαν ήθελες, μανούλα μου, να έχεις και γιο και νύφη, όντας σού πρωτοχτύπησε ας είχες της ανοίξει.

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΚΛΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Μιάν ημέρα  βροχερή που άστραφτε και εβροντούσε ο καιρός, ο Σκλερόπουλος σκέφτηκε μες τούτην την κοσμοχαλασιά να κάμει το παλικάρι, να πάει να κλέψει τη Λυγερή την γυναίκα του Κωσταντά. Καβαλίκεψε το άλογο του, αλλά πρώτα πέρασε από τον κύρη του να πάρει την ευχή του.

Ο πατέρας του που ήταν μυαλωμένος του ορμήνεψε να μην τα βάλει μαζί του γιατί είναι μεγάλον παλικάρι και δεν ήθελε να χάσει το γιο του. Θυμωμένος ο Σκλερόπουλος πέρασε από τη μάνα του να πάρει αυτηνής την ευχή, αλλά τα ίδια του ορμήνεψε και αυτή.

Περισσότερο θυμωμένος, πέρασε από την αδερφή του για να του ευχηθεί καλά τύχη, αλλά ακριβώς την ίδια παραγγελιά του έδωσε.

Περισσότερο θυμωμένος αλλά και φοβισμένος μήπως έχουν δίκαιο, ξεκίνησε για το σπίτι του Κωσταντά. Μέσα του όμως ευχόταν να εύρισκε τον Κωσταντά χωρίς τα άρματα του.

Και ο Θεός τον άκουσε και τον βρήκε μεθυσμένο χωρίς τα άρματα του έξω στην αυλή να τρώγει και να πίνει.

Που τον είδε ο Κωσταντάς τον καλωσόρισε και τον κάλεσε να κάτσουν μαζί να φάνε και να πιούνε.

Ο Σκλερόπουλος βλέποντας τον χωρίς τα άρματα και μεθυσμένο, αναθαρρυμένος του απάντησε πως ήρθε για να κλέψει τη γυναίκα του. 

Που τον άκουσε ο Κωσταντάς εθύμωσε, αλλά καθώς ήταν ξαρμάτωτος και μεθυσμένος, για να τον γελάσει του είπε να πάρει υπομονή να μπει έσσω να φέρει την καλήν του, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να τον ξεγελάσει και να πάρει τα άρματα του.

Ο Σκλερόπουλος του ανταπάντησε πως δεν παίρνει υπομονή, καθώς ήξερε πως αν τον άφηνε να μπει στο σπίτι θα έπαιρνε τα άρματα και θα τον σκότωνε.

Τότε ο Κωσταντάς σε μια προσπάθεια να τον φτάσει και να τον αρπάξει, του είπε να τσουλλοκάτσει το άλογο για να μπορέσει η Λυγερή να καβαλικέψει.

Και ο Σκλερόπουλος τσουλλόκατσε το άλογο και πήρε την Λυγερή στη ράχη του αλόγου, ενώ ο Κωσταντάς γέρνοντας να τον αρπάξει, έγυρε αποκαμωμένος από το μεθύσι πάνω στο τραπέζι.

Άμα ξύπνησε μαραμένος και βαρύκαρτος καταλαβαίνοντας το κακό που εγίνει, αγριεμένος με ορμή μπήκε στο σπίτι και άρπαξε τα άρματα. Με μιας τα αρματώθηκε και φουριόζος καβαλίκεψε το Μαύρο του. Του έδωκε μίαν χαλιναριά και επιάσαν την στράτα.

Και το κτηνό έπιασε το βούρος και έβγαλε μιαν σιησιηνιαρκάν που άμα την άκουσεν ο Σκλερόπουλος ενόμισεν πως κάπου άστραφτεν  και επουμπούριζεν, και μονολογώντας είπε,

- έρχεται μεγάλη κακοκαιρία.

-Όχι, του απάντησε η Λυγερή, είναι ο Κωσταντάς που σε καταδιώκει.

Και ο Σκλερόπουλος με υπεροψία και στόμφο της απάντησε πως,

-Ο Κωσταντάς σου εν καλός μόνο κρασί να πίνει.

Και νάσου ευθύς τον Κωσταντάν  που ανέφανεν και του όρμηξε, τον έβαλε χαμαί και τον εκατάκοψεν. Του έβγαλε πρώτα το ένα μάτι, ύστερα του έκοψε τα δύο χέρια και τα δυο του χείλη, και από τα πολλά χτυπήματα τον έκανε χίλια κομμάτια. Άμα τέλειωσε καβαλίκεψε την καλή του και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Στο γυρισμό του, νάσου συνάντησε τον πεθερό του, και θυμωμένος ακόμα όπως ήταν του λέει,

-μέριασε από τη στράτα μου πεθερέ γιατί έβρασεν το χέρι μου και το σπαθί μου θέλει κι άλλο αίμα, θέλει κι άλλο να φάει να χορτάσει.

Και ο άμοιρος ο πεθερός του που δεν υπολόγισε τα πολλά του νεύρα του ανταπάντησε αστειευόμενος,

- Αν έβρασε το χέρι σου και τρέμει το κορμί σου, και το σπαθί σου δε χόρτασε, έχει αρκόσσιυλλες πολλές κόψε τες να χορτάσει.

Νευριασμένος που ήταν ο Κωσταντάς, έδωκε του μιάν στην κεφαλή και την έκαμε δυο κομμάτια.

Βλέποντας η Λυγερή τέτοιον πράμαν του λέγει,

- Κωσταντά τι έκαμες, έσφαξες τον πεθερό σου;

Και ο Κωσταντάς ακόμα περισσότερο θυμωμένος της λέγει,

- Σιώπα εσύ, μην έρθει και η σειρά σου.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΑ 

Ο Κωσταντάς είχε υπερφυσικές δυνάμεις και έκαμνε υπεράνθρωπα κατορθώματα. Αναμετριόταν με τέρατα, πολεμούσε και συνέτριβε φουσάτα, αλλά και υφίστατο παθήματα και δοκιμασίες από εχθρούς και δράκους. Από πέντε χρονών εγυρνούσε ξυπόλυτος και από έξι εζώστηκε τα άρματα.  Στα εφτά ηθέλησε να γυρίσει τον κόσμον, και στους δώδεκα αγάπησε μιαν όμορφη κόρην, την Χριστινούν.

Όταν μετά από πολλές περιπέτειες επέστρεψε στον τόπον του, την παντρεύτηκε και την έβαλε μέσα σε ένα πύργο αψηλό όπου από εκεί διαφέντευε τους δούλους που εργάζονταν στο τσιφλίκι της.

Με έναν τέτοιον άνδρα δίπλα της η Χριστινού δεν φοβόταν τίποτα, ούτε ακόμα και τον χάροντα. Το παινευόταν και το χουμιζόταν, και έλεγε πως αν έρθει καμιά φορά ο μαύρος καβαλάρης, ο Κωσταντάς δεν θα τον άφηνέ να την αγγίξει.

Τα παινέματα της τα έμαθε ο Χάροντας, και αποφάσισε να την τιμωρήσει. Έτσι μια νύχτα σκοτεινή κοντά στα μεσάνυχτα που ο Κωσταντάς έλειπε σε ταξίδι, την επισκέφτηκε για να της πάρει τη ζωή.

Άπλωσε το δρεπάνι του και ένας μεγάλος πονοκέφαλος την έκανε να βογκίζει με πόνους φοβερούς και αβάσταχτους. Η ζωή της ήθελε να φύγει, μα αυτή αντιστεκόταν και με πείσμα πάλιωνε μαζί του.

Η μάνα της την κεφαλόδεσε με ένα δροσερό μαντήλι, αλλά οι πόνοι δεν περνούσαν. Μάνα και κόρη έβλεπαν τη σκιά του χάροντα και κλαμένες τον παρακαλούσαν να τους χαριστεί. Μα αυτός ανελέητος και άσπλαχνος δεν έλεγε να κάμει πίσω, ήταν αποφασισμένος να πάρει μια ζωή.

Όταν απόειδε η Χριστινού και κατάλαβε πως θα πέθαινε, λίγο πριν ξεψυχήσει άφησε παραγγελιά της μάνας της να δώσει πίσω τον αρραβώνα της στον Κωσταντά και με τρόπο να του αναγγείλει τον θάνατό της χωρίς να του ταράξει την καρδιά με το ξαφνικό μαντάτο και έτσι να τον αποδεσμεύσει, ώστε να βρει παρηγοριά σε μια άλλη καινούργια αγκαλιά.

Απάνω στη μέρα να σου και φτάνει ο Κωνσταντάς, αλλά ήταν πλέον αργά. Ρωτά την πεθεράν του που είναι η αγαπημένη του, και αυτή μη θέλοντας να τον πικράνει απότομα καθώς της είχε ορμηνέψει η κόρη της, του λέει πως την έπεψεν στην εκκλησιά με τες γειτόνισσες της.

Καβαλλιτσιέφκει τον άππαρον του και με μιαν βιτσιάν, εβρέθειν στην αυλήν της εκκλησιάς. Είδεν κόσμον συνάμενον, και από μακριά τους χαιρετά, και από κοντά τους αρωτά,

-τίνος εν τούν το θαφκιόν που έσιει τόσην λύπην, τίνος εν τουν το λείψανον που εν μέσα στο σεντούτζιην;

Όσοι τον αγαπούσαν είπαν του είναι ξένον, όσοι τον εμισούσαν είπαν του είναι δικόν του.

Έσκυψεν ο Κωσταντάς στο φέρετρο και είδεν μέσα ξαπλωμένη την αγάπην του που ήταν πεθαμένη. Εσυντρομάχτηκεν και εμαράζοσεν πολλά και ο κόσμος γύρω του εχάθηκεν. Δεν ήθελε να ζήσει άλλο, ήθελε να αποθάνει και αυτός μαζί με την Χριστινούν του. Τράβηξε το μαχαίρι του από το θηκάρι για να σκοτωθεί, αλλά πριν το κάνει γύρισε και άφησε παραγγελιά στους παρευρισκόμενους να  μνημονεύουν και να μακαρίζουν και εκείνον και εκείνην. 

Και τους εθάψαν με κλάματα και οδυρμούς σε ένα κϊούριν μαζί αχώριστους στο θάνατο όπως ήταν αχώριστοι και στη ζωή.

Και με τον καιρό πάνω στον τάφον αβλάστησεν για εκείνον έναν κυπαρίσσιν και για εκείνην μια λεμονιά, όπου όποτε εφύσαγε  αγέρας, έσκυβαν και φιλιόντουσαν όπως ήταν μαθημένοι και στη ζωή.

Και έμεινε η αγάπη τους χαραγμένη στη μνήμη των ανθρώπων για πάντα, καθώς όποτε περνούσαν από το κοικητήριο και φύσαγε απαλό το αεράκι, έβλεπαν που έσκυβαν τα δένδρα και ασπάζονταν αναμεταξύ τους.

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΝΙΓΗΚΕ Ο ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ

Μια άλλη κδοχή για το θάνατο του

Μια μέρα που ο Κωσταντής με το βασιλιά και άλλους αρχόντους κάθονταν και πίνανε γλυκόποτο κρασί κάτω από τον ίσκιο ενός δεντρού δίπλα στη θάλασσα, πάνω στην ευθυμία που ο καθένας έλεγε λόγια παραπάνω, καυχήθηκε πως είχε τη δύναμη να πλεύσει τη Μαύρη θάλασσα κολυμπώντας.

Κι ο βασιλιάς που τον άκουσε του λέει,

- Αν την περάσεις Κωνσταντή, γαμπρό μου θε σε κάμω. Θέλεις την πρώτη μου αδερφή, θέλεις τη δεύτερή, θέλεις τη θυγατέρα μου την όμορφη, όποια θέλεις να πάρεις.

Ο Κωσταντής που τον άκουσε, πολύ του καλοφάνηκε καθώς πολύ λιμπιζόταν την όμορφη κόρη του βασιλέως. Πίστευε ο άμοιρος πως θα κατάφερνε το κατόρθωμα και θα γινόταν γαμπρός του βασιλιά.

Έβγαλε τα άρματα και ξεντύθηκε, και βούτηξε στη θάλασσα. Δώδεκα μίλια πέρασε με γέλια με τραγούδια, αλλά στα άλλα δώδεκα πήγαινε κουρασμένος ψιθυρίζοντας μαύρα μοιρολόγια.

-Θάλασσα, μαύρη θάλασσα και πολυκυματούσα, τόσες φορές σε πέρασα με γέλια και τραγούδια, και τώρα για το στοίχημα βουλήθεις να με πνίξεις.

Και τα κύματα της θάλασσας του απάντησαν,

-Βρε νιε βρε άγουρε, μόνος σου εμπλέχτηκες, μόνος σου ετρελάθεις.

 -Για μια κόρη λιμπιστικά, του αφέντη θυγατέρα.

Και εκεί που πνίγηκε ο Κωνσταντής, εις μνήμην του έκτισαν ένα ψηλό παλάτι, και πάνω η κόρη καθόταν ξανθή και μάλωνε τη θάλασσα που πήρε έναν αντρειωμένο.

ΑΡΕΣΤΗΣ ΑΡΜΟΥΡΗΣ 

Όταν ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος κατάστρεψε την Σωζόπετρα πατρίδα του Εμίρη Μουτασέμ, αυτός σε αντίποινα κατάστρεψε την πατρίδα του Αυτοκράτορα το Αμόριον, και έσφαξε πολλούς, και πήρε αιχμάλωτους πολλούς.

Ο δωδεκάχρονος Αρέστης Αρμούρης αποφάσισε να πάει να ελευθερώσει τον πατέρα του που πιάστηκε και αυτός αιχμάλωτος. Πήγε να καβαλικεύσει ένα άλογο για ξεκινήσει, αλλά η μάνα του δεν τον άφηνε. Αυτός επέπεμενε  πολύ, ώστε η μάνα του αφού απόειδε του λέει,

-Είσαι μικρός και ανήλικος, καβάλλα δεν σου πρέπει. Αλλά αν μπορέσεις μικρέ υιέ το κοντάριν του πατρός σου να λυγίσῃς μιαν φοράν, να τὸ λυγίσῃς δύο, καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς τρεις, τότε να καβαλλικεύσῃς.

Και το μικρόν παιδί πήρε το κοντάρι στα χέρια του και το ελύγισε με ευκολίαν.

Βλέποντας τόση δύναμη που είχε, η μάνα του διέταξε τους άρχοντες και του έζεξαν ένα μαύρο άτι.

Ο μικρός Αρμούρης ζώστηκε με άρματα και ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι.

Έφτασε στον Ευφράτη ποταμό αναζητώντας τα στρατεύματα του Εμίρη.

Με τη βοήθεια ενός Αγγέλου διάβηκε τον πλημμιρισμένο ποταμό και συγκρούστηκε με την τεράστια στρατιά των Μουσουλμάνων. Για μια μέρα και μια νύχτα πολεμούσε μαζί τους και τους σκότωνε αντάρα.

Σε μια τελική μάχη με λίγους εναπωμείναντες, ένας Σαρακινός που ο μικρός Αρμούρης του έκοψε το χέρι, με μπαμπεσιά του έκλεψε το άλογο. Αμέσως το μικρόν παιδί εξαπέλυσε ανελέητο κυνηγητό να τον εντοπίσει και να τον σκοτώσει.

Το κυνηγητό τον οδήγησε ως τη Συρία στην αυλή του Αμιρά του Σαρακηνού άρχοντα, όπου εκεί ευρισκόταν αιχμάλωτος ο πατέρας του.

Εκεί είχε φτάσει προηγουμένως με το κλεμμένο άλογο ο Σαρακηνός φέρνοντας τα κακά μαντάτα για την ήττα των στρατευμάτων του Εμίρη.

Μια νέα μάχη αρχίζει και ο γενναίος Αρμούρης πολεμάει με λύσσα τους Σαρακηνούς απαιτώντας να απελευθερωθεί ο πατέρας του απειλώντας να συνεχίσει τις επιδρομές σε όλη τη Συρία. Ο Αμιράς ευρισκόμενος σε δύσκολη θέση απελευθερώνει τον Αρμούρη και του προσφέρει την κόρη του σε γάμο…

Και έζησαν όλοι αγαπημένοι.

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ 

Ο Κωσταντίνος, ο Αλέξης και το μικρό Βλαχόπουλο τρία αδέρφια ανδρειωμένα παιδιά του θρυλικού Αντρόνικου, έτρωγαν και έπιναν και ανέμελα διασκέδαζαν.

Είχαν τα άλογα τους δεμένα σε έναν πλάτανο, τρία υπέροχα και δυνατά κτηνά που όμοια τους άλλα δεν υπήρχαν.

Κει που έτρωγαν και έπιναν ένα πουλάκι κάθισε σιμά τους και με ανθρώπινη λαλιά τους είπε,

-Εσείς τρώτε και πίνετε και τραγουδάτε, και

πίσω σας κουρσεύουσι Σαρακηνοί κουρσάροι. Πήραν του Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα την γυναίκα, και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένην. 

Αμέσως όλοι πετάχτηκαν πάνω έτοιμοι να καβαλικέψουν να πάνε να γλυτώσουν τους δικούς τους.

Μα το μικρό Βλαχόπουλο γρηγορότερο από όλους βρέθηκε καβαλικεμένο έτοιμο να ορμήξει. Τα αδέρφια του του παρήγγειλαν να ανέβει σε ένα ψήλωμα και να βιγλίσει τους Σαρακηνούς,

- αν είναι πενήντα και εκατό χύσου μακέλλευσε τους, και αν είναι περισσότεροι, γύρισε μίλησε μας.

Ανέβηκε το Βλαχόπουλο σε ένα ψήλωμα και κατόπτευσε. Είδε Τουρκιά, Σαρακηνούς και Αράπηδες κουρσάρους. Άρχισε να τους μετρά, αλλά τελειωμό δεν είχαν. Ο κάμπος ήταν γεμάτος και ακόμα παραπέρα.

Να πάει πίσω να ειδοποιήσει ντρεπόταν μην πουν ότι είναι δειλός, αλλά και να επιτεθεί μόνος του, φοβόταν.

Έσκυψε και φίλησε τον μαύρον του και τον ρώτησε αν δύναται να τον βοηθήσει. Και ο μαύρος του απάντησε πως όσους κόψει με το σπαθί, δύναται να τους καταπατήσει και μέσα στο αίμα τους να προχωρήσει.

Παίρνοντας θάρρος το Βλαχόπουλο, όρμηξε σαν αετός και άρχισε να τους πετσοκόβει. Στο έμπα έκοψε χίλιες κεφαλές και στο ξέβγα δυο χιλιάδες. Και στο ξαναγύρισμα δεν άφησε κανένα.

Ελευθέρωσε τους ομήρους και τους καβαλίκεψε στα καπούλια του αλόγου του.

Στο δρόμο του γυρισμού θολωμένος από τη νίκη και τυφλωμένος ακόμα από οργή, ήθελε να σκοτώσει κι άλλους, ακόμα και δικούς του. Και με φωνή δυνατή για να τους προειδοποιήσει, φώναξε στα αδέρφια του,

-Πού σαι αδελφέ μου Κωσταντά κι Αλέξη ανδρειωμένε, αν είσθε εμπρός μου φύγετε και πίσω μου κρυφθήτε, τι θόλωσαν τα μάτια μου, μπροστά μου δεν σας βλέπω, και το σπαθί μου ερράγισε, κόβοντας τα κεφάλια, κι' ο μαύρος λιγοκάρδισε πατώντας τα κουφάρια. 

1 Ιανουαρίου 2013

ΑΤΙΤΛΟ

Δημοσιεύω τα παρακάτω εις απάντηση του Βουλευτή Πάφου Κωστάκη Κωνσταντίνου ο οποίος με αποκάλεσε ψεύτη όταν δημοσίευσα σε άρθρο μου με τίτλο «ΟΤΑΝ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ» και στο οποίο ανέφερα ότι οι Βουλευτές πριν τις περικοπές αμείβονταν σχεδόν με 8.000 μηνιαίως. (θα ακολουθήσουν κι άλλες δημοσιεύσεις εφημερίδων περί του προκειμένου)
Κυριάκος Ταπακουδης

ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011 7:43 πμ:

Έτοιμες οι επιταγές των βουλευτών των 7.215 ευρώ
Λευκωσία: Έτοιμοι να παραλάβουν τις πρώτες επιταγές τους είναι οι βουλευτές της νέας Βουλής της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Γενικό Λογιστήριο σε συνεργασία με τις υπηρεσίες του κοινοβουλίου ετοίμασαν όλα τα σχετικά με την αντιμισθία των βουλευτών, τις αποκοπές τους και αναμένεται πολύ σύντομα να εκδοθούν οι επιταγές.
Το συνολικό ποσό των απολαβών των μελών της Δέκατης Περιόδου της Βουλής φθάνει τα 7.215 ευρώ το μήνα. Το ετήσιο εισόδημα των βουλευτών μαζί με τον 13ο μισθό ξεπερνά τις 93 χιλιάδες ευρώ.
Αναλυτικά παίρνουν 6.531 σαν αντιμισθία και 683 ευρώ σαν επίδομα για οδοιπορικά.
Η αντιμισθία περιλαμβάνει μηνιαίο μισθό 3.587, επίδομα παραστάσεως 1.919 και επίδομα γραμματειακών υπηρεσιών 1.025. Από το συνολικό ποσό των 7.215 αποκόπτεται το 10%, όπως οι ίδιοι οι βουλευτές αποδέχθηκαν εγκρίνοντας και σχετική νομοθεσία. Οι αποκοπές αυτές θα σταματήσουν τον Ιούνιο του 2012. Άλλο ποσό 6,8% αποκόπτεται για σκοπούς σύνταξης.

Η ΒΟΥΛΗ ΕΝ ΤΗ ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ…

Η Εργατική Πρωτομαγιά μέχρι πρότινος ήταν η επέτειος της εξέγερσης των εργατών στο Σικάγο το 1886 για καλυτέρευση των συνθηκών στην εργασία και στην ζωή.  Από τώρα και στο εξής, σρη κύπρο θα είναι μια πικρή Πρωτομαγιά, γιατί όλες αυτές τις κατακτήσεις με την εισδοχή μας στην Ευρωπαϊκή στήριξη και στο μνημόνιο της, οι περισσότερες χάνονται.
Οι ηγεσίες μας με τους εργατοπατέρες να σιωπούν, μας πισωγύρισαν σε παλαιότερα καθεστώτα 
αγοράς εργασίας, εκατοντάδες χρόνια πριν.
Δυστηχως, βουλευτές και κυβέρνηση υπό την ανοχή των συνδικαλιστών, λειτούργησαν υπέρ των Ευγενών και των ολιγαρχών με πρόσχημα τη διάσωση της Εθνικής μας οικονομίας. Αφαιρόντας δικαιώματα που ήταν υπέρ των εργαζομένων που με σκληρούς αγώνες και αίμα κατέκτησαν οι παλαιότεροι, τώρα τους αφήνουν εκτεθειμένους στις καινούργιες παγκόσμιες πολιτικές μιας χούφτας κεφαλαιοκρατών και διαφόρων λίγων χωρών, που θέλουν να αλλάξουν το παγκόσμιο εργατικό καθεστώς.
Τα συνδικαλιστικά κεκτημένα που αποτελούν κοινωνικά και αμυντικά δικαιώματα των εργαζομένων τώρα καταργούνται, και από τώρα και εξής, επίσημα και με νόμους ψηφισμένους από τη Βουλή, γινόμαστε υπόδουλοι στην Τρόικα.
Όλα τα νομοσχέδια συνομολογούν στη μείωση μισθών και δικαιωμάτων και στην αύξηση των φόρων. Με πρόσχημα τη διάσωση της πτώχευσης του κράτους και ορισμένων τραπεζών, ψηφίζουν νομοσχέδια που εξαναγκάζουν τους πολίτες να συνεισφέρουν από το υστέρημα τους. Οι απλοί φτωχοί εργαζόμενοι αγόγγυστα και πατριωτικά τα αποδέχονται, όμως πρεπει να ξέρουν ότι το κάθε τι έχει τα όρια του.
Ρίχνοντας μια ματιά πίσω στον χρόνο που μόλις έφυγε, είδα νομοσχέδια έτοιμα για ψήφιση, είδα νομοσχέδια λαίλαπα έτοιμη να κατασπαράξει τους απλούς φτωχούς γαιοκτήμονες.
Αναφέρομαι στο νομοσχέδιο για τη φορολόγηση της ακίνητης ιδιοκτησίας το οποίον αναμένεται να κατατεθεί στις 17 Ιανουαρίου 2013 σύμφωνα με την υπουργό Εσωτερικών Ελένη Μαύρου, που είπε ότι αυτό που προσπαθεί η Κυβέρνηση να κάμει, είναι η διόρθωση αυτής της φορολογίας με πρόθεση να εξαιρεθεί η μια μέση κατοικία γεγονός που καλύπτει τους περισσότερους, πάνω από το 75% των ιδιοκτητών. Από εκεί και πέρα, είπε, εξαρτάται από την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας. Για αυτό το λογο, η κυβέρνηση κατέθεσε το νομοσχέδιο αυτό, με το οποίο η φορολόγηση θα γινόταν με εκτιμημένες αξίες του 1980 πολλαπλασιαζόμενες επί 3,5 φορές.
Η Βουλή εν τη σοφία της, αυτό το νομοσχδιο τέρας ύστερα από την κατακραυγή που ξεσήκωσε το απέσυρε προς μελέτη και καλύτερη επιβολή και εκτέλεση του αφού δεν μπορούσε να εφαρμοστεί όπως είχε.
Εδώ να σημειώσω ότι οι διατάξεις αυτού του εξωφρενικού νομοσχεδίου που κακώς ονομάστηκε φορολογικό μια και εμπεριέχει μόνο κατακόρυφα και οριζόντια εισπρακτικά μέτρα που δεν αγγίζει καθόλου τον φορολογικό κώδικα παρα είναι ένα εξοντωτικό χαράτσι, είναι προϊόν πονηρών σκέψεων σε μια προσπάθεια της Κυβέρνησης να αφαιμάξει μέχρι τελικής εξαντλήσεως ολόκληρο το λαό δια της τεχνικής της σαλαμοποίησης. Θέλοντας την επιβολή συγκεκριμένης φορολογίας σε κόστα εκτιμημένης αξίας ακινήτου περιουσίας του ΄80 -ποσό τεράστιο και πάλιν πέραν λογικής σκέψης-, ανακοίνωσαν την πολλαπλάσια φορολόγηση ώστε με την περικοπή της αργότερα από τη Βουλή, να φαντάζει πολύ μικρότερη από την αρχική, έτσι που οι απλοί πολίτες όχι μονο να μην αντιδράσουν, αλλά να τη δεχτούν με ευχαρίστηση αφού θα έχει μειωθεί δραστικά από την αρχική.
Επειδή προβλέπω αυτό να γίνεται στο τέλος, δηλαδή μια φορολόγηση επί της εκτιμημένης αξίας του ΄80 που για τους φτωχούς κατόχους γης θα σπάει κόκκαλα, καλώ τους Βουλευτές να μην υποπέσουν στην παγίδα της κυβέρνησης και να μην ψηφίσουν ένα τόσο μεγάλο χαράτσι που θα επιβαρύνει τον απλό φτωχό κόσμο, τους αγρότες και τους χωρικούς ή τους γεωργοκτηνοτρόφους που έτυχε να κληρονομήσουν κάμποσες σκάλες χωράφια και αμπέλια ή κατσάβραχα σε βουνά και λαγκάδια, ακίνητη περιουσία που δεν αποδίδει έσοδα, παρά μόνο με τη φούσκα της ανόδου των τιμών της γης, είναι λανθασμένη  δηλωμένη και υπερτιμημένη. Τους καλώ να μελετήσουν εις βάθος το νομοσχέδιο και κοστολογώντας επακριβώς το ζητούμενο ποσό των 70 εκατομμυρίων που ζητά η τρόικα από αυτήν τη φορολόγηση, μόνο ανάλογο ποσό να επιβληθεί ως αύξηση επί της φορολόγησης της ακίνητης ιδιοκτησίας.

Μηνολόγιο Ιαννουαρίου

 Ο μήνας Γενάρης θεωρείται ό πολυομβρυώτερος του έτους. Είναι μήνας μελαγχολικός και συννεφιασμένος, γι αυτό όποιος άνθρωπος είναι σκυθρωπός, τον ονομάζουν μεταφορικά Γεννάρην, που αν τυχών κάποια φορά χαμογελάσει, δι αυτού λέγει η παροιμία, «Εκαμεν τζ' ό Γεννάρης ήλιον, ή Έγέλασεν τζι ο Γεννάρης».
Κατά την νύκτα της παραμονής της πρώτης του μέρας, την νύκτα δηλαδή της 31 μαζεύονταν πολλοί συγγενείς σε φιλικήν οικίαν και καθήμενοι γύρω από τη φουκού κρατώντας στα χεριά κλαδιά ελιάς και κόβοντας ο καθένας φύλλα, τα εναποθέτουν αναστραμ­μένα επί των αναμμένων καρβούνων τραγουδώντας ή απαγγέλλωντας,

Άη Βασίλη βασιλιά πούσουν πέρα τσι ήρτες δά,
Τσι έφερες την πρωτοχρονιά, άκοψες κλωνίν βασιλιτσιάν,
Έκοψες κλωνίν ελαιάν τσι έσυρες το στη φωθκιάν,
Δείξε τσιαι φανέρωσε αν με αγαπά

Και αν το φύλλον της ελιάς μέσα στη φωτιά αφού θερμανθεί, αναπηδήσει και αναστραφεί με κρότον, θεωρείται ένδειξη ότι ο καλούμενος την ευχή, αγαπά τον ερωτώντα, αν αυτό δεν συμβεί, σημαίνει πως δεν τον αγαπά. Το είδος της μαντείας αυτής επαναλαμβάνεται τρεις φορές, για πλήρη επιβαιβέωση.

Σε ορισμένα μέρη τη βασιλόπιττα την τοποθετούν σε πιάτο με κόλλυβα και δίπλα ένα κλωνί βασιλικιάς, από το οποίο κόβουν τα φύλλα και τα ρίχνουν στη φωτιά αντί των φύλλων ελιάς, για να γνωρίσουν την μαντείαν της αγάπης. Το πρωί την πίττα την κόβουν και την μοιράζονται, ενώ τα κόλλυβα και τα φύλλα βασιλικιάς ή ελιάς που έμειναν, τα αναμιγνύουν στην τροφή των ζώων την οποίαν δίδουν στα βόδια για να ευλογηθούν από τον Άγιον Βασίλειο, καθώς τα κόλλυβα είναι σιτάρι που παράγεται ως αποτέλεσμα της εργασίας τών βοδιών.

Τις πρώτες πέντε ημέρες του Γενάρη, οι Καλικάντζαροι περιφέρονται ελεύθερα στες οικίες, και ένοχλούνι τούς ανθρώπους. Οι Καλικάντζαροι είναι δαίμονες κακοί και πονηροί, άσχημοι και κατάμαυροι, με μακριά  γαντζωτά νύχια, μακριά αχτένιστα μαλιά, τα πόδια τους είναι τραγίσια και χωλαίνουν στο περπάτημα, ενώ ο απλός λαός τους θεωρεί ότι κυκλοφορούν χωρίς ενδυμασία, τελείως γυμνοί.

Το όνομα των καλικάντζαρων, από τους Κυπρίους φέρεται και με άλλες ονομασίες, όπως σκαλαπούνταροι και πλανήταροι, δηλαδή ότι παρασέρνουν και αποστρατούν τους ανθρώπους  από την ευθεία οδό.
Την Πέμπτην ήμέραν που εορτάζουν τα Κάλαντα, κάθε οικογένεια θεωρεί καθήκον της να κάμει ξεροτήανα και να ρίξει λίγα στο δώμα του σπιτιού μαζί με κομμάτια λουκάνικο και λίγες κόρτες (φέτες) ψωμιού, για να «φάσιν τζιαι νά φύουσιν».
Αν οι νοικοκυρά ξεχάσει να τα ρίξει στο δώμα, τότε οι άλλοι της οικογένειας, της το υπενθυμίζουν με τους στίχους,

Τιτσίν, τιτσίν λουκάνικον,
κομμάτιν ξεροτήανον
νά φάσιν τζιαι να φύουσιν,
ή
Τιτσίν, τιτσίν λουκάνικον,
μασιαίριν μαυρομάνικον,
να φάει ο Καλικάντζαρος,
να πάει στη δουλειάν του

Οι νοικοκυραίοι πίστευαν ότι αν δεν τηρούσαν το έθιμο, ο αρχικαλικάντζαρος κατέβαζε το τραγοπόδαρο του από την τσιμινιά και έριχνε το τηγάνι από την νηστιά.

Επίσης ο λαός πίστευε ότι οι Καλικάντζαροι έφευγαν δια παντός, την έκτην ημέραν του μηνός, των Θεοφανείων, διά τής καταδύσεως τού Σταυρού οπότε «αγιάζεται πάσα των υδάτων ή φύσις».

Το πρωί της πρώτης ημέρας, μετά την θείον λειτουργία κόβουν την βασιλόπιττα όπου στο περιεχόμενο της έχει τοποθετηθεί μικρό αργυρό νόμισμα, το οποίον  φυλάττει και δεν το ξοδεύει όποιος το βρει, διότι θεω­ρείται ότι θα του φέρει ευτυχία καθ' ολον το έτος.
Την ημεραν αυτης της εορτης, οι μεγαλυτεροι δινουν φιλοδωριματα στα παιδια, την λεγομενη πλουμιστιρα. Σε πολλά χωριά επίσης αυτήν την ημέρα αν και είναι αργία, συνηθίζουν να δουλεύουν, διότι πιστεύουν έτσι θα έχουν όρεξη να δουλεύουν και τις άλλες ακολουθούμενες μέρες του χρόνου. Άλλοι επίσης αποφεύγουν την πληρωμή χρεών ή να δανείσουν σε άλλους χρήματα, άλλοι ακόμα προσπαθούν να έχουν καλά συναισθήματα και αγάπη στην καρδιά, διότι πιστεύουν ότι αν πράξει κάποιος είτε καλόν, είτε κακόν, το ίδιον θα πράττει κάθε όλον το υπόλοιπον  έτος.
Την ημέραν αυτής της εορτής ακόμα, ομάδες ανθρώπων και χορωδιών με μουσικά όργανα, περιφέρονται  από γειτονιά σε γειτονιά ψάλλοντας τον Άη Βασίλη, «Άης Βασίλης έρκεται απο τηγ Καισσαρίαν…

Κατά την ημέρα των Καλάντων επίσης τα παιδιά γυρνούν τα σπίτια τραγουδώντας τα Κάλαντα, ενώ οι νοικοκυραίοι τους δίνουν πλουμιστίρα.

Την ημέρα των Φώτων δίδεται πλουμιστίρα και στους μεγάλους, ήτοι τους έφηβους νέους ή νέες, αφού πρώτα πουν στους γονείς, παππούδες, η θειους και θείες «Καλή μέρα τσιαι τα φώτα τσιαι την πλουμιστίρα πρώτα, η δε παροιμία λέγει, «Τ Άη Βασιλείου πλουμίζουν τούς πελλούς, τα Φώτα τούς μεγάλους»

Για τον μήνα Γεννάρη πιστεύουν ότι το φεγγάρι φέγγει λαμπρότερα και ζωηρότερα, «Του Γεννάρη το φεγγάρι σαν την ημέραν λάμπει», λέγει η παροιμία, ενώ μια άλλη παροιμία λέγει, «του Γεννάρη το φεγγάριν γεννά ώραν» θέλοντας να πει ότι από τον μήναν αυτόν, η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει. Επίσης το κυνήγι αυτόν τον μήνα είναι άφθονον, και οι πέρδικες παχουλές, « τα περτίτσια του Γεννάρη, μιαν οκκάν με το καντάριν» όπως λέγει η παροιμία.

27 Δεκεμβρίου 2012

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΥΠΟΔΟΥΛΟΙ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥΣ

 ΟΙ εξελίξεις στην οικονομία και η υπογραφή του Μνημονίου είναι παράγοντες που θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών. Τα κόμματα επιμένουν να θέλουν να μπούμε στο μηχανισμό στήριξης, μη λαμβάνοντας υπ όψη τη λαϊκή βούληση. Ειδικά η εμμονή των συνεργαζομένων κομμάτων ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ που με τη σιγουριά της νίκης επιμένουν περισσότερο από τους άλλους υποψηφίους, ίσως επηρεάσει την κρίση των ψηφοφόρων και ανατρέψει τα αναμενόμενα αποτελέσματα ως εκ της μεγάλης πλειοψηφιας που έχουν τα δυο αυτά κόμματα, με αποτέλεσμα να προκύψουν ανατροπές.
Αυτό ίσως συμβεί καθώς ο καιρός περνάει και ο απλός κόσμος κατανοεί καλυτέρα τα κακά αποτελέσματα που θα προκύψουν από την ένταξη μας στον Μηχανισμό στήριξης, και που θα προτιμούσε να βρεθεί άλλος τρόπος διάσωσης της οικονομίας μας. Αρχίζουν επίσης να σκέφτονται μήπως αυτή η μεγάλη τους επιμονή ίσως να προέρχεται από την επιθυμία τους για ίδιον όφελος, δηλαδή επιζητούν το δανεισμό με απώτερο σκοπό να μπορεί το κράτος να τους καταβάλλει τους παχουλούς μισθούς τους που όσο να περισκοπούν, πάλι παχουλοί θα είναι, χωρίς να πολυσκέφτονται τα κακά αποτελέσματα που θα προκύψουν στον απλό λαό.
Δεν εξηγείται διαφορετικά η τόση επιμονή τους. Ίσως γνωρίζοντας τις αντιδράσεις των ανθρώπων που πάντοτε χωρίς δική τους κριτική σκέψη οι περισσότεροι παρασέρνονται από τα παραπλανητικά και πολλές φορές ψεύτικα λόγια τους έτσι που να χάφτουν ότι τους εμπεδώνουν στο μυαλό δια της υποβολής μέσω των ξεπουλημένων ΜΜΕ, εφευρίσκουν λόγια και κορώνες περί διάσωσης της εθνικής μας οικονομίας ώστε εκμεταλλευόμενοι τον πατριωτισμό τους να τους ποδηγετούν. Φυσικά σε σχέση με το μνημόνιο το έχουν καταφέρει, αφου με τη διγλωσσία τους οι Κυβερνώντες και οι Βουλευτές με δραματικές εκκλήσεις τους καλούν να υποστούν θυσίες για διάσωση της πατρίδας, ενώ στην πραγματικότητα ξέρουν ότι τα δάνεια από την Τρόικα μόνο τους μεγαλόσχημους και υψηλόμισθους του Δημοσίου θα εξυπηρετήσουν, αφού όπως είδαμε και στην Ελλάδα ουδείς άλλος ωφελήθηκε παρά μόνο αυτοί, και ούτε αναπτυξιακά έργα, ούτε βοήθεια στις ασθενέστερες τάξεις, ούτε δάνεια από τις τράπεζες είδαμε να γίνονται.
Κατασκευάζοντας ψεύτικα γκάλοπ και δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι οι περισσότεροι των κατοίκων συμφωνούν πως η τρόικα είναι αναγκαίο κακό και χωρίς να τους εξηγούν ούτε αυτοί, ούτε τα ΜΜΕ ότι με την οριζόντια αποκοπή όλων των μισθών πέραν των δυο ή τριών χιλιάδων ευρώ το μήνα,  η οικονομία μας σώζεται σε λίγους μήνες. Νομίζουν ότι εκμεταλλευόμενοι τον λαό που τον καλούν να επωμισθεί τα δάνεια της Τρόικας για να πληρώνονται οι ίδιοι, κάτι κερδίζουν. Σίγουρα γνωρίζουν ότι οι άνθρωποι έχουν όρια. Σίγουρα γνωρίζουν ότι τα κέρδη τους θα είναι προσωρινά. Σίγουρα ξέρουν ότι μετά το μνημόνιο ένεκα της μεγάλης φτώχειας στην οποία θα υποπέσουν οι άνθρωποι, θα ξυπνήσουν και θα τους τιμωρήσουν.
Παρ όλα αυτά, ίσως ελπίζοντας στην ατιμωρησία που επικρατεί στον τόπο μας, ή την αφέλεια των απλών πολιτών που πάντα υπομένουν και σιωπούν μέχρι τα έσχατα όρια, κοιτάζουν τα πρόσκαιρα δικά τους οφέλη και κέρδη.
Όμως απο αυτήν την εσχατιά προκύπτει το μεγάλο πρόβλημα, γιατί όταν και εφ όσον ξεσηκωθεί ο λαός,  θα είναι αργά. Η καταστροφή θα είναι παρόμοια της Ελλάδας ή και χειρότερη. Το κράτος και οι αξιωματούχοι του θα είναι γλυτωμένοι, ενώ ο υπόλοιποι άνθρωποι θα είναι πτωχευμένοι.

21 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΤΡΕΝΑΚΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ

Κάτοικοι της  Χλώρακας και μικροί μαθητές του νηπιαγωγείου νιώθοντας περηφάνια για το άξιο τέκνον της κοινότητας τους Δήμαρχο Πάφου Σάββα Βέργα, γιόρτασαν φέτος τα Χριστούγεννα βολτάροντας στους κεντρικούς δρόμους και δίνοντας νότα γιορτινή και φωτεινή στους σκοτεινούς Χριστουγεννιάτικους οικονομικούς καιρούς, με το τρενάκι του Δήμου Πάφου το οποιον παραχώρησε ο καλός Δήμαρχος στην κοινότητα σε μια ευγενή χειρονομία του, θέλοντας να δείξει τοιουτοτρόπως ότι δεν ξεχνά την γενέτειρα του.
Χτυπώντας τη  καμπάνα του το μικρό τρενάκι με τους μικρούς ταξιδιώτες περιδιάβηκε τους δρόμους και σφυρίζοντας χαρωπά χαιρέτισε τους κατοίκους που ακούγοντας τους χαρούμενους ήχους οι νοικοκυρές παρατούσαν το ζύμωμα και έβγαιναν στις αυλές χαιρετώντας τα μικρά παιδιά που χαρούμενα έψαλλαν τα χρόνια πολλά.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ






Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ ΕΥΧΕΤΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

20 Δεκεμβρίου 2012

ΟΤΑΝ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ

 H Ολομέλεια της Βουλής ψήφισε τον προϋπολογισμό του κράτους για το 2013, ο οποίος συνάδει με τη συμφωνία που η Κυβέρνηση κατέληξε με την Τρόικα.
Ο προϋπολογισμός ψηφίστηκε με περικοπές μισθών και επιδομάτων, χορηγιών και βοηθημάτων και την επιβολή επαχθών νέων φορολογιών, τα οποία η Τρόικα απαίτησε και στα οποία η Κυβέρνηση δέχτηκε.

Όμως μεγάλη ήταν η πρόκληση εκ μέρους των βουλευτών όταν σταύρωσαν νομοσχέδιο περί μείωσης των δικών τους εξόδων παραστάσεων. Ζητήθηκε η μείωση τους κατά 15%, αλλά αυτοί αρνήθηκαν να το πράξουν προστατεύοντας έτσι τα συμφέροντα τους.
Ενώ ο μισθός τους με τα επιδόματα και τα έξοδα παραστάσεων αγγίζει τις 8 χιλιάδες ευρώ το μήνα, δηλαδή γύρω στις 100 χιλιάδες ευρώ το χρόνο, σκέφτηκαν ότι αυτοί πρεπει να αμείβονται τόσο, σε αντίθεση με τους ιδιωτικούς υπαλλήλους -π.χ. τους ξενοδοχοϋπαλλήλους- που αμείβονται με 750 ευρώ μηνιαίως όταν και εφόσον υπάρχει εργασία η οποία είναι κατά το ιμιση του χρόνου, αφού τα περισσότερα ξενοδοχεία κλείνουν τη χειμερινή σαιζόν.

Ενώ με χρυσά κουτάλια τρώνε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, άλλοι κρατικοί αξιωματούχοι αλλά και οι ίδιοι βουλευτές αφού οι μισθοί τους είναι υψηλοί ακόμη και τώρα στις εποχές του μνημονίου, αντί να τους μειώσουν περισσότερο δείχνοντας έτσι παράδειγμα για μίμηση, οι βουλευτές ψήφισαν για περισσότερες περικοπές σε μισθωτούς,  συνταξιούχους και ανάπηρους.
Δεν είναι σωστό την στιγμή που μπαίνουμε στο μνημόνιο να δίδονται τόσο υψηλοί μισθοί από την μια και από την άλλη να κόβονται επιδόματα των αναπήρων και των άλλων ευπαθών ομάδων. Ο πρόεδρος της δημοκρατίας αμείβεται με 158,551 ευρώ κάθε χρόνο, ο Γενικός και Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας με ετήσιο μισθό και επιδόματα έκαστος €151,200, ο πρόεδρος και οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου με ετήσιο μισθό και επιδόματα €151,200, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας με μισθό €128,000, ο Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων €126,400και ο Πρόεδρος της ΕΠΑ. €121,900. Ακολουθούν ο Πρόεδρος της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, οι Πρόεδροι Επαρχιακών Δικαστηρίων και οι Γενικοί Διευθυντές υπουργείων, ο Γενικός Διευθυντής της Βουλής, ο Αρχιπρωτοκολλητής, ο Γενικός Ελεγκτής, Γενικός Λογιστής και ο Αρχηγός Αστυνομίας οι οποίοι λαμβάνουν ετήσιο μισθό και επίδομα €119,800. Ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, ο Διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο Επίτροπος Διοικήσεως, ο Επίτροπος Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων και ο Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς λαμβάνουν €119,8 χιλ. ετήσιο μισθό και επίδομα. Επίσης πολλών δεκάδων χιλιάδων κρατικών υπαλλήλων, η αμοιβή και η σύνταξη τους είναι τεράστια και σε υπερμεγέθη αριθμούς. 

Θα πρέπει άμεσα να γίνουν γενναίες περικοπές μισθών σε διάφορους κρατικούς αξιωματούχους και σε υψηλόμισθους υπαλλήλους, στους βουλευτές και στον πρόεδρο, και όχι μόνο μειώσεις στον απλό κόσμο. Θα πρεπει να υπάρξει μια διόρθωση της στρέβλωσης και της ανισότητας στους μισθούς και στις συντάξεις ανάμεσα στους ιδιωτικούς υπαλλήλους και στους κρατικούς.
Αν επιτέλους επέρθει ισονομία, αν όλοι αμείβονται ίσα και σύμφωνα με τον ιδιωτικό τομέα, έστω και προσωρινά, σίγουρα το κράτος θα μπορέσει να διορθώσει τα οικονομικά του χωρίς να χρειαστούμε τη στήριξη της Τρόικα με τους επαχθείς όρους. 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

ΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΜΕ ΤΟΝ ΜΗΑΧΑΝΙΣΜΟ ΣΤΗΡΙΞΗΣ

 Από επίσημα στοιχεία διαβάζουμε ότι το δημόσιο χρέος κατά το 2013 εφ όσον συνυπολογιστεί και η στήριξη για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας,
εκτιμάται ότι θα ανέρθει στο 92% του ΑΕΠ, και θα φθάσει στα 16 δισεκατομμύρια σε σύγκριση με 15,3 δισεκατομμύρια ευρώ το 2012
Τα συνολικά έσοδα για φέτος προϋπολογίζονται σε 7,6 δισεκατομμύρια και παρουσιάζουν αύξηση η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι οι αποκοπές των μισθών στο δημόσιο τομεα παρουσιάζονται στον Προϋπολογισμό ως έσοδα από συνεισφορές του προσωπικού.
Οι συνολικές δαπάνες στον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2013, σύμφωνα με έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών, θα ανέρθουν σε 9,5 δισεκατομμύρια ευρώ και το ΑΕΠ στα 17,5 δισεκατομμύρια ευρώ έναντι 17,9 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2012 παρουσιάζοντας μείωση κατά 2,2%.
   Γνωρίζοντας τα πιο πάνω επίσημα στοιχεία, ότι με τις γνωστές κλιμακωτές μειώσεις των μισθών οι συνολικές δαπάνες του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν) παρουσιάζουν μείωση 2,2%, η πραχτική της οικονομίας μας δείχνει ότι με οριζόντιες αποκοπές των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων (οι οποίοι είναι οι μόνοι πλέον που έχουν εργασία και έσοδα) και με την εξίσωση τους με τους ιδιωτικούς μισθούς, μάλλον η οικονομία της Κύπρου πολύ γρήγορα μπορεί να ανακάμψει.
Ζούμε σε μια εποχή που οι μισθοί στην τουριστική βιομηχανία είναι 750 ευρώ μηνιαίως. Ένας καλός μάστορας με πενθήμερη εργασία, δεν υπερβαίνει τα  1200 ευρώ μηνιαίως. Όλοι οι μισθοί του ιδιωτικού τομέα που ήταν ασύγκριτα χαμηλότεροι του δημοσίου, έχουν σμικρύνει περίπου στο μισό. Το χειρότερο είναι ότι οι άνεργοι που είναι πέραν των 100 χιλιάδων (50 χιλιάδες που συναφέρνουν οι ειδικοί και οι ειδήμονες είναι παραπλανητικός αριθμός), περνούν με αυτούς τους μισθούς, καθώς και οι χαμηλοσυνταξιούχοι, άρα και οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να περάσουν το ίδιο, τουλάχιστον για όσο καιρό χρειαστεί μέχρι να ανακάμψει η οικονομία μας.
Αν ένας τολμηρός πρόεδρος με μια τολμηρή βουλή αποφασίσει αντί της κλιμακωτής μείωσης των μισθών, να νομοθετήσει για οριζόντια μείωση μισθών, ώστε ταυτόχρονα να επελθει και ισονομία ανάμεσα σε ολόκληρο το λαό, πιστεύω θα έχουμε δραστικά αποτελέσματα.
Πιστεύω ότι αν αποκοπούν όλοι οι μισθοί πέραν των 2000 ευρώ, πολύ γρήγορα θα ανακάμψει η οικονομία μας. Εξάλλου γιατι να υπάρχουν πολίτες δυο ταχυτήτων; Μήπως όσοι αμείβονται πλουσιοπάροχα πέραν των 2000 μέχρι 14.000 χιλιάδων ευρώ έχουν δύο σιαγόνας;
Οι υψηλόμισθοι φέρουν ως δικαιολογία και βασικό λογο για την τεράστια αμοιβή τους, την μη εμπλοκή τους σε χρηματισμό. Αξίζει όμως τον κόπο να διακινδυνεύσουμε ένα τέτοιο εγχείρημα για να σωθεί ο τόπος μας, και να μην χρειαστεί να μπούμε σε κανένα μηχανισμό στήριξης. Εκτός αυτού, μπορούμε όσους θα υποπέσουν στο αδίκημα χρηματισμού, να τους παρακολουθήσουμε και να τους τιμωρήσουμε.
Πιστεύω όμως δυστυχώς, ότι όλοι οι βουλευτές, υπουργοί, κυβερνώντες και ανώτεροι υπάλληλοι, δηλαδή αυτοί που μας κυβερνούν, δεν το θέλουν αυτό, διότι, όση κλιμακωτή μείωση και να γίνει στους μισθούς τους, αυτοί πάλι θα αμοιβωνται πλουσιωπαρωχα με πολλές χειλάδες ευρώ μηνιαίως.
Τελικό συμπέρασμα είναι ότι ο τόπος χρειάζεται έναν γενναίο καινούργιο πρόεδρο ο οποίος θα πάρει δύσκολες και τολμηρές αποφάσεις, που μειώνοντας δραστικά τους πλουσιοπάροχους μισθούς των λίγων (που και παλιν θα αμείβονται περισσότερο από τους πολλούς), θα σωθεί ολόκληρος ο λαός, θα σωθεί το κράτος.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

19 Δεκεμβρίου 2012

ΠΛΗΜΜΥΡΙΣΕ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΛΕΜΠΑΣ – ΚΙΣΣΟΝΕΡΓΑΣ

Από τα νερά της βροχής πλημμύρισε το γεφύρι της Λέμπας – Κισσόνεργας, το ίδιο γεφύρι που πριν λίγα χρόνια κατάπιε αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να πνιγούν δυο άνθρωποι.
Αν και έχει υποδειχθεί από όλα τα τμήματα η επικινδυνότητα του, εντούτοις ύστερα από τόσα χρόνια μετά το μοιραίο συμβάν, εντούτοις τίποτα δεν έχει γίνει ακόμα. Με τις βροχές των τελευταίων ημερών, φάνηκε το μεγάλο πρόβλημα για μια ακόμα φορά. Έκλεισε και ξεχείλισε το γεφύρι, πλημμύρισε ο δρόμος και σταμάτησε η συγκοινωνία με αποτέλεσμα να χρειαστούν πολλές ώρες για τη διάνοιξη του δρόμου και την αποκατάσταση της κυκλοφορίας. Αυτή τη φορά ευτυχώς το κακό συνέβηκε νωρίς το απόγευμα εφόσον υπήρχε ακόμα φως της ημέρας, με αποτέλεσμα οι οδηγοί να το προσέξουν και μην διασχίσουν τον δρόμο όπως έγινε την προηγούμενη φορά που είχε σαν αποτέλεσμα τον πνιγμό δυο συνανθρώπων μας.
Ως γνωστό, το 2006  νεαρό ζεύγος οι Γιώργος Μηλτιάδους από τη Χλώρακα και η Μαρία Γεωργίου από την Κισσόνεργα γονείς δύο μικρών παιδιών που βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητό τους αυτό παρασύρθηκε από το χείμαρρο όταν  υπερχείλισε το γεφύρι λόγω θεομηνίας που έπληξε την περιοχή, και το μικρό σαλούν αυτοκίνητο παρασύρθηκε από τα ορμητικά νερά όταν περνούσε από το γεφύρι με αποτέλεσμα το ζεύγος να βρει τραγικό θάνατο.

16 Δεκεμβρίου 2012

Εγκαίνια Πάρκου στη Χλώρακα



 Το Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας σε συνεργασία με την Επαρχιακή διοίκηση Πάφου, πραγματοποίησε τα εγκαίνια του παραθαλάσσιου Πάρκου στη περιοχή Πάρακας στις 15 Δεκεμβρίου 2012.
Με τη παρουσία του Πανιερώτατου Μητροπολίτη Πάφου, της έντιμης υπουργού κυρίας Ελένης Μαύρου και άλλων επισήμων καθώς και πολλών καλεσμένων, πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια. Οι καλεσμένοι παρακολούθησαν πρόγραμμα από Κυπριακούς χορούς που εκτέλεσε συγκρότημα αποτελούμενο από  Χλωρακιώτες χορευτές.
Μετά τον αγιασμό έγινε αποκάλυψη πλακέττας και αμέσως μετά, οι επίσημοι καθώς και όσοι παρευρέθηκαν ξεναγήθηκαν στο πάρκο και απόλαυσαν τον κατάσπαρτο χώρο από δενδρίλια και άγρια βλάστηση που απλωνόταν παντού σε όλο το πάρκο. Στη συνέχεια προσφέρθηκαν στους καλεσμένους εδέσματα και ποτά.





ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα και οι περισσότεροι άνθρωποι στον τόπο μας δεν κινούνται στους γνώριμους ρυθμούς της προετοιμασίας για την υποδοχή τους. Υπάρχουν πολλοί που δεν έχουν ψωνίσει γιατί δεν έχουν εργασία και χρήματα, υπάρχουν και οι υπόλοιποι χαμηλόμισθοι που περιμένουν τον δέκατο τρίτο μισθό, το δώρο δηλαδή των Χριστουγέννων για να στολίσουν πλουσιότερα το τραπέζι τους, ένα δέκατο τρίτο όμως, που οι περισσότεροι πιστεύουν δεν θα λάβουν ξέροντας ότι τα ταμεία είναι άδεια.
Οι γιορτές έφτασαν, αλλά άφτιαχτα κι αστόλιστα παραμένουν τα περισσότερα έλατα σε σπίτια και πλατείες. Λιγότερα από άλλα χρόνια είναι τα πολύχρωμα φώτα και λαμπιόνια που αναβοσβήνουν, και πολλοί οι δρόμοι που έμειναν σκοτεινιασμένοι χωρίς αστέρια και Αϊ Βασίληδες.
Τη φετινή χρονιά, κανείς μας στην Κυπρο δεν θα γιορτάσει όπως πριν. Λόγω ελλείψεως χρημάτων πολλοί δεν θα πάμε σε ρεβεγιόν, δεν θα φάμε μέχρι σκασμού, ούτε θα μεθύσουμε, ούτε θα ξεσαλώσουμε μέχρι πρωίας σε κάποια νυχτερινά κέντρα. Οι πιο πολλοί θα μαζευτούμε οικογενειακά, θα ακολουθήσουμε τα ήθη και έθιμα μας, θα ξαναγυρίσουμε ίσως στα χρόνια τα παλιά με τις οικογενειακές συγκεντρώσεις, το σφάξιμο του χοίρου, το ψήσιμο των δικών μας ζαλατίνων και τόσων άλλων παρασκευασμάτων, εδεσμάτων και λιχουδιών που θα μας στοιχίσουν οικονομικότερα παρά να τα αγοράσουμε όπως συνηθίσαμε να κάνουμε τα τελευταια χρόνια.
Τα Χριστούγεννα λοιπόν που κατάντησαν μια καταναλωτική γιορτή, είναι καιρός ένεκα της οικονομικής κρίσης να αλλάξουν. Η σκέψη μας αντί να είναι στραμμένη στην υλική μας ευμάρεια, πρεπει να στραφεί στον συνάνθρωπο μας και στη γέννηση του Θεανθρώπου. Να στραφούμε πίσω στα χρόνια τα παλιά που οι προγονοί μας κυρίως στην ύπαιθρο, περίμεναν τα Χριστούγεννα και το Πάσχα για να φάνε κρέας επειδή ζούσαν μέσα στη φτώχεια. Δεν είχαν χρήματα να ξοδέψουν,  όμως ένιωθαν ευτυχισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο.
Οι ημέρες των Χριστουγέννων προσφέρονται για περισυλλογή και προσευχή. Να ανανήψουμε πνευματικά, να αφήσουμε τον ατομικισμό και να δούμε τον πλησίον μας. Να σκεφτούμε ότι υπάρχουν άνθρωποι πεινασμένοι και άστεγοι και ότι σε πολλά παιδιά ο Αϊ Βασίλης δεν φέρει δώρα.
Με τον άκρατο υλισμό που μας προέκυψε ένεκα της οικονομικής ευμάρειας που κυριάρχησε στον τόπο μας τα προηγούμενα χρόνια, ξεχάσαμε τον μικρό Χριστό που γεννήθηκε, αυτόν που γιορτάζουμε, αυτόν που ήρθε για να φέρει στον κόσμο την αγάπη.
Όταν τα ξημερώματα των Χριστουγέννων θα χτυπήσουν οι καμπάνες, ας οδηγήσουμε τα βήματά μας στην Εκκλησία, να λειτουργηθούμε και να ξεχάσουμε τα προβλήματα μας. Τα Χριστούγεννα είναι γιορτή αγάπης, ελπίδας και χαράς για όλους τους ανθρώπους. Ας ξεχάσουμε τα πάθη και τα μίση, ας αφήσουμε την καρδιά να μιλήσει με χαρά. Aς αγαπήσουμε ο ένας τον άλλο, έχουμε οι άνθρωποι ανάγκη αυτό το συναίσθημα.
Είναι Χριστούγεννα, είναι ημέρες αγάπης, ας κάνουμε μια νέα αρχή.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

14 Δεκεμβρίου 2012

ΒΟΥΛΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Δημοκρατία σημαίνει κυριαρχία του λαού όπου αυτός εκλέγει τους αντιπροσώπους του και μέσω αυτών έχει την εξουσία. Οπότε Δημοκρατία σημαίνει λαϊκή κυριαρχία, μια αρχή που δηλώνει πως οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό και ασκούνται από τους αντιπροσώπους του υπέρ αυτού. Δηλαδή ο Λαός είναι η κυρίαρχη και παντοδύναμος εξουσία που ασκείται μέσω των αντιπροσώπων του, και είναι εξουσίες που πρεπει να είναι υπέρ του Λαού και του Έθνους.
Έθνος ονομάζεται το κράτος που αποτελείται από ένα σύνολο ανθρώπων με κοινά γνωρίσματα όπως φυλή, γλώσσα, συνείδηση, θρήσκευμα, ιστορία και πολιτισμό, καθώς και γεωγραφική καταγωγή. Όποτε οι πολιτικοί εκτός από το λαό καλούνται να υπηρετήσουν και τα συμφέροντα του Έθνους που είναι ένα και το αυτό, και υποχρεούνται να αποφασίζουν σύμφωνα με τα εθνικά συμφέροντα λαμβάνοντας υπόψη τη θέληση του λαού. Άρα λαϊκή κυριαρχία σημαίνει οι αποφάσεις των αντιπρόσωπων του, να συνάδουν με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας προασπίζοντας τα συμφέροντα των πολλών και όχι των ολίγων.
Στην Κύπρο αυτές τις μέρες κλήθηκε η Βουλή των αντιπρόσωπων να ψηφίσει νομοσχέδια μείωσης ή κατάργησης μισθών και ωφελημάτων καθώς και κοινωνικών παροχών, για διάσωση της καταρρέουσας εθνικής οικονομίας. Είναι θυσίες που καλείται ο λαός να κάμει, και αν και επώδυνες, η πλειοψηφία τις αποδέχεται.
Όμως ανάμεσα στα νομοσχέδια που καλείται να ψηφίσει, υπάρχει και εκείνο της αύξησης του φόρου κατόχου, μια αύξηση που με μαθηματική ακρίβεια θα πτωχεύσει ολόκληρο το λαό. Είναι τόσο μεγαλη η φορολόγηση αυτή που ζητείται να επιβληθεί, που εφόσον οι περιουσίες δεν αποδίδουν έσοδα γιατί είναι κατοικίες κατοικημένες από τους ιδιοκτήτες ή ακατοίκητες και ανοίκιαστες ένεκα της οικονομικής κρίσης, είναι αμπέλια, βοσκότοποι, χωράφια και αγροί που δεν αποδίδουν καρπό ένεκα της Κυβερνητικής αγροτικής πολιτικής, είναι οικόπεδα απούλητα και όλα υποθηκευμένα στις τράπεζες, ώστε δεν μπορεί ο άνεργος και χαμηλά αμειβόμενος λαός να πληρώσει, με αποτελεσμα που θα έχει ίσως να σωθεί το κράτος, αλλά σίγουρα να πτωχεύσει ο λαός.
Εδώ γεννιέται ένα δυσκολο ερώτημα, είναι καλύτερη η πτώχευση ενός κράτους, ή ενός ολόκληρου λαού. Οι βουλευτές που κλήθηκαν να ψηφίσουν αυτό το νομοσχέδιο πρεπει να το σκεφτούν πολύ καλά. Πολύ ορθά έπραξαν και το ανέβαλαν για μελέτη του, όμως για σημαντικά ζητήματα που αφορούν το λαό και προκειμένου να επικυρωθεί ή να απορριφθεί μια πρόταση που έχει ιδιαίτερη σημασία για ένα κράτος, συνηθίζεται να διενεργείται δημοψήφισμα, δηλαδή μια άμεση ψηφοφορία ολόκληρου του εκλογικού σώματος ώστε η αποφαση να είναι εκ του συνόλου του λαού, και όχι εκ των ολίγων αντιπρόσωπων του.
Αν οι βουλευτές δεν μπορούν να αφουγκραστούν το σφυγμό ενός ολόκληρου λαού, ή δεν θέλουν να καταλάβουν τη θέληση του, ας προβούν σε ένα δημοψήφισμα, εξάλλου σε πολλές χώρες τα δημοψηφίσματα αποτελούν συνήθη πρακτική, διοργανώνονται εύκολα με πρόταση βουλευτών ή συλλογή υπογραφών σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

8 Δεκεμβρίου 2012

Φόρος κατόχου σήμερα, ή Κεφαλικός Φόρος επί Τουρκοκρατίας -άρθρο-

Με τις μεγάλες φορολογίες που ετοιμάζεται η κυβέρνηση να επιβάλει ελέω μνημονίου,  δεν είναι η πρώτη φορά, που ο Κυπριακός λαός εξουθενώνεται από αυτούς.  Οι Οθωμανοί στα χρόνια της σκλαβιάς, είχαν εφαρμόσει ένα σχέδιο οικονομικής εξόντωσης των υπόδουλων κατοίκων, ώστε να τους αναγκάσουν ή να εξισλαμισθούν ή να μην έχουν δυνατότητα να αντιδράσουν και να παραμένουν ραγιάδες. Το χαράτσι ήταν ένας Κεφαλικός φόρος, ενας από τους δύο στυγνούς και αβάσταχτους φόρους που επέβαλαν στους χριστιανούς υπηκόους.
Ο άλλος ήταν ο φόρος αίματος, το λεγόμενο παιδομάζωμα.
Ο Κεφαλικός φόρος ήταν ένας ατιμωτικός φόρος, που ο κάθε Χριστιανός πλήρωνε για να έχει το δικαίωμα  να έχει το κεφάλι του στους ώμους, δηλαδή να ζει. Ο κάθε χριστιανός από το δωδέκατο έτος της ηλικίας του και μέχρι τον θάνατό του όφειλε να εξαγοράζει κάθε χρόνο την άδεια αυτή. Πλήρωνε τον φόρο και έπαιρνε απόδειξη πληρωμής, η οποία ονομαζόταν χαράτσι και ήταν χάρτινη, και είχε κάθε χρόνο διαφορετικό χρώμα, επί αυτής δε, αναγραφόταν
«ο φέρων το παρόν έχει την άδειαν να φέρει επί έν έτος την κεφαλήν επί των ώμων του»
Οι Τούρκοι εισέπρατταν τον κεφαλικό φόρο αδιακρίτως, εξαιρουμένων των γυναικών, των γερόντων, των κληρικών, των αναπήρων και των ακτημόνων. Σήμερα από το Κυπριακό κράτος, μέσω των άμεσων και έμμεσων φόρων, δεν εξαιρείται κανείς .

Την είσπραξη των φόρων, οι Τούρκοι ανέθεταν επί μισθώσει, σε φοροεισπράκτορες, στον Δραγουμάνο και στην εκκλησία της Κύπρου, στους οποίους πλήρωναν μισθό, καθώς επίσης και απάλλασσαν από φόρους. 
Ένεκα αυτής της κατάστασης, πολλοί χωρικοί, γεωργοί, αμπελοκαλιεργητες και βοσκοί οι οποίοι δεν άντεχαν άλλο την οικονομική καταπίεση που τους επιβαλλόταν πληρώνοντας φόρους για να καλλιεργήσουν ακόμα και τις δικές τους εκτάσεις -όπως και σήμετα-, άρχισαν να εγκαταλείπουν τις περιουσίες τους και τα χωριά τους και να μεταναστεύουν στις πόλεις. Για να γλυτώνουν τις κατασχέσεις των περιουσιών τους ένεκα αυτών των φόρων, δώριζαν τις περιουσίες τους στην εκκλησία της Κύπρου η οποία δεν πλήρωνε φόρους στον κατακτητή ένεκα ειδικής ρήτρας του Οθωμανικού νόμου.
Σήμερα αυτόν τον Κεφαλικό φόρο που μας εφαρμόζουν επί των περιουσιών μας είτε αυτές αποδίδουν ζημιά ή κέρδος και που είναι δυσβάσταχτος, μας είπαν ότι είναι προσωρινός ώστε με την ελπίδα ότι κάποτε θα γλυτώσουμε από αυτόν, να μην δωρίσουμε τις περιουσίες μας στην εκκλησία που ακόμα ένεκα του δοτού συντάγματος που προηρθε από τις συμφωνίες Ζυρίχης, απαλλάσσεται από τον Κεφαλικό φόρο ή άλλως φόρο κατόχου, έτσι που να συνεχίσουμε να πληρώνουμε.

Δυστηχως ο λαός ταλαιπωρημένος και ανήμπορος χωρίς ηγέτες που να νοιάζονται γι αυτόν, φοβισμένος και ταλαιπωρημένος όπως ένας σύγχρονος Ραγιάς, έμαθε να μην αντιδρά παρά μόνο να σκύβει, να σιωπά, να συμβιβάζεται και να υπομένει.
H ιστορία επαναλαμβάνεται, δυστυχώς γυρίσαμε πολλά χρόνια πίσω, σε μια σημερινή χειρότερη σκλαβιά και το θέμα είναι εμείς τι μπορούμε να πράξουμε και αν οφείλουμε να πληρώσουμε αυτόν τον οπισθοδρομικό φόρο.
Δυστηχως από πάντα έτσι και τώρα, η πάσης μορφής εξουσία ανεξάρτητα αν είναι ξένη ή δική μας, μας αντιμετωπίζει δουλικά, και οι κεφαλικοί φόροι πάντα θα υφίστανται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.  Αλλάζουν αυτοί που ασκούν την εξουσία, αλλά οι φόροι παραμένουν και αυξάνουν.
Εάν αυτό δεν αλλάξει, τότε εμείς θα παραμένουμε δούλοι και οι φόροι κεφαλικοί.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

4 Δεκεμβρίου 2012

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΚΑΙΦΑΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Η κεφαλαιοποίηση είναι η αξία του συνόλου των μετοχών μιας εταιρείας. Π.χ., αν μια εταιρεία έχει 1.000.000 μετοχές με αξία 2 € ανά μετοχή, η κεφαλαιοποίηση της  είναι 2.000.000 €.

Στις τράπεζες Κύπρου και Λαϊκής, το κεφάλαιο τους έχει μειωθεί με σίγουρο τον κίνδυνο της πτώχευσης τους, διότι εχουν δώσει δάνεια χωρίς να εχουν εξασφάλιση, και τώρα έχει δημιουργηθεί μια τρύπα, ένα έλλειμμα τόσο μεγάλο από τη μη αποπληρωμή των δόσεων των δανείων καθώς και απο τις ζημιές που εχουν λογω διαγραφής δανείων σε πολιτικά κόμματα και αλλού, και επίσης απο ζημιές που προήρθαν απο την επένδυση που έκαναν στην Ελλάδα αγοράζοντας ομόλογα του Ελληνικού κράτους που μετά απο αποφαση της ΤΡΟΙΚΑΣ εγινε το μεγάλο κούρεμα τους, δηλαδή η αξία τους έμεινε η μισή.

Η κυβέρνηση λέει ότι αν καταρρεύσουν οι τράπεζες, θα καταρρεύσει η οικονομία μας, γι αυτό αποφάσισε τη στήριξη τους δια της ανακεφαλοποιησης του κεφαλαίου τους, δηλαδή να τους δώσει χρήματα ώστε να αποκτήσουν το αρχικό τους κεφάλαιο.

Δηλαδή ανακαιφαλοποιηση των τραπεζών από το κράτος, ονομάζουμε την αποζημίωση για τις τρύπες τους που δημιουργήθηκαν από τα δάνεια που αποπληρώνονται οι δώσεις, και τις οποίες θα υποχρεωθεί να πληρώσει η κυβέρνηση φορολογώντας μέχρι εσχάτων τον απλό πολίτη.
Το ερώτημα που θέτω, είναι, με την ανακαιφαλοποιηση οι τράπεζες αν θα ξαναδώσουν δάνεια και θα σταματήσουν να βάζουν τόκους στα μη επισφαλή δάνεια που δεν πληρώνονται, η θα συνεχίσουν να τα τοκίζουν μέχρι που όλες οι υποθηκευμένες περιούσιες του απλού κόσμου περιέλθουν στα χέρια τους; Και αν δώσουν δάνεια ποιοι θα μπορέσουν να τα πάρουν αφού υπάρχει μεγάλη ανεργία και όσοι εχουν εργασία ο μισθός τους θα έχει σμικρυνθεί στο ελάχιστο;
Το μέγα ερώτημα που τίθεται, είναι γιατί η κυβέρνηση υποστηρίζει τις τράπεζες, δηλαδή το κεφάλαιο και όχι το λαό; Γιατί υποθηκεύει ολόκληρο το λαό για να ανακεφαλοποιησει τις τράπεζες; Είναι τόσο κακό αν ορισμένες τράπεζες κλείσουν ή πτωχεύσουν;

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

1 Δεκεμβρίου 2012

Η ΚΑΥΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ -άρθρο του Κυριάκου Ταπακούδη-

 Τις τελευταίες μέρες επανήλθε το ζήτημα της αποτέφρωσης, και η κυβέρνηση κατέθεσε νομοσχέδιο στη βουλή σε σχέση με το θέμα της καύσης των νεκρών. Κατά τη γνώμη μου είναι ένα πολύ δύσκολο ζήτημα γιατί αγγίζει ευαισθησίες και ταμπού, γι αυτό θα πρέπει να εξεταστεί πάρα πολύ προσεκτικά χωρίς να προκαλέσει κοινωνική αναστάτωση, και το μονο που θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να συμφωνηθεί, είναι να επιτρέπεται η αποτέφρωση μόνο για όσους δεν ασπάζονται την ορθόδοξη χριστιανική μας πίστη. Ως λόγο για τη γνώμη μου αυτή, παραθέτω ορισμένες  απλές σκέψεις μου, ελπίζοντας πολλοι από σας να συμφωνήσετε μαζί μου:

Η επιχειρηματολογία την οποία επικαλούνται όσοι τάσσονται υπέρ της καύσης των νεκρών, είναι κυρίως η έλλειψη χώρου στα κοιμητήρια καθώς και οι λόγοι υγιεινής. Θεωρούν ότι μολύνεται το υπέδαφος με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πολλά μικρόβια.
Ο Χριστιανισμός όμως, είναι υπέρ της ταφής των νεκρών και η Εκκλησία δεν δέχεται την αποτέφρωση, διότι αντιβαίνει στα χρηστά και Χριστιανικά ήθη.
Εξ άλλου μπορούν να κατασκευαστούν οστεοφυλάκια που με την πάροδο μιας λογικής χρονικής περιόδου, να φυλάσσονται τα οστά. Αυτός ο τρόπος έχει εφαρμοστεί στο νέο κοιμητήριο της Χλώρακας, και αποδείχθηκε ένας καλός τρόπος που μπορεί να φιλοξενεί τους νεκρούς μας για εκατοντάδες χρόνια. Είναι ένας πρότυπος τρόπος, μια έξυπνη σκέψη που μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα. Δεν πωλούνται οι τάφοι, παρά μόνο ενοικιάζονται. Όταν γεμίσει το κοιμητήριο, ανοίγονται οι τάφοι από την αρχή και τα οστά φυλάσσονται στο οστεοφυλάκιο το οποίον αν κάποτε γεμίσει και αυτό, μπορούν να θαφτούν όλα τα οστά σε κοινό τάφο, έτσι που ο κάθε ζώντας να ξέρει πού είναι ενταφιασμένοι οι δικοί του νεκροί για να μπορεί να κάμνει ένα τρισάγιο για τη μνήμη τους.
Άλλο επιχείρημά τους είναι το υψηλό κοστολόγιο και η εμπορευματοποίηση των τελετών και πιστεύουν ότι η καύση θα αποτελέσει την καταπολέμηση της αισχροκέρδειας, ισχυρίζονται ακόμη, ότι τα νεκροταφεία είναι αιτίες και αφορμές για φαινόμενα τυμβωρυχίας και μαγείας.
Στα παλιά Χριστιανικά χρόνια η καύση των νεκρών θεωρείτο τιμωρία και ατίμωση, γι αυτό στο μεσαίωνα έκαιαν μονο τους μάγους και τις μάγισσες που εξασκούσαν μαύρη μαγεία ενάντια στη Χριστιανική θρησκεία. Εξάλλου τρανό παράδειγμα της θέλησης του Θεού, είναι ο ενταφιασμός και όχι η καύση του Θεανθρώπου και υιού του, Ιησού Χριστού.
Ενώ η ταφή προλέγει την ανάσταση των νεκρών και θεωρείται σύμβολο και ομολογία της πίστεως και της ελπίδας στην αθανασία της ψυχής, στην ανάσταση των νεκρών και στην αιώνια ζωή, η αποτέφρωση είναι σημάδι ότι τίποτα δεν μένει από τα κεκειμημένα σώματα που να ενισχύει αυτήν την πίστη. Όσοι επιθυμούν την αποτέφρωση αντί της ταφής, είναι φανερό ότι αντίκεινται στις διδασκαλίες του Χριστιανισμού, και θέλουν τις διδαχές περί αναστάσεως των νεκρών κατά τη δευτέρα παρουσία, να την παρουσιάσουν ως δοξασία.
Τα παλαιότερα χρόνια εκτός από τις Χριστιανικές διδασκαλίες περί της ταφής των νεκρών, τα υπόλοιπα φαινόμενα έδειχναν μια παρερμηνεία ότι τίποτα δεν μένει ύστερα από το θάνατο, αφου στο πέρασμα των αιώνων, καμία ένδειξη εκτός στις περιπτώσεις των αγίων, δεν υπήρξε που να ομολογεί περί του αντιθέτου. Εξ άλλου και η ίδια η θρησκεία μας το ομολογεί: «το σώμα διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθει»
Πρεπει να γνωρίζουμε όμως, ότι η νεκρώσιμος ακολουθία, εξηγεί από τη μια τη φυσική υπόσταση του ανθρώπινου σώματος το οποίο δημιουργήθηκε από την ύλη και την ανυπαρξία, καθώς και Θεολογικά εξηγά περί άφθαρτης και αιώνιας ζωής. Εξ άλλου, όλοι οι ψαλμοί ψάλλουν μονο για κεκοιμημένο κι όχι αποτεφρωμένο σώμα, ομολογώντας έτσι ότι η ταφή γίνεται και ως παρηγοριά για τους εναπομείναντες αγαπημένους ζωντανούς, έχοντας μ αυτό τον τρόπο παρηγοριά και ελπίδα για Παράδεισο, και φόβο για κόλαση, στοιχεία το πρώτο για χριστιανική ζωή, και ανασταλτικό το δεύτερο για κακές συμπεριφορές και δράσεις.
Η ταφή πρεπει να προτιμάται από την καύση, γιατί το ενταφιασμένο σώμα ως υπαρκτό θαμμένο πτώμα, γίνεται αφορμή για συνειδητοποίηση και υπόμνηση της ματαιότητας και της προσωρινότητας πανω στη γη του ζώντος ανθρώπου.
Διότι, είναι διαφορετικά οι άνθρωποι να βλέπουν το λείψανο και να γνωρίζουν ότι για πολλές πάρα πολλές δεκαετίες θα υπάρχουν τα οστά στο μνήμα, και διαφορετικά να βλέπουν ένα βαζάκι που περιέχει τέφρα μετά από την καύση του προσφιλούς προσώπου. Το κάψιμο είναι πλήρης αφανισμός μιας ζωντανής συνέχειας και μιας επικοινωνίας, την οποία όλοι μας έχουμε ανάγκη. Άλλωστε, τα οστά των νεκρών αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσης ζωής και ενθύμησης της παρούσας, καθώς και υπόμνηση της μάλλουσας προοπτικής μας. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα με την πρόοδο της επιστήμης που με την εξέταση DNA των οστών, βρίσκουν κληρονομικά στοιχεία του αποθανόντος κεκοιμημένου μετά των ζώντων, έτσι που να ταυτοποιούνται και να ξέρουμε εμείς οι ζωντανοί ότι και μετα θάνατον φέρουμε το στίγμα της ύπαρξης μας και τους περάσματος μας από τη ζωή.
Συμφωνώ λοιπόν με την Εκκλησία που αρνείται την καύση, διότι τοιουτοτρόπως αρνείται το ανθρώπινο τέλος και ομολογεί την αλήθεια για τη συνέχιση της αιώνιας ζωής μετά τον θάνατο. Εξ άλλου ποιά παρηγοριά πλέον θα μένει στους ζώντες συγγενείς του τεθνεώτος όταν δεν θα υπάρχει ένα μνήμα που να ξέρουν ότι μέσα κοιμάται το αγαπημένο τους πρόσωπο και να έχουν έτσι μια ελπίδα στην καρδιά ότι μετα θάνατον θα ξανασυναντηθούν; Είναι λοιπόν φανερό, όσοι αγαπούμε τους συγγενείς μας και τους φίλους μας, δεν θα πρεπει να αποδεχτούμε αυτά τα ξενόφερτα ήθη που θα αλλοτριώσουν τα δικά μας. Διότι είναι ήθη και κουλτούρες που προσπαθούν να μας επιβάλουν ξένα κέντρα αποφάσεων, ισως γιατί θέλουν να κάμψουν την πίστη μας στη θρησκεία μας, την μόνη που έμεινε να μας ενώνει ως Χριστιανικό λαό.

30 Νοεμβρίου 2012

ΣΤΗ ΛΙΒΥΗ -ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ-


Ταξιδιωτικό διήγημα με τις εντυπώσεις μου από ένα ταξίδι μου στη Λιβύη το 1974. Μέσα από το διήγημα μου,  ο αναγνώστης θα έρθει σε επαφή με τη χώρα και τον πολιτισμό της που στην ουσία σήμερα δεν υπάρχει πια.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

Α΄ ΜΕΡΟΣ
Το μικρό μας πλοίο ο Άγιος Διονύσης που κατά γράμμα είχε στην πλώρη ”SUN DENIS”, ήταν βαρυφορτωμένο με μπάζα από παλιοσίδερα. Ξεκινήσαμε από την Νικομήδεια της Τουρκίας το σημερινό Ιζμίτ ένα απάνεμο λιμάνι δίπλα στην Κωνσταντινούπολη απ όπου φορτώσαμε για ένα κοντινό ταξίδι στη Γιουγκοσλαβία.
Βγαίνοντας από την περίκλειστη θάλασσα του Μαρμαρά περάσαμε τα Δαρδανέλια την πόλη που βρίσκεται κοντά στην αρχαία Τροία και τα περιβόητα στενά των Δαρδανελιών που μερικές φορές ονομάζονται Τσανάκαλέ.
Μπήκαμε στο Ανατολικό Αιγαίο εκεί που τελειώνει η Ασία κι αρχίζει η Ευρώπη. Περάσαμε το Αρχιπέλαγος  και πλέοντας στα ύσηχα καταγάλανα νερά των Κυκλάδων, μπήκαμε στα πανέμορφα στενά του ισθμού της Κορίνθου. Στέκοντας στην πρύμη όσοι δεν είχαμε βάρδια και παρακολουθώντας  τις παράκτιες όμορφες Ελληνικές ακρογιαλιές, περάσαμε την τεχνητή στενή λωρίδα της θάλασσας που ενώνει το Σαρωνικό με τον Κορινθιακό κόλπο. Προσπεράσαμε τα Επτάνησα και το Ιόνιον πέλαγος, περάσαμε δίπλα από την Κέρκυρα και την Αλβανία και μπήκαμε στην Αδριατική θάλασσα.
Βάλαμε πλώρη για την Γιουγκοσλαβία την νότια χώρα των Σλάβων, μια χώρα που δημιουργήθηκε ως κράτος βασίλειο το 1918 μετά την ήττα των δυνάμεων του άξονα και την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκείνο τον καιρό που εμείς πηγαίναμε στο λιμάνι του Μπάρ να ξεφορτώσουμε, η Γιουγκοσλαβία ήταν μια μεγάλη ανεξάρτητη χώρα που την επανύδρησε ο στρατάρχης Τίτο μετά την διάλυση της από τις δυνάμεις του άξονα κατά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο.
Το λιμάνι του Μπάρ που είναι η μοναδική διέξοδος της χώρας προς τη θάλασσα, βρίσκεται στο νότιο μέρος της Αδριατικής, σε μια περιοχή που η θάλασσα και η εσωτερική κυκλοφορία ενώνονται ώστε δια μέσου αυτού του κυκλοφοριακού διχτύου να ταξιδεύουν τα προϊόντα προς τις μεταλλαχτικές μεταλλουργίες της χώρας.
Ύστερα από ένα ύσηχο ταξίδι μέσα στην ήρεμη Αδριατική θάλασσα, φτάσαμε στο λιμάνι και όσο οι εργάτες ξεφόρτωναν το εμπόρευμα, βγήκαμε βόλτα στην πόλη. Χωριζόταν από τη θάλασσα από ένα δρόμο. Ήταν μακρύς και ευθύς, γεμάτος στις δυό του μεριές με μαγαζιά και καφετέριες σε μονώροφα κτίρια. Από όλους αυτούς τους χώρους έβγαινε μια γλυκιά Ελληνική μουσική που την τραγουδούσε ο Ντέμης Ρούσος, ενώ στις πόρτες έστεκαν φιλόξενοι οι μαγαζάτορες που μας χαμογελούσαν και μας καλούσαν να κοπιάσουμε στα μαγαζιά τους. Σκέφτηκα ότι ήταν φιλέλληνες που αγαπούσαν την Ελληνική μουσική και εμάς τους Έλληνες, σκέφτηκα ακόμα ότι ίσως να ήταν ένα σχέδιο τους να μας καλοπιάσουν για να μας πιάσουν πελάτες ώστε να αγοράσουμε από τα προϊόντα τους.
Όπως και νάτανε, περάσαμε λίγες ευχάριστες ώρες σ αυτό το λιμάνι, αφού το ξεφόρτωμα δεν κράτησε πολύ. Ένα άλλο φορτίο τσιμέντο σε σακιά έτοιμο σε παλάγκα που μας περίμενε στο ντόκο, φορτώθηκε γρήγορα στ αμπάρια του πλοίου από τους μεγάλους γερανούς του λιμανιού. Ήταν ένα χαμηλό φορτίο πολύ βαρύ, τοποθετημένο στον πυθμένα. Ήταν ένα επικίνδυνο φορτίο γιατι είχε μεγάλο βάρος στον πάτο, και άφηνε το υπόλοιπο μέρος του πλοίου ελαφρύ και έρμαιο σε τυχών τρικυμία ή ρεύματα. Ήταν ότι χειρότερο φορτίο θα ήθελε ένας καπετάνιος να φορτώσει το πλοίο του…
Βάλαμε Ρότα για τη χώρα της Λιβύης με τις μηχανές να γυρίζουν εύκολα την προπέλα χωρίς να αναταράσσει τα γαλήνια νερά και χωρίς να δημιουργεί κυματισμούς. Έμοιαζε η θάλασσα ακίνητη όπως να κοιμόταν, έμοιαζε γαληνεμένη όπως να ξεκουραζόταν.
Πηγαίναμε με οικονομική ταχύτητα και υπολογίζαμε να είναι ένα εύκολο σύντομο ταξίδι που θα διαρκούσε λίγες μέρες.
Κάτω στο μηχανοστάσιο την ώρα της βάρδιας μου, ένιωθα τη μηχανή να δουλεύει χωρίς να δυσκολεύεται από αντίθετα ρεύματα και κύματα. Η πρόωση του πλοίου ήταν εύκολη, σκέφτηκα, σίγουρα θα είχαμε ένα εύκολο ταξίδι. Τσεκάρισα τα λάδια του υδραυλικού της λαγουδέρας και το διάκι -το κοντάρι με το οποίο στρίβει το πτερύγιο του τιμονιού-, και ύστερα ξεκίνησα την αντλία για να αδειάσουν οι σεντίνες από τα απόνερα και τα λάδια.
Κοίταξα το ρολόι στο ταμπλώ της μηχανής, ήταν τέσσερις. Τέλειωσε η βάρδια μου και παρέδωσα στον αντικαταστάτη μου που κατέβηκε ακριβώς στην ώρα της σκάντζας. Αφού του εξήγησα να έχει την προσοχή του στο πέκο του όγδοου πιστονιού γιατί έχανε πετρέλαιο, ανέβηκα προσεχτικά τις γλιστερές λαδωμένες σκάλες βγαίνοντας στην κουβέρτα. Ανάπνευσα με αυχαρίστηση τον φρέσκο θαλασσινό αέρα αφήνοντας πίσω μου την καταχνιά της ατμόσφαιρας του μηχανοστασίου που δημιουργούσε το ασταμάτητο δούλεμα της μηχανής. Μπήκα στο μικρό κουζινάκι και έφτιαξα ένα σκέτο δυνατό και πικρό ανατολίτικο καφέ ακριβώς όπως μου άρεσε, και ύστερα βγήκα και κάθισα στην πρύμη, χάμω στη χοντρή λαμαρίνα της κουβέρτας και γέρνοντας τη ράχη μου στην κουπαστή, η σκέψη μου έτρεξε στα βάθη της ιστορίας προσπαθώντας να φρεσκάρω στο νου μου το παρελθόν της χώρας που είχαμε  για προορισμό…
Της χώρας που κατά την μυθολογία είχε το όνομα μιας κόρης, της Λιβύης εγγονής του Νείλου και του Δία που προς τιμήν της έδωκαν το όνομα της στην περιοχή που γειτνίαζε δυτικά με την χώρα της Αιγύπτου.
Μιας χώρας της Βορείου Αφρικής που τη βόρεια πλευρά της βρέχει η Μεσόγειος, ενώ την υπόλοιπη σκεπάζει σχεδόν εξ ολοκλήρου άμμος καυτερή και άνεδρη. Μια απέραντη στεγνή και άγονη έρημος που σμίγει με την ήρεμη θολή και κίτρινη στο χρώμα της άμμου θάλασσα, ίδιο με το χρώμα της ερημικής ξηράς. Ένα χρώμα που στην άχνα της ζεστής ατμόσφαιρας δείχνει ένα θέαμα γης και θάλασσας να σμίγουν και να μην ξεχωρίζουν, να φαίνονται να είναι μια συνέχεια, η στεριά και η θάλασσα.