16 Ιανουαρίου 2024

ΤΑ ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΕΠΗ ΣΕ ΠΕΖΟ ΛΟΓΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗ

 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

Η γέννηση του Διγενή

Ο Διγενής στέφεται Ακρίτας

Ευδοκία και Διγενής

Ο Διγενής και ο Φιλόπαππος

Μαξιμώ και Διγενής

Η Ρήγαινα της Χλώρακας

Η Κάλλη και ο Διγενής

Ο θάνατος του Διγενή

Ο Διγενής και ο Κωσταντάς

Κωσταντά, μη με παραντροπιάζεις

Ο Κωσταντάς αιχμάλωτος

Ο Κωσταντάς και η Λιογέννητη

Ο Κωσταντάς και ο Σκλερόπουλος

Ο θάνατος του Κωσταντά

Εκεί που πνίγηκε ο Κωνσταντής

Αρέστης Αρμούρης

Το μικρό Βλαχόπουλο

Ο Κωσταντής και η κακούργα πεθερά

Ο Μαυριανός και η Ροδιά

Ο Πορφύριος

Το πάλεμα του Τσαμαδού με τον γιο του


Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ
 

Ο Αμιράς Μουσούρ ένας Αγαρηνός εμίρης, με το κουρσάρικο του καράβι έπλεε από λιμάνι σε λιμάνι και κούρσευε τους ντόπιους πληθυσμούς.

Αψηφώντας τους εχθρούς του και με παράτολμες ενέργειες κυρίευε διάφορες πολιτείες.

Έκλεβε και λεηλατούσε πλούσιους και φτωχούς, τρανούς και ταπεινούς.

Πολλές φορές έβγαινε με τους στρατιώτες του στα ανατολικά εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας και λήστευαν πλεούμενα, χωριά και πόλεις, και ότι άρπαζε τα μοίραζε στη πατρίδα του στους φτωχούς όταν κατά περιόδους έπεφτε λιμός και δεν είχαν φαγητό.

Ετούτη τη φορά πήγε στην ίδια χώρα στο ίδιο σημείο που είχε προηγουμένως ληστέψει, όχι για να ξανακλέψει, αλλά για να αρπάξει μια γυναίκα που η ομορφιά της είχε ξεπεράσει τα σύνορα του τόπου της.

Ήταν η Ειρήνη, κόρη του στρατηγού Ανδρόνικου που ήταν σε εξορία. Σαν την είδε ο ληστής,  δυνατός έρωτας φώλιασε στην καρδιά του, και αμέσως αποφάσισε να την πάρει στην πατρίδα του και να την κάνει γυναίκα του. Άφησε τους άνδρες του στο πλοίο και μόνος βγήκε στη στεριά.

Στα σκοτεινά πλησίασε κάτω από τα τείχη του πύργου. Κανείς δεν το είδε, ακόμα και ο σκοπός κοιμόταν κουρασμένος πάνω στην ασπίδα του. Έριξε ένα σχοινί και σκαρφάλωσε στο παράθυρο της κόρης. Μπήκε στο δωμάτιο της που είχε ύπνο βαθύ και δεν άκουσε θόρυβο να την τρομάξει και να φωνάξει. Της φίμωσε το στόμα, την τύλιξε με ένα σεντόνι, την έριξε στον ώμο του κι ευθύς πήρε την κατηφόρα για τη θάλασσα.

Η μάνα της όμως τον πήρε χαμπάρι, αλλά ανήμπορη να αντιδράσει, αμέσως ειδοποίησε τους πέντε ανδρειωμένους γιους της όπου και να ευρίσκονταν να σπεύσουν να την ελευθερώσουν, αλλιώς θα είχαν την κατάρα της..

Ο μικρότερος και πιο ανδρείος ο Κωνσταντίνος, είχε το πιο γοργοπόδαρο άλογο και τον έφτασε λίγο πριν σαλπάρει το καράβι και οργισμένος ζήτησε από τον Μουσούρ, πίσω την αδελφή του. Αυτός όμως δεν ήθελε να τη δώσει και έτσι τα δυο παλικάρια τράβηξαν τα σπαθιά τους και άρχισε μια μονομαχία τρομερή. Φωτιές βγάζανε τα σπαθιά τους και οι κλαγγές σκέπαζαν τον παφλασμό των κυμάτων.

Και η γη γεμάτη αντάρα τρέμοντας αναστέναζε από την ανδρεία τους.

Δυο ώρες κράτησε η μονομαχία και κάποια στιγμή εξουθενωμένοι στάθηκαν ο ένας απέναντι στο άλλο.

Ήταν κατάκοποι, αλλά ο Κωνσταντίνος είχε περισσότερη δύναμη και σήκωσε το σπαθί να του πάρει τη ζωή καθώς ήταν τελείως εξουθενωμένος.

Όμως η αδερφή του με δάκρυα τον παρακάλεσε να του τη χαρίσει, και το λυπητερό της ύφος έκαμψαν το θυμό του.

-Φύγε, του φώναξε, σου δίνω μια ευκαιρία.

-Αγαπώ την αδερφή σου και θέλω να την κάμω γυναίκα μου. Και κάλλιο να φύγω από το σπαθί σου παρά να ζήσω χωρίς την αγάπη της. Ζητώ να γίνω Χριστιανός και να την παντρευτώ.

Έτσι ο Αμιράζ παντρεύτηκε την όμορφη Ειρήνη και γέννησαν τον Διγενή που έγινε ο πιο ανδρειωμένος Ακρίτας του Βυζαντίου, και ο οποίος πήρε το όνομα καθώς τον γέννησαν γονείς από δύο γένη.

Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΣΤΕΦΕΤΑΙ ΑΚΡΙΤΑΣ

Ο Διγενής Ακρίτας αναγιώθηκε και ανδρώθηκε με τις Ελληνικές αρετές. Το δίκαιο και η καλωσύνη έγιναν βίωμα του και με αυτά πορεύτηκε στη ζωή του. 

Τον δίδαξαν ο πατέρας του και οι πέντε ανδρειωμένοι θείοι του. Αλλά και έμαθε γνώσεις πολλές από εξαίρετους διδασκάλους που είχαν αναλάβει τη μόρφωση του.

Έγινε δυνατός σαν τον ημίθεο Ηρακλή, και αφιέρωσε τη ζωή του να προασπίζεται τα σύνορα του Βυζαντίου. Πολεμούσε την αδικία, υπεράσπιζε τους αδυνάτους και πάλευε για το δίκιο των φτωχών.

Για όλες τις αρετές και τα πολλά κατορθώματα του, ο λαός τον ύμνησε και έγραψε το έπος του Διγενή Ακρίτα.

Μικρούτσικος ακόμα, είδε τον πατέρα του να κινδυνεύει σε μια επίθεθεση απελατών. Τον είδε στη μάχη να πολεμάει μόνος του περικυκλωμένος από τους βάρβαρους ληστές. Χωρίς σκέψη καμιά, καβάλησε το άλογο του, άδραξε το σπαθί του και σαν άνεμος όρμησε στη μάχη.

Σαν στάχια κλάδευε τους απελάτες και με καρδιά λιονταριού κατάφερε να τους τρέψει σε φυγή.

Τα νέα έγιναν γνωστά σε όλη στη χώρα και τα μαντάτα έφτασαν στον αυτοκράτορα Ρωμανό ο οποίος αμέσως κάλεσε το Διγενή και τον έχρισε Ακρίτα. Και του έδωσε μια έκταση γης όπου μέσα έχτισε το κάστρο του και από εκεί με ένα φουσάτο στρατιώτες φρουρούσαν τα ανατολικά σύνορα του Ευφράτη από τους εχθρούς του βασιλείου.

ΕΥΔΟΚΙΑ ΚΑΙ ΔΙΓΕΝΗΣ

Η Ευδοκία ήταν μια εύμορφη κόρη στρατηγού, του άρχοντα Δούκα διοικητή μιας Βυζαντινής επαρχίας. Το πρόσωπο της έλαμπε σαν τον ήλιο, και η ομορφιά της περισσότερο. Ρηγάδες και αφεντάδες ζητούσαν να την παντρευτούν, αλλά ο κύρης της ένας ζηλότυπος και φθονερός άνθρωπος την έκλεισε σε ένα πύργο. Πολλοί που θέλησαν να την κλέψουν το πλήρωσαν με τη ζωή τους.

Ο Διγενής μια μέρα που περνούσε από τον πύργο και την αντίκρυσε την αγάπησε μονομιάς. Έτσι με το λαγούτο του άρχισε να της τραγουδάει και να της λέγει λόγια ερωτικά.

Η νέα συγκινημένη από την λεβεντιά του και την ομορφιά του, λέει στην παραμάνα της,

-Σκύψε από το παράθυρο παραμάνα μου και κοίταξε τον νέο.

-Ο θεός να δώσει κυρά να τον θελήσει για γαμπρό ο κύρης σου, γιατί δεν υπάρχει άλλος όμοιος σαν κι αυτόν.

Η αγάπη τους ήταν τόσο μεγάλη και καθώς ήξεραν πως ο Δούκας θα αρνιόταν, ο Διγενής της πρότεινε να την κλέψει. Η Ευδοκία αν και φοβούμενη τις συνέπειες, κυριευμένη από μεγάλο έρωτα δέχτηκε να τον ακολουθεί.

Μόλις ο Δούκας έμαθε τα μαντάτα, αμολήθηκε με τους γιους του και τα φουσάτα του να τους καταδιώξουν.

Ο Διγενής μόλις τους είδε, εστάθει και εκατρέραε, και σαν λιοντάρι τους ορμηξε και τους εξολόθρευσε.

και ύστερα γύρισε στον Δούκα,

- άρχοντα μου ευλόγησέ την κόρη σου και εμένα. Δεν είμαι από ταπεινή γενιά, και αν ποτέ με χρειαστείς για πόλεμο εγώ θα σε βοηθήσω.

Ο Δούκας βλέποντας τη παλικαριά του τους έδωκε την ευχή του και μαζί προίκα μεγάλη αποτελούμενη από πολλά κτήματα, πύργους, κοσμήματα, χρυσάφια και υπηρέτες.

Ύστερα τους έκαμε μεγαλοπρεπείς γάμους που όλος ο κόσμος για πολύ καιρό μίλαγε γι αυτούς.

Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΦΙΛΟΠΑΠΠΟΣ

Στη Βυζαντινή εποχή απελάτες καλούνταν οι ληστές, αλλά καθώς γενναίοι πολεμιστές και φιλοπάτριδες, κατά καιρούς πολεμούσαν μαζί με τους Ακρίτες στην υπεράσπιση των συνόρων της αυτοκρατορίας.

Ήταν γενναίοι πολεμιστές που κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί τους και τα σπουδαία κατορθώματα τους τα άκουγε ο Διγενής και επιθυμούσε να τους γνωρίσει και να τους νικήσει και να τους ξεπεράσει.

Έτσι μια μέρα καβαλάει το άσπρο του άτι και πάει να τους βρει στα απάτητα λημέρια τους.

Κι βρήκε τον αρχηγό τους τον ξακουστό Φιλόπαππο στο φοβερό και παράξενο του καταφύγιο να ξεκουράζεται σε ένα κρεββάτι στρωμένο από δέρματα άγριων ζώων λύκων, αρκούδων και λεόντων.

Ο νεαρός Βασίλειος Διγενής υποκλίθηκε με σεβασμό και τον χαιρέτισε.

Και ο γέρος Φιλόπαππος του αποκρίθηκε,

- Καλώς όρισες αν δεν είσαι προδότης, κακώς όρισες αν είσαι.

- Δεν είμαι προδότης, παρα μόνο  επιθυμώ να γίνω απελάτης και μαζί σου να πολεμήσω.

- Νέε μου, αν έχεις τέτοια επιθυμία πάρε ένα ρόπαλο και πήγαινε να παραφυλάξεις. Να μείνεις νηστικός και ξάγρυπνος δεκαπέντε μέρες, να σκοτώσεις λιοντάρια και να φέρεις εδώ τα κουφάρια τους. Τότε θα δείξεις άξιος να έρθεις ανάμεσά μας.

Αντί για απάντηση, ο Διγενής άρπαξε το ρόπαλο από τη γερή λαβή του, και με θάρρος όρμησε στους απελάτες όλους και τουε νίκησε όλους, και με ευκολία πήρε τα άρματα τους.

 -Ορίστε, του λέει, τα όπλα των απελατών σου. Και αν αυτό δεν σου άρεσε, και τα δικά σου θα πάρω τόσο εύκολα όπως και των πολεμιστών σου.

Βλέποντας τόση τόλμη, ανδρεία και δύναμη, ο Φιλόπαππος και όλοι οι Απελάτες, έσκυψαν και του υποκλίθηκαν με σεβασμό.

ΜΑΞΙΜΩ ΚΑΙ ΔΙΓΕΝΗΣ

Οι Απελάτες έχοντας βαριά την προσβολή που νικήθηκαν από το Διγενή, κάλεσαν για βοήθεια την περίφημη αμαζώνα Μαξιμώ, κόρη του Φιλόπαππου. Και η Μαξιμώ για να πάρει πίσω την προσβολή, κάλεσε σε μονομαχία μέχρι θανάτου τον Διγενή.

Και ο Διγενής βλέποντας την πέρα από το ποτάμι, φτέρνισε το μαύρο του και της έκραξε,
-Μην το περνάς, Μαξιμώ, το ποτάμι. Έρχομαι εγώ κατά σένα.

Και με μια δρασκελιά βρέθηκε στην άλλη όχθη.

Η Μαξιμώ με ασημένια αρματωσιά και ένα μακρύ κοντάρι, ήταν σα άγγελος που κατέβαινε από τον ουρανό. Και ο Διγενής φορούσε θώρακα αλυσιδωτό και είχε ένα ελαφρύ κοντάρι, καθώς στη μέση και ένα  σπαθί αστραφτερό και κοφτερό.

Κόντεψαν και χαιρετίστηκαν με σεβαμασμό, και απομακρύνθηκαν για να ορμήσει με φόρα ο ένας στον άλλου.

Σαν την θύελλα πέρασε δίπλα του και τον χτύπησε δυνατά. Ο Διγενής με τέχνη ξέφυγε το χτύπημα, και όρμηξε και αυτός. Κονταροχτυπιούνταν άγρια, βροντολογούσαν τα άρματα, βρυχούνταν και χλιμιντρίζαν τα άλογα. Ώρα πολλή κράτησε το αναμέτρημα ώσπου μια στιγμή ο Διγενής με ένα δυνατό χτύπημα τσάκισε το κοντάρι της Μαξιμώς. Πάει να τραβήξει το σπαθί της, μα δεν πρόφτασε να το απλώσει, της δίνει μια ο Διγενής, πάει και το σπαθί της.

Σώπασαν με μιας οι κλαγγές των αρμάτων, τέλειωσε η μάχη και η αμαζώνα έσκυψε γονατιστή
-Με νίκησες Βασίλειε, παραδίδωμε σε σένα.

-Μαξιμού σε θέλω δίπλα μου και όχι απέναντι μου, και μαζί σαν Έλληνες τους εχθρούς μας να πολεμούμε.

Και η Μαξιμώ ανασηκώθηκε για να φιλήσει την άκρη του χιτώνα του σε ένδειξη αποδοχής σε όσα της είπε… 

Ύστερα που πέρασε καιρός, ο Διγενής την απέπεμψε και μετανιωμένος απολογήθηκε στη σύζηγο του και της ζήτησε να τον συγχωρέσει.

Η ΡΗΓΑΙΝΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ 

Η Ρήγαινα αν και πρόσωπο πραγματικό, η λαϊκή παράδοση της Κύπρου την κατέταξε στους θρύλους και τις παραδόσεις της νήσου. Την συσχετίζει με τον Διγενή και της αποδίδει πολλά μεσαιωνικά κάστρα, φρούρια και χωριά.

Η Ρήγαινα της Πάφου ήταν μια πανέμορφη κυρά και πολεμίστρια που διαφέντευε τον τόπο από τα Παλαιόκαστρα μέχρι την πόλη της Χρυσοχούς. Κανείς εχθρός δεν μπορούσε να την νικήσει, γιατί ήταν περισσότερο έξυπνη από ένα στρατηλάτη, και κατοικούσε σε καλά οχυρωμένους πύργους. Είχε τον πύργο της στα Κτιστά κοντά στη Χλώρακα μια απέραντη παραλιακή πεδιάδα, που αρχίνιζε από την πέτρα του Ρωμιού και τέλειωνε στον Ακάμα. Οι υπήκοοι της ασχολούνταν με τη γεωργία, καλλιεργώντας ζαχαροκάλαμα, και τεύτλα, παράγοντας ζάχαρη την οποίαν φόρτωναν σε καράβια στο λιμάνι της Πάφου και τη διακινούσαν σε όλη την σύγχρονη Ευρώπη. Κατασκεύαζαν ζάχαρη σε μια εποχή που η Αφρική ήταν πολύ μακριά από την Ευρώπη, έτσι η Κυπριακή ζάχαρη ήταν περιζήτητη καθώς εύκολα την αποκτούσαν ένεκα των μικρών αποστάσεων. Η ζάχαρη κυρίως κατασκευάζεται από τα ζαχαροκάλαμα, αλλά επειδή τη Κύπρο κατά καιρούς μάστιζαν μεγάλες ανομβρίες, η έξυπνη Ρήγαινα σκέφτηκε να παράγει τη ζάχαρη από τα τεύτλα τα οποία δεν χρειάζονταν πολύ νερό για την καλλιέργεια τους.

Ήταν λοιπόν η Ρήγαινα μια καλή βασίλισσα που η εξυπνάδα της ήταν ξακουστή όπως και η πονηριά της, αλλά και η ομορφιά της.

Ο θρύλος λέει πως ο ήρωας Διγενής Ακρίτας άκουσε για την ομορφιά της, και θέλοντας να την γνωρίσει όταν πέρασε από τα μέρη της Πάφου, βλέποντας την την αγάπησε.

Ο Διγενής ήταν ξακουστός Ακρίτας φύλακας των συνόρων του Βυζαντίου, και θέλοντας να απαλλάξει τη χώρα του από έναν επικίνδυνο Σαρακηνό, τον κυνήγησε μέχρι την Κύπρο για να τον εξοντώσει. Τον κυνήγησε λοιπόν, και στο κατόπι του ξεμπάρκαρε στη Μόρφου. Τον είδε μακριά να τρέχει να γλυτώσει, οπότε ακουμπώντας το χέρι του στο βουνό του Πενταδάχτυλου, έδωσε ένα σάλτο για να το φτάσει. Το χέρι του έμεινε αποτυπωμένο στο ψηλό βουνό, και από το σχήμα των δαχτύλων του, ονομάστηκε Πενταδάχτυλος. Ο Σαρακηνούς καταδιωκόμενος έφτασε στην Πάφο και μπήκε σε ένα πλοίο να φυγει. Ο Διγενής αφού δεν τον προλάβαινε, άρπαξε μια πέτρα και σημαδεύοντας, την έριξε και βύθισε το πλοίο. Είναι η πέτρα του Ρωμιού ο θεόρατος μεγαλοπρεπής βράχος που ευρίσκεται στην άκρια της θάλασσας ως σύνορο και σήμα κατατεθέν εκεί που αρχινά η Πάφος. 

Φθάνοντας λοιπόν στην Πάφο, συνάντησε τη Ρήγαινα, την αγάπησε και θέλησε να την κάμει γυναίκα του.

Μα η πονηρή βασίλισσα που δεν ήθελε για σύζυγο της ανώτερο της να τη διατάσσει, για να τον αποφύγει του ζήτησε να αποδείξει την αξία του πραγματοποιώντας έναν άθλο. Του ζήτησε να φέρει νερό από τη μακρινή Τάλα για να ποτίζουν οι υπήκοοι της τα ζαχαροκάλαμα και τα τεύτλα.

Μα ο Διγενής που δέχτηκε την πρόκληση της, ήταν υπεράνθρωπος και προς μεγάλη δυσαρέσκεια της έκτισε ένα μακρύ πετραύλακο και έφερε το νερό στους αγρούς και πότισε όλη την παραλια κκαι τήν πεδιάδα.

Η Ρήγαινα κακοφανισμέη σκέφτηκε τι να κάμει να τον αποφύγει, και αποφάσισε να μπει σε ένα πλοίο να φύγει λίγο καιρό μακριά σε γειτονική φιλική χώρα μέχρι να βαρεθεί και να εγκαταλείψει τη Κύπρο, να πάει στη χώρα του και στη δουλειά του.

Μα ο Διγενής οργίστηκε και ανεβαίνοντας στο ψήλωμα της Βίκλας στο Μούτταλο, άρπαξε μια μεγάλη πέτρα και την έριξε στο καράβι να το βουλιάξει και να την πνίξει μέσα στα αλμυρά νερά της θάλασσας. Για καλή της τύχη η πέτρα έπεσε λίγο πριν τη θάλασσα, και μέχρι σήμερα ευρίσκεται εκεί δίπλα στον Άη Αγαπητό και Μισητό, και ονομάζεται η πέτρα του Διγενή, και φέρει πάνω του τη σπαθιά του Διγενή, καθώς πάνω της είναι το σημάδι  όταν την χτύπισε με το σπαθί του για να την ξεκολλήσει και να την ρίξει στο πλοίο.

Μα η Ρήγαινα οργίστηκε, και ως δεινή και δυνατή πολεμίστρια, άρπαξε ένα θεόρατο κίονα και του τον έριξε να τον σκοτώσει. Έπεσε παραδίπλα του κάτω από το λόφο που στεκόταν σε ένα χωράφι της Χλώρακας που ανήκε στον Νικόλαο Αλεξάνδρου. Ο κίονας είχε ύψος τέσσερα μέτρα και διάμετρο ένα, και ονομάστηκε από τους κατοπινούς αδράχτι της Ρήγαινας, καθώς στην κορφή είχε μια συμμετρική σφαίρα, που του έδινε τη μορφή ίδιο με γιγαντιαίο αδράχτι. Ήταν φυτεμένο μέσα στη γη στον ίδιο αγρό μέχρι το 1963 περίπου που αρχίνισαν οι διακοινοτικές ταραχές μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, οπότε οι Τουρκοκύπριοι το έκλεψαν και το τοποθέτησαν στην αυλή του σχολείου τους στο κέντρο της συνοικίας του Μουττάλου. 

Υ.Γ.

Στα παράλια της Χλώρακας λίγο πρίν την τέλειωση του χωριού όπου αρχινά η Κάτω Πάφος, ευρίσκονται κάποια απομεινάρια από το αυλάκι που έκτισε ο Διγενής.

Η ΚΑΛΛΗ ΚΑΙ Ο ΔΙΓΕΝΗΣ 

Μια φοράν είχεν έναν παιδί κκέλικο ορφανό από μάνα και πατέρα, πολλά φτωχόν. Δούλευε βοηθός σε βοσκούς οι οποίοι το επρόσταζαν συνέχεια,

-λάμνε εκεί, λάμνε εδώ, πέντα τις κουέλλες.

Του εθύμωνναν, και τον επερίπαιζαν.

Το κκέλικον παιδίν μιαν ημέρα καθόταν σε ένα βράχο στεναχωρεμένο, και παραπονεμένο για τη συμπεριφορά των βοσκών. Έβγαλε έναν μεγάλο αναστεναγμό εις τον Θεό, και ένιωσε την πέτρα να ταράσσει. Κατάλαβε από εκείνη τη στιγμή πως εδυνάμωσεν το κορμίν του. Σηκώθηκε και άρπαξε την πέτρα που ήταν 200 οκάδες και την ένιωσε ίσαμε 200 δράμια.

Εκείνη τη στιγμή ένας βοσκός του φώναξε,

-Βρε παλιόκκελη βούρα να κόψεις τις κουέλλες.

Το παιδίν αντιστάθηκεν του, και θυμωμένος ο βοσκός εμούνταρεν να το δέρει.

Γυρίζει του έναν πάτσον τότε ο κκέλης και εστράβωσεν η μουτσούνα του, και επιτούσαν τα γέματα του.

Οι άλλοι βοσκοί έτρεξαν θυμωμένοι να τον δέρουν, και έκαμε και σε αυτούς χειρότερα.

Τότε εκατάλαβαν πως η δύναμη του ήταν του Θεού, και φοβισμένοι έκαμαν πίσω.

Όταν ο κκέλης εκατάλαβεν τη δύναμη του, έπιασε έναν αππαρί και γύριζε τον κόσμο, και όπου άκουγε πως υπήρχε ένα παλικάρι, πήγαινε να το συναντήσει. Μια φορά βρήκε έναν που τον έλεγαν Γιάννη και είχε μια όμορφη γυναίκα, την Κάλλη. Ο κκέλης εμούνταρεν πάνω του και του την επήρε.

Ο Γιάννης εποταβρίστηκεν πάνω του και του είπε,

-Βρε ποιος είσαι εσύ και ήρθες να μου πάρεις τη γυναίκα;

Κι του λέει ο κκέλης,

-είμαι ο Διγενής ο κκέλης που ακούεις.

Ο Γιάννης εμούνταρεν τον να τον κατακόψει, και ο Διγενής εγύρισεν το χέρι και του, έδωκεν έναν πάτσον και τον εμισοσκότωσε.

Και έμεινε ο Γιάννης χαμαί μισοσκοτωμένος, και ο Διγενής ο κκέλης έπιασε την γυναίκα του και έφυγε. Όταν πέρασαν χρόνια και ο Διγενής ψυχωμαχούσε, φώναξε την Κάλλη του και την ρώτησε όταν θα αποθάνει ποιον άντρα θα πάρει. Και η Κάλλη του του λέει,

-Διγενή μου τον Γιάννην μου επαντρεύτηκα, τον Γιάννην μου εν να πάρω.

Σκέφτηκε λίγο ο Διγενής, και της λέει,

-Καλάν γρουσή μου, άμα εν να πεθάνω εγιώ, όποιον θέλεις πάρε. Έλα κοντα μου να ποσιερετιστούμεν.

Επήγεν κοντά του να αποχαιρετιστούν, και ο Διγενής την έβαλε στ αγκάλια του πως εν να την φιλήσει, και έσφιξεν την πάνω του και μαζί εξεψυχήσαν.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ

Ο Διγενής επέβαλε την τάξη στα σύνορα που ο ίδιος προφύλασσε και ο καιρός περνούσε χωρίς περιπέτειες και παλέματα. Μόνη απασχόληση είχε πλέον το κυνήγι καθώς κανείς εχθρός δεν τολμούσε να παραβιάσει τα σύνορα.

Μαθημένος μια ζωή να πολεμά, βαρέθηκε την απραξία και αναπολούσε νέες περιπέτειες και σε κάποια απ αυτές να σκοτωνόταν με δόξα και δοξασμένος να φύγει ώστε να παραμείνει στις σκέψεις των ανθρώπων σαν Εθνικός ήρωας, και όχι να περιμένει το χάροντα να τον πάρει όπως οποιοδήποτε συνηθισμένο άνθρωπο.

Τα χρόνια περνούσαν ώσπου μια ηλιόχαρη Τρίτη που γυρνούσε από κυνήγι αρρώστησε βαριά. Κανείς γιατρός και κανένα γιατρικό δεν τον έκαμε καλά.

Νιώθοντας πως πλησίαζε το τέλος του, κάλεσε τους φίλους του να τους αποχαιρετήσει,

-φίλοι καλοί κι αντρειωμένοι, τα χρόνια που έζησα κανένα δεν εσκιάχτηκα. Τώρα όμως είδα ένα ξυπόλυτο και λαμπροφορεμένο που χει στα μάτια αστραπές και μου φωνάζει να πάμε να παλαίψουμε στα μαρμαρένια αλώνια.

Ακούγοντας η Ευδοκία τα λόγια του μεγάλη θλίψη γέμισε την καρδιά της. Αγαπούσε τον άντρα της και δε βαστούσε να τον βλέπει να πεθαίνει. Μπουκιά δεν έβαλε στο στόμα της για μέρες και πρώτη έφυγε στο αιώνιο ταξίδι

Και ο Διγενής θέλωντας να πεθάνει ηρωικά προκαλεί το χάρο σε πάλη με τη συμφωνία αν νικήσει ο Χάροντας να του πάρει την ψυχή, και αν νικήσει ο Διγενής να του χαρίσει τη ζωή.

Έτσι,

σιερκές, σιερκές επκιάσασιν και στην παλιώστραν πάσιν.

Τζαι τζιει εν που παλιώννασιν τρεις νύκτες, τρεις ημέρες

τζιει πόπκιαννεν ο Χάροντας τα γαίματα πιτούσαν

τζιει πόπκιαννεν ο Διγενής τα κόκκαλα ελειούσαν.

Όταν ο Χάρος αντιλήφθηκε πως θα ηττηθεί, γύρισε και ζήτησε βοήθεια από το Θεό. Και πήρε τη μορφή αετού και από ψηλά τον εβίγλισε και με μπαμπεσιά του λάβωσε την καρδιά και του πήρε τη ψυχή.

Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ

Ο Διγενής και ο Κωσταντάς ήταν αδέρκια. Όταν μικροί πήγαιναν σχολείο ήταν φτωχοί και κακορίζικοι, και τα άλλα παιδιά τους εδέρναν και τους επεριπαίζαν. Δυστυχισμένοι και λυπημένοι, μέρα νύχταν παρακαλούσαν τον Θεό να τους κάμει μιαν ευκολία, να τους γλυτώσει από τα άλλα κοπελλούθκια.

Που τες πολλές φορές, τους άκουσεν ο θεός και τους έστειλε έναν άγγελο να τους ρωτήσει τι θέλουν από αυτόν και κάνους τόσες δεήσεις.

Και εκείνοι δεν εζήτησαν ούτε ριάλια, ούτε πλούτη, μόνον εζήτησαν να τους δώσει δύναμην.

Ο θεός τους έδωκε δύναμη τόση, που δεν τους εσήκωνε η γη.

Ξανακλάυτηκαν στο θεό και αυτός τους έδωσε δύναμη μόλις που τους έσωννεν η γη.

Ύστερα από αυτό, μια μέρα όταν πήγαν σχολείο τα άλλα παιδιά που τους νόμιζαν κακορίζικους προσπάθησαν να τους περιπαίξουν και να τους δέρουν. Όμως τα κακορίζικα όπου αγγίζαν τα μωρά επεθανίσκαν, εδιούσαν τους πάτσον και δεν ελέγαν μανά.

Που τότες εβγήκαν έξω στο κόσμο και εφάνηκεν η δύναμη τους. Αγόρασαν από ένα άλογο, αρματώθηκαν από ένα κοντάρι και από το Κτήμα ξεκίνησαν να πάνε στην Πόλη της Χρυσοχούς να γνωρίσουν τον κόσμο.

Ο θεός που ήθελε να δει την καρδιά τους, μεταμορφώθηκε σε ένα γέρο και στάθηκε στη στράτα τους.

-Βοηθάτε με να φορτωθώ το δισάκκι μου και είμαι γέρος και δεν μπορώ, τους είπε.

Επειδή ο Διγενής τον προσπέρασε και ο Κωσταντάς ήταν πιο πίσω, γυρίζει και του λέει,

-Άτε Κωνσταντά βοήθα τον γέρο να φορτωθεί το δισάκκιν του.

Όμως ο Κωσταντάς επειδή βαριώταν να κατέβει από το άλογο, ποτάβρισε το σιδερένιο κοντάρι του και περνώντας το κάτω από το δισάκκι, προσπάθησε να το σηκώσει να το φορτώσει στους ώμους του γέρου. Όμως το σιδερένιο κοντάρι έσπασε από το πολλή φορτίο που είχε μέσα.

Θυμωμένος ο Διγενής ξεπέζεψε, άρπαξε το δισάκκι και το σήκωσε ψηλά να το φορτώσει στο γέρο, Ο γέρος όμως δεν εκαείλισε, και λέει του,

-άφηστο γιέ μου, έχε την ευχή μου, εσήκωσες τον ήμιση κόσμο.

Και σκύβωντας άνοιξε το δισάκκι. Μέσα στο δισάκκιν ο θεός είχε βάλει τον ήμιση κόσμο.

ΚΩΣΤΑΝΤΑ, ΜΗ ΜΕ ΝΤΡΟΠΙΑΖΕΙΣ 

Ο Κωνσταντής και ο βασιλιάς τρώγανε και πίνανε αντάμα και από το πολύ πιοτό λύθηκε η γλώσσα τους και μιλούσαν σαν δυο φίλοι. Λέγανε για τις περιπέτειες τους, για τη γενναιότητα τους και για τα σπουδαία μαύρα άλογα τους και τη γρηγοράδα που είχαν. Και πες πες ο καθένας για τον δικό μαύρο, τους δημιουργήθηκε αμφιβολία ποιο άλογο είναι το καλύτερο, του βασιλιά, για του Κωσταντή.

Και πάνω στο πολύ μεθύσι ξεχνώντας τη θέση του ο καθένας, πήγανε στοίχημα ποιος έχει καλύτερο μαύρο.

Ο βασιλιάς έβαλε πολλά φλουριά καθώς είχε κάσες γεμάτες, και ο Κωσταντής το κεφάλι του καθώς ήταν φτωχός στρατιώτης.

Όταν το άκουσε η Λυγερή η γυναίκα του Κωνσταντή, φοβισμένη μη χάσει το στοίχημα ο άντρας της και χάσει το κεφάλι του, κατέβηκε στο στάβλο και τάισε βρόμη το μαύρο τους για να καρδαμώσει.

-Αν τον  περάσεις μαύρε μου του βασιλιά τον μαύρο, τάμα σου κάνω την ταγή σαράντα πέντε χούφτες να κάμω, κι’ αν τον περάσεις μαύρε μου πέταλα στη πόλη θα σου κάμω και με χρυσοποίκιλτα καρφιά θα σε πεταλώσω.

Έδωσε διαταγή λοιπόν ο βασιλιάς και έγιναν οι ετοιμασίες. Όλο το σινάφι

των αρχόντων μαζί και πλήθος κόσμου συνάχτηκαν για να παρακολουθήσουν τον αγώνα. Όλοι γνώριζαν για το σπουδαίο άλογο του Κωσταντά, αλλά πως σαν του βασιλιά δεν ήταν. Και έβαναν στοιχήματα πως ο μαύρος του βασιλιά θα νικήσει. Και τους άκουε ο βασιλιάς και κόρτωνε περίτου. Τους άκουε και η Λυγερή και μεγάλο τέρτιν την κρατούσε.

Όταν στήθηκαν στη γραμμή να τρέξουν, ένας ακόλουθος έδωσε το σύνθημα και τα άλογα αμολύθηκαν ποιο να έρθει πρώτο.

Για σαράντα μίλια έτρεχαν, και ήταν μαζί αντάμα. Κανένα δεν πήγαινε μπροστά, ήταν και τα δυο στα ίσια. Στα σαράντα πέντε όμως ο μαύρος του Κωσταντή διαλογίστηκε το τάμα της κυράς του, έτσι σαν αστραπή που άστραψε και σαν βροντή που βρόντηξε, όρμησε εμπρός και άφησε το άλλο πίσω δέκα μίλια τόπο.

Βλέποντας ο βασιλιάς πως χάνει μπροστά στους υπηκόους του και θα ρεζιλευόταν, έβαλε μια φωνή του Κωσταντή και με παράπονο του φωνάζει.

-Μη με παραντροπιάζεις Κωσταντή γιατί είμαι ο βασιλιάς σου. Στέκα λίγο το άλογο ώσπου να σε προφτάσω, και το στοίχημα που βάλαμε διπλό θα σου το δώσω.

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ 

Μια μέρα ο βασιλιάς βγήκε για κυνήγι με πολλούς άρχοντες και παλικάρια να τον συνοδεύουν. Ανάμεσα τους και ο νεαρός Κωσταντάς ένα άξιο παλικάρι γιός του στρατηγού Αντρόνικου που ήταν εξόριστος κατηγορούμενος για ανυπακοή. Έτσι ένεκα αυτού, ο Κωσταντάς αντιμετώπιζε την δυσπιστία και την εχθρότητα του βασιλιά και των άλλων ευγενών. Όμως ένεκα της υπερφυσικής του δύναμης, κανένας δεν τολμούσε να τον αμφισβητήσει.

Όλη μέρα οι κυνηγοί γύριζαν, αλλά δεν εύρισκαν καθόλου κυνήγι. Αγαναχτισμένοι κατά το γέρμα του ήλιου όταν πλέον ετοιμάζονταν να εγκαταλείψουν και να γυρίσουν στο παλάτι, είδαν ένα λιοντάρι να κατεβαίνει από την πλαγιά του βουνού και να κατευθύνεται προς τη μεριά του Κωσταντά.

Ήταν ένα θεόρατο λιοντάρι που μόνο με τη θωριά από μακριά, φαινόταν πόσο επικίνδυνο ήταν.

Ο βασιλιάς αμέσως του έβαλε μια φωνή, να πάει να το πιάσει. Ο Κωσταντάς αν και φοβούμενος ότι ο βασιλιάς τον έστελνε μόνο του για να τον ξεκάνει, εντούτοις όρμηξε και πιάνοντας το με τα χειροδύναμα χέρια του, το έσφιξε και το σκότωσε.

Όλοι οι άρχοντες που παρακολούθησαν το πάλιωμα τον ζήλεψαν και τον φθόνησαν, τον μίσησαν περισσότερο και θέλοντας να του κάνουν κακό και να τον ξεπαστρέψουν, άρχισαν να συμβουλεύουν το βασιλιά πως με τόση δύναμη και καθώς γιος αποστάτη κινδύνευε το βασίλειο. Πως έπρεπε να συλληφθεί και να φυλακιστεί για να μην έχουν φόβο από δαύτονε κανένα.

Ο βασιλιάς τους άκουσε και καθώς και αυτός δεν τον χώνευε, έστησαν σκευωρία και μια Κυριακή χρησιμοποιώντας δόλο τον συνέλαβαν, τον αλυσόδεσαν και τον φυλάκισαν σε ένα πύργο σιδερένιο.

Τα μαντάτα ταξίδεψαν γρήγορα και έφτασαν ως τη Βαβυλώνα όπου εκεί ήταν εξόριστος ο Ανδρόνικος. Πολύ του κακοφάνηκε και πολύ εθυμώθηκε και αμέσως αποφάσισε να πάει να τον ελευθερώσει.

Με τα φουσάτα του έφτασε στο σιδερένιο πύργο και ελευθέρωσε το γιο του. Τον πήρε από το χέρι και πήγαν στο βασιλιά οπου του λέει,

-Αν βασιλιά μου κάνεις τίποτε στον μικροΚωσταντίνο ή έστω λίγο τον χαλάσεις, θα ξεπαστρέψω εσένα και τη βασίλισσα και όλη την Κωνσταντινούπολη θα την γεμίσω χοίρους.

Ύστερα πήρε μαζί του τον Κωσταντά ο οποίος έγινε συμπολεμιστής του και ξακουστός Ακρίτας.

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ ΚΑΙ Η ΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗ

Ο Κωσταντάς μια μέρα που εβγήκε για κυνήγι, περνώντας από ένα μαχαλά σε μια αυλή αντίκρυσε μια λιογέννητη κόρη να ακουμπά σε μια τριανταφυλλιά περιτριγυρισμένη από τις σκλάβες της. Ήταν όμορφη και λυγερόκορμη με μάτια λαμπερά και φρύδια καμαρωτά, και η ίδια έλαμπε περισσότερο από τα ζαφείρια που ήταν στολισμένη.

Σαν την είδε μαράθηκε από έρωτα και παρατώντας το κυνήγι πήγε στη μάνα του και της είπε πως την κόρη που είδε δεν ήθελε άλλος να την πάρει και να στείλει αμέσως άρχοντες προξενητάδες να τη γυρέψουν.

Πήγαν οι άρχοντες και χτύπησαν την πόρτα της Λιογέννητης και την βρήκαν να πλέκει ένα όμορφο χρυσό γαϊτάνι. Τους προσηκώθηκε και τους προσκάλεσε να τους φιλέψει, αλλά οι άρχοντες της απάντησαν πως δεν ήρθαν για να φάνε και να πιούνε, αλλά πως τους έστειλε ο Κωσταντάς για να τη γυρέψουν.

Σαν τους άκουσε η Λιογέννητη, εφύρτηκε στα γέλια και τους απάντησε,

-να πείτε του Κωσταντή, πως δεν τον θέλω ούτε τον καταδέχομαι. Θα τον πάρω άντρα μου μόνο αν ζωντανέψουν η μάνα μου, ο κύρης μου, και τα αδέρφια μου που είναι πεθαμένοι, και πάλι ναι, και πάλι όχι, και πάλι όπως μου δόξει.

Σαν άκουσαν οι άρχοντες αυτά τα λόγια τους κακοφάνηκε πολύ και έσκυψαν το κεφάλι. Και αυτή τους έδωκε το ολόχρυσο γαϊτάνι που έπλεκε για τον κόπο τους όπως τους είπε.

Σαν έφεραν τα μαύρα μαντάτα, μεγάλος καημός πήρε τον Κωσταντή και η πολλή θλίψη του θόλωσε το μυαλό και τον έκανε να αποφασίσει να πάει σε μάγισσες να την μαγέψουν, να την κάνουν να τον αγαπήσει.

Πήρε το μεγάλο δρόμο οπου στο τέλος του συνάντησε μάνα και κόρη τις μάγισσες του βασιλείου.
-Καλή σου μέρα, μάγισσα με την καλή σου κόρη, αν έχεις μάγια της καρδιάς και μάγια της αγάπης, να κάμεις τη Λιογέννητη να ρθει στην αγκαλιά μου.

-Αν έχεις πράμα της αρεσιάς, πράμα του χεριού της, θα κάμω τη Λιογέννητη να ρθει στην αγκαλιά σου.
-Έχω πράμα της αρεσιάς και πράμα του χεριού της, έχω την πλεξίδα της, ολόχρυσο γαϊτάνι.

-Σύρε άνοιξε την πόρτα σου και εγώ θα την μαγέψω, και κάτσε και καρτέρει την να ρθει στην αγκαλιά σου.

Πήρε το γαϊτάνι η μάγισσα, έβγαλε και από τον κόρφο της τρία μήλα. Το ένα το έριξε στο τρίστρατο να πάψουν οι διαβάτες, το άλλο το έριξε στον ποταμό να πάψουν τα ποτάμια, και το άλλο το φαρμακερό το έριξε στην αγκαλιά της Λιογέννητης να τη μαγέψει και να τη δαιμονίσει.

Πράγματι σαν το είδε η κόρη εδαιμονίστηκε, και ως να φτάσουν τα μεσάνυχτα εσκοτίστηκε από τα μάγια. Και μέσα στη μαύρη νύχτα της ήρθε μοναχή να βγει του σπιτιού να πάει στη Παντάνασσα να την προσκυνήσει.

Στο δρόμο που επήγαινε έξω από τη πόρτα του Κωσταντή, της έφυγαν λίγο τα μάγια και ήρθε λίγο ο νους της και άρχισε να χτυπά την πόρτα αναζητώντας βοήθεια.

Τα ξημερώματα που ξύπνησε ο Κωσταντής, ρώτησε τη μάνα του αν Κωνσταντής ήρθε η νύφη της η μαυρομάτα.

-Γιε μου δεν ήρθε η νύφη μου, δεν ήρθε η μαυρομάτα.

Κατέβηκε ο Κωσταντής και άνοιξε την πόρτα. Και είδε τη Λιογέννητη στο δρόμο ξαπλωμένη, πεθαμένη.

- Σαν ήθελες, μανούλα μου, να έχεις και γιο και νύφη, όντας σού πρωτοχτύπησε ας είχες της ανοίξει.

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΚΛΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Μιάν ημέρα  βροχερή που άστραφτε και εβροντούσε ο καιρός, ο Σκλερόπουλος σκέφτηκε μες τούτην την κοσμοχαλασιά να κάμει το παλικάρι, να πάει να κλέψει τη Λυγερή την γυναίκα του Κωσταντά. Καβαλίκεψε το άλογο του, αλλά πρώτα πέρασε από τον κύρη του να πάρει την ευχή του.

Ο πατέρας του που ήταν μυαλωμένος του ορμήνεψε να μην τα βάλει μαζί του γιατί είναι μεγάλον παλικάρι και δεν ήθελε να χάσει το γιο του. Θυμωμένος ο Σκλερόπουλος πέρασε από τη μάνα του να πάρει αυτηνής την ευχή, αλλά τα ίδια του ορμήνεψε και αυτή.

Περισσότερο θυμωμένος, πέρασε από την αδερφή του για να του ευχηθεί καλά τύχη, αλλά ακριβώς την ίδια παραγγελιά του έδωσε.

Περισσότερο θυμωμένος αλλά και φοβισμένος μήπως έχουν δίκαιο, ξεκίνησε για το σπίτι του Κωσταντά. Μέσα του όμως ευχόταν να εύρισκε τον Κωσταντά χωρίς τα άρματα του.

Και ο Θεός τον άκουσε και τον βρήκε μεθυσμένο χωρίς τα άρματα του έξω στην αυλή να τρώγει και να πίνει.

Που τον είδε ο Κωσταντάς τον καλωσόρισε και τον κάλεσε να κάτσουν μαζί να φάνε και να πιούνε.

Ο Σκλερόπουλος βλέποντας τον χωρίς τα άρματα και μεθυσμένο, αναθαρρυμένος του απάντησε πως ήρθε για να κλέψει τη γυναίκα του. 

Που τον άκουσε ο Κωσταντάς εθύμωσε, αλλά καθώς ήταν ξαρμάτωτος και μεθυσμένος, για να τον γελάσει του είπε να πάρει υπομονή να μπει έσσω να φέρει την καλήν του, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να τον ξεγελάσει και να πάρει τα άρματα του.

Ο Σκλερόπουλος του ανταπάντησε πως δεν παίρνει υπομονή, καθώς ήξερε πως αν τον άφηνε να μπει στο σπίτι θα έπαιρνε τα άρματα και θα τον σκότωνε.

Τότε ο Κωσταντάς σε μια προσπάθεια να τον φτάσει και να τον αρπάξει, του είπε να τσουλλοκάτσει το άλογο για να μπορέσει η Λυγερή να καβαλικέψει.

Και ο Σκλερόπουλος τσουλλόκατσε το άλογο και πήρε την Λυγερή στη ράχη του αλόγου, ενώ ο Κωσταντάς γέρνοντας να τον αρπάξει, έγυρε αποκαμωμένος από το μεθύσι πάνω στο τραπέζι.

Άμα ξύπνησε μαραμένος και βαρύκαρτος καταλαβαίνοντας το κακό που εγίνει, αγριεμένος με ορμή μπήκε στο σπίτι και άρπαξε τα άρματα. Με μιας τα αρματώθηκε και φουριόζος καβαλίκεψε το Μαύρο του. Του έδωκε μίαν χαλιναριά και επιάσαν την στράτα.

Και το κτηνό έπιασε το βούρος και έβγαλε μιαν σιησιηνιαρκάν που άμα την άκουσεν ο Σκλερόπουλος ενόμισεν πως κάπου άστραφτεν  και επουμπούριζεν, και μονολογώντας είπε,

- έρχεται μεγάλη κακοκαιρία.

-Όχι, του απάντησε η Λυγερή, είναι ο Κωσταντάς που σε καταδιώκει.

Και ο Σκλερόπουλος με υπεροψία και στόμφο της απάντησε πως,

-Ο Κωσταντάς σου εν καλός μόνο κρασί να πίνει.

Και νάσου ευθύς τον Κωσταντάν  που ανέφανεν και του όρμηξε, τον έβαλε χαμαί και τον εκατάκοψεν. Του έβγαλε πρώτα το ένα μάτι, ύστερα του έκοψε τα δύο χέρια και τα δυο του χείλη, και από τα πολλά χτυπήματα τον έκανε χίλια κομμάτια. Άμα τέλειωσε καβαλίκεψε την καλή του και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Στο γυρισμό του, νάσου συνάντησε τον πεθερό του, και θυμωμένος ακόμα όπως ήταν του λέει,

-μέριασε από τη στράτα μου πεθερέ γιατί έβρασεν το χέρι μου και το σπαθί μου θέλει κι άλλο αίμα, θέλει κι άλλο να φάει να χορτάσει.

Και ο άμοιρος ο πεθερός του που δεν υπολόγισε τα πολλά του νεύρα του ανταπάντησε αστειευόμενος,

- Αν έβρασε το χέρι σου και τρέμει το κορμί σου, και το σπαθί σου δε χόρτασε, έχει αρκόσσιυλλες πολλές κόψε τες να χορτάσει.

Νευριασμένος που ήταν ο Κωσταντάς, έδωκε του μιάν στην κεφαλή και την έκαμε δυο κομμάτια.

Βλέποντας η Λυγερή τέτοιον πράμαν του λέγει,

- Κωσταντά τι έκαμες, έσφαξες τον πεθερό σου;

Και ο Κωσταντάς ακόμα περισσότερο θυμωμένος της λέγει,

- Σιώπα εσύ, μην έρθει και η σειρά σου.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΑ 

Ο Κωσταντάς είχε υπερφυσικές δυνάμεις και έκαμνε υπεράνθρωπα κατορθώματα. Αναμετριόταν με τέρατα, πολεμούσε και συνέτριβε φουσάτα, αλλά και υφίστατο παθήματα και δοκιμασίες από εχθρούς και δράκους. Από πέντε χρονών εγυρνούσε ξυπόλυτος και από έξι εζώστηκε τα άρματα.  Στα εφτά ηθέλησε να γυρίσει τον κόσμον, και στους δώδεκα αγάπησε μιαν όμορφη κόρην, την Χριστινούν.

Όταν μετά από πολλές περιπέτειες επέστρεψε στον τόπον του, την παντρεύτηκε και την έβαλε μέσα σε ένα πύργο αψηλό όπου από εκεί διαφέντευε τους δούλους που εργάζονταν στο τσιφλίκι της.

Με έναν τέτοιον άνδρα δίπλα της η Χριστινού δεν φοβόταν τίποτα, ούτε ακόμα και τον χάροντα. Το παινευόταν και το χουμιζόταν, και έλεγε πως αν έρθει καμιά φορά ο μαύρος καβαλάρης, ο Κωσταντάς δεν θα τον άφηνέ να την αγγίξει.

Τα παινέματα της τα έμαθε ο Χάροντας, και αποφάσισε να την τιμωρήσει. Έτσι μια νύχτα σκοτεινή κοντά στα μεσάνυχτα που ο Κωσταντάς έλειπε σε ταξίδι, την επισκέφτηκε για να της πάρει τη ζωή.

Άπλωσε το δρεπάνι του και ένας μεγάλος πονοκέφαλος την έκανε να βογκίζει με πόνους φοβερούς και αβάσταχτους. Η ζωή της ήθελε να φύγει, μα αυτή αντιστεκόταν και με πείσμα πάλιωνε μαζί του.

Η μάνα της την κεφαλόδεσε με ένα δροσερό μαντήλι, αλλά οι πόνοι δεν περνούσαν. Μάνα και κόρη έβλεπαν τη σκιά του χάροντα και κλαμένες τον παρακαλούσαν να τους χαριστεί. Μα αυτός ανελέητος και άσπλαχνος δεν έλεγε να κάμει πίσω, ήταν αποφασισμένος να πάρει μια ζωή.

Όταν απόειδε η Χριστινού και κατάλαβε πως θα πέθαινε, λίγο πριν ξεψυχήσει άφησε παραγγελιά της μάνας της να δώσει πίσω τον αρραβώνα της στον Κωσταντά και με τρόπο να του αναγγείλει τον θάνατό της χωρίς να του ταράξει την καρδιά με το ξαφνικό μαντάτο και έτσι να τον αποδεσμεύσει, ώστε να βρει παρηγοριά σε μια άλλη καινούργια αγκαλιά.

Απάνω στη μέρα να σου και φτάνει ο Κωνσταντάς, αλλά ήταν πλέον αργά. Ρωτά την πεθεράν του που είναι η αγαπημένη του, και αυτή μη θέλοντας να τον πικράνει απότομα καθώς της είχε ορμηνέψει η κόρη της, του λέει πως την έπεψεν στην εκκλησιά με τες γειτόνισσες της.

Καβαλλιτσιέφκει τον άππαρον του και με μιαν βιτσιάν, εβρέθειν στην αυλήν της εκκλησιάς. Είδεν κόσμον συνάμενον, και από μακριά τους χαιρετά, και από κοντά τους αρωτά,

-τίνος εν τούν το θαφκιόν που έσιει τόσην λύπην, τίνος εν τουν το λείψανον που εν μέσα στο σεντούτζιην;

Όσοι τον αγαπούσαν είπαν του είναι ξένον, όσοι τον εμισούσαν είπαν του είναι δικόν του.

Έσκυψεν ο Κωσταντάς στο φέρετρο και είδεν μέσα ξαπλωμένη την αγάπην του που ήταν πεθαμένη. Εσυντρομάχτηκεν και εμαράζοσεν πολλά και ο κόσμος γύρω του εχάθηκεν. Δεν ήθελε να ζήσει άλλο, ήθελε να αποθάνει και αυτός μαζί με την Χριστινούν του. Τράβηξε το μαχαίρι του από το θηκάρι για να σκοτωθεί, αλλά πριν το κάνει γύρισε και άφησε παραγγελιά στους παρευρισκόμενους να  μνημονεύουν και να μακαρίζουν και εκείνον και εκείνην. 

Και τους εθάψαν με κλάματα και οδυρμούς σε ένα κϊούριν μαζί αχώριστους στο θάνατο όπως ήταν αχώριστοι και στη ζωή.

Και με τον καιρό πάνω στον τάφον αβλάστησεν για εκείνον έναν κυπαρίσσιν και για εκείνην μια λεμονιά, όπου όποτε εφύσαγε  αγέρας, έσκυβαν και φιλιόντουσαν όπως ήταν μαθημένοι και στη ζωή.

Και έμεινε η αγάπη τους χαραγμένη στη μνήμη των ανθρώπων για πάντα, καθώς όποτε περνούσαν από το κοικητήριο και φύσαγε απαλό το αεράκι, έβλεπαν που έσκυβαν τα δένδρα και ασπάζονταν αναμεταξύ τους.

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΝΙΓΗΚΕ Ο ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ

Μια άλλη κδοχή για το θάνατο του

Μια μέρα που ο Κωσταντής με το βασιλιά και άλλους αρχόντους κάθονταν και πίνανε γλυκόποτο κρασί κάτω από τον ίσκιο ενός δεντρού δίπλα στη θάλασσα, πάνω στην ευθυμία που ο καθένας έλεγε λόγια παραπάνω, καυχήθηκε πως είχε τη δύναμη να πλεύσει τη Μαύρη θάλασσα κολυμπώντας.

Κι ο βασιλιάς που τον άκουσε του λέει,

- Αν την περάσεις Κωνσταντή, γαμπρό μου θε σε κάμω. Θέλεις την πρώτη μου αδερφή, θέλεις τη δεύτερή, θέλεις τη θυγατέρα μου την όμορφη, όποια θέλεις να πάρεις.

Ο Κωσταντής που τον άκουσε, πολύ του καλοφάνηκε καθώς πολύ λιμπιζόταν την όμορφη κόρη του βασιλέως. Πίστευε ο άμοιρος πως θα κατάφερνε το κατόρθωμα και θα γινόταν γαμπρός του βασιλιά.

Έβγαλε τα άρματα και ξεντύθηκε, και βούτηξε στη θάλασσα. Δώδεκα μίλια πέρασε με γέλια με τραγούδια, αλλά στα άλλα δώδεκα πήγαινε κουρασμένος ψιθυρίζοντας μαύρα μοιρολόγια.

-Θάλασσα, μαύρη θάλασσα και πολυκυματούσα, τόσες φορές σε πέρασα με γέλια και τραγούδια, και τώρα για το στοίχημα βουλήθεις να με πνίξεις.

Και τα κύματα της θάλασσας του απάντησαν,

-Βρε νιε βρε άγουρε, μόνος σου εμπλέχτηκες, μόνος σου ετρελάθεις.

 -Για μια κόρη λιμπιστικά, του αφέντη θυγατέρα.

Και εκεί που πνίγηκε ο Κωνσταντής, εις μνήμην του έκτισαν ένα ψηλό παλάτι, και πάνω η κόρη καθόταν ξανθή και μάλωνε τη θάλασσα που πήρε έναν αντρειωμένο.

ΑΡΕΣΤΗΣ ΑΡΜΟΥΡΗΣ 

Όταν ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος κατάστρεψε την Σωζόπετρα πατρίδα του Εμίρη Μουτασέμ, αυτός σε αντίποινα κατάστρεψε την πατρίδα του Αυτοκράτορα το Αμόριον, και έσφαξε πολλούς, και πήρε αιχμάλωτους πολλούς.

Ο δωδεκάχρονος Αρέστης Αρμούρης αποφάσισε να πάει να ελευθερώσει τον πατέρα του που πιάστηκε και αυτός αιχμάλωτος. Πήγε να καβαλικεύσει ένα άλογο για ξεκινήσει, αλλά η μάνα του δεν τον άφηνε. Αυτός επέπεμενε  πολύ, ώστε η μάνα του αφού απόειδε του λέει,

-Είσαι μικρός και ανήλικος, καβάλλα δεν σου πρέπει. Αλλά αν μπορέσεις μικρέ υιέ το κοντάριν του πατρός σου να λυγίσῃς μιαν φοράν, να τὸ λυγίσῃς δύο, καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς τρεις, τότε να καβαλλικεύσῃς.

Και το μικρόν παιδί πήρε το κοντάρι στα χέρια του και το ελύγισε με ευκολίαν.

Βλέποντας τόση δύναμη που είχε, η μάνα του διέταξε τους άρχοντες και του έζεξαν ένα μαύρο άτι.

Ο μικρός Αρμούρης ζώστηκε με άρματα και ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι.

Έφτασε στον Ευφράτη ποταμό αναζητώντας τα στρατεύματα του Εμίρη.

Με τη βοήθεια ενός Αγγέλου διάβηκε τον πλημμιρισμένο ποταμό και συγκρούστηκε με την τεράστια στρατιά των Μουσουλμάνων. Για μια μέρα και μια νύχτα πολεμούσε μαζί τους και τους σκότωνε αντάρα.

Σε μια τελική μάχη με λίγους εναπωμείναντες, ένας Σαρακινός που ο μικρός Αρμούρης του έκοψε το χέρι, με μπαμπεσιά του έκλεψε το άλογο. Αμέσως το μικρόν παιδί εξαπέλυσε ανελέητο κυνηγητό να τον εντοπίσει και να τον σκοτώσει.

Το κυνηγητό τον οδήγησε ως τη Συρία στην αυλή του Αμιρά του Σαρακηνού άρχοντα, όπου εκεί ευρισκόταν αιχμάλωτος ο πατέρας του.

Εκεί είχε φτάσει προηγουμένως με το κλεμμένο άλογο ο Σαρακηνός φέρνοντας τα κακά μαντάτα για την ήττα των στρατευμάτων του Εμίρη.

Μια νέα μάχη αρχίζει και ο γενναίος Αρμούρης πολεμάει με λύσσα τους Σαρακηνούς απαιτώντας να απελευθερωθεί ο πατέρας του απειλώντας να συνεχίσει τις επιδρομές σε όλη τη Συρία. Ο Αμιράς ευρισκόμενος σε δύσκολη θέση απελευθερώνει τον Αρμούρη και του προσφέρει την κόρη του σε γάμο…

Και έζησαν όλοι αγαπημένοι.

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ

Ο Κωσταντίνος, ο Αλέξης και το μικρό Βλαχόπουλο τρία αδέρφια ανδρειωμένα παιδιά του θρυλικού Αντρόνικου, έτρωγαν και έπιναν και ανέμελα διασκέδαζαν.

Είχαν τα άλογα τους δεμένα σε έναν πλάτανο, τρία υπέροχα και δυνατά κτηνά που όμοια τους άλλα δεν υπήρχαν.

Κει που έτρωγαν και έπιναν ένα πουλάκι κάθισε σιμά τους και με ανθρώπινη λαλιά τους είπε,

-Εσείς τρώτε και πίνετε και τραγουδάτε, και

πίσω σας κουρσεύουσι Σαρακηνοί κουρσάροι. Πήραν του Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα την γυναίκα, και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένην. 

Αμέσως όλοι πετάχτηκαν πάνω έτοιμοι να καβαλικέψουν να πάνε να γλυτώσουν τους δικούς τους.

Μα το μικρό Βλαχόπουλο γρηγορότερο από όλους βρέθηκε καβαλικεμένο έτοιμο να ορμήξει. Τα αδέρφια του του παρήγγειλαν να ανέβει σε ένα ψήλωμα και να βιγλίσει τους Σαρακηνούς,

- αν είναι πενήντα και εκατό χύσου μακέλλευσε τους, και αν είναι περισσότεροι, γύρισε μίλησε μας.

Ανέβηκε το Βλαχόπουλο σε ένα ψήλωμα και κατόπτευσε. Είδε Τουρκιά, Σαρακηνούς και Αράπηδες κουρσάρους. Άρχισε να τους μετρά, αλλά τελειωμό δεν είχαν. Ο κάμπος ήταν γεμάτος και ακόμα παραπέρα.

Να πάει πίσω να ειδοποιήσει ντρεπόταν μην πουν ότι είναι δειλός, αλλά και να επιτεθεί μόνος του, φοβόταν.

Έσκυψε και φίλησε τον μαύρον του και τον ρώτησε αν δύναται να τον βοηθήσει. Και ο μαύρος του απάντησε πως όσους κόψει με το σπαθί, δύναται να τους καταπατήσει και μέσα στο αίμα τους να προχωρήσει.

Παίρνοντας θάρρος το Βλαχόπουλο, όρμηξε σαν αετός και άρχισε να τους πετσοκόβει. Στο έμπα έκοψε χίλιες κεφαλές και στο ξέβγα δυο χιλιάδες. Και στο ξαναγύρισμα δεν άφησε κανένα.

Ελευθέρωσε τους ομήρους και τους καβαλίκεψε στα καπούλια του αλόγου του.

Στο δρόμο του γυρισμού θολωμένος από τη νίκη και τυφλωμένος ακόμα από οργή, ήθελε να σκοτώσει κι άλλους, ακόμα και δικούς του. Και με φωνή δυνατή για να τους προειδοποιήσει, φώναξε στα αδέρφια του,

-Πού σαι αδελφέ μου Κωσταντά κι Αλέξη ανδρειωμένε, αν είσθε εμπρός μου φύγετε και πίσω μου κρυφθήτε, τι θόλωσαν τα μάτια μου, μπροστά μου δεν σας βλέπω, και το σπαθί μου ερράγισε, κόβοντας τα κεφάλια, κι' ο μαύρος λιγοκάρδισε πατώντας τα κουφάρια. 

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ ΚΑΙ Η ΚΑΚΟΥΡΓΑ ΠΕΘΕΡΑ 

Ο Κωσταντής, ο Γιάνναντας και ο μικροΚωνσταντίνος, τρεις ολόκερους χρόνους έψαχναν να βρουν καλή γυναίκα να είναι αψηλή, λιγνή και καγκελοφρύδα. Όταν επιτέλους εδέησεν ο θεός και την βρήκαν, εκάλεσαν στο γάμο τους όλη την οικουμένη. Το Γιάννο όμως τον ληστή, ξέχασαν να τον καλέσουν.

Έμαθε τα νέα ο Γιάννος και θυμωμένος έμασε τα παλικάρια του, και τους έστησε καρτέρι σε ένα σταυροδρόμι, Τους σταμάτησε και πιάνοντας το χέρι του γαμπρού και τα χαλινάρια του αλόγου της νύφης τους ζήτησε,

-δώστε μου τα διαβάτικα για να περάσει η νύφη, πέντε χειλάδες γρόσια για το γαμπρό και τέσσερις για τη νύφη.

Αφού ξεπέρασαν αυτό το μεγάλο σκόπελο καθώς ο Γιάννος είχε τη κακή φήμη πως τα ήθελε όλα δικά του, ακόμα και τις νύφες και πως σκότωνε τους γαμπρούς και έπαιρνε τες κυράδες, χαρούμενος ο Κωσταντής έστειλε προπομπούς να πάνε τα συχαρήκια,

-Τα συχαρίκια πεθερά, καλή νύφη σου φέρνω. Καλή νύφη όμορφη και ακριβοπληρωμένη.

Και η κακιά μάνα του αντιμήνυσε,

-Κωσταντά, το γεναικάλεμα  άφηστο μην το κάμεις

κι ακόμα ζωντανοί  είμαστε, κι ακόμα γής παθιούμε

Και η κακούργα άρπαξε τη τσάπα και ένα φτυάρι, βρήκε οχιά και σκότωσε που είχε δυο κεφάλια. Στους γιους της έβαλε ψάρια τηγανισμένα, και της νύφης της κακόμοιρας οχιά με δυο κεφάλια.

Τα έφαγε η νύφη και αρρώστησε,

 -νερό, κυρά και πεθερά, νερό γιατί πεθαίνω, νερό κι εσύ αντραδερφέ, νερό γιατί πεθαίνω.

-Νερό εμείς δεν έχουμε, είναι μακριά η βρύση.

-Νερό, Κωστή και νιόγαμπρε, νερό γιατί πεθαίνω. Νερό νερό θέλω να πιω όσο να βγει η ψυχή μου.

Ο Κωσταντής αμέσως άρπαξε το σταμνί  και έτρεξε στη βρύση να φέρει νερό στη καλή του. Αλλά ώσπου να πάει και ώσπου να επιστέψει, τη βρήκε πεθαμένη.

-Μάνα, τη νύφη έφαγες, τώρα φάγε και μένα.

Και έβγαλε το μαχαίρι από την κόξα και το έμπηξε στη καρδιά του.

ΤΟΥ ΜΑΥΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΔΕΡΦΗΣ ΤΟΥ

Ο βασιλιάς και ο Μαυριανός έτρωγαν και έπιναν σε ένα περιβόλι.

Κουβέντα άλλη δεν είχανε, μιλούσαν για τις όμορφες, τις τίμιες και τις παστρικές. Ο Μαυριανός μερακλωμένος από το ποτό, άρχισε να χουμίζει την όμορφη αδερφή του τη Ροδιά.

-ωσάν το ρόδο τ’ανοιχτό, το λουλουδάκι τ’άσπρο έχω κι εγώ μιάν αδερφή, μ’αλήθεια δεν πλανάται.

-Αν την πλανέσω, Μαυριανέ, είντα ν’το στοίχημά σου;

-Αν την πλανέσεις, βασιληά, πάρε την κεφαλή μου, πάλι και ά δεν πλανεθή είντα ’ναι το δικό σου;

-Πάρε το βασιλίκι μου και τη χρυσή κορώνα.

Παίρνει δρόμο ο βασιλιάς, πάει και βρίσκει μάγιστρους και λαοπλάνους και τους στέλνει στο σπίτι της Ροδιάς να την πείσουν με γλυκόλογα και μαγικά να καλοδεχτεί το βασιλιά.

-Χιλιάδες προσκυνήσματα απού το Βασιλέα, κι αν είναι με το θέλημα να μείνη μετά σένα.

Καταλαβαίνοντας η λυγερή κόρη πως δεν μπορούσε να αντισταθεί στο βασιλιά, του μήνυσε καλώς να ορίσει.

Μόλις φύγανε οι μαντατοφόροι, τρέχει η Λυγερή στο μαγειριό και μάζωξε τις υπηρέτριες.

-Βάγιες, απού τσι βάγιες μου ποια θα με ξεμπλέξει, να βάλω γω τα ρούχα της κι εκείνη τα δικά μου;

Από τις σαράντα υπηρέτριες που είχε στη δούλεψη της, καμιά δεν αποκρίθηκε εξών από την πιο μικρή και πιο όμορφη απ όλες.

-Εγώ από τες σκλάβες σου, είμαι που θα σε ξεμπλέξω, να βάλω εγω τα ρούχα σου, να βάλεις τα δικά μου.

Και αφού την άλλαξαν και την ξάλλαξαν, και ενώ τέσσερις την εστόλιζαν, οι άλλες της ορμήνευαν να μην μαρτυρήσει το μυστικό στο βασιλιά ότι και αν της έκανε.

Και εκεί που την χτένιζαν ανέφανε ο βασιλιάς. Με βια την άρπαξε και και σε μια κάμαρη την έβαλε. Και αρχίνησε να την φιλά και να την ξελογιάζει. Και ύστερα που την βαρέθηκε, πήρε για τρόπαια σημάδι και απόδειξη πως κέρδισε το στοίχημα. Της έκοψε το μικρό δαχτύλι, της έκοψε και τη πλεξούδα που ήταν δεμένη με χρυσή κορδέλα. Και τα ξημερώματα φηρμένος εις τα γέλια κατέβηκε τη σκάλα.

Πήγε και βρήκε το Μαυριανό επιδεικτικά και του λέει,

-έλα να ειδείς Μαυριανέ σημάδια της αδερφής σου, το δαχτυλάκι το μικρό και τη χρυσή πλεξούδα.

Μόλις τον άκουσε ο Μαυριανός, με σπαραγμό του απάντησε,

-Δεν είναι τούτα της Λυερής, δεν είναι της ξανθής μου, εξών και να με γέλασε η σκύλλα η αδερφή μου. Σ΄ούλλον τον κόσμο πάρτε με, σ΄ούλλον γυρίσετέ με και στης αδερφής μου την αυλή εκείθε σφάξετέ με.

Μόλις έμαθε τα κακά μαντάτα η Ροδιά, με βιάση εστολίστηκε και με βιάση εξεπόρτισε και πάει στο βασιλιά. Στο δρόμο που επήγαινε έσπρωχνε το πλήθος να περάσει,

-Στην πάντα εσεις οι άρχοντες στην μπάντα και οι αγάδες, να πάω να ειδώ τον Μαυριανό γιατί να τον επνίξουν.

Και την έκουσε ο βασιλιάς και της αποκρίθει,

-Την αδερφή του πλάνεψα και θα τον εφουρκίσω.

-Μα σύ κι αν την επλάνεσες, δείξε μου τα σημάδια.

Και της εξήγησε ο βασιλιάς πως την νύχτα την επλάνεψε και πως πήρε για απόδειξη το μικρό δαχτυλάκι που της έκοψε, καθώς και μια πλεξούδα από τα μαλιά της τυλιγμένα με ολόχρυσην κορδέλλα.

Απλωσε και έδειξε τότε η Ροδιά τα κάτασπρα χεράκια της,

-Για ιδέστε εσείς οι άρχοντες λείπει μου δαχτύλι;

Ύστερα έρριξε πίσω τα σγουρά μαλιά της και συνέχισε,

-Για ιδέστε αγάδες κι άρχοντεες λείπει μου η πλεξούδα; Έ τότες να τον πνίξετε το Μαυριανή στη φούρκα

Και γυρίζοντας στο βασιλιά συνέχισε,

-και εσένα δε σου στέκει πιον ναχεις το βασιλίκι, σαν χοίρος σαν χοιροβοσκός να κάθεσαι στα αλώνια. Σαν νάσουν υπηρέτης μας σαν νάσουν δουλευτής μας

Σύρε και παρε τη μούλα μου να πάς να φέρεις ξύλα. Με τη δούλα μου κοιμήθηκες, και δούλος μου να γείνεις.


Ο ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

Μια χηράτη αγκαστρωμένη κοιλιωπονούσε δεκαπέντε μήνες και το μωρό δεν έβγαινε. Ώσπου στο τέλος πάνω σε μια μαρμαρένια τάβλα, τη βοήθησε ο θεός να γεννήσει ένα γερό παιδί τον Πορφύριο που από μικρό παιδί είχε δύναμη και ανδρεία πολλή. Από μικρούτσικος εζώστηκε τα άρματα και εκαβάλλαε άλογο, από  μικρούτσικος εκυνήγαε και σκότωνε τα άγρια θεριά.

Μικρούτσικος ακόμα, μια μέρα που αμέριμνος καθόταν στο τραπέζι και έτρωγε με μια δούλα να τον κερνά κρασί, μπαίνει μέσα φουριόζα η μάνα του φωνάζοντας οργισμένη,

- Γεύγεσαι, γιε μου, γεύγεσαι κι οι Φράγκοι σ' επλακώσαν.

-Πρόβαλε μάνα μου να ιδείς πόσες χιλιάδες είναι. Αν είναι δυο να χαίρομαι, αν είναι τρεις να πίνω, κι΄αν είναι περισσότεροι σελώστε μου το μαύρο, και δώσε μάνα το σπαθί το Αγιοκωσταντινάτο να βγω να ιδώ τον πόλεμο που κάνουνε οι Φράγκοι.

-Εβγήκα γιε μου κι΄ιδα τους μα τελειωμό δεν έχουν.

Καβαλικεύει το άλογο του και ορμάει έξω να πάει να δει τον πόλεμο που κάνουνε οι Φράγκοι.

Κραδαίνοντας το σπαθί όρμηξε κατά πάνω τους. Στο έμπα έκοψε χίλιες κεφαλές, και στο έβγα δυο χιλιάδες. Και στο άλλο στριφογύρισμα, δεν έβρισκε άλλον να σφάξει.

Και εκεί που εκοίταε όλους τους εχθρούς του σκοτωμένους, άγγελος από τον ουρανό έκθαμβος από το μακελειό, έσυρε μια φωνή μεγάλη,

-Φτάνει πλέον χήρας γιε, κι ο κόσμος θα βουλιάξει, κι ο ουρανός εσείστηκε και η θάλασσα μουγκρίζει.

Νικητής από την επική αυτή μάχη, ο Πορφύρης το πήρε πάνω του και όλο παινευόταν πως δεν φοβόταν κανένα. Ούτε τους ξακουστούς Ακρίτες, ούτε και τον ίδιο τον βασιλιά.

Μα ο βασιλιάς που το άκουσε, πολύ του κακοφάνηκε και πολύ εθυμώθηκε. Και διέταξε τα ασκέρια του να πάνε να τον συλλάβουν. Μα καθώς δεν μπορούσαν να του παραβγούν, περίμεναν μια νύχτα που αποκοιμήθηκε και σαν ήταν κοιμισμένος, τον αλυσόδεσαν. Του έραψαν με μεταξένια κλωστή τα μάτια να μην βλέπει, και πισθάγκωνα του έδεσαν τα χέρια με τριπλές αλυσίδες. Τον έβαλαν στη μέση ολόκληρης της στρατιάς να τον οδηγήσουν στη φυλακή.

Στο δρόμο που επήγαιναν, τους εζήτησε μια χάρη,

-Σούλλον τον κόσμο πάρτε με κι ύστερα στης αδερφής μου, στην αδερφή μου την καλή να την ποχαιρετήσω.

Και εκείνοι στο πεισματικό, τον πήγαν πρώτα στης αδερφής του.

-Δε σούπα εγώ, αδερφάκι μου να μην πολυπαινάσαι γιατί είναι κι άλλοι άρχοντες και άλλα παλληκάρια; Γρύλλωσε τα ματάκια σου να σπάσεις το μετάξι, χέρια και πόδια τέντωσε να σπάσεις τις αλυσίδες. Να πιάσεις το σπαθάκι σου το Αγιοκωνσταντινάτο, να ιδούν οι οχτροί σου τα σκυλιά πώς είν τα παλληκάρια.

Ετέντωσε τα μάθκια του κι έσπασε τις κλωστές. Ετέντωσε και τα χέρια του και έσπασε τις αλυσίδες. Στο έμπα έκοψε χίλιες κεφαλές, και στο έβγα δυο χιλιάδες. Και στο άλλο στριφογύρισμα, δεν έβρισκε άλλον να σφάξει. Και η αδερφή του η καλή έκανε χάζι.

ΤΟ ΠΑΛΕΜΑ ΤΟΥ ΤΣΑΜΑΔΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΟ ΤΟΥ

Ήταν του Άη Γιωρκού και στο δασύλλιο που περίβαλλέ το μικρό εκκλησάκι γινόταν μεγάλο πανηγύρι προς τιμήν του ένδοξου Αγίου. Ο κόσμος ήταν πολλής και δεν τον χωρούσε ο τόπος που ήταν μικρός. Τα αρνιά και τα ρίφια όλα φρέσκα σφαχτάρια γύριζαν στις σούβλες και οι κορασιές σέρναν τον χορό και οι νιοι τις παρακολουθούσαν. Και οι γέροι παρακαλούσαν μην ανεφάνει ο Τσαμαδός ο ληστής και χαλάσει το πανηγύρι.

Δεν τέλειωσαν το παρακάλεμα, και από μακριά φάνηκε ο Τσαμαδός να ροβολά από το βουνό.

Ο Τσαμαδός ήταν Απελάτης με φοβερή δύναμη που ξερίζωνε δένδρα πάνω στα οποία κρέμαγε τους εχθρούς του και τα κουβαλούσε στους ώμους επιδεικνύοντας τη δύναμη του περιδιαβαίνοντας πόλεις και χωριά.

Καβαλικεμένος στο άλογο του με ένα δεντρό στον ώμο οπου πάνω είχε κρεμασμένα θεριά που σκότωσε, προχώρησε και σταμάτησε στη μέση του πανηγυριού.
-Ώρα καλή σας, γέροντες.

-Καλώς το παλληκάρι.
-Ποιος έχει στήθια μάρμαρο και χέρια σιδερένια, να βγει και να παλέψουμε στα μαρμαρένια αλώνια;

Κανείς ν αποκρίθηκε, όλοι φοβισμένοι σιώπησαν και δεν τόλμησαν να παλέψουν μαζί του.

Τη σιωπή ξαφνικά έσπασε η φωνή ενός νιου παλληκαριού, ενός Βλαχόπουλου γιού μια χήρας μπάσταρδος γιος του Τσαμαδού που όμως υιός και πατέρας δεν ήξεραν τη συγγένεια τους, και του  αποκρίθηκε,

-εγώ έχω στήθια μάρμαρο και χέρια σιδερένια, και θα βγω για να παλέψουμε στα μαρμαρένια αλώνια.

Βγήκαν και οι δυο με τα σπαθιά και αρχίνησαν να παλεύουν. Τρικλοποδιά ο ένας, τρικλοποδιά και ο άλλος, μπηχτές ο ένας, μπηχτές και ο άλλος. Όπου πατούσε ο Τσαμαδός βούλιαζε το χώμα, και όπου πατούσε το νιος βούλιαζε το αλώνι. Όπου βαρούσε ο Τσαμαδός το γαίμα επιτούσε, και όπου χτυπούσε το παιδί τα κόκκαλα ελιούσαν.

Πάλευαν, έπεφταν, σηκώνονταν, πάλευαν πάλι, ξανάπεφταν, ξανασηκώνονταν και πάλευαν. Βλέποντας τόση δύναμη ο Τσαμαδός που ξεπερνούσε τη δική του, σταμάτησε το πάλεμα και ρώτησε,
-Κοντοκαρτέρει βρε παιδί, κάτι να σε ρωτήσω. Ποια σκύλα μάννα σ' έκαμε, κι' ο κύρης σου ποιος ήταν;

-Η μάνα μου όταν χήρεψε δεν με είχε γεννημένον, και έμοιασα του πατέρα μου και θα τον ξεπεράσω.

Όταν με τις εξηγήσεις κατάλαβαν πως ήταν γιος και κύρης, το παιδί έπιασε τον πατέρα του από το χέρι να τον πάει στη μάνα του.

Και η χήρα όταν τους είδε από μακριά, έστρωσε τραπέζι. Και όσο έτρωγαν και έπιναν τους κερνούσε. Κρασί κέρναγε τον ένα, φαρμάκι κέρναγε τον άλλο. 

9 Δεκεμβρίου 2023

ΕΞΑΓΓΕΛΙΑ ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΑΣ

 


Κατόπιν διαβουλεύσεων με πολλούς φίλους και συνεργάτες καθώς και οργανωμένα σύνολα, εξαγγέλλω επισήμως ότι κατέρχομαι ως υποψήφιος Κοινοτάρχης Έμπας στις προσεχείς εκλογές.

Με την πολύχρονη μου διατριβή στα κοινά ώς κοινοτικός Σύμβουλος και ως Σχολικός Εύφορος και υπεύθυνος του Δημοτικού Σχολείου, ως εκπρόσωπος του Κοινοτικού Συμβουλίου στο κέντρο Απασχολήσεις Ενηλίκων και ως Πρόεδρος του Συνδέσμου παράχτιας Αλιείας Πάφου, έχω την γνώση και το χρόνο να διοικήσω την κοινότητα Έμπας. Να την παραλάβω και να την παραδώσω την επόμενη 5 ετία ως ισάξια Ευρωπαϊκή κοινότητα. (όχι με λόγια αλλά με Πράξεις).

Διάφορα έργα με τα οποία θα ασχοληθώ και θα δώσω προτεραιότητα, είναι τα ακόλουθα.

1.     Εφόσον η κοινότητα Έμπας δεν συνορεύει με τη  θάλασσα και δεν διαθέτει τουριστικές μονάδες, πρέπει να προωθήσομε και να επισπεύσουμε τους κύριους δρόμους.

2.     Τα αγροτεμάχια να μετατραπούν σε εμπορικά όπως είναι η Λεωφόρος Έμπας και η Λεωφόρος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και Αγίου Στεφάνου για να ανεγερθούν επιχειρήσεις και να αυξηθούν και τα εισοδήματα της κοινότητας.

3.     Διαθέτουμε μεγάλο κρατικό περιφερειακό έδαφος που είναι προνομιούχο για πανεπιστήμιο και διάφορα άλλα έργα.

4.     Θα παροτρύνουμε την Επαρχιακή Διοίκηση και τα Δημόσια έργα, για να επισπεύσουν και υλοποιήσουν εργασίες σε κύριους δρόμους με την κατασκευή κυκλικών κόμβων για την αποφυγή δυστυχημάτων.

5.     Είναι η αναγκαία η ανέγερση ΣΚΕ, Μουσείο Λαϊκής τέχνης και Κέντρο νεότητος.

6.     Θα Επισπεύσουμε την ανάπλαση του δρόμου στον πυρήνα του χωριού και να δημιουργήσουμε επί πλέον περισσότερους χώρους στάθμευσης.

7.     Για το Μεταναστευτικό που είναι ένα σοβαρό θέμα τα τελευταία χρόνια στην Κοινότητα πρέπει να επιδιώξουμε να βρούμε τρόπους αντιμετώπισης.

8.     Για την Καθαριότητα, την ρύπανση και την ανακύκλωση που είναι σοβαρά προβλήματα, υπόσχομαι εάν εκλεγώ, να βρω λύσεις.

Με αυτά ως πρωτεύοντα, αλλά και πολλά άλλα προβλήματα θα ασχοληθώ κατόπιν που θα αφουγκραστώ τους πολίτες ανεξαρτήτως κομματικής ιδεολογίας.

Με εκτίμηση

Λεωνίδας Λεωνίδου

6 Δεκεμβρίου 2023

Απεβίωσε η Πολλυξένη Παναρέτου (της οικογενείας Χαρ. Μαύρου)

 


ΚΗΔΕΙΑ

Απεβίωσε σήμερα σε ηλικία 87 ετών η Πολλυξένη Παναρέτου (της οικογενείας Χαρ. Μαύρου). Η κηδεία της θα τελεστεί αυριο Πέμπτη 7/12 η ώρα 14:00 στον Άγιο Στέφανο Λέμπας. Η οικογένεια της αντί στεφάνων, θα δέχεταιν εισφορές για την εκκλησία του αγίου Στεφάνου

ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΨΑΡΑΔΩΝ

 

6 Δεκεμβρίου του Αγίου Νικολάου, η γιορτή των θαλασσινών.

Οι ψαράδες της Πάφου σήμερα γιόρτασαν την μνήμη του Αγίου με αγιασμό στο λιμάνι της Κάτω Πάφου. Ο πρόεδρος των ψαράδων Λεωνίδας Λεωνίδου-Λουρικός, ευχαρίστησε τον μητροπολίτη Πάφου που τέλεσε τον Αγιασμό, καθώς τους εκπροσώπους των κομμάτων Χαράλαμπο Πιττοκοπίτη, Πάμπο Πάζαρο, Ηλία Μυριάνθους, Βαλεντίνο Φακοντή, και όλους τους παρευρισκομένους.

Ήταν μια απέριττη τελετή που διοργάνωσε ο σύνδεσμος Ψαράδων της Πάφου και που οι παρευρισκόμενοι γνώρισαν από κοντά και δια ζώσης τον νέο μητροπολίτη Πάφου ο οποίος και ευλόγησε τα ύδατα και τους παρευρισκομένους.

26 Νοεμβρίου 2023

ΣΤΙΣ ΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

 Η ΦΘΟΡΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Οι κατέχοντες εξουσία πρέπει να τη διαχειρίζεται σύμφωνα με τον νόμο με ισονομία και σεβασμό προς τον πολίτη, με λογική και δικαιοσύνη.

Οι πολίτες οι οποίοι δίνουν αυτήν την εντολή με την ψήφο τους, πρέπει να γνωρίζουν ότι οι άνθρωποι που καταλαμβάνουν εξουσία, ως εκ της φύσεως τους με την συνεχή τριβή αυτής της ενάσκησης καταλαμβάνονται από αρχομανία και καταπίπτουν σε πρωτόγονα ένστικτα ενεργώντας πέραν των καθηκόντων τους, με υπεροψία και ετσιθελισμό θέλοντας να αποδείξουν μια ανωτερότητα έναντι των άλλων, αλλά δυστυχώς αναδεικνύοντας τοιουτοτρόπως την ματαιοδοξία τους.

Πρέπει λοιπόν οι πολίτες να γνωρίζουν ότι παραδίδοντας την εξουσία σε ανθρώπους, την παραδίδουν σε θηρία που ενεργούν με αρχέγονα ένστικτα που ως γνωστόν η συμπεριφορά του θηρίου καταλήγει στην κατασπάραξη της λείας του. Και οι κρατούντες με τις πολιτικές τους, συνήθως καταλήγουν να κατασπαράσσουν το λαό, δημιουργώντας στρατιές δυσαρεστημένων.

Γι’ αυτό οι πολίτες όταν προσέρχονται στις κάλπες με μεγάλη περίσκεψη, με υπευθυνότητα και με οραματική σκέψη πρέπει να εκφράζουν την βούλησή τους και να επιλέγουν τους ικανούς, συνετούς, υπεύθυνους, έντιμους και υπηρέτες των ανθρωπίνων αξιών. Να καταδικάζουν τους αναξιόπιστους, τους λαοπλάνους και τους λαϊκιστές που με επιτηδευμένη δολιότητα και καλυμμένη σκοπιμότητα παραπλανούν και εξαπατούν των λαό.

Πρέπει να εκλέγουν καινούργιους και να απομονώνουν όσους παλαιούς ως θηρία ενήργησαν κατά την περίοδο της θητείας τους.

Πρέπει εν κατακλείδι να ψηφίζουν καινούργιους ανθρώπους με την ελπίδα ότι θα αργήσουν να γίνουν και αυτοί άγρια θηρία που κατασπαράσσουν το θήραμα τους.

Υ.Γ.

Και αν καμιά φορά φανούν τυχεροί, στους πολλούς ίσως βρεθεί ένας ηγέτης που να είναι έντιμος και θα παραμείνει εσαεί έντιμος.

21 Νοεμβρίου 2023

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΜΠΑΣ

Στην παραλία του Κοττσιά στη Χλώρακα κατά περιόδους η άμμος ξεβράζεται σε απεριόριστους τόνους στην ακτή, με αποτέλεσμα η θάλασσα να ξεβαθαίνει και ο βυθός της έως βαθιά, να είναι στρωτός με άμμο, οπότε τα παλιά χρόνια που δεν υπήρχαν λιμάνια στην Πάφο, χρησιμοποιούταν ως αποβατικό μέρος των πλοίων φορτηγών που κατέφθαναν από άλλες χώρες είτε για να φορτώσουν, είτε για να ξεφορτώσουν, και προσάραζαν στην ακτή. Ως εξ αυτού η περιοχή ονομαζόταν ΕΜΠΑ ΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ, και εξ αυτού πήρε το όνομα εκ παραφθοράς το χωριό της Λέμπας καθώς και της Έμπας τα οποία και τα δύο ήταν τσιφλίκια και κυρίως με αυτά έκαναν δοσοληψίες οι πλοιοκτήτες και οι καπετάνιοι φέρνοντας εμπορεύματα και δούλους, και φορτώνοντας κυρίως ζάχαρη, ζαχαροκάλαμα και τεύτλα.

Τις πληροφορίες έλαβα από απόγονον –γέρον πλέον- του τελευταίου ιδιοκτήτη του τσιφλικιού, Κοτζάμπαση της Κύπρου Ανδρέα Σολομωνίδη εξ  Έμπας. 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

20 Νοεμβρίου 2023

Η ΧΛΩΡΑΚΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΑΝΑΝΕΩΣΗ

Τα συμπτώματα φθοράς και αποτελμάτωσης είναι έκδηλα τον τελευταίο καιρό σε πολλές πτυχές του κοινοτικού έργου στη Χλώρακα. Η καθαριότητα αναποτελεσματική, το οδικό δίκτυο και οι μονοδρομήσεις αναποτελεσματικές, οι θάλασσες λερωμένες και περίκλειστες χωρίς εύκολες προσβάσεις και οι σπατάλες χρημάτων σε έργα σε εκκλησιαστική γη αμέτρητα.

Με την παγίωση ενός αδιαφανούς κυκλώματος, οι κοινοτικοί άρχοντες που καταχρώνται της μικρής εξουσίας που απολαμβάνουν και με μια τάση αρχοντοχωριατισμού, από τον θρόνο τους με αλαζονεία απολαμβάνουν τη μικρή αξία την προερχόμενη εκ της ασήμαντης εξουσίας τους και με αλαζονεία ασκούν τη ενάσκηση των καθηκόντων τους με εμφανή τα συμπτώματα κόπωσης και παραίτησης. Σε μια συνεχή κατάπτωση με μυστικοπαθή συμπεριφορά και αδιαφάνεια ενασκούν τα καθήκοντα τους με μια διαβρωτική επίδραση που έχει η μακρά άσκηση της εξουσίας πάνω τους.

Με όλα αυτά αντιλαμβάνεται κανείς πως η εναλλαγή της εξουσίας λειτουργεί ως ανάσχεση της φθοράς και της διαφθοράς και δίνει τη δυνατότητα σε νέους ανθρώπους με όρεξη και καινούργιες ιδέες να βγάλουν τη κοινότητα από την αποτελμάτωση, ανθρώπους που να μην σύρονται από τα μεγάλα συμφέροντα, ανθρώπους που θα επιφέρουν τη διαφάνεια που εκλείπει στα κοινοτικά πεπραγμένα.

Εφόσον, λοιπόν, σε λίγους μήνες έχουμε εκλογές, δίνεται η δυνατότητα στους ψηφοφόρους να επιφέρουν την αλλαγή. Μια αλλαγή που θα αποτρέψει τη φθορά και τη διαφθορά καθώς όλοι καλά γνωρίζουμε πως σ’ αυτόν τον δύσμοιρο τόπο η συνεχής ενάσκηση της εξουσίας διαβρώνει τους κρατούντες.


18 Νοεμβρίου 2023

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ-ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΧΛΩΡΑΚΑΣ (Π.Π.Ο.Χ.).

 ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΠΟΧλώρακας

Είναι με ικανοποίηση που πληροφορηθήκαμε σήμερα, ότι το θέμα που ταλάνιζε τον συγχωριανό μας κ.Ζαχαρία Γεωργίου λύθηκε

με το κλείσιμο της πισίνας που ήταν η αιτία του κακού.
Ένα θέμα που ταλαιπώρησε αρκετά και τον Όμιλό μας, που βρέθηκε στο στόχαστρο του κ. Ζαχαρία εντελώς άδικα και αδικαιολόγητα.

Όλη η αλήθεια έχει ως εξής:
Για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο κ. Ζαχαρίας, ο πρόεδρος του Π.Π.Ο.Χ. κατόπιν απόφασης του ΔΣ, προέβη στις πιο κάτω ενέργειες.
α) Συναντήθηκε, συνοδευόμενος από αντιπροσωπεία του ομίλου μας, με τον πρόεδρο του Κ.Σ.Χλώρακας όπου και έθεσε το θέμα.
β) Είχε συνάντηση με την Έπαρχο Πάφου, στην παρουσία και του κ. Ζαχαρία Γεωργίου.
γ) Έστειλε επιστολή στο Υπουργείο Εσωτερικών.
δ) Έστειλε επιστολή στο υπουργείο υγείας.
ε) Έστειλε επιστολή στις Υγειονομικές Υπηρεσίες Πάφου.

Δηλαδή ο Όμιλος συμπαραστάθηκε στον κ. Ζαχαρία με όλες του τις δυνάμεις και σε όλα τα επίπεδα.
Τον μόνο που δεν ενημέρωσε για το θέμα του, ήταν τον πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Μπορεί να μην υπήρξε τότε το επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά τι άλλο μπορούσε να κάνει ο Π.Π.Ο.Χ ;
Σε ποιές άλλες ενέργειες θα μπορούσε να προβεί ;
Να εισβάλει ετσιθελικά και παράνομα, σε ξένο σπίτι και να κλείσει την πισίνα ;

Γι' αυτό θεωρούμε ότι είναι το άκρον άωτον της αχαριστίας, να έχει ο κ. Ζαχαρίας παράπονο από τον Π.Π.Ο.Χ. και τον πρόεδρό του.

Τότε που συνέβαιναν όλα αυτά, ο κ. Ζαχαρίας εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του και τις θερμές του ευχαριστίες προς το Π.Π.Ο.Χ., αλλά και προσωπικά στον πρόεδρό του, τον οποίο παρομοίαζε σαν "ένα μεγάλο κομμάτι ατόφιο χρυσάφι", και τον αποκαλούσε "λεβέντη, μεγάλο και καλό φίλο, και ότι ένοιωθε περήφανος που υπήρξε μαθητής του".
(Όλα όσα αναφέρουμε υπάρχουν κατεγραμμένα σε γραπτή αλλά και σε έντυπη μορφή).
Τι άλλαξε όμως από τότε και ο κ. Ζαχαρίας από ένθερμος υποστηρικτής, έγινε ορκισμένος εχθρός του Ομίλου μας, αλλά και του προέδρου του ;
Τι άλλαξε και ενώ κάποτε δίδασκε την ανθρωπιά, την φιλαλήθεια, την αγάπη και την συγχώρεση, μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε Κρόνο που τρώει τα παιδιά του ;

Τα πράγματα είναι πολύ απλά.
Ο ίδιος είχε έντονη αντιπαράθεση με τον κοινοτάρχη και το Κ.Σ.Χ ενώ ο Όμιλός μας διατηρούσε άριστες και αγαστές σχέσεις, τόσο με τον πρόεδρο της κοινότητας, όσο και με το Κοινοτικό Συμβούλιο.
Αποτέλεσμα αυτής της άριστης συνεργασίας,
ήταν η χρηματοδότηση εκ μέρους του Κ.Σ.Χ. πολλών δραστηριοτήτων του Ομίλου μας, προς όφελος ολόκληρης της κοινότητάς μας.
Ο κ. Ζαχαρίας είχε την απαίτηση να αντιπαραταχθούμε με όλες μας τις δυνάμεις, σαν όμιλος, με τον κοινοτάρχη και το Κοινοτικό Συμβούλιο, επειδή δεν είχαν λύσει το πρόβλημά του.
Αυτό, του έχει γίνει έμμονη ιδέα και σκοπός ζωής.
Γι' αυτό μιλούσε με τόση κακία, που έφτανε τα όρια της εμπάθειας και του μίσους, για τον κοινοτάρχη, για τον Π.Π.Ο.Χ. και τον πρόεδρό του.

Ήταν όμως σωστό, εμείς σαν όμιλος, να διαλύαμε τα πάντα, για να ικανοποιήσουμε τα καπρίτσια και τις εμμονές του οποιουδήποτε ;
Όποιος πίστευε ότι αδικείτο υπήρχε και η νομική οδός.
Ποιος εμπόδιζε τον κ. Ζαχαρία να αποταθεί στη δικαιοσύνη ;

Δεν μπορεί να κατηγορείται ο πρόεδρος του Ομίλου σαν showman, τη στιγμή που ανήκει στην ακριβώς αντίθετη κατηγορία Ανθρώπων, που απεχθάνονται την προσωπική προβολή.
Ο Ανδρέας Κυριακού είναι ο ιθύνων νους του Ομίλου μας και ο Άνθρωπος πίσω από την λειτουργία της Θεατρικής Ομάδας, της Θεατρικής Ακαδημίας και πίσω από το Κοινοτικό Θεατρικό Εργαστήρι.
Ο Άνθρωπος που εκπροσωπεί επάξια τον Ομιλό μας σε όλες τις συνεδριάσεις εκτός Πάφου με δικά του έξοδα και που ΟΥΔΕΠΟΤΕ καταδέκτηκε, αν και του προτάθηκε, να πάρει έστω και ένα ευρώ.
Η παρουσία και η ανάμιξη του Ανδρέα Κυριακού στα κοινά, αποτελεί ευλογία για την κοινότητά μας, και είναι το άκρον άωτον της αχαριστίας και του παραλογισμού να κατηγορείται τόσο άδικα από ορισμένους.
Το γεγονός ότι ο κ. Ζαχαρίας υπήρξε παλιός εκπαιδευτικός και σεβαστό μέλος της κοινότητάς μας, δεν τον καθιστά υπεράνω κριτικής.
Αντίθετα η παλιά του ιδιότητα, τον "φορτώνει" με περισσότερες ευθύνες και έπρεπε ο ίδιος να είναι διπλά προσεκτικός, στο λόγο και στις πράξεις του.
Το παλιό του λειτούργημα δεν αποτελεί για τον ίδιο κολυμβήθρα του Σιλωάμ, για να του συγχωρούνται τα πάντα.
Δεν έχει κανένα απολύτως δικαίωμα να προσβάλλει με αστήρικτες κατηγορίες και να λοιδωρεί τα άτομα που αποτελούν το ΔΣ του Π.Π.Ο.Χ. ούτε τον πρόεδρο του Ομίλου, χωρίς να του έχουν φταίξει σε τίποτε, αλλά αντίθετα να τον έχουν βοηθήσει με όλες τους τις δυνάμεις, στο πλαίσιο πάντα των δυνατοτήτων τους.
Πρέπει να γνωρίζει πως όσο σεβασμό και αξιοπρέπεια επιζητεί ο ίδιος για τον εαυτό του, ακριβώς τον ίδιο σεβασμό πρέπει να επιδεικνύει και ο ίδιος προς όλους τους υπόλοιπους.

ΥΓ
----
Η αχαριστία σε όλο της το μεγαλείο.
Ο κ. Ζαχαρίας ευχαρίστησε και λιβάνησε σήμερα μέσω του διαδικτύου, αυτούς που μέχρι χθες ύβριζε και κατηγορούσε ασύστολα, και αγνόησε παντελώς τον ΠΠΟΧ και τον πρόεδρό του, δηλαδή αυτούς που στάθηκαν δίπλα του με πράξεις και κυριολεκτικά έδωσαν μάχες για να πετύχει τον σκοπό του.
Δια της στάσης του, επιβεβαίωσε την σοφή ρήση των παππούδων μας,
"ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΥΠΟ ΣΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΗΘΕΝΤΕΣ"


1 Νοεμβρίου 2023

ΠΠΟΧλώρακας, ΨΗΦΙΣΜΑ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ 

ΨΗΦΙΣΜΑ

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού- Περιβαλλοντικού Ομίλου Χλώρακας συνήλθε σήμερα 31/10/2023 με πλήρη σύνθεση για λήψη αποφάσεων επί διαφόρων θεμάτων.

Ξεχωριστή συζήτηση διεξήχθει για το θέμα των ψευδών και ανυπόστατων κατηγοριών εναντίον του Ομίλου μας,
αλλά και προσωπικά εναντίον του προέδρου μας κ. Αντρέα Κυριακού.

Μετά από διεξοδική συζήτηση και ψηφοφορία, το ΔΣ κατέληξε στην πιο κάτω απόφαση παμψηφεί την οποία και κοινοποιεί προς κάθε ενδιαφερόμενο.

Απορρίπτει και καταδικάζει με τον πιο έντονο και κατηγορηματικό τρόπο, τις άδικες, ανυπόστατες και αήθεις κατηγορίες και λεκτικές επιθέσεις από ένα/δύο άτομα εναντίον του Ομίλου μας, αλλά και εναντίον του προέδρου μας κ. Αντρέα Κυριακού.
Ενός Ανθρώπου με Α κεφαλαίο, ικανότατου, τίμιου, χαρισματικού, ευγενέστατου και ακούραστου εργάτη του πολιτισμού, που εργάζεται αφιλοκερδώς με ανιδιοτελή κίνητρα, σε πλήρη και αγαστή συνεργασία με τον πρόεδρο και τα μέλη του ΚΣ Χλώρακας, με μόνο στόχο και σκοπό την ανύψωση των πολιτιστικών δρώμενων και των περιβαλλοντικών προβλημάτων της κοινότητάς μας, αλλά και ολόκληρης της επαρχίας μας.

Είναι απορίας άξιον η στοχοποίηση του προέδρου μας, που αντί ευχαριστιών για τις αξιέπαινες πράξεις του, κάποιοι, ευτυχώς ελάχιστοι, έχουν το θράσος για προσωπικές υποθέσεις τους, που δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του ομίλου ή του προέδρου μας, να τον κατηγορούν, να τον λοιδωρούν, και να τον θεωρούν σαν εξιλαστήριο θύμα των παράλογων απαιτήσεών τους.

Δηλώνουμε απερίφραστα, την πλήρη και αμέριστη υποστήριξη και συμπαράστασή μας προς τον πρόεδρο του Ομίλου μας, και ενημερώνουμε τους συκοφάντες ότι θα σταθούμε ασπίδα και ανάχωμα μπροστά του, για το καλό της κοινότητάς μας.

Το ΔΣ του Π.Π.Ο.Χ. αποτελείται από άτομα που εργάζονται και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους αμισθί, γιατί αγαπούν και υπηρετούν την κοινότητά τους.
Δεν θα δεχθούν ούτε θα ανεχθούν πλέον να σχολιάζονται οι ίδιοι, ή ο Όμιλος που εκπροσωπούν, ή να θίγονται και να κατηγορούνται άδικα, από άτομα με ιδιοτελή
κίνητρα και συμφέροντα.
Επειδή "καθαρός ουρανός, αστραπές δεν φοβάται", ας προσέξουν αυτοί οι γνωστοί επαγγελματίες κατήγοροι και συκοφάντες γιατί υπάρχει και η νομική οδός.
Ήδη βρισκόμαστε σε επικοινωνία με τους νομικούς συμβούλους του Ομίλου μας.

Ελπίζουμε ότι τα άτομα αυτά, θα προβούν σε δεύτερες και σοφότερες σκέψεις και δεν θα χρειασθεί να επανέλθουμε.

Εκ μέρους του Δ Σ του Π.Π.Ο.Χ.
31/10/2023


9 Οκτωβρίου 2023

ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

Αγία Ελένη

Ο Ρήγας Αλέξης

Ο καλός πρίγκιπας Απολλώνιος

Ο Πτωχολέων και ο βασιλιάς

Το μπιρμπιρίνι

Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον

Ο βοσκός και ο διάολος

Ο βασιλιάς και ο χωρικός

---------------------------------


ΑΓΙΑ ΕΛΕΝΗ

Ο αυλικός σύμβουλος βασιλικός γραμματέας επι φραγκοκρατίας Λεόντιος Μαχαιράς, στο χρονικό του «Περί της γλυκείας χώρας Κύπρου», αναφέρει,

Ο μέγας Κωνσταντίνος, μετά που βαπτίσθηκε Χριστιανός, είδε ότι η Κύπρος, έμεινε πτωχή διότι εγίνηκεν μεγάλη πείνα από ξηρασία και όλη η σπορά χάθηκε και η πείνα γίνηκε μεγάλη και όλα τα νερά των βρύσων εξεράναν και επήγαιναν οι άνθρωποι από τόπο σε τόπο με τα κτηνά τους να βρούν νερό να ζήσουν. Και όλα στέγνωσαν και λάκκοι και βρύσες, και αφήκαν την πανθαύμαστην Κύπρο και περάσαν εδώ και εκεί για  να βρουν ανάπαυσιν. Και το νησί έμεινε χωρίς κατοίκους για αρκετό καιρό.

Και όταν  ο μέγας Κωνσταντίνος από την ειδωλολατρία στράφηκε στη πίστη του Χριστού, έδωκεν ορισμό στην μητέρα του αγία δέσποινα Ελένη να πάει στα Ιεροσόλυμα να γυρέψει τον τίμιο σταυρό.

Και η Αγία Ελένη μονομιάς εσάλπαρε και επήγε στην Ιερουσαλήμ, και με μέγαν κόπο και πολλά έξοδα και φοβερίσματα βρήκε τον τίμιο σταυρό και τους άλλους δύο σταυρούς των ληστών και τα καρφιά και τον στέφανον τον ακάνθινο και λίγες σταξιές από το αίμα του Κυρίου που έσταξαν σε έναν πανί.

Βλέποντας τα εποθαυμάστηκεν και διέταξε και έκτισαν από γης πολλές εκκλησίες εις την Ιερουσαλήμ επί ονόματος του θεού του ζώντος και του ζωοποιού σταυρού και ετελείωσεν τες, και άλλες άφησεν χρυσόν και ετελειώσαν τες.

Και όταν μετά από θαλασσοταραχή έφτασαν και άραξαν στην Κύπρο, κατέβασε από το πλοίο το σεντούκι με τους τίμιους σταυρούς. Όταν κατάκοπη έπεσε να κοιμηθεί, είδε σε όραμα ότι ένα νεαρό παλικάρι της είπε,

-Κυρία μου Ελένη, σαν επήγες στην Ιερουσαλήμ και έκτισες πολλούς ναούς, το σωστό είναι και σε αυτή τη χώρα να κτίσεις ναό εις το όνομα του τιμίου και ζωοποιού σταυρού και να βάλεις μέσα από τα τίμια ξύλα, πού βαστάς.

Η ταπεινή αυτοκράτειρα ανταποκρινόμενη προς το θεϊκό όραμα, έκτισε ναό στο Σταυροβούνι και δώρισε ένα από τα καρφιά της Σταυρώσεως και τον ένα από τους δύο σταυρούς των ληστών, αφού προηγουμένως είχε τοποθετήσει στο κέντρο του ένα τεμάχιο από το Τίμιο Ξύλο.

Ο ΡΗΓΑΣ ΑΛΕΞΗΣ

Ο μεσαιωνικός χρονικογράφος Λεόντιος Μαχαιράς που κατέγραψε τα ιστορικά γεγονότα της επανάστασης των Κυπρίων εναντίον των Φράγκων, τα αντιμετώπισε με ιδιαίτερη εχθρότητα, αποκαλώντας λύκους, καταραμένους και κλέφτες τους εξεγερμένους δουλοπάροικους που καθώς αν και Κύπριος βρισκόταν σε πλήρη συνεργασία με το Φράγκικο βασίλειο. 

Το 1192 οι Φράγκοι Λουζινιανοί αγόρασαν την Κύπρο από τον Ριχάρδο και επέβαλαν καθολικά το φεουδαρχικό σύστημα σε όλο το νησί. Σκληροί οι κατακτητές κάθισαν στο σβέρκο του λαού ο οποίος ένιωσε την καταπίεση τους στο μέγιστο βαθμό. Αυτοί ζούσαν στην πολυτέλεια και στη χλιδή, ενώ ο Ελληνικός Χριστιανικός πληθυσμός καλλιεργούσε τα κτήματα των φεουδαρχών και ζούσε σε δυσχέρεια και ανείπωτη φτώχεια πληρώνοντας βαριούς φόρους και οι τιμωρίες για τους ανυπάκουους ήταν απάνθρωπες. Ακόμα πωλούνταν ως σκλάβοι, ή και ανταλλάζονταν με άλογα και γαϊδούρια. Δεν έφταναν όλα αυτά, οι Φράγκοι επιχείρησαν τον βίαιο εκλατινισμό του νησιού.

Με τόση καταπίεση ο λαός δοκίμασε πολλές φορές να ξεσηκωθεί, αλλά πάντα οι εξεγέρσεις πνίγονταν στο αίμα.

Η πιο μεγάλη και επιτυχημένη επανάσταση έγινε επί βασιλείας Ιανού, με ηγέτη των εξεγερμένων τον Ρε Αλέξη.

Ο Ρήγας Αλέξης καταγόταν από τη Μια μηλιά της Αμμοχώστου και  γεννήθηκε πτωχός και δουλοπάροικος. Με την εξυπνάδα, την εργατικότητα και την υπακοή του κατάφερε να ανελιχθεί σε ιπποκόμο και αγγελιοφόρο του βασιλιά. Με την ευνοϊκή θέση που κατείχε και τη κοινωνική υπόσταση που πέτυχε, θεωρείτο ένας ευκατάστατος προεστός. Παρ όλα αυτά όταν ήρθε ο καιρός τα απαρνήθηκε όλα και πρωτοστάτησε για την ελευθερία του λαού του.  

Έτσι όταν το 1426 εισέβαλαν στο νησί Σαρακηνοί Μαμελούκοι από την Αίγυπτο και κατατρόπωσαν το στρατό του βασιλιά Ιανού στη μάχη της Χοιροκοιτίας αιχμαλωτίζοντας τον ίδιο και λεηλατώντας το μεγαλύτερο μέρος της Κύπρου, βρήκαν την ευκαιρία οι Κύπριοι να επαναστατήσουν.

Καθώς φεύγοντας οι Σαρακηνοί άφησαν χάος αι αποδιοργάνωση, ο Ρε Αλέξης εκμεταλλευόμενος την ακυβερνησία και την απουσία του βασιλιά, κάλεσε τον λαό να ξεσηκωθεί.

Ο Ρε Αλέξης σαν υπάλληλος του Βασιλέως είχε το προνόμιο της ελεύθερης διακίνησης σε αντίθεση με τους υπόλοιπους δουλοπάροικους, έτσι μετακινούμενος σε όλη την Κύπρο, μπόρεσε να δει και να νιώσει τη στυγνή εκμετάλλευση που υφίσταντο οι Κύπριοι. Έτσι συνειδητά, εγκατέλειψε τα προνόμιά του και ανέβηκε στο βουνό, για να οργανώσει τα αντάρτικα που ήδη υπήρχαν και δρούσαν εκεί.

Έτσι μετά την αποχώρηση των Σαρακηνών, το κίνημα του Ρε Αλέξη εκδηλώθηκε αμέσως εκμεταλλευόμενο την αποδιοργάνωση που επικρατούσε.

Υπό τις οδηγίες του δημιουργήθηκε ένα κίνημα οργανωμένο και με πλατιά απήχηση μέσα στο λαό. Οι επαναστάτες ανακήρυξαν τον Ρε Αλέξη σε Ρήγα Αλέξη και μαζί έφτιαξαν δικό τους στρατό που συγκρούστηκε με τους Φράγκους. Συγκρούστηκαν και κέρδισαν και διαμοίρασαν τη γη στους πτωχούς, ενώ οι αποθήκες των ευγενών λεηλατήθηκαν και τα προϊόντα όπως κρασιά, ζάχαρη, σιτηρά,  και αυτά διαμοιράστηκαν στον ξεσηκωμένο λαό.

Η είδηση για την επανάσταση στην Κύπρο θορύβησε τις βασιλικές αυλές της Δύσης, και για να δώσουν ένα παράδειγμα τιμωρίας βοήθησαν τους Φράγκους στέλνοντας στρατεύματα για να καταπνίξουν την εξέγερση.

Πέτυχαν την απελευθέρωση του Ιανού και έστειλαν χιλιάδες ιππότες στο νησί. Φονικές μάχες και σφαγές άρχισαν. Χιλιάδες οι νεκροί Κύπριοι, άλλοι ακρωτηριάζονταν κι άλλοι ρίχνονταν από τα τείχη της Λευκωσίας. Η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα. Η τύχη που περίμενε τον Ρε Αλέξη ήταν φρικτή. Τον συνέλαβαν Ιωαννίτες ιππότες στου Μόρφου και τον μετέφεραν στη Λευκωσία, Οι Φράγκοι τον βασάνισαν απάνθρωπα και σχεδόν μισοπεθαμένο τον διαπόμπευσαν στους δρόμους και το λατινόφωνο πλήθος τον έφτυνε και τον χτυπούσε. Και ύστερα οι ευγενείς τον κρέμασαν σε μια συκαμινιά.

Με αυτό τον τρόπο τέλειωσε η εξέγερση που κράτησε ελεύθερη τη νήσο για δέκα μήνες.

---------------------------------

Ο ΚΑΛΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ

Η Διήγησις Απολλωνίου της Τύρου είναι μια δημώδης και περιπετειώδης έμμετρη Μυθιστορία σε έμμετρο λόγο του 3ου ή 4ου αιώνα μ.Χ.˙

Ο αντριωμένος πρίγκιπας Απολλώνιος εξέχων πολίτης της Τύρου τίμιος και ηθικός άνθρωπος, ζούσε χρηστά κατά το πρέπον ως όριζαν οι παρακαταθήκες της Αγίας εκκλησίας.

Καθώς ως πρίγκιπας ζούσε κοντά στο παλάτι παρακολουθούσε τις ακολασίες του βασιλέως και εξανίστατο, αλλά κυρίως δεν άντεχε την μέγιστη αμαρτία της αισχρής αιμομιξίας που διέπραττε. Για να τον αναγκάσει να συνετιστεί, αποκάλυψε στο λαό τις ακολασίες του.

Ο αμαρτωλός βασιλιάς θύμωσε και αποφάσισε να τον τιμωρήσει. Διέταξε τους φύλακες να τον συλλάβουν και να τον φυλακώσουν. Πριν φτάσουν όμως οι στρατιώτες στο σπίτι του, ο Απολλώνιος πληροφορήθηκε τις προθέσεις του βασιλιά, και έτσι διωκόμενος μπήκε σε ένα πλοίο να δραπετεύσει.

Στη θάλασσα της Λιβύης δυστυχώς ξέσπασε μεγάλη φουρτούνα και βούλιαξε το πλοίο. Τυχερός ο Απολλώνιος γλύτωσε και βγαίνοντας στη στεριά, με ρούχα ζητιάνου παρουσιάστηκε στο βασιλιά Αρχίστρατο της Τρίπολης ο οποίος τον δέχτηκε στη δούλεψη του ως μουσικό διδάσκαλο.

Με την ευγένεια και τη μόρφωση που τον διακατείχε, κατάφερε να αποκτήσει την εύνοια του βασιλέως ο οποίος του ανέθεσε τη μουσική διδασκαλία της κόρης του Αρχιστρατούσας. Η όμορφη κόρη ερωτεύτηκε τον δάσκαλο της, και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας έρωτας παράφορος. Και ο καλός βασιλιάς καθώς είχε πολύ συμπαθήσει τον Απολλώνιο, και καθώς αγαπούσε πολύ την κόρη του, δεν της χάλασε χατίρι και αποφάσισε και τους πάντρεψε.

Ως άνθρωπος με τιμή και μόρφωση, αλλά ένεκα και της καλής του συμπεριφοράς προς όλους τους ανθρώπους, ο Απολλώνιος έγινε πολύ συμπαθής και αγαπητός στο λαό ο οποίος ζήτησε από τον βασιλέα να τον διορίσει να αναλάβει την βασιλεία της πόλεως της Αντιόχειας.

Έτσι έγινε, και όταν ήρθε ο καιρός επιβιβάστηκαν σε ένα πλοίο να πάνε στη μεγάλη πόλη.

Στο ταξίδι όμως μεσοπέλαγα ξέσπασε μεγάλη θαλασσοταραχή και από την ταλαιπωρία την Αρχιστρατούσα έπιασαν οι κοιλόπονοι με αποτέλεσμα να γεννήσει πρόωρα και η ίδια έπεσε σε νεκροφάνεια.

Απαρηγόρητος ο Απολλώνιος νομίζοντας την πεθαμένη, τοποθέτησε το σώμα της σε φέρετρο και το άφησε στη θάλασσα, ενώ την κόρη του που τη βάφτισε στον αέρα Ταρσία, την εμπιστεύτηκε σε ένα ζευγάρι από την Ταρσό της Κιλικίας. Ο ίδιος γεμάτος θλίψη ρίχτηκε σε πολύχρονα ταξίδια μήπως βρει παρηγοριά και μπορέσει να απαλύνει τον πόνο του για το χαμό της αγαπημένης του.

Το φέρετρο της Αρχιστρατούσας από τα ρεύματα ξεβράστηκε στις ακτές της Εφέσου όπου με τη βοήθεια καλογριών συνήρθε από τη νεκροφάνεια και ζωντάνεψε. Και αυτή απαρηγόρητη, εγκλείστηκε σε μοναστήρι όπου παρελθόντων των χρόνων έγινε ηγουμένη.

Η Ταρσία μεγάλωσε με πολλά βάσανα και ταλαιπωρίες, και τέλος πουλήθηκε ως σκλάβα σε πειρατές από τη Μυτιλήνη. Συμπωματικά σε ένα ταξίδι των πειρατών στην Τρίπολη την έστειλαν στο παλάτι να παρηγορήσει τον πικραμένο Αρχίστρατο με τη μουσική της που ως κόρη του Απολλώνιου είχε στις φλέβες την τέχνη των Μουσών.

Και ο Αρχίστρατος βλέποντας την αμέσως κατάλαβε ποια ήταν. Χαρές, γιορτές και πανηγύρια ακολούθησαν την συνεύρεση τους, και η Στασία έμεινε στο παλάτι να ζήσει με τον παππού της ο οποίος όταν ήρθε ο καιρός την πάντρεψε με τον Δαγόρα τον μεγάλο άρχοντα της Μυτιλήνης, και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. 

Ο καλός πρίγκιπας Απολλώνιος περιπλανήθηκε σε λιμάνια και χώρες και έζησε πολλές περιπέτειες επικίνδυνες προσπαθώντας να ξεπεράσει τον πόνο του. Αλλά αυτός δεν λιγόστευε και του κατέτρωγε τα σωθικά. Ήταν πάντα θλιμμένος και μαραζωμένος.

Με όσα δύσκολα έζησε, με όσα είδε και γνώρισε, θα έπρεπε η καρδιά του να σκληρύνει και να γίνει πέτρα. Παρ όλα αυτά έμεινε αγνός και πιστός στο μεγαλοδύναμο Θεό και καλός βοηθός των ανθρώπων.

Και ήρθε καιρός που ο Θεός τον αντάμειψε. Του έστειλε προφητικό όνειρο που τον οδήγησε στο μοναστήρι της Αρχιστρατούσας.

Χαρούμενοι και ευτυχισμένοι που ξανάσμιξαν, μαζί πήραν το δρόμο της επιστροφής όπου ο λαός της Αντιόχειας έστησε μεγάλη γιορτή προς τιμήν τους, και ακολούθως τους αναγόρευσαν βασιλείς.

---------------------------------

Ο ΠΤΩΧΟΛΕΩΝ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Την ιστορία του Πτωχολέοντα κατέγραψε τον 14ο  αιώνα σε έμμετρο λόγο ο Κύπριος χρονικογράφος των Μεσαιωνικών χρόνων Λεόντιος Μαχαιράς. 

Ο Πτωχολέων ήταν άρχοντας κτηματίας, που όμως δεν άντεξε τις καταστροφικές επιδρομές των Σαρακηνών και καταστράφηκε οικονομικά. Μαραζωμένος από την καταστροφή και μη υποφέροντας τα παιδιά του να είναι πτωχά, τα διέταξε να τον πωλήσουν σκλάβο στο βασιλιά ώστε με τα χρήματα να έχει η φαμελιά πόρους για να ζήσει.

Έτσι και εγίνει. Εκείνες τις ημέρες έφτασε στον τόπο ένας πραματευτής έχοντας στην κατοχή του ένα όμορφο πετράδι που το είχε για πούλημα. Πήγε στο βασιλιά και του είπε πως είχε ένα ωραίο μαργαριτάρι που ταίριαζε με το στέμμα. Ο βασιλέας έφερε 

επαγγελματίες τεχνίτες πολύτιμων λίθων για να εκτιμήσουν την αξία του. Αφού το εκτίμησαν πως είχε μεγάλη αξία, ο βασιλιάς έδωσε στον έμπορο πολλά χρυσά και αργυρά νομίσματα και το αγόρασε. Τα χρήματα όμως ήταν πολλά, και τη νύχτα που έπεσε να κοιμηθεί θυμήθηκε τον καινούργιο του σκλάβο τον Πτωχολέοντα που είχε φήμη πως ήταν σοφός, και σκέφτηκε να πάρει τη γνώμη του.

Το πρωί έπεψε και του φέρανε τον πτωχό σκλάβο. Τον κάθισαν δίπλα στο τζάκι πάνω στη στάχτη, και τον ρώτησαν πόσο αξίζει το πετράδι. Οι προύχοντες του βασιλιά περιγελώντας τον του έδειξαν τον πολύτιμο λίθο. Και είδε ο γέρων τούτο το καλό πράγμα κατά τους προύχοντες, και τους είπε,

- Τρία κουφά καρύδια αξίζει.

Τον άκουσε ο βασιλιάς και αι εγίνην του θανάτου. Πως ξεγελάστηκε και πλήρωσε χιλιάδες χρυσάφια και ασήμια; Αυτός ένας βασιλιάς με τόσους σοφούς συμβουλάτορες γελάστηκε από έναν γυρολόγο πραματευτή;

Τον είδε ο Πτωχολέων που εφουρκίστει, και ήρεμα του είπε,:

-Τι θυμώνεις, γιατί στεναχωριέσαι Τόσα βασιλέα μου αξίζει και σου λέω την αλήθειαν. Γροίκα, αφέντη βασιλέα, το λιθάριν που χουμίζουν, έχει σκώληκαν αππέσω και όταν έλθει το θέρος και βράσουν οι μέρες, το σκουλούκιν θα αρχίσει να κατατρυπά τον λίθον. Και όσα λέγω αν δεν πιστεύεις, όρισε τον κοσμηματοποιό σου, όρισε τον χρυσοχόν σου, και ας σκίσουν το λιθάριν, και να δεις αν είμαι ψεύτης.

Τότε όρισεν ο βασιλέας και ήλθεν ο κοσμηματοπώλης ο μέγας, ο οποίος έσκισε το λιθάριν, και ηύρεν σκώληκαν αππέσω, πού έτρωγεν τον λίθον.

Και βασιλέας εξέστηκε και υπερθαυμάστηκεν πώς ο γέρων εκατάλαβε ότι το λιθάρι είχεν σκώληκαν αππέσω.

Και όταν πήραν τον γέροντα πάλιν στη φυλακή την μαύρην, ο βασιλέας όρισε στον κελάρη να του δίνει διπλό φαγητό και νερό.

Υ.Γ. Η εξυπνάδα και οι γνώσεις του Πτωχολέοντα τον ανέδειξαν στα μάτια του βασιλιά και έτσι όποτε ήθελε συμβουλές τον καλούσε και άκουε τη γνώμη του. Στο τέλος αφού αποδείχτηκε σοφός και αναντικατάστατος, τον ελευθέρωσε, του πρόσφερε κτήματα και περιουσίες ως αποζήμίωση για τη σκλαβιά του, και τον ώρισε αρχισυμβουλάτορα του.

---------------------------------

ΤΟ ΜΠΙΡΠΙΡΙΝΙ

Μια φορά ήταν ένας βασιλιάς που αγαπούσε πολύ την βασίλισσα του και όταν αυτή πέθανε λυπήθηκε πολύ και ήταν απαρηγόρητος. Είχε και μια κόρη βασιλοπούλα που στεναχωριόταν βλέποντας το μεγάλο μαράζι του πατέρα της. Σκέφτηκε να του κτίσει μια όμορφη εκκλησιά για να προσεύχεται και να βρίσκει παρηγοριά.

Την έκτισε την εκκλησιά και ήταν ένας υπέρλαμπρος ναός που όσοι έμπαιναν μέσα έμεναν έκθαμβοι. Όλοι οι πιστοί μέσα στο κατανυκτικό της περιβάλλον έβρισκαν γαλήνη και ξεχνούσαν τα βάσανα τους.

Όμως ο βασιλιάς δεν έβρισκε παρηγοριά και μέσα στην κατάθλιψη του έβγαλε φιρμάνι όποιος βρει έναν τρόπο να ξεφύγει από την μιζέρια του, να τον κάνει πλούσιο.

Ο μάγος της χώρας, αμέσως έσπευσε να συμβουλεύσει τον βασιλιά.

-Άρχοντα μου, η εκκλησία που έχτισες είναι πολύ ωραία, αλλά για να ημερέψει η ψυχή σου, πρέπει να φέρεις το μπιρπιρίνι να σου κελαηδά, και τότε θα βρεις ανάπαυση.

Το μπιρμπιρίνι ήταν ένα άγνωστο μικρό πουλί που κελαηδούσε καλύτερα από αηδόνι, αλλά ήταν άπιαστο. Όσοι προσπάθησαν να το αιχμαλωτίσουν με δίχτυα, με ξόβεργα, με τόξα, με παγίδες, με αρπαχτικά γεράκια, με δόλωμα, με κάλεσμα, κανένας δεν τα κατάφερνε.

Σκέφτηκε ο βασιλιάς αφού ήταν τόσο δύσκολο το έργο, να δώσει μεγάλη αμοιβή σε όποιον μπορέσει να το πιάσει.

Έβγαλε φιρμάνι και έταξε σε όποιον τα καταφέρει να του δώσει για σύζυγο την κόρη του και το μισό βασίλειο.

Από όλη τη χώρα, τρεις φίλοι γενναία παλικάρια, αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους.

Ξεκίνησαν να ψάξουν σε όλη την οικουμένη ώσπου να βρουν το μπιρμπιρίνι. Έκοψαν δρόμους πολλούς, ώσπου έφτασαν στο τέλος μιας στράτας που εκεί ξεκινούσαν τρεις δρόμοι που στον πρώτο έγραφε δρόμος με επιστροφή, στον άλλο δρόμος με δύσκολη επιστροφή, και στον τρίτο δρόμος χωρίς επιστροφή.

Εκεί χωρίστηκαν με τη συμφωνία στην επιστροφή στις τόσες μέρες, να συναντηθούν εκεί, στο ίδιο σημείο. Και ο καθένας πήρε από ένα δρόμο.

Ο πρώτος δρόμος οδηγούσε σε επίπεδη γη χωρίς δυσκολίες, χωρίς ληστές και εχθρούς. Ο δεύτερος δρόμος οδηγούσε σε μέρη κακοτράχαλα αλλά χωρίς ληστές και εχθρούς. Ο τρίτος δρόμος οδηγούσε σε κακοτράχαλη γη με ληστές και πολλούς εχθρούς.

Όταν πέρασαν μέρες και συναντήθηκαν στο ίδιο σημείο κατά την επιστροφή τους, οι δύο πρώτοι γύρισαν άπραχτοι και στεναχωρεμένοι, ενώ ο τρίτος που κοπίασε περισσότερο και ευοδώθηκαν οι προσδοκίες του, στο χέρι κρατούσε ένα κλουβί που μέσα ήταν το μικρό μπιρμπιρίνι.

Οι φίλοι του ζήλεψαν και συνωμότησαν να του το πάρουν. Έτσι μια νύχτα που έπεσαν να κοιμηθούν, έκλεψαν το πουλί και ξεκίνησαν πρώτοι να παρουσιαστούν στο βασιλιά.

Όταν όμως του το πρόσφεραν, αυτό δεν έλεγε να κελαηδήσει. Και ύστερα από πολλές προσπάθειες και πολλή ώρα που δεν κελαηδούσε, νάσου μες την εκκλησιά μπαίνει το τρίτο παλικάρι και λέει στους παρευρισκόμενους τα καθέκαστα. Οι φίλοι του όμως αρνίστηκαν και ισχυρίστηκαν πως αυτός έλεγε ψέματα.

Ο βασιλιάς έμεινε λίγο σκεφτικός, και ύστερα πήρε το κλουβί από τα χέρια τους και το έδωσε στο τρίτο παλικάρι. Το μπιρμπιρίνι αμέσως άρχισε να κελαηδά και με τη γλυκύτατη φωνή του είπε με ανθρώπινη λαλιά στο βασιλιά την πάσα αλήθεια. Το κελάηδημα του ήταν τόσο γλυκό που ο βασιλιάς το ένιωσε σαν βάλσαμο και με ευχαρίστηση πάντρεψε την κόρη του με το νέο παλικάρι, ενώ τους άλλους δύο τους τιμώρησε με εξορία.

---------------------------------

ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΦΥΓΕΙΝ ΑΔΥΝΑΤΟ

Σε ένα μικρό χωριό ζούσε μια φτωχή χηράτη με το μονάκριβο γιο της που με κόπο προσπαθούσε να τον αναγιώσει. Δεν γύρεψε άλλη παντρειά, έμεινε μαγκούφα με μόνο σκοπό να μην του λείψει τίποτα. Ξενοδούλευε στα χωράφια μέρα νύχτα για να τον μεγαλώσει και να τον μορφώσει. Τον αγαπούσε πολύ και με χίλιες δυο στερήσεις προσπαθούσε για λόγου του.

Και αυτός όμως την αγαπούσε πολύ και δεν της χαλούσε χατίρι. Την άκουε και την υπάκουε, γι αυτόν ο λόγος της ήταν προσταγή.

Μια Κυριακή που ο κανακάρης της έλειπε από το σπίτι και η χηράτη είχε σχόλη και έκανε τις δουλειές του σπιτιού, από τη στράτα έξω πέρασε μια ξένη γριά ακουμπώντας το ραβδί της και έδειχνε κουρασμένη και ταλαιπωρημένη. Της φώναξε να κοπιάσει να την φιλέψει και να ξεκουραστεί.

Η γριά αφού δροσίστηκε και ξεκουράστηκε, της πρότεινε για την καλοσύνη της να της πει τη μοίρα. Και η χηράτη που πίστευε πολύ στη μοίρα και στο πεπρωμένο, δέχτηκε πρόθυμα.

Η γριά ξεκρέμασε από το λαιμό της ένα σταυρουδάκι και κρατώντας το από την αλυσιδίτσα, το κράτησε ψηλά ακίνητο. Το σταυρουδάκι άρχισε από μόνο του να κινείται πέρα δώθε, και ύστερα να κάνει μικρούς κύκλους που σιγά σιγά δυνάμωναν, και να κυλίεται τεθλασμένα.

Η χηράτη που την παρακολουθούσε, είδε απότομα το πρόσωπο της να σκοτεινιάζει και να αφήνει το σταυρό να της πέφτει χάμω.

-Τι συμβαίνει, τι έπαθες, τι είδες; Τη ρώτησε ανήσυχη η χηράτη.

-Καλή μου κοπέλα, μεγάλο κακό θα σε έβρει. Έχεις ένα γιο που όταν θα τον παντρέψεις, τη νύχτα του γάμου θα τον δαγκώσει ένα φίδι και θα αποθάνει, της απάντησε η γριά.

Η καημένη μάνα αναστατώθηκε γιατί πίστεψε τα λεγόμενα της, και στεναχωρεμένη για μέρες νηστική και φοβισμένη σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα μπορούσε να γλυτώσει το γιο της. Ήταν σίγουρη πως της έλεγε την αλήθεια, γιατί καθώς πίστευε πολύ στη μοίρα, ήταν επίσης απόδειξη πως η γριά έλεγε αλήθεια καθώς δεν ήξερε πως είχε γιο, αλλά το είδε διαβάζοντας τη μοίρα της.

Βάλθηκε από εκείνη τη μέρα να υποβάλει στο μυαλό του παιδιού της να γίνει μισογύνης και να μην θέλει να παντρευτεί καμιά γυναίκα όταν θα μεγάλωνε, αλλά να μείνει γεροντοπαλίκαρο. 

Τα χρόνια πέρασαν, το παιδί μεγάλωσε και δεν ήθελε να παντρευτεί. Μισούσε τις γυναίκες και τις θεωρούσε μπελά στη ζωή του. Η μάνα του πίστεψε πως είχε επιτύχει το σκοπό της και η ψυχή της επιτέλους ηρέμησε.

Αλλά άλλες οι βουλές του μυαλού, και άλλες της καρδιάς. Μια μέρα συνάντησε μια όμορφη κοπέλα που την αγάπησε κεραυνοβόλα, και μονομιάς αναθεώρησε τις αντιλήψεις του.

Η μάνα έκλαιγε και οδυρόταν και του εξηγούσε το κακό που θα γινόταν, αλλά αυτός ανένδοτος δεν την άκουσε, ήταν η πρώτη φορά που την παράκουσε.

Και ήρθε η μέρα του γάμου. Τέλειωσε το μυστήριο, διασκέδασαν οι καλεσμένοι, και το βράδυ αργά, οι νεόνυμφοι αποσύρθηκαν στο δωμάτιο τους.

Όλοι διασκέδασαν και χόρεψαν, εξόν από τη μάνα που ανήσυχη και φοβισμένη, μόλις έφυγαν οι καλεσμένοι, πήρε μια τσάπα και κρύφτηκε πίσω από το ερμάρι περιμένοντας να σκοτώσει το φίδι.

Όταν αργά το πρωί άκουσε το σύρσιμο του φιδιού που ερχόταν, με μίσος σήκωσε ψηλά τη τσάπα και έκοψε την κεφαλή της κουφής που με δύναμη αποχωρίστηκε από το υπόλοιπο σώμα και πετάχτηκε μακριά. Ύστερα ανακουφισμένη έφυγε αθόρυβα χωρίς να την πάρουν χαμπάρι.

Αλλά ώ τι δυστυχία, το ξημέρωμα όταν ο γαμπρός σηκώθηκε και φόρεσε τις παντόφλες του, το κεφάλι του φιδιού που εκσφενδονίστηκε ήταν μέσα και πατώντας το τα δηλητηριώδη δόντια του τον δάγκωσαν και τον άφησαν στον τόπο.

---------------------------------

Ο ΒΟΣΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ

Ήταν ένας βοσκός που ζούσε μέσα στα λαόνια, και σπάνια κατέβαινε στο χωριό. Μια φορά κατέβηκε στο χωριό, και γιά πρώτη φορά μπήκε μες την εκκλησιά. Μέσα είδε πολλές εικόνες που είχαν μπροστά τους καντήλια και κεριά αναμμένα. Πρόσεξε όμως πως μια εικόνα μαύρη με έναν μαύρο που είχε κέρατα στην κεφαλή, δεν είχε μήτε καντήλι, μήτε κερί αναμμένο. Πήγε στον παπά και του ζήτησε να ανάψει ένα κερί, και αυτός θα το πλερώσει.

 -Όχι του λέγει ο παπάς, δεν του ανάβω κερί γιατί είναι ο διάβολος. Ο βοσκός πήγε στο παγκάρι, έβαλε μια πακίρα και πήρε ένα κερί το οποίον άναψε και τοποθέτησε μπροστά στην εικόνα του διαβόλου.

Την νύχτα στον ύπνο του τον επισκέφτηκε ο διάβολος και του λέει,

 -Σε ευχαριστώ που μου άναψες ένα κερί, γι αυτό θέλω να σου κάνω μια χάρη, τι χάρη επιθυμείς;

-Τίποτα απαντάει ο βοσκός, δεν χρειάζομαι τίποτα.

-Καλά, όμως πάμε έξω να κουβεντιάσουμε λίγο, του ζήτησε ο διάβολος.

Πήγαν έξω να κουβεντιάσουν, αλλά ο βοσκός κατουρήθηκε και κατούρησε στην αυλή.

Το πρωί που ξύπνησε ήταν κατουρημένος πάνω του και ντρεπόταν να σηκωθεί. Η γυναίκα του τον ρώτησε γιατί δεν σηκώνεται να βγάλει τα πρόβατα στη βοσκή, και αυτός της εξήγησε ψέματα πως τη νύχτα ήπιε λίγο παραπάνω και κατουρήθηκε πάνω του.

Την επόμενη νύχτα πάλι του κατέβηκε ο διάβολος και του είπε ξανά τι χάρη θέλει να του κάμει.

 -Τίποτα δεν θέλω από σένα, εψές με έβαλες και εκατούρησα πάνω μου.

-Μα δεν γίνεται, πρέπει οπωσδήποτε να σου κάμω ένα θέλημα, είσαι ο μόνος που μου άναψες ένα κερί, πρέπει να σου το ανταποδώσω.

Στα πολλά που επέμενε ο διάβολος, ο βοσκός του λέει,

-Άτε φέρμου λίγα ριάλια.

Τον πήρε ο διάβολος από το χέρι και τον κατέβασε στο υπόγειο θησαυροφυλάκιο του βασιλιά. Άρχισε να γεμίζει τις τσέπες του χρυσάφια και ριάλια, όταν ξαφνικά τους πήραν είδηση οι φρουροί του βασιλιά.

 -Πάμε να φύγουμε, μας πήραν χαπάρι.

Το έβαλαν στα πόδια μπροστά ο διάβολος, πίσω ο βοσκός. Σε μια στιγμή όμως, οι φρουροί τον έφτασαν και τον άρπαξαν από τα πόδια.

-Βοήθα με να ξεφύγω, φώναξε ο βοσκός.

-Χέσε να τους λούσεις, για να σε αφήσουν, του απαντά ο διάβολος.

Τους χέζει και τους λούζει για να βρωμίσουν και να τον αφήσουν, και απότομα ξύπνησε χεσμένος στο κρεββάτι με την ατμόσφαιρα να βρωμά και την γυναίκα του να ξυπνά και να φωνάζει.

Πρωί πρωί ο βοσκός παίρνει τη μαγκούρα του και πάει κάτω στο χωριό, βρίσκει τον παπά και αφού του εξιστόρησε τα γεγονότα, του ζήτησε να ξεκλειδώσει την εκκλησιά.

Μπαίνει μέσα, αρπάζει την εικόνα του διαβόλου, την έκανε κομμάτια με την μαγκούρα του και την τσαλαπάτησε χαμαί.

Από εκείνη τη στιγμή, ο διάβολος δεν τον ξαναεπισκέφτηκε στον ύπνο του. 

---------------------------------

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΧΩΡΙΚΟΣ

Ένας βασιλιάς βγήκε περίπατο εις το βασίλειον του. Σε έναν αγρό συνάντησε έναν γνωστόν υπήκοο του να παίζει με τον μικρόν υιόν του. Τον ερώτησε αν είναι συγγενής του, και ο χωρικός απάντησε,

-εν ο μασκαράς ο γιος μου.

Μετά από λίγα έτη, πάλιν ο βασιλιάς εβγήκε περίπατο, και ξανασυνάντησε τον χωρικό να εργάζεται στα χωράφια βοηθούμενος από τον δεκάχρονον πλέον υιόν του. Τον ηρώτησε και πάλιν αν είναι συγγενής του.

-Εν ο πουμουσιάρης μου.

Παρήλθαν κάμποσα χρόνια ακόμα, και ξαναβγήκε περίπατο στον ίδιον τόπο. Και πάλιν συνάντησε τον χωρικό με έναν νέο να εργάζεται αντ αυτού.

-ποιος είναι ο νέος; Τον ερώτησε.

-Είναι ο χειρότερος μου εχθρός απάντησε ο χωρικός.

-Γιατί είναι ο υιός σου ο χειρότερος εχθρός σου; Αρώτησεν ο βασιλιάς.

-Διότι όταν ήταν μασκαράς με τα καμώματα του με έκανε να διασκεδάζω και να τον αγαπώ. Όταν ήταν φουμουτσιάρης μου, με εβοήθαν στην εργασίαν μου. Τώρα που μεγάλωσε και εγώ γέρασα, εύχεται  να αποθάνω για να κληρονομήσει την περιουσία μου.