Κυριάκος Ταπακούδης
Πρώτη έκδοση: 2026
ISBN:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟ
Η θάλασσα στο Δήμμα ήταν ήρεμη εκείνο το βράδυ. Παράξενα ήρεμη.
Ο Κυριακός στεκόταν μόνος στον γιαλό και ατένιζε τα σκοτεινά νερά κάτω από το θαμπό φως του φεγγαριού. Ο αέρας δυνάμωνε σιγά σιγά και, κάπου μακριά, τα φώτα ενός καϊκιού τρεμόπαιζαν αχνά πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας.
Τα χρόνια που πέρασε στη θάλασσα τον δίδαξαν τις δυσκολίες της ζωής, ενώ οι εμπειρίες του στα λιμάνια του κόσμου τον έκαναν σοφότερο. Από νεαρός είχε μπαρκάρει στα καράβια, αναζητώντας σε μακρινούς τόπους ανθρώπους άγνωστους και αλήθειες που κρύβονταν βαθιά.
Η θάλασσα τον έμαθε να παρατηρεί, να ακούει όσα οι άλλοι προσπερνούσαν και να μην εμπιστεύεται εύκολα τις πρώτες εντυπώσεις.
Γιατί οι άνθρωποι σπάνια είναι μόνο αυτό που δείχνουν.
Κάθε πρόσωπο κουβαλά τη δική του ιστορία. Κάθε σιωπή κρύβει τον λόγο της. Και πολλές φορές η αλήθεια πονά περισσότερο από το ψέμα.
Οι ιστορίες που ακολουθούν δεν είναι ιστορίες αθώων και ενόχων. Είναι ιστορίες ανθρώπων που αγάπησαν, μίσησαν, φοβήθηκαν, επιθύμησαν και πρόδωσαν. Ανθρώπων που, στο τέλος, κλήθηκαν να πληρώσουν το τίμημα των επιλογών τους.
Ο συγγραφέας, Κυριάκος Ταπακούδης, τις καταγράφει με λόγο μεστό και λιτό, αφήνοντας τους ανθρώπους και τις πράξεις τους να αποκαλύψουν την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τις σκοτεινές υποθέσεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΑ:
Εν αρχή
Η υπόθεση της Βέρας Σαμμά
Ο Αγκριμάρης
Η σκιά της εκδίκησης
Αυτοδύναμη και αμετανόητη
Παράλληλοι δρόμοι
Περηφάνια και σιωπή
Παρουσία που δεν διεκδικεί
Κάτω από την τερατσιά
Κακία χωρίς μέτρο
Ένας έρωτας μοιραίος
Αγάπη και μίσος
Συνείδηση και πειρασμός
Απρόσμενη κληρονομιά
Ήρεμη δύναμη
Η αγάπη που δεν υπάρχει
Από την οδό Πενταρά ως την πλατεία
Ένας τελεφταίος λογαριασμός
ΕΝ ΑΡΧΗ
Ο Κυριάκος τελείωσε τον στρατό πιστεύοντας πως τα βάσανά του είχαν πια τελειώσει. Πίσω του άφηνε τις σκληρές ασκήσεις, τα καψόνια και τις ατέλειωτες σκοπιές — χρόνια που τον είχαν σκληρύνει χωρίς να τον λυγίσουν.
Με το απολυτήριο στην τσέπη και μια βαλίτσα στο χέρι, πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Πίστευε πως γύριζε σε μια ζωή που τον περίμενε.
Μα το σπίτι δεν τον περίμενε. Το βρήκε άδειο.
Η μητέρα του είχε φύγει από καιρό, σιωπηλά, όπως φεύγουν οι άνθρωποι που κουβαλούν πολλά μέσα τους. Ο πατέρας του ήταν χαμένος στις δουλειές του, ενώ τα αδέλφια του είχαν σκορπίσει. Άλλοι σε μακρινές πόλεις, άλλοι σε πανεπιστήμια της Ελλάδας.
Το σπίτι δεν ήταν πια σπίτι. Ήταν ένας χώρος γεμάτος αναμνήσεις που δεν είχαν πού να σταθούν.
Ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι, αναζητώντας λίγη ξεκούραση, μα ο ύπνος δεν ερχόταν. Οι σκέψεις του απλώνονταν σαν σκιές στο ταβάνι.
Το μέλλον στεκόταν μπροστά του αχαρτογράφητο.
Με τι να ασχοληθεί; Πού να ριχτεί;
Δεν ήταν άνθρωπος για σταθερές γραμμές και επαναλαμβανόμενες ημέρες. Η ρουτίνα τον έπνιγε πριν ακόμη προλάβει να τη γνωρίσει.
Ήταν ανήσυχος. Από παιδί.
Και ίσως η ανησυχία εκείνη να είχε αρχίσει πολύ πριν καταλάβει ο ίδιος τι ζητούσε από τη ζωή.
Ο Κυριάκος είχε μεγαλώσει φτωχό χωριατόπαιδο, σ' έναν μικρό και άγνωστο τόπο, ριγμένο πάνω σε ξερή γη, με λίγα χωράφια και σκληρά, άγονα χώματα. Οι άνθρωποι πάλευαν καθημερινά να τα κάνουν να βλαστήσουν, ζώντας από τη γεωργία και την κτηνοτροφία — δουλειές βαριές, φτωχές και αδυσώπητες.
Από μικρός δούλευε στα χωράφια των γονιών του, κρατώντας στον ώμο μια τσάπα που έμοιαζε σχεδόν μεγαλύτερη από το μπόι του.
Ο κόπος ήταν μεγάλος. Το αποτέλεσμα μικρό.
Και μέσα του γεννιόταν σιγά σιγά μια αντίδραση.
Δεν ήθελε αυτή τη ζωή. Δεν ήθελε να περάσει τα χρόνια του σκυμμένος πάνω από τη γη.
Ονειρευόταν κάτι άλλο. Μια ζωή πίσω από ένα γραφείο, με ένα τσιγάρο στο χέρι, να παρατηρεί ανθρώπους, να ακούει ιστορίες, να ψάχνει στοιχεία και να λύνει υποθέσεις.
Τα όνειρά του είχαν αρχίσει να παίρνουν μορφή μέσα από τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Πίτερ Τσένεϊ που ανακάλυπτε στο μικρό βιβλιοπωλείο του χωριού. Ύστερα ήρθαν και οι μορφές που έβλεπε στην τηλεόραση, άνθρωποι που κινούνταν μέσα σε σκοτεινές υποθέσεις, ακολουθούσαν ίχνη και έφταναν εκεί όπου οι άλλοι σταματούσαν.
Ο Κυριάκος τα διάβαζε και τα παρακολουθούσε με προσήλωση.
Και κάπου βαθιά μέσα του άρχισε να γεννιέται ένα όνειρο.
Να γίνει κι εκείνος ερευνητής.
Ήξερε όμως πως στον τόπο του ένα τέτοιο επάγγελμα δεν υπήρχε.
Ούτε στο χωριό ούτε στην ευρύτερη περιοχή.
Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, το όνειρο άρχισε να συνδέεται με μια άλλη ανάγκη. Την ανάγκη να φύγει.
Κάθε Κυριακή βοηθούσε στην εκκλησία τον θείο του, που ήταν ιερέας. Καθάριζε, άναβε τα καντήλια και συχνά συνόδευε τους νεκρούς στην τελευταία τους κατοικία.
Έτσι γνώρισε τον θάνατο από μικρός.
Στην αρχή τον φοβόταν. Τα πρόσωπα των νεκρών, τα άψυχα σώματα, η σιωπή του νεκροταφείου, οι σκιές που μεγάλωναν καθώς έπεφτε το απόγευμα — όλα αυτά τον στοίχειωναν.
Με τον καιρό όμως ο φόβος άρχισε να μετατρέπεται σε περιέργεια. Παρατηρούσε. Ρωτούσε. Σκεφτόταν.
Κάποτε καθόταν μόνος σε μια γωνιά του νεκροταφείου και κοιτούσε τα μνήματα. Αναρωτιόταν ποιοι ήταν οι άνθρωποι που βρίσκονταν κάτω από το χώμα, πώς είχαν ζήσει, τι είχαν αγαπήσει, τι είχαν φοβηθεί και τι είχε απομείνει τελικά από την παρουσία τους στον κόσμο.
Απέναντι από το σπίτι του στεκόταν μια γέρικη τερατσιά.
Την έβλεπε από μικρό παιδί. Ήταν εκεί πριν από εκείνον και, όσο μεγάλωνε, άρχισε να τη βλέπει σαν έναν σιωπηλό μάρτυρα του χρόνου. Τα χρόνια περνούσαν, οι άνθρωποι έφευγαν, τα σπίτια άλλαζαν, παιδιά μεγάλωναν και γίνονταν γέροι.
Η τερατσιά έμενε. Ακίνητη. Πεισματάρα. Ζωντανή.
Ίσως γι' αυτό, κάθε φορά που σκεφτόταν τη ζωή και τον θάνατο, το βλέμμα του γύριζε ασυναίσθητα σ' εκείνη… Δεν μπορούσε ακόμη να το εξηγήσει.
Αργότερα θα καταλάβαινε πως ο άνθρωπος αρχίζει να γίνεται αυτό που θα είναι, πολύ πριν το γνωρίσει ο ίδιος.
Έτσι όταν τελείωσε τον στρατό, η ανάγκη για φυγή είχε γίνει βεβαιότητα. Ο τόπος του τον στένευε. Το χωριό έμοιαζε μικρό, όλο και πιο μικρό όσο μεγάλωνε μέσα του η ανάγκη να γνωρίσει τον κόσμο.
Το ίδιο απόγευμα, στο καφενείο, άκουσε έναν ναυτικό να μιλά για τα ταξίδια του. Μιλούσε για λιμάνια γεμάτα φώτα, για ξένους ανθρώπους, για καπνούς σε σκοτεινά καταγώγια, για βαριές μυρωδιές, για θάλασσες που μπορούσαν μέσα σε λίγες ώρες να γίνουν ήρεμες και ύστερα να μετατραπούν σε τέρατα.
Οι λέξεις του έμοιαζαν με κύματα. Και κάτι μέσα στον Κυριάκο ξύπνησε.
Δύο μήνες αργότερα στεκόταν στο κατάστρωμα ενός μεγάλου τάνκερ.
Ο αέρας μαστίγωνε το πρόσωπό του και η θάλασσα απλωνόταν αχανής μπροστά του, σαν υπόσχεση χωρίς τέλος.
Οι νύχτες στη Μαύρη Θάλασσα, οι τρικυμίες, τα κύματα που κατάπιναν τον ορίζοντα, όλα τον μάγευαν και τον φόβιζαν μαζί.
Και την αγάπησε τη θάλασσα. Ήταν δύσκολη, αδίστακτη, μα ακαταμάχητη. Του έμαθε όσα δεν διδάσκονται στη στεριά.
Γνώρισε λιμάνια που μύριζαν μπαχαρικά και μοναξιά. Γνώρισε ανθρώπους από κάθε τόπο, διαφορετικές γλώσσες, θρησκείες, συνήθειες και τρόπους ζωής. Γνώρισε γυναίκες με χαμόγελα μισάνοιχτα και μάτια που έκρυβαν ιστορίες.
Και κάθε φορά που το καράβι έφευγε, έμενε πίσω μια βαριά σιωπή. Μια μοναξιά που δεν ζητούσε παρηγοριά.
Μέσα σ' αυτή τη ναυτική μοναξιά έμαθε να μην δένεται. Όχι με ανθρώπους. Μόνο με τη θάλασσα και με τον εαυτό του.
Στα πλοία ανακάλυψε και κάτι άλλο που δεν περίμενε. Βιβλιοθήκες.
Στις ελεύθερες ώρες του διάβαζε ασταμάτητα. Επιστήμες, φιλοσοφία, θρησκείες, μαγεία, απόκρυφα και παραφυσικά φαινόμενα.
Διάβαζε όχι επειδή δεχόταν όλα όσα έγραφαν τα βιβλία.
Διάβαζε επειδή ήθελε να καταλάβει. Να ξεχωρίσει την αλήθεια από την αυταπάτη. Να μάθει γιατί ο άνθρωπος φοβάται αυτό που δεν μπορεί να εξηγήσει.
Παρατηρούσε και τους ανθρώπους γύρω του. Άκουγε ιστορίες. Κατέγραφε περιστατικά που δεν μπορούσαν εύκολα να εξηγηθούν. Άλλοι μιλούσαν για θαύματα, άλλοι για φαντάσματα, άλλοι για δυνάμεις που δεν μπορούσε να αγγίξει η λογική.
Ο Κυριάκος δεν βιαζόταν να πιστέψει. Ούτε να αρνηθεί. Ήθελε να ερευνήσει.
Με τα χρόνια άρχισε να σχηματίζει τη δική του σκέψη.
Ίσως ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε να μην είναι ολόκληρος ο κόσμος.
Ίσως πίσω από όσα βλέπουμε να υπάρχουν πράγματα που δεν έχουμε ακόμη μάθει να κατανοούμε.
Και ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο μυστήριο να μην είναι ο θάνατος. Αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος.
Τα ταξίδια τού έδειξαν και μια άλλη πλευρά της ζωής.
Είδε αρρώστιες που απομόνωναν ανθρώπους, αδικίες που θάβονταν σιωπηλά, ανθρώπους να χάνονται χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται να μάθει την αλήθεια.
Είδε ζωές να σβήνουν χωρίς θόρυβο. Είδε αλήθειες να θάβονται μαζί τους.
Κάποτε άγγιξε και ο ίδιος το όριο. Εκεί όπου η σκέψη σβήνει και ο φόβος χάνεται. Εκεί όπου απομένει μόνο ένα κενό, απλό, γυμνό, αδιαπραγμάτευτο.
Από τότε ο θάνατος έπαψε να είναι γι' αυτόν μόνο φόβος. Έγινε γνώση.
Και μέσα από αυτή τη γνώση γεννήθηκε κάτι άλλο.
Η ανάγκη να παρατηρεί. Να αμφισβητεί. Να ερευνά.
Και χρόνια αργότερα, όταν η θάλασσα είχε πια γίνει κομμάτι της ζωής του, τον βρήκε ο νόστος.
Στην αρχή ήταν μια σκέψη. Ύστερα μια ανάμνηση.
Και στο τέλος μια ανάγκη που δεν μπορούσε πλέον να αγνοήσει.
Το χωριό. Το πατρικό σπίτι. Οι δρόμοι των παιδικών του χρόνων. Η παλιά εκκλησία. Το νεκροταφείο. Και εκείνη η γέρικη τερατσιά.
Αποφάσισε να επιστρέψει.
Μα όταν γύρισε στο νησί, τίποτε δεν ήταν όπως το θυμόταν.
Το χωριό είχε μεγαλώσει. Είχε γίνει κωμόπολη. Οι δρόμοι είχαν πλατύνει, σπίτια καινούργια είχαν υψωθεί εκεί όπου κάποτε υπήρχαν χωράφια και αλάνες, και άνθρωποι που γνώριζε είχαν γεράσει ή είχαν φύγει.
Ήταν χειμώνας. Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα και ο ουρανός ήταν βαρύς.
Στάθηκε μπροστά στο πατρικό του. Το σπίτι ήταν ερειπωμένο. Εγκαταλειμμένο για χρόνια.
Κοίταξε τους τοίχους, την αυλή, τα παράθυρα.
Και τότε την είδε. Η τερατσιά στεκόταν ακόμη εκεί.
Όπως την είχε αφήσει. Ακίνητη. Πεισματάρα. Ζωντανή.
Χαμογέλασε. Δεν χρειάστηκε τίποτε άλλο για να αποφασίσει.
Επισκεύασε το σπίτι. Και ύστερα έκανε κάτι που κανείς στον τόπο του δεν περίμενε.
Άνοιξε ένα γραφείο. Όχι ένα συνηθισμένο γραφείο.
Ένα Γραφείο Ερευνών για τη Ζωή μετά τον Θάνατο.
Ήταν το πρώτο του είδους του — τουλάχιστον έτσι πίστευε.
Στα καφενεία έγινε αμέσως θέμα συζήτησης.
Οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν. Ρωτούσαν μεταξύ τους, αλλά όχι τον ίδιο.
Τον κοιτούσαν από απόσταση, με περιέργεια, καχυποψία και κάποιες φορές με ειρωνεία.
Ο Κυριάκος δεν ενοχλούνταν. Ήξερε πως κάθε καινούργιο πράγμα πρώτα προκαλεί γέλιο και ύστερα φόβο.
Διαμόρφωσε τον χώρο του με βιβλιοθήκες γεμάτες θρησκευτικά και επιστημονικά βιβλία. Ένα μεγάλο τραπέζι με καρέκλες για τους επισκέπτες. Ένα γραφείο λιτό, χωρίς περιττά αντικείμενα.
Ήθελε ο χώρος να είναι ζεστός. Σχεδόν εξομολογητικός. Να μπορεί ο άνθρωπος που θα περνούσε το κατώφλι να αισθανθεί πως μπορούσε να μιλήσει.
Οι πρώτοι επισκέπτες ήταν χωριανοί. Άλλοι από περιέργεια, άλλοι από υποχρέωση και άλλοι επειδή ήθελαν να δουν τι ακριβώς έκανε ο Κυριάκος.
Εκείνος τους εξηγούσε ήρεμα πως δεν ήταν μάγος.
Δεν ήταν μέντιουμ. Δεν υποσχόταν επικοινωνία με νεκρούς. Δεν ζητούσε από κανέναν να πιστέψει σε κάτι.
Ερευνούσε. Άκουγε. Παρατηρούσε. Και προσπαθούσε να βρει την αλήθεια.
Μια μέρα πέρασε από το γραφείο και ο ιερέας. Τον κοίταξε με βλέμμα αυστηρό. Τον προειδοποίησε να μην ξεφύγει από τις Γραφές.
Ο Κυριάκος τον άκουσε με σεβασμό. Του είπε πως δεν είχε πρόθεση να αντικρούσει την πίστη κανενός.
Ήθελε μόνο να κατανοήσει βαθύτερα όσα ο άνθρωπος δυσκολεύεται να εξηγήσει.
Ο ιερέας έφυγε χωρίς να πει περισσότερα.
Και το γραφείο συνέχισε να περιμένει. Για μια υπόθεση. Για έναν άνθρωπο. Για κάτι που θα έδινε πραγματικό νόημα σε όλα εκείνα που ο Κυριάκος είχε ζήσει.
Και τότε ήρθε εκείνη. Ήρθε από τη γειτονική πόλη ένα βροχερό απόγευμα, όταν ο ουρανός χαμήλωνε τόσο που έμοιαζε να ακουμπά τις στέγες. Ένα μεγάλο, μαύρο αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από το γραφείο. Η πόρτα άνοιξε και πρώτα ένας κοντός άνδρας ντυμένος κι αυτός στα μαύρα, που έριξε ένα γρήγορο βλέμμα γύρω, σαν να φοβόταν μήπως κάποιος τους παρακολουθεί. Έπειτα κατέβηκε εκείνη.
Ψηλή, επιβλητική, με σώμα που κινούνταν σαν να υπαγορεύει το χώρο γύρω της, πρόσωπο ακαταμάχητα όμορφο αλλά σφιγμένο, και βλέμμα βαθύ, που έκρυβε τόσα όσα ήθελε να κρατήσει μυστικά. Η θηλυκότητά της δεν ήταν επιδεικτική, ήταν υποδόρια, σχεδόν επικίνδυνη, σαν μαγνήτης που τραβούσε κάθε βλέμμα. Ο τρόπος που στεκόταν, οι αδιόρατες κινήσεις της, η ήρεμη, βραδεία αναπνοή της, δημιουργούσαν μια αίσθηση ότι ο χώρος είχε γίνει πιο ζεστός, πιο γεμάτος. Όχι γυναίκα που είχε έρθει από περιέργεια. Αλλά γυναίκα που, χωρίς να το επιδιώκει, έκανε την επιθυμία αόρατα ορατή και ταυτόχρονα προειδοποιούσε: μην πλησιάσεις.
Ο Κυριακός την υποδέχτηκε χωρίς ερωτήσεις. Της έδειξε την καρέκλα απέναντί του και περίμενε. Είχε μάθει πως οι άνθρωποι που κουβαλούν αλήθειες, αν πιεστούν, κλείνονται περισσότερο. Κάτω όμως από τη φαινομενική ψυχραιμία του, κάτι μέσα του ταράχτηκε. Όχι μόνο από την ομορφιά της, αλλά από τη δύναμη που εξέπεμπε — μια θηλυκότητα σιωπηλή, απαιτητική, που γεννούσε σκέψεις και τις καταπίεζε ταυτόχρονα. Κάθε λεπτό μαζί της ανέβαζε την ένταση μέσα του, ένα μίγμα θαυμασμού και αναστάτωσης που δεν τολμούσε να αφήσει να φανεί.
Έβγαλε αργά τα γάντια της και τα άφησε στο τραπέζι. Τα χέρια της έτρεμαν ανεπαίσθητα.
«Δεν ξέρω αν βρίσκομαι στο σωστό μέρος», είπε τελικά.
«Κανείς δεν το ξέρει όταν έρχεται εδώ», απάντησε ήρεμα ο Κυριακός.
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Είμαι η Βέρα Σιαμμά, χήρα. Ο άνδρας μου πέθανε πριν έξι μήνες. Είπαν πως ήταν ατύχημα. Όλοι το δέχτηκαν. Εκτός από εμένα.»
Ο Κυριακός κράτησε σιωπή, παρατηρώντας κάθε λεπτό της παρουσίας της: τον τρόπο που σφιγγόταν, το μικρό τρέμουλο στα δάχτυλά της, το βλέμμα που απέφευγε το δικό του για να μην προδώσει τι ένιωθε. Κάτι μέσα του αντιδρούσε, μια ζεστή, ανεξήγητη ενέργεια που τον έκανε να νιώθει ζωντανός και ταυτόχρονα επικίνδυνα τρωτός.
«Δεν πιστεύω πως τον σκότωσα», είπε, η φωνή της ράγισε, «αλλά πιστεύω πως… τον έσπρωξα προς τον θάνατο.»
Μίλησε για τους τελευταίους μήνες του γάμου τους, για τις σιωπές και τις λέξεις που έμειναν να αιωρούνται σαν κατάρες. Για εκείνο το τελευταίο βράδυ που κοιμήθηκαν σε χωριστά δωμάτια.
«Το πρωί ήταν νεκρός», ψιθύρισε. «Και από τότε… δεν κοιμάμαι.»
Του περιέγραψε τα όνειρά της: πάντα σκοτάδι, σιωπή, και ο άνδρας της να στέκεται απέναντί της, ακίνητος. Μόνο την κοιτούσε.
«Δεν ξέρω αν είναι φάντασμα», είπε, «ή η συνείδησή μου.»
Ο Κυριακός ένιωσε εκείνο το γνώριμο βάρος να εγκαθίσταται μέσα του. Είχε δει αυτό το βλέμμα ξανά και ξανά στα ταξίδια του, στους ανθρώπους που είχαν έρθει κοντά στον θάνατο χωρίς να πεθάνουν.
«Οι νεκροί», είπε αργά, «σπάνια επιστρέφουν για να τρομάξουν. Οι τύψεις είναι αυτές που δεν αφήνουν τους ζωντανούς να ησυχάσουν.»
Η Βέρα τον κοίταξε επίμονα.
«Κι αν δεν είναι μόνο τύψεις;»
Ο Κυριακός σώπασε, ύστερα σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στη βιβλιοθήκη. Πέρασε το χέρι του πάνω από ράχες βιβλίων — θεολογία, φιλοσοφία, ιατρική, μαρτυρίες ανθρώπων που είχαν αγγίξει τα όρια.
«Υπάρχουν περιπτώσεις», είπε χωρίς να την κοιτά, «που κάτι μένει ανολοκλήρωτο. Όχι γιατί ο νεκρός δεν βρίσκει ανάπαυση, αλλά γιατί ο ζωντανός δεν αντέχει την αλήθεια.»
Η Βέρα δάκρυσε, όχι από φόβο, αλλά από ανακούφιση.
«Θέλω να μάθω», είπε. «Ακόμα κι αν πονέσει.»
Ο Κυριακός κατάλαβε πως αυτή η υπόθεση δεν θα τελείωνε με εύκολες απαντήσεις. Δεν θα ήταν θέμα φαντασμάτων ή μεταφυσικών φαινομένων· θα ήταν κάθοδος βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή, στη μνήμη, στην ενοχή.
Καθώς προχωρούσε η έρευνα, φάνηκε ο χαρακτήρας της Βέρας: ήταν γυναίκα αυτάρεσκη και χειριστική. Ήξερε τον θαυμασμό που προκαλούσε και είχε συνηθίσει από παιδί να τον εκμεταλλεύεται. Οι άλλοι μαγεύονταν και γίνονταν υποχείριά της, κάτι που με τον χρόνο την έκανε αλαζόνα, να θέλει πάντα να γίνεται το δικό της.
Τον άνδρα της τον αγαπούσε, αλλά από συνήθεια και κεκτημένη ταχύτητα, με τα λόγια και τις μπηχτές της τον έκανε να ζηλεύει, να πιστεύει πως τον παντρεύτηκε μόνο για τα χρήματα, πως δεν τον αγαπούσε, πως τον εκμεταλλευόταν. Αυτές οι σκέψεις τον κατέτρωγαν, τον συνέθλιβαν, και όσο περνούσε ο καιρός θλιβόταν όλο και περισσότερο, μαράζωνε, ώσπου οι σκέψεις του κόλλησαν μέσα του και τον οδήγησαν ίσως στο μοιραίο.
Ο Κυριακός δεν χρειάστηκε να καταλάβει μόνο τι συνέβη. Το δύσκολο ήταν να δείξει στη Βέρα πώς να ξεπεράσει την κρίση της συνείδησης και να πάψει να αυτοτιμωρείται. Δεν την καταδίκασε, αντίθετα, της έδειξε πώς να βρει ειρήνη και αποδοχή, κατανοώντας πως ο θάνατος δεν ήταν τιμωρία, αλλά συνέπεια μιας σειράς παραδόξων γεγονότων.
Και μέσα από αυτήν την υπόθεση, συνειδητοποίησε πως η δουλειά του δεν ήταν απλώς να συλλέγει πληροφορίες, αλλά να ξεμπλέκει τα ανθρώπινα συναισθήματα από τα μυστήρια που τα κυκλώνουν, να φέρνει φως σε ψυχές που αιωρούνται ανάμεσα στη λύπη, την ενοχή και την αλήθεια.
Η Βέρα Σιαμμά έγινε η πρώτη του «επιτυχημένη υπόθεση». Όχι γιατί αποκάλυψε κάτι απρόσιτο, αλλά γιατί κατάφερε να φέρει ανακούφιση και κατανόηση εκεί που υπήρχε μόνο πόνος, τύψεις και φόβος.
Αν και η Βέρα εννόησε πως πιθανότατα αιτία του θανάτου του άνδρα της ήταν η ίδια, μόλις κατάφερε με τις συμβουλές του Κυριακού, να ξεπεράσει την κρίση συνείδησής της, εντούτοις, όπως ο σκορπιός έχει στη φύση του να κεντρίζει, αποφάσισε να δοκιμάσει τον ίδιο τον Κυριακό. Παράξενη με την καθ’ όλα σοβαρή και σεμνή συμπεριφορά του απέναντί της, βλέποντας τη διαφορά του από όλους όσους είχε γνωρίσει ως τότε, ήθελε να καταλάβει πόσο ακλόνητος ήταν, πόσο μπορούσε να μείνει αλώβητος από τη σαγήνη της.
Η θηλυκότητά της ξαναγύρισε ως όπλο. Κάθε κίνηση, κάθε βλέμμα, κάθε αναπνοή φαινόταν να έχει στόχο να τον αναστατώσει.
Σταδιακά, άρχισε να εκμεταλλεύεται αυτή τη δύναμη που γνώριζε καλά. Δεν ήταν επιδεικτική, ήταν υποδόρια, σχεδόν αόρατη, αλλά με αμετάκλητη επίδραση. Όπως ο σκορπιός, δεν χτύπαγε ανοιχτά, αλλά με ακρίβεια και υπομονή.
Κι ενώ ένιωθε ευγνωμοσύνη που η εμπειρία της είχε μετατραπεί σε δυνατή φιλία με τον Κυριακό, κάθε της επίσκεψη στο γραφείο του γινόταν αφορμή για παιχνίδι.
Πάντα έφτανε με τη μεγάλη μαύρη κούρσα που οδηγούσε ο λιλιπούτειος σοφέρ της, ένας ανθρωπάκος που έμοιαζε να κινείται στον κόσμο της ίδιας παράξενης σκιάς.
Καθώς κατέβαινε από το αυτοκίνητο, το βλέμμα της έπεφτε στον Κυριακό και για μια στιγμή η σιωπή ανάμεσά τους γινόταν φορτισμένη. Η παρουσία της γέμιζε τον χώρο και κάθε λεπτομέρεια —ένα τυχαίο άγγιγμα στο τραπέζι, μια καθυστέρηση στο βλέμμα, ένα χαμόγελο που δεν έφτανε στα μάτια— ήταν μέρος του παιχνιδιού.
Μα ο Κυριακός παρέμενε απόλυτα επαγγελματικός. Κάθε αντίδραση του σώματός του, κάθε εσωτερική αναστάτωση καταπνιγόταν κάτω από τη φαινομενική του ψυχραιμία.
Ήταν αποφασισμένος να μην ανακατεύει τη δουλειά με άλλου είδους σχέσεις. Ήθελε να μένει αμερόληπτος στην κρίση του, χωρίς διασυνδέσεις με συναισθήματα. Γι’ αυτό, όσο και αν είχε σαγηνευτεί από τη Βέρα, έμενε σταθερός στην άποψή του και, με ψυχραιμία πρωτόγνωρη, την κρατούσε σε απόσταση φιλίας.
Ωστόσο, η παρουσία της άφηνε ίχνη. Αισθανόταν την αδιόρατη αύξηση της θερμοκρασίας στο δωμάτιο, την ανεπαίσθητη ένταση στο βλέμμα της, την πλημμυρίδα κρυφών επιθυμιών που, αν και δεν τις προέβαλλε, γέμιζαν τον αέρα.
Η Βέρα συνειδητοποίησε πως ο Κυριακός δεν ήταν σαν τους άλλους. Δεν παραδινόταν, δεν γοητευόταν εύκολα, δεν γινόταν υποχείριο. Αυτό το βρήκε συναρπαστικό και ταυτόχρονα προκλητικό. Άρχισε λοιπόν να τον «δοκιμάζει» με λεπτά, υπονοούμενα λόγια, με κοφτές ματιές που αιωρούνταν για λίγο παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε, με αδιόρατες κινήσεις του σώματός της που ανέβαζαν την ένταση της παρουσίας της.
Ο Κυριακός, με υπομονή και παρατήρηση, συνέχιζε να διαχωρίζει το συναίσθημα από τα γεγονότα. Η σαγήνη της ήταν εργαλείο για να αποκαλύψει αλήθειες, κι εκείνος ήξερε να μην παρασυρθεί. Αντί να πέσει θύμα του παιχνιδιού της, το χρησιμοποίησε για να διαβάσει τα συναισθήματα που κρύβονταν πίσω από τα λόγια και τις πράξεις της.
Σταδιακά, η Βέρα κατάλαβε ότι η δύναμή της δεν θα ήταν αρκετή να τον κυριεύσει. Η αξιοπιστία και η σταθερότητα του Κυριακού ήταν ισχυρότερες από κάθε σαγήνη. Κι έτσι, η σχέση τους απέκτησε μια πιο σύνθετη αλληλεπίδραση: μια μάχη εξουσίας και επιθυμίας, με τον Κυριακό να παραμένει οδηγός της διαδικασίας και τη Βέρα να μαθαίνει να αφήνει τα μυστικά της, τις τύψεις της, αλλά και την επιρροή της, υπό όρους.
Μέσα από αυτή την ψυχολογική δοκιμασία, η Βέρα δεν άφησε απλώς την ενοχή της να εξαφανιστεί. Άρχισε να κατανοεί τα όρια της δικής της δύναμης πάνω στους άλλους. Ο Κυριακός, από την πλευρά του, συνειδητοποίησε πως η δουλειά του δεν είναι μόνο να φέρνει αλήθεια και ανακούφιση, αλλά να αντέχει και τα παιχνίδια της ανθρώπινης φύσης, να παρατηρεί, να καθοδηγεί και να προστατεύει χωρίς να καταδικάζει.
Η πρώτη του υπόθεση απέκτησε πλέον νέες διαστάσεις: δεν ήταν μόνο η διαχείριση της ενοχής και της συνείδησης, αλλά και μια μάχη αμοιβαίου σεβασμού, παρατηρητικότητας και ελέγχου των πιο βαθιών ανθρώπινων ενστίκτων.
Όμως δεν μπορούσε να παραβλέψει την επίδραση που είχε η Βέρα πάνω του. Κάτω από τη φαινομενική του ψυχραιμία, κάτι ταραζόταν. Μια ανεπαίσθητη ανησυχία του υπενθύμιζε πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη αντίσταση όταν αντιμετωπίζει τον πειρασμό, την επιθυμία, την αλήθεια που κρύβεται πίσω από μια σαγηνευτική μάσκα. Η Βέρα δεν τον είχε προσβάλει. Δεν είχε κάνει τίποτα εμφανώς. Κι όμως, η παρουσία της γέμιζε τον χώρο με μια αόρατη ένταση.
Τις επόμενες εβδομάδες, άρχισε να τον επισκέπτεται συχνά, πάντα με τη μεγάλη μαύρη κούρσα που οδηγούσε ο σοφέρ της. Κάθε της επίσκεψη ήταν ένα μικρό τεστ: χαμόγελα που άφηναν υπονοούμενα, λέξεις που κρύβονταν πίσω από την ευγνωμοσύνη για την υποστήριξη του Κυριακού, βλέμματα που ανέβαζαν την ένταση στο γραφείο. Ο Κυριακός παρατηρούσε κάθε λεπτομέρεια: τον τρόπο που έσφιγγε τα δάχτυλά της στο τραπέζι όταν σιωπούσε, το μικρό τρέμουλο στη φωνή της, την αδιόρατη καθυστέρηση πριν απαντήσει σε κάθε ερώτηση.
Ένα απόγευμα, καθώς η βροχή χτυπούσε τα τζάμια, η Βέρα ήρθε με ένα φάκελο στο χέρι. «Έφερα κάτι», είπε, και άφησε τον φάκελο πάνω στο τραπέζι, σχεδόν αργά, σαν να φοβόταν τη δική του αντίδραση. Ο Κυριακός άνοιξε προσεκτικά τον φάκελο και βρήκε φωτογραφίες και σημειώσεις από το σπίτι της, από τις τελευταίες ημέρες πριν από τον θάνατο του άνδρα της.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ήρεμα, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή του σταθερή.
«Δεν ξέρω…», είπε εκείνη, με τη φωνή να σπάει σχεδόν, «μόνο ήθελα να… να δω αν υπάρχει κάτι που ξέχασα, κάτι που θα με βοηθούσε να καταλάβω. Και βρήκα αυτό.»
Ο Κυριακός άνοιξε τον φάκελο και είδε τις φωτογραφίες και τις σημειώσεις που ήταν μέσα, μέσα του ένιωσε να χτυπά ένα καμπανάκι, χωρίς όμως να μπορεί να εντοπίσει κάτι το ιδιαίτερο. Δεν υπήρχε εμφανής λεπτομέρεια που να τραβά την προσοχή του. Ίσως ήταν μια υποσυνείδητη ανάμνηση που συνδέθηκε με κάτι από το περιεχόμενο, ίσως μια ενσυναισθητική, βαθιά θαμμένη αίσθηση που γεννήθηκε χωρίς λογική εξήγηση.
Έμεινε για λίγο σκεφτικός, προσπαθώντας να ανασύρει από τη μνήμη του κάτι συγκεκριμένο. Τα βλέφαρά του χαμήλωσαν, το βλέμμα του πλανήθηκε στις εικόνες, όμως η σκέψη δεν ολοκληρώθηκε. Ύστερα τα παράτησε. Έκλεισε τον φάκελο προσεκτικά και γύρισε το πρόσωπό του προς την επισκέπτριά του.
Η συζήτηση συνεχίστηκε. Μίλησαν αρχικά για την υπόθεση, για τις τελευταίες ημέρες του άνδρα της, για όσα την απασχολούσαν ακόμη. Έπειτα, σχεδόν ανεπαίσθητα, η κουβέντα ξέφυγε σε άλλα θέματα: στον καιρό, που εκείνο το απόγευμα βάραινε την ατμόσφαιρα, στην πολιτική, στις αλλαγές που έβλεπαν γύρω τους. Οι λέξεις κυλούσαν εύκολα, χωρίς ένταση, σαν να γνώριζαν ο ένας τον άλλο από παλιά.
Η Βέρα έμεινε αρκετή ώρα. Δεν βιαζόταν να φύγει. Και ούτε ο Κυριακός το επιθυμούσε. Ένιωθε πως η παρουσία της τον γέμιζε, τον ευχαριστούσε με έναν τρόπο ήσυχο αλλά επίμονο. Κάποια στιγμή της πρότεινε να φάνε μαζί. Εκείνη δέχτηκε με εμφανή χαρά, σαν να περίμενε αυτή την πρόταση. Έστειλαν τον σοφέρ στην πόλη να φέρει έτοιμο φαγητό και ο Κυριακός άνοιξε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί.
Το ένα ποτήρι έφερε το άλλο. Η κουβέντα έγινε πιο χαλαρή, πιο ανθρώπινη. Γέλια χαμηλά, παύσεις γεμάτες νόημα, βλέμματα που κρατούσαν λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Η ώρα κυλούσε γρήγορα, σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν να είχε χαθεί η αίσθηση του χρόνου μέσα στο γραφείο.
Και ύστερα, χωρίς να το καταλάβουν, ήρθε η ώρα του αποχωρισμού. Παρ’ όλη την έλξη ανάμεσά τους —μια έλξη που πλανιόταν στον αέρα, φανερή και στους δύο— ο Κυριακός κράτησε την απόσταση που είχε επιβάλει στον εαυτό του. Την καληνύχτισε ευγενικά και τη συνόδευσε μέχρι το αυτοκίνητο. Η μεγάλη μαύρη κούρσα χάθηκε μέσα στη βροχή.
Επέστρεψε στο γραφείο. Μισοζαλισμένος και νυσταγμένος από το κρασί και την ένταση της ημέρας, έγειρε στην πολυθρόνα. Δεν άργησε να αποκοιμηθεί.
Δεν ήταν ύπνος βαθύς, ούτε όνειρο κανονικό. Ήταν εκείνη η μεθόριος κατάσταση όπου ο νους χαλαρώνει, αλλά η μνήμη ξυπνά.
Ξαφνικά πετάχτηκε από τον ύπνο. Η εικόνα που γέμισε το μυαλό του ήταν καθαρή, σχεδόν εκτυφλωτική. Με απόλυτη διαύγεια, χωρίς ίχνος νύστας, θυμήθηκε: το κτίριο. Μια φωτογραφία από τον φάκελο της Βέρας. Η ακτή Μιαούλη, στο λιμάνι του Πειραιά. Και στο τέρμα της οδού, στα δεξιά του δρόμου προς το Χατζηκυριάκειο, ένα κτίριο φθαρμένο από τον χρόνο. Ψηλό, παραμελημένο, σκοτεινό μέσα στη μνήμη του, να στέκει παράταιρο ανάμεσα σε πολυτελείς πολυκατοικίες και να ξεχωρίζει σαν πληγή που δεν έκλεισε ποτέ.
Το καμπανάκι που είχε χτυπήσει νωρίτερα, τώρα ήχησε δυνατά. Και ο Κυριακός κατάλαβε πως τίποτα από εκείνο το απόγευμα δεν ήταν τυχαίο.
Ήταν μια παλιά φωτογραφία που έδειχνε την ακτή Μιαούλη από την αρχή της έως το τέρμα, όσο έφτανε το μάτι. Το παλιό κτίριο στο βάθος του δρόμου χανόταν μικροσκοπικό στο κάδρο, σχεδόν απαρατήρητο. Γι’ αυτό και δεν το είχε προσέξει αμέσως. Κι όμως, ήξερε τον τόπο καλά. Τον είχε επισκεφθεί πολλές φορές. Ως ναυτικός μηχανικός, τα χρόνια που δούλευε στα καράβια, περνούσε συχνά από εκεί.
Η ακτή Μιαούλη ήταν η «χρυσή» περιοχή του λιμανιού του Πειραιά. Ένας τόπος με ιστορία γραμμένη άλλοτε με χρυσό κι άλλοτε με πετρέλαιο. Στα πολυώροφα κτίρια από γυαλί και τσιμέντο στεγάζονταν εκατοντάδες ναυτιλιακές εταιρείες — γραφεία πνιγμένα στην πολυτέλεια και στην επίδειξη ισχύος — όπου εργάζονταν στρατιές υπαλλήλων και λαμβάνονταν αποφάσεις που όριζαν τύχες πλοίων, φορτίων και ανθρώπων.
Όμως πίσω από τη βιτρίνα της ευημερίας, ο τόπος έκρυβε πάντα μια δεύτερη όψη. Και αυτή η όψη ξύπνησε μέσα του παλιές, ξεχασμένες μνήμες.
Ακριβώς απέναντι από το τελωνείο του λιμανιού, σε μια πάροδο που οδηγούσε προς την κακόφημη οδό της Τρούμπας, υπήρχε ένα καφενείο. Ένα μέρος σκληρό και ανθρώπινο μαζί. Η «Βοσκοπούλα». Ξακουστό καφενείο, ανοιχτό μέρα και νύχτα, όπου σύχναζαν ναυτικοί — κυρίως Κύπριοι, αλλά και κάθε λογής αλλοδαποί.
Εκεί μέσα, πολλοί άνεργοι Κύπριοι, χωρίς χρήματα για ξενοδοχείο, κοιμούνταν στις καρέκλες για μία ή δύο νύχτες, ώσπου να βρουν μπάρκο και να φύγουν ξανά στη θάλασσα. Ήταν καταφύγιο και σταυροδρόμι μαζί.
Στη «Βοσκοπούλα» ο Κυριακός είχε γνωρίσει κάθε είδους ανθρώπους. Καημένους και απελπισμένους. Πονηρούς και σιωπηλούς. Άντρες που κουβαλούσαν στεναχώρια, αλλά και μαφιόζους κάθε καρυδιάς καρύδι. Απατεώνες, μαστροπούς, ανθρώπους του υποκόσμου. Μα και καλοκουστουμαρισμένους τύπους που παρίσταναν τους επιχειρηματίες, προσπαθώντας να ξεγελάσουν αφελείς και ευκολόπιστους με δήθεν «χρυσές ευκαιρίες» και μεγάλα ταξίδια.
Όλα αυτά πέρασαν από το μυαλό του σαν κινηματογραφική ταινία.
Ίσως να ήταν απλή σύμπτωση. Ίσως η φωτογραφία να μην σήμαινε τίποτα. Όμως ο Κυριακός ήταν καχύποπτος από τη φύση του. Και ήξερε πως τέτοιες συμπτώσεις σπάνια είναι αθώες.
Σκέφτηκε πως, για να έχει ο άνδρας της Βέρας στο αρχείο του φωτογραφία από εκείνο το σημείο, κάτι θα τον συνέδεε με την περιοχή. Κάποια επίσκεψη. Κάποια υπόθεση. Ίσως μια λάθος γνωριμία. Ίσως ένα μπλέξιμο με ανθρώπους που δεν συγχωρούν εύκολα. Ο υποκόσμος του λιμανιού είχε μακριά μνήμη και ακόμα μακρύτερα χέρια.
Η σκέψη αυτή τον έκανε να ανασηκωθεί στην πολυθρόνα. Η υπόθεση, που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζε με μια εσωτερική διαδρομή ενοχής και συνείδησης, άρχισε να αποκτά επικίνδυνες προεκτάσεις. Δεν ήταν πια μόνο θέμα ψυχής. Μπορεί να ήταν και θέμα ζωής και θανάτου.
Αποφάσισε πως μόλις ξημέρωνε, θα επισκεπτόταν τη Βέρα. Όχι για παρηγοριά αυτή τη φορά, αλλά για να ξεκινήσει την έρευνα από την αρχή. Χωρίς υποθέσεις. Χωρίς συναισθηματικά φίλτρα. Η θάλασσα, το λιμάνι και οι σκιές του παρελθόντος είχαν επιστρέψει.
Και ο Κυριακός ήξερε καλά πως, όταν το λιμάνι αρχίζει να μιλά, κανείς δεν βγαίνει αλώβητος.
Το επόμενο πρωί, πριν ακόμη ο ήλιος ανέβει, ο Κυριακός βρισκόταν ήδη όρθιος. Η νύχτα δεν του είχε χαρίσει ύπνο κανονικό, μόνο μικρά, κοφτά διαλείμματα ανάμεσα σε σκέψεις και εικόνες που επέστρεφαν επίμονα. Η φωτογραφία, το κτίριο, η ακτή Μιαούλη. Και πρόσωπα θαμμένα χρόνια πίσω στη μνήμη του, που τώρα είχε επιστρέψει με ανησυχητική καθαρότητα.
Χωρίς να χάνει χρόνο, έφτασε στο σπίτι της Βέρας.
Εκείνη τον υποδέχτηκε φανερά ανήσυχη. Δεν τον περίμενε τόσο νωρίς. Κάθισαν στο σαλόνι και ο Κυριακός, χωρίς περιττές εισαγωγές, της ζήτησε να του δείξει ξανά τα προσωπικά αντικείμενα και τα χαρτιά του άνδρα της. Η Βέρα δίστασε για μια στιγμή. Ύστερα έγνεψε καταφατικά. Ήξερε πως, αν ήθελε την αλήθεια, έπρεπε να αφεθεί.
Έψαξαν ξανά. Πιο σχολαστικά αυτή τη φορά.
Και τότε, σε ένα συρτάρι που δεν άνοιγε συχνά —ανάμεσα σε παλιά έγγραφα και άσχετες σημειώσεις— βρήκαν μια φωτογραφία. Ο Κυριακός την πήρε στα χέρια του και ένιωσε εκείνο το γνώριμο σφίξιμο στο στομάχι. Δεν χρειαζόταν να την κοιτάξει πολλή ώρα. Το υποσυνείδητό του είχε ήδη αναγνωρίσει ό,τι ο νους μόλις τώρα επιβεβαίωνε.
Στο βάθος της εικόνας, σχεδόν σαν σκιά, ξεχώριζε μια φιγούρα.
Το πρόσωπο ενός παγαπόντη που είχε γνωρίσει στα χρόνια της ναυτικής του περιπλάνησης. Έναν άνθρωπο που σύχναζε στο καφενείο «Η Βοσκοπούλα», απέναντι από το τελωνείο του Πειραιά. Άνεργος και απένταρος, μα πάντα ντυμένος στην τρίχα. Καλοσιδερωμένο κοστούμι, γυαλισμένα παπούτσια, ύφος ανθρώπου που δεν του έλειπε τίποτα — κι ας κοιμόταν στο παλιό, παραμελημένο κτίριο της ακτής Μιαούλη.
Με μαεστρία κατάφερνε να ξεγελά τα θύματά του. Είχε ρητορική, θράσος και εκείνη την επικίνδυνη γοητεία που πείθει τους αφελείς πως έχουν μπροστά τους έναν σωτήρα κι όχι έναν θηρευτή. Έμενε στο χαλαμάντουρο της παλιάς φωτογραφίας — το φαγωμένο από τον χρόνο κτίριο, στριμωγμένο ανάμεσα σε πολυτελείς πολυκατοικίες. Ένας τύπος από έξω κούκλα, από μέσα πανούκλα.
Ο Κυριακός σήκωσε αργά το βλέμμα του προς τη Βέρα.
Εκείνη κατέβασε τα μάτια.
«Τον τελευταίο καιρό…» είπε σιγανά. «Ο άνδρας μου πήγαινε συχνά στον Πειραιά. Μου έλεγε πως είχε μια καινούργια συνεργασία. Με ανθρώπους… επιχειρηματίες.»
Η λέξη κρεμάστηκε στον αέρα.
Ο Κυριακός δεν απάντησε αμέσως. Το παζλ άρχιζε να δένει. Αν ο άνδρας της είχε μπλέξει με ανθρώπους σαν αυτόν της φωτογραφίας, τότε οι επισκέψεις στο λιμάνι, η απομόνωση, η εσωτερική του κατάρρευση, όλα αποκτούσαν νόημα. Όχι αθώο, Μα επικίνδυνο.
«Αυτός ο άνθρωπος», είπε τελικά χαμηλόφωνα, δείχνοντας τη φωτογραφία, «δεν ήταν επιχειρηματίας. Ήταν ειδικός στο να καταστρέφει ζωές χωρίς να αφήνει ίχνη.»
Η ανάσα της Βέρας βάρυνε.
Ο Κυριακός ήξερε πια με σιγουριά πως η υπόθεση δεν τελείωνε με τύψεις και ενοχές. Είχε ανοίξει μια πόρτα που οδηγούσε βαθιά στον υπόκοσμο του λιμανιού — εκεί όπου οι θάνατοι βαφτίζονται ατυχήματα και οι αλήθειες θάβονται κάτω από συμφέροντα και σιωπές.
Και ήξερε επίσης κάτι ακόμα: για να φτάσει ως το τέλος, θα έπρεπε να επιστρέψει εκεί απ’ όπου όλα άρχισαν. Στον Πειραιά.
Έτσι την επόμενη μέρα αποχαιρέτησε τη Βέρα χωρίς πολλά λόγια. Με λίγα ρούχα σε μια μικρή βαλίτσα, ανέβηκε στο πλοίο της γραμμής.
Το βαπόρι λύθηκε αργά από το λιμάνι και εκείνος στάθηκε στην πρύμνη, ακουμπισμένος στα ρέλια, κοιτάζοντας τους τόπους να μικραίνουν πίσω του.
Οι σκέψεις του ήταν ανήσυχες, βαριές. Παρακολουθούσε τη στεριά ώσπου χάθηκε μέσα στην ομίχλη και έμεινε μόνο η απέραντη θάλασσα. Η ώρα κύλησε αθόρυβα και το σούρουπο τον βρήκε ακόμη εκεί, στην ίδια θέση, σαν να είχε ριζώσει στο κατάστρωμα.
Το πρωί ήρθε αργά, με το φως να απλώνεται πάνω στο απέραντο γαλάζιο που χανόταν στους μακρινούς ορίζοντες. Ο δροσερός αέρας της θάλασσας χάραζε το πρόσωπό του. Με τον παφλασμό του πλοίου στα κύματα σαν νανούρισμα, έμεινε να κοιτάζει τους επιβάτες να πηγαινοέρχονται μπροστά του. Στα πλευρά του πλοίου, δελφίνια κολυμπούσαν και χοροπηδούσαν, αδιάφορα για τα βάρη που κουβαλούσαν οι άνθρωποι.
Πέρασε η μέρα, ήρθε η νύχτα, και ξημέρωσε ξανά.
Τότε ακούστηκαν χαρούμενες φωνές:
«Στεριά! Στεριά!»
Σήκωσε το κεφάλι και αντίκρισε, μακριά ακόμη, τη γη της Ελλάδας. Όσο το πλοίο πλησίαζε, το λιμάνι του Πειραιά έπαιρνε μορφή. Γνώριμος τόπος. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία του επίσκεψη.
Ήξερε ανθρώπους, είχε γνωριμίες. Μα υπήρχε ένας μόνο που ήθελε να συναντήσει. Έναν άνθρωπο επικίνδυνο. Έναν αρχηγό συμμορίας. Έναν Λίβυο.
Ήταν εκείνος που κάποτε είχε βοηθήσει — ή, ίσως, εκείνος που δεν είχε προδώσει.
Η μνήμη τον γύρισε πίσω, χρόνια πριν, στην καρδιά του Πειραιά. Στην παλιά Τρούμπα. Στα στενά της ακτής Μιαούλη και της τότε οδού Νοταρά. Έναν τόπο κακόφημο, γεμάτο κόκκινα φώτα, καμπαρέ, τεκέδες και ανθρώπους επικίνδυνους. Εκεί όπου οι συμμορίες ξεκαθάριζαν λογαριασμούς και οι φόνοι ήταν καθημερινότητα.
Θυμήθηκε ένα βράδυ, φεύγοντας από τη «Βοσκοπούλα». Στο σκοτάδι πίσω από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, σκιές τον περικύκλωσαν. Επτά φιγούρες. Κλειστός δρόμος. Όπλα που γυάλιζαν στο μισοσκόταδο. Η βεβαιότητα πως θα τον λήστευαν — ίσως και χειρότερα.
Και τότε, εκείνη η φωνή. Σιγανή, μα κοφτή. Σε μια ξένη γλώσσα, αραβική.
Οι σκιές πάγωσαν. Έκαναν πίσω. Χάθηκαν στο σκοτάδι. Κι ένας μικρόσωμος άντρας φάνηκε στο μισοσκόταδο να τον πλησιάζει με το χέρι απλωμένο.
«My friend», του είπε.
Όταν βγήκε στο φως, τον αναγνώρισε. Τα μάτια. Τα ίδια μάτια που είχε δει καιρό πριν στη Λιβύη. Μάτια αγριμιού. Σκοτεινά, κόκκινα, αιμοβόρα. Ο ίδιος άνθρωπος που είχε σκοτώσει μπροστά του. Ο ίδιος που είχε κρυφτεί στο πλοίο του. Ο ίδιος που ο Κυριακός δεν είχε παραδώσει. Ο Άλι.
Είχε αναγκαστεί να σκοτώσει. Να εκδικηθεί. Η ιστορία του ήταν απλή και, δυστυχώς, συνηθισμένη για τα χρόνια εκείνα στη Λιβύη. Υπό το αυταρχικό καθεστώς του Καντάφι, πολλά υπόγεια εγκλήματα έμεναν στο σκοτάδι.
Του Άλι απήγαγαν την αδελφή του. Την παρέδωσαν στο χαρέμι του Καντάφι. Κι όταν εκείνος τη χόρτασε και τη βαρέθηκε, την παρέδωσε στους μυστικούς του για να «διασκεδάσουν» κι αυτοί. Ύστερα την πέταξαν στην αυλή του σπιτιού της και έφυγαν. Μα η κοπέλα δεν άντεξε τη ντροπή. Ένα πρωί βρέθηκε κρεμασμένη στην αυλή.
Έτσι, ο Άλι, μέρα μεσημέρι, στο παζάρι της Τρίπολης, σκότωσε έναν από τους υπεύθυνους μπροστά σε πλήθος κόσμου. Και διέφυγε στην Ελλάδα. Κρυμμένος ως λαθρεπιβάτης στο πλοίο του Κυριακού που τον ανακάλυψε να κρύβεται στις σεντίνες της μηχανής, αλλά καθώς άκουσε την ιστορία του, δεν τον πρόδωσε στον καπετάνιο.
Τώρα ήταν αρχηγός συμμορίας στον Πειραιά.
Αυτόν ήθελε να συναντήσει. Αυτός θα τον βοηθούσε.
Η ανάμνηση έσβησε καθώς το πλοίο έμπαινε αργά στο λιμάνι. Ο Κυριακός έσφιξε τα χείλη. Οι παλιές χάρες δεν ξεπληρώνονται ποτέ χωρίς τίμημα. Το ήξερε.
Αν ήθελε απαντήσεις για τον θάνατο του άνδρα της Βέρας, θα έπρεπε να κατέβει ξανά στα σκοτεινά νερά του λιμανιού.
Και αυτή τη φορά, δεν θα υπήρχε απλώς ένας σωτήρας, θα υπήρχει ένας καλός φίλος.
Το ίδιο βράδυ πήρε σβάρνα τα καμπαρέ και τα καταγώγια, τα στέκια και τις σκοτεινές γωνιές όπου υπολόγιζε πως σύχναζε ο φίλος του. Ρωτούσε χωρίς να ρωτά, κοιτούσε χωρίς να φαίνεται.
Ο Πειραιάς μύριζε καπνό, ιδρώτα και παλιές αμαρτίες. Τελικά τον βρήκε σε ένα χαμηλοτάβανο καταγώγιο. Καθόταν σε τραπέζι στο βάθος, παρέα με πανέμορφες κοπέλες που του έκαναν συντροφιά, γελούσαν και έγερναν πάνω του. Γύρω τους, δυο–τρεις μπράβοι στέκονταν διακριτικά, και με βλέμμα ακίνητο, σάρωναν τον χώρο χωρίς να τραβούν την προσοχή.
Ο Άλι μόλις τον αντίκρισε, σηκώθηκε απότομα. Η χαρά φάνηκε καθαρά στο πρόσωπό του. Όρμησε πάνω του, άνοιξε τα χέρια και τον αγκάλιασε σφιχτά, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως ήταν αληθινός.
«Αδερφέ μου…» είπε χαμηλόφωνα. «Ο Πειραιάς δεν σε ξέχασε.»
Τον τράβηξε να καθίσει δίπλα του. Με ένα νεύμα έδιωξε τις κοπέλες λίγο πιο πέρα. Τα ποτήρια γέμισαν, το ποτό έρεε, η μουσική δυνάμωσε. Για ώρα γέλασαν, ήπιαν, μίλησαν για θάλασσες, για λιμάνια, για χρόνια που πέρασαν και ανθρώπους που χάθηκαν.
Ύστερα ο Κυριακός σοβάρεψε. Άφησε το ποτήρι κάτω και έγειρε μπροστά.
«Δεν ήρθα για διασκέδαση», είπε. «Έχω ένα πρόβλημα. Και μυρίζει θάνατο.»
Ο άλλος κατάλαβε. Με ένα ανεπαίσθητο νεύμα απομάκρυνε και τους μπράβους. Ο χώρος γύρω τους έμοιαζε ξαφνικά άδειος, παρ’ όλο που το καταγώγιο βούιζε.
Ο Κυριακός του μίλησε για τη Βέρα. Για τον άντρα της. Για τις κινήσεις του στον Πειραιά. Για τις υποψίες του.
«Δεν έχω αποδείξεις», κατέληξε. «Μόνο ένστικτο. Μα ξέρω πως, αν υπάρχει κάτι θαμμένο εδώ, εσύ μπορείς να το βρεις. Με τις διασυνδέσεις σου.»
Ο φίλος του χαμογέλασε αργά, επικίνδυνα.
«Θα κάνω έρευνα», είπε. «Με τους τρόπους μου. Αν ο άνθρωπός σου άφησε ίχνη στο λιμάνι, θα τα βρούμε.»
Ο Κυριακός ένευσε. Δεν ρώτησε ποιο θα ήταν το τίμημα. Το ήξερε ήδη.
Κατά τα ξημερώματα, ο Άλι τον οδήγησε σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο — δικό του.
Ο Κυριακός κατάλαβε αμέσως πως τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Η δύναμη του Άλι δεν φαινόταν στους δρόμους, μα στα κτίρια, στους ανθρώπους που υποχωρούσαν στο πέρασμά του, στις σιωπές που άνοιγαν πόρτες.
«Ξεκουράσου», του είπε χαμηλόφωνα. «Και σύντομα θα σου έχω αποτελέσματα.»
Ο Κυριακός έμεινε μόνος σε ένα δωμάτιο πνιγμένο στην πολυτέλεια, μα ο ύπνος δεν ήρθε εύκολα. Οι εικόνες γύριζαν στο μυαλό του: η Βέρα, η φωτογραφία, το παλιό κτίριο στην ακτή Μιαούλη, τα μάτια του παγαπόντη. Ήξερε πως, ό,τι κι αν μάθαινε το πρωί, τίποτα δεν θα ήταν πια απλό.
Την άλλη μέρα ήρθαν τα αποτελέσματα. Ο Άλι δεν μάσησε τα λόγια του.
Ο Κυριακός είχε δίκιο. Ο άντρας της Βέρας είχε μπλέξει με τον κοστουμαρισμένο παγαπόντη της φωτογραφίας, που με δόλο αλίευε τα θύματά του, τάζοντάς τους χρυσές ευκαιρίες. Εκείνος, όμως, δεν ήταν παρά ο μεσάζων. Πίσω του υπήρχε άλλος, το πραγματικό αφεντικό, που κινούσε τα νήματα και έμενε στη σκιά.
Μαζί με τον άντρα της Βέρας είχαν στήσει μια επιχείρηση λαθρεμπορίου τσιγάρων. Ένα φορτωμένο πλοίο που δεν πιάστηκε ποτέ και ξεφόρτωσε αθόρυβα. Το χρήμα ήταν άφθονο. Ύστερα άλλο πλοίο. Και άλλο.
Το χρήμα έρεε χωρίς όρια, χωρίς λογαριασμό, χωρίς τύψεις.
Μα η απληστία δεν γνωρίζει συνεταιρισμούς.
Το μεγάλο αφεντικό που τον είχε βάλει στο παιχνίδι αποφάσισε να τα κρατήσει όλα. Χωρίς μάρτυρες. Χωρίς φόβο. Χωρίς σκέψη πως κάποιος θα μιλούσε. Γιατί ο νεκρός δεν καταδίδει.
Ο Κυριακός ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Η αλήθεια ήταν ωμή και βαριά. Δεν επρόκειτο για ατύχημα, ούτε για πράξη απελπισίας. Ήταν ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Ο Άλι τον κοίταξε στα μάτια.
«Όταν το χρήμα γίνεται πολύ, πάντα κάποιος περισσεύει.»
Ο Κυριακός δεν απάντησε αμέσως. Στο μυαλό του σχηματιζόταν πια καθαρά η εικόνα: το λιμάνι, τα πλοία, οι σκιές, και ένας θάνατος που είχε βαφτιστεί σιωπή.
Αν ήθελε δικαιοσύνη για τη Βέρα, θα έπρεπε να πατήσει βαθιά μέσα στο βούρκο.
Και αυτή τη φορά, ήξερε πως δεν θα υπήρχε επιστροφή.
Ο Κυριακός δεν αγαπούσε το χρήμα, αλλά ήξερε πως χωρίς αυτό κανείς δεν πετυχαίνει στόχους. Αυτό το χρήμα, για το οποίο σκοτώθηκε ο άντρας της πελάτισσάς του, έπρεπε να φτάσει στα χέρια της Βέρας. Ο ίδιος εκδίκηση δεν ζητούσε, η δουλειά του ήταν μόνο να παλέψει για τα δικαιώματά της. Ήξερε όμως πως χωρίς σκληρή, παράνομη μάχη, δεν θα τα κατάφερνε.
Τα είπε όλα στον Άλι και ζήτησε τη γνώμη του.
«Άκου, Κυριακέ», είπε ο Λίβυος. «Το μπλέξιμο είναι μεγάλο. Αυτή η φατρία έχει δυναμώσει πολύ, κάνουν κουμάντο στον υπόκοσμο και δεν διστάζουν να σκοτώσουν. Η δική μου φατρία όμως είναι ισχυρή. Γι’ αυτό θα καθαρίσω εγώ. Σου χρωστώ. Αν δεν ήσουν εσύ, δεν θα ήμουν εδώ. Εσύ θα πας πίσω στην Κύπρο και θα περιμένεις. Θα σε ενημερώσω όταν όλα έχουν τακτοποιηθεί.»
Ο Κυριακός άκουσε σιωπηλός. Οι λέξεις του Άλι είχαν βάρος — υπόσχεση και απειλή μαζί. Όταν έλεγε «θα καθαρίσω εγώ», δεν εννοούσε μεταφορικά.
«Δεν θέλω αίμα», είπε χαμηλόφωνα. «Θέλω το δίκιο να πάει εκεί που ανήκει.»
Ο Άλι χαμογέλασε στραβά, σαν άνθρωπος που δεν ξεχωρίζει πια το δίκιο από την επιβίωση.
«Στον κόσμο μας, Κυριακέ, το δίκιο περνά πρώτα από τον φόβο. Μετά βρίσκει δρόμο.»
Σηκώθηκε, πήγε στο παράθυρο και κοίταξε το λιμάνι. Τα πλοία έμοιαζαν ακίνητα, αλλά κάτω από την επιφάνεια όλα κινούνταν — όπως και στον υπόκοσμο.
«Θα γίνει όπως λες. Εσύ θα φύγεις. Η Κύπρος είναι μακριά και καθαρή. Εδώ, η μυρωδιά δεν φεύγει ποτέ.»
Ο Κυριακός δεν αντέκρουσε. Ήξερε πότε να επιμείνει και πότε να κάνει πίσω. Αυτό δεν ήταν λιποψυχία, ήταν στρατηγική. Αν έμενε, θα γινόταν βάρος και στόχος.
Την ίδια μέρα έκλεισε εισιτήριο επιστροφής.
Πριν χωρίσουν, ο Άλι τον αγκάλιασε σφιχτά — όχι σαν αρχηγός συμμορίας, αλλά σαν άνθρωπος που θυμόταν το χρέος του.
«Όταν τελειώσει», του ψιθύρισε, «θα μάθεις. Και τότε θα αποφασίσεις εσύ τι θα πεις στη γυναίκα.»
Το πλοίο έφυγε.
Ο Κυριακός στάθηκε στην πρύμνη, όπως λίγες μέρες πριν. Ο Πειραιάς άνοιγε πίσω του σαν σκοτεινή πληγή που έκλεινε αργά. Δεν ένιωθε ανακούφιση. Μόνο αναμονή. Η πιο βαριά μορφή αγωνίας.
Ήξερε πως, ό,τι κι αν έκανε ο Άλι, δεν θα υπήρχαν καθαρά χέρια. Το χρήμα θα έβρισκε τον δρόμο του: βαμμένο, σιωπηλό, αναγκαστικά δίκαιο.
Και τότε θα ερχόταν η σειρά του. Να κοιτάξει τη Βέρα στα μάτια. Και να της πει την αλήθεια. Γιατί μερικές αλήθειες σώζουν. Και άλλες καταδικάζουν για πάντα.
Επέστρεψε στην Κύπρο δύο μέρες αργότερα. Δεν τηλεφώνησε στη Βέρα από το πλοίο. Προτίμησε να της μιλήσει από κοντά. Κάποια πράγματα δεν λέγονται από απόσταση.
Τη βρήκε στο ίδιο σπίτι, με την ίδια σιωπή να βαραίνει τους τοίχους. Όταν κάθισαν αντικριστά, εκείνη τον κοίταξε με βλέμμα γεμάτο προσμονή και φόβο.
«Δεν τελείωσε ακόμη», της είπε ήρεμα. «Πρέπει να περιμένουμε.»
Η Βέρα έσφιξε τα χέρια της.
«Πόσο;»
Ο Κυριακός δεν απάντησε αμέσως.
«Όσο χρειαστεί. Το χρήμα θα δείξει. Αλλά πριν απ’ αυτό, πρέπει να είμαι βέβαιος για την αλήθεια.»
Δεν της είπε περισσότερα. Όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν ήξερε ακόμη αν η αλήθεια ήταν κάτι που θα άντεχε.
Τις επόμενες μέρες βυθίστηκε ξανά στην έρευνα. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς ερωτήσεις που τραβούν βλέμματα. Ξεφύλλισε παλιά έγγραφα, τραπεζικές κινήσεις, σημειώσεις που είχαν θεωρηθεί ασήμαντες. Μίλησε με ανθρώπους που γνώριζαν τον νεκρό καλά — ή νόμιζαν πως τον γνώριζαν.
Και τότε, κάτι άρχισε να μη δένει. Ένα όνομα εμφανιζόταν ξανά και ξανά. Πάντα στο περιθώριο. Πάντα «καθαρό». Ο αδελφός της Βέρας.
Κολλητός του νεκρού. Σχεδόν αδερφός του. Ο άνθρωπος που είχε σταθεί δίπλα του στα δύσκολα, που είχε υπογράψει ως εγγυητής σε δάνεια, που γνώριζε τις κινήσεις του καλύτερα απ’ όλους.
Ο Κυριακός ένιωσε εκείνο το γνώριμο σφίξιμο στο στομάχι. Όχι από βεβαιότητα — από υποψία. Και οι υποψίες, όταν αφορούν αίμα και οικογένεια, είναι οι πιο επικίνδυνες.
Έψαξε βαθύτερα.
Ανακάλυψε ότι ο αδελφός της Βέρας γνώριζε για το λαθρεμπόριο πολύ πριν εκείνη υποψιαστεί οτιδήποτε. Ότι είχε βρεθεί στον Πειραιά τις ίδιες μέρες. Ότι είχε συναντήσει ανθρώπους που ο νεκρός γνώρισε αργότερα. Όχι τυχαία. Καθοδηγημένα.
Η εικόνα σχηματίστηκε αργά — και ήταν χειρότερη απ’ όσο περίμενε.
Ο άνδρας της Βέρας δεν ήταν ο εγκέφαλος. Ήταν το πιόνι.
Και ίσως… το αναλώσιμο.
Ο Κυριακός κάθισε μόνος στο γραφείο του, αργά το βράδυ. Τα στοιχεία απλωμένα μπροστά του σαν εξομολόγηση που δεν ζητήθηκε ποτέ. Αν τα αποκάλυπτε όλα, η Βέρα θα μάθαινε πως ο θάνατος του άντρα της δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα απληστίας και υπόκοσμου, αλλά προδοσίας από τον ίδιο της τον αδελφό.
Κι αν το έκανε, δεν θα κατέστρεφε μόνο μια οικογένεια. Θα άναβε φωτιές που δεν σβήνουν.
Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ο Κυριακός δίστασε.
Η δουλειά του ήταν η αλήθεια. Αλλά η αλήθεια δεν είναι πάντα λύτρωση. Κάποιες φορές είναι καταδίκη.
Έμεινε να κοιτάζει το σκοτάδι έξω από το παράθυρο.
Ήξερε πως σύντομα θα έπρεπε να διαλέξει: να εκθέσει τους πάντες, ή να σώσει ό,τι απέμενε ανθρώπινο από αυτή την ιστορία.
Και καμία επιλογή δεν ήταν καθαρή.
Ο Κυριακός κανόνισε τη συνάντηση χωρίς πολλά λόγια. Ένα καφενείο έξω από το χωριό, παλιό, σχεδόν ξεχασμένο, από εκείνα που δεν κρατούν μνήμες — μόνο μυστικά. Ο αδελφός της Βέρας ήρθε στην ώρα του. Ήταν καλοντυμένος, καθαρός, με εκείνο το πρόσωπο του ανθρώπου που δεν έχει τίποτα να φοβηθεί.
Ή έτσι πίστευε.
Κάθισαν αντικριστά. Ο καφές ήρθε, έμεινε άθικτος.
«Δεν ήξερα πως συνεχίζεις την υπόθεση», είπε πρώτος ο αδελφός, με τόνο φιλικό. Υπερβολικά φιλικό.
Ο Κυριακός τον κοίταξε χωρίς να απαντήσει. Άφησε τη σιωπή να απλώσει. Ήξερε πως οι ένοχοι μιλούν για να τη σπάσουν.
«Η Βέρα πώς είναι;» συνέχισε εκείνος.
«Περιμένει», απάντησε ο Κυριακός. «Όπως όλοι.»
Έβγαλε έναν φάκελο και τον ακούμπησε στο τραπέζι. Δεν τον άνοιξε. Δεν χρειαζόταν.
«Ξέρεις τι με ενοχλεί περισσότερο;» είπε ήρεμα. «Όχι το χρήμα. Ούτε ο υπόκοσμος. Αλλά οι άνθρωποι που παίζουν διπλό ρόλο και κοιμούνται ήσυχοι.»
Το χαμόγελο απέναντί του ράγισε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Μόνο ένας άνθρωπος που παρακολουθεί ξέρει να το δει.
«Δεν καταλαβαίνω», είπε ο αδελφός.
«Καταλαβαίνεις πολύ καλά», απάντησε ο Κυριακός. «Ήσουν στον Πειραιά πριν απ’ αυτόν. Τους γνώρισες πριν τους γνωρίσει. Και έφυγες καθαρός.»
Η πρώτη σύγκρουση ήρθε χωρίς φωνές.
«Πρόσεχε τι λες», είπε σφιγμένα εκείνος. «Μιλάς για τον νεκρό γαμπρό μου.»
Ο Κυριακός έσκυψε μπροστά.
«Μιλάω για έναν άνθρωπο που έσπρωξες πιο βαθιά απ’ όσο άντεχε. Κι όταν έγινε επικίνδυνος… τον άφησες.»
Τα μάτια του άλλου σκοτείνιασαν.
«Δεν έχεις αποδείξεις.»
«Έχω αρκετές, σ αυτό το φάκελλο», απάντησε χαμηλόφωνα. «Και άλλες έρχονται.»
Για πρώτη φορά, ο αδελφός της Βέρας ένιωσε φόβο. Όχι πανικό. Εκείνον τον βαθύ, σιωπηλό φόβο που σε κρατά ξύπνιο τα βράδια.
Σηκώθηκε απότομα.
«Αν μπλέξεις την οικογένειά μου, δεν θα τελειώσει καλά.»
Ο Κυριακός δεν κινήθηκε.
«Αυτό εξαρτάται από σένα.»
Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Το ίδιο βράδυ, ο Κυριακός κάθισε απέναντι από τη Βέρα. Τον κοιτούσε με εμπιστοσύνη. Και αυτή η εμπιστοσύνη ήταν το πιο βαρύ φορτίο.
Ήξερε την αλήθεια. Ήξερε όμως και το τίμημα.
Αν της τα έλεγε όλα, θα την διέλυε. Αν δεν της τα έλεγε, θα την προστάτευε — αλλά θα κουβαλούσε ο ίδιος το βάρος.
«Υπάρχει κάτι που δεν μου λες», είπε εκείνη ήσυχα.
Ο Κυριακός πήρε ανάσα.
«Υπάρχουν πράγματα που ακόμη δένουν», είπε τελικά. «Και πράγματα που… δεν χρειάζεται να τα μάθεις όλα. Όχι ακόμη.»
Η Βέρα τον κοίταξε για ώρα.
«Σε εμπιστεύομαι», είπε μόνο.
Και εκείνος ένιωσε σαν να του είχαν περάσει χειροπέδες.
Αργότερα, μόνος, τηλεφώνησε στον Άλι.
«Έχεις δίκιο», του είπε. «Η ιστορία δεν τελείωσε. Υπάρχει κι άλλος παίκτης. Από μέσα.»
Η φωνή του Άλι ήταν ήρεμη. Πολύ ήρεμη.
«Το κατάλαβα. Τέτοια δουλειά δεν γίνεται χωρίς προδότη.»
«Θέλω να ξέρω μέχρι πού φτάνει», είπε ο Κυριακός.
«Θα το μάθεις», απάντησε ο Άλι. «Αλλά να θυμάσαι κάτι, αδερφέ: όταν η προδοσία φορά οικογενειακό πρόσωπο, το τέλος είναι πάντα άσχημο.»
Ο Κυριακός έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε το σκοτάδι. Τα πράγματα περιπλέκονταν επικίνδυνα.
Μετά από λίγες μέρες, το τηλέφωνο χτύπησε αργά το βράδυ. Ο Κυριακός δεν χρειάστηκε να δει την οθόνη. Ήξερε.
Η φωνή του Άλι ακούστηκε χαμηλή, κοφτή, χωρίς περιστροφές.
«Μπήκα βαθιά», είπε. «Πιο βαθιά απ’ όσο θα ’θελα.»
Ο Κυριακός σηκώθηκε όρθιος και πλησίασε το παράθυρο. Το χωριό κοιμόταν. Ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε.
«Έχω ανθρώπους μέσα στη συμμορία», συνέχισε ο Άλι. «Και άκουσα το όνομά σου. Όχι μία φορά.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
«Ο αδελφός της Βέρας», είπε τελικά ο Κυριακός.
«Ναι», απάντησε ο Άλι. «Αυτός. Πήγε στους λάθος ανθρώπους και τους ζήτησε να “διορθώσουν το πρόβλημα Κυριακός”. Είπε πως ξέρεις πολλά. Πως σκαλίζεις εκεί που δεν πρέπει.»
Ο Κυριακός ένιωσε ένα ψύχος να του ανεβαίνει στη ραχοκοκαλιά. Όχι φόβο. Καθαρή επιβεβαίωση.
«Πόσο άσχημα είναι τα πράγματα;» ρώτησε.
«Αρκετά», είπε ο Άλι. «Όχι ακόμα για σένα. Αλλά σύντομα. Γι’ αυτό άκουσέ με προσεκτικά. Για λίγες μέρες θα προσέχεις. Δεν κινείσαι μόνος. Δεν επαναλαμβάνεις διαδρομές. Δεν εμπιστεύεσαι κανέναν.»
Ο Κυριακός χαμογέλασε πικρά.
«Ακόμα και στην Κύπρο;»
«Ειδικά εκεί», απάντησε ο Άλι. «Όταν κάποιος πληρώνει για να σωπάσεις, δεν τον νοιάζουν τα σύνορα.»
Ο Κυριακός έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Η Βέρα. Το σπίτι της. Η ηρεμία που της είχε υποσχεθεί.
«Και εσύ;» ρώτησε. «Τι θα κάνεις;»
Η φωνή του Άλι χαμήλωσε κι άλλο.
«Θα τελειώσω αυτό που άρχισα. Θα ξεμπερδέψω με τη συμμορία μια και καλή. Όχι πρόχειρα. Όχι βιαστικά. Καθαρά.»
Ο Κυριακός κατάλαβε τι σήμαινε αυτό.
«Μου είπες πως δεν ήθελα αίμα», είπε.
«Δεν το θέλεις», απάντησε ο Άλι. «Αλλά κάποιοι το έχουν ήδη διαλέξει.»
Μια παύση.
«Όταν τελειώσω», πρόσθεσε, «δεν θα σε ξαναενοχλήσουν. Ούτε εσένα. Ούτε τη Βέρα.»
Ο Κυριακός έσφιξε το τηλέφωνο.
«Κι αν αργήσεις;»
Ο Άλι χαμογέλασε, ακουγόταν στη φωνή του.
«Δεν αργώ ποτέ, αδερφέ. Απλώς περιμένω την κατάλληλη στιγμή.»
Η γραμμή έκλεισε.
Ο Κυριακός έμεινε για λίγο ακίνητος. Ύστερα πήρε τα κλειδιά του και βγήκε στο μπαλκόνι. Κοίταξε τον δρόμο, τα φώτα, τις σκιές.
Για πρώτη φορά από τότε που ανέλαβε την υπόθεση, δεν ήταν απλώς ερευνητής. Ήταν στόχος.
Και το ήξερε: οι επόμενες μέρες δεν θα έφερναν απαντήσεις. Θα έφερναν λογαριασμούς.
Ο Κυριακός είχε εμπιστοσύνη στον Άλι. Αν του έλεγε πως κινδύνευε, τότε ο κίνδυνος ήταν πραγματικός — όχι υποψία, όχι υπερβολή. Γι’ αυτό και δεν το σκέφτηκε πολύ. Αποφάσισε να τον ακούσει.
Ένα ταξίδι μακριά, για λίγες μέρες. Όχι φυγή, προφύλαξη. Η αδελφή του ζούσε στα Ιωάννινα. Είχε καιρό να τη δει. Πάντα έβρισκε δικαιολογίες — δουλειές, υποθέσεις, δρόμους που δεν τελείωναν ποτέ. Αυτή τη φορά, ο δρόμος ήταν αναγκαίος. Το ίδιο βράδυ το είπε στη Βέρα. Της μίλησε ήρεμα, με λόγια μετρημένα. Της εξήγησε πως έπρεπε να φύγει για λίγο από την Κύπρο, ώσπου να καταλαγιάσει η αναστάτωση. Δεν της αποκάλυψε όλο το βάθος του κινδύνου — όχι από δυσπιστία, αλλά για να την προστατεύσει.
Εκείνη όμως κατάλαβε. Το πρόσωπό της σκλήρυνε. Τα μάτια της γέμισαν αγωνία.
«Δεν θέλω να μείνω μόνη», του είπε. «Όχι τώρα.»
Προσπάθησε να την αποτρέψει. Της είπε πως το ταξίδι θα ήταν κουραστικό, πως θα έπαιρναν πλοίο ως την Ελλάδα και μετά δρόμο πολύ. Μα εκείνη επέμεινε.
«Αν κινδυνεύεις, θέλω να είμαι μαζί σου», είπε. «Και αν δεν κινδυνεύεις… τότε γιατί φεύγεις;»
Ο Κυριακός σώπασε. Ήξερε πως είχε ήδη χάσει τη μάχη. Τελικά έγνεψε καταφατικά.
Έφυγαν με το πλοίο της γραμμής από την Κύπρο. Το κατάστρωμα ήταν σχεδόν άδειο. Η θάλασσα ήρεμη, μα βαριά. Ο Κυριακός στάθηκε στα ρέλια στην πρύμνη, όπως πάντα, και κοίταζε τα αφρώδη απόνερα που άφηνε η προπέλα. Η Βέρα στεκόταν λίγο πιο πίσω, σιωπηλή.
Στο πλοίο μιλούσαν λίγο. Λόγια απλά, προσεκτικά. Η σιωπή όμως δεν ήταν αμήχανη. Ήταν γεμάτη σκέψεις που δεν είχαν ακόμη ειπωθεί.
Φτάνοντας στην Ελλάδα, συνέχισαν οδικώς. Χιλιόμετρα δρόμου, τοπία που άλλαζαν αργά, βουνά που υψώνονταν καθώς πλησίαζαν την Ήπειρο. Σταματούσαν για καφέ σε μικρά χωριά, περπατούσαν λίγο για να ξεμουδιάσουν. Η ένταση υποχωρούσε.
Για πρώτη φορά, η Βέρα δεν ήταν «η πελάτισσα». Ήταν μια όμορφη γυναίκα που ο Κυριακός την έβλεπε με άλλη ματιά. Και ο ίδιος δεν ήταν ο ερευνητής. Ήταν απλώς ένας άντρας κουρασμένος από τις σκιές.
Οι κουβέντες τους βάθαιναν. Μιλούσαν για όσα έχασαν, για όσα φοβούνταν, για ζωές που δεν έζησαν όπως τις φαντάστηκαν. Κάπου εκεί, χωρίς υποσχέσεις και χωρίς μεγάλα λόγια, γεννήθηκε κάτι που ο Κυριακός είχε μάθει να αποφεύγει.
Ένιωσε τον εαυτό του να δένεται.
Το κατάλαβε τη στιγμή που την είδε να κοιμάται στο κάθισμα, καθώς το αυτοκίνητο ανέβαινε τις στροφές προς τα Ιωάννινα. Το φως των προβολέων χάραζε απαλά το πρόσωπό της.
Τότε συνειδητοποίησε πως είχε ήδη παραβιάσει τον σημαντικότερο κανόνα που είχε θέσει στη ζωή του: να μη δένεται ποτέ με τις υποθέσεις του.
Δεν ήξερε αν αυτό τον δυνάμωνε ή τον έκανε πιο ευάλωτο.
Ήξερε μόνο πως, από εκείνη τη στιγμή και μετά, ό,τι κι αν ερχόταν, δεν θα τον αφορούσε πια μόνο επαγγελματικά.
Και αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο απ’ όλα.
Το βράδυ τους βρήκε σε ένα μικρό ξενοδοχείο έξω από τα Ιωάννινα. Όχι πολυτέλειες, μόνο ξύλο, πέτρα και ένα παράθυρο που έβλεπε σε ένα κατάφυτο τοπίο. Η υγρασία της νύχτας έμπαινε αθόρυβα στο δωμάτιο, σαν μυστικό.
Ο Κυριακός στάθηκε στο παράθυρο. Το πράσινο του τοπίου, σκοτεινό, ακίνητο, σαν να κρατούσε μέσα του όλες τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν. Η Βέρα έβγαλε αργά το παλτό της και το ακούμπησε στην καρέκλα. Οι κινήσεις της είχαν χάσει πια την αμηχανία των προηγούμενων ημερών.
«Εδώ είναι αλλιώς», είπε χαμηλόφωνα. «Εδώ δεν μας ξέρει κανείς.»
Ο Κυριακός γύρισε και την κοίταξε. Για πρώτη φορά, δεν έβλεπε τη γυναίκα που είχε έρθει να του ζητήσει βοήθεια. Έβλεπε μια γυναίκα που είχε σταθεί όρθια μέσα στον πόνο της. Που δεν είχε λυγίσει, μόνο κουραστεί.
«Μερικές φορές», της απάντησε, «αυτό είναι που φοβίζει περισσότερο.»
Κάθισαν αντικριστά, χωρίς να αγγίζονται. Μίλησαν για μικρά πράγματα — για τη διαδρομή, για τα βουνά, για την αδελφή του. Ύστερα η κουβέντα κύλησε εκεί που πάντα οδηγεί η σιωπή.
«Δεν ξέρω τι θα γίνει», είπε η Βέρα. «Με την υπόθεση. Με όλα αυτά.»
Ο Κυριακός έσκυψε ελαφρά μπροστά.
«Ξέρω μόνο ότι δεν είσαι πια μόνη σ’ αυτό.»
Τα λόγια δεν ήταν υπόσχεση. Ήταν δήλωση.
Η Βέρα σήκωσε το βλέμμα. Τα μάτια της γυάλιζαν — όχι από δάκρυα, αλλά από εκείνη τη σπάνια στιγμή που κάποιος νιώθει πως τον βλέπουν αληθινά. Άπλωσε το χέρι της διστακτικά. Τα δάχτυλά της ακούμπησαν τα δικά του.
Ο Κυριακός δεν αποτραβήχτηκε.
Το άγγιγμα ήταν απλό. Όμως μέσα του έκλεινε όλη τη διαδρομή τους — τον φόβο, την αναμονή, τα μυστικά, τον κίνδυνο. Έσφιξε απαλά το χέρι της. Ένιωσε τη ζεστασιά της, την ανθρώπινη, την αληθινή.
«Ξέρεις τι φοβάμαι περισσότερο;» ψιθύρισε. «Ότι αν τελειώσει όλο αυτό… θα τελειώσουμε κι εμείς.»
Ο Κυριακός σηκώθηκε αργά και στάθηκε μπροστά της. Έσκυψε και ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της.
«Αυτό που γεννιέται έτσι», της είπε, «δεν τελειώνει με αποφάσεις. Ούτε με αποστάσεις.»
Το φιλί τους ήρθε ήσυχα, σχεδόν αναπόφευκτα. Όχι βιαστικό. Όχι απαιτητικό. Ήταν φιλί ανθρώπων που είχαν χάσει χρόνο, και δεν ήθελαν να χάσουν άλλο.
Έμειναν αγκαλιασμένοι, χωρίς λόγια. Η νύχτα προχωρούσε έξω, και η λίμνη κρατούσε τις σκιές τους.
Ο Κυριακός ήξερε πια πως η υπόθεση δεν ήταν μόνο επαγγελματική.
Και η Βέρα ήξερε πως, ό,τι κι αν αποκαλυπτόταν, δεν θα το αντιμετώπιζε μόνη.
Η αγάπη δεν είχε έρθει σαν κεραυνός. Είχε έρθει σαν βαθύ νερό — αθόρυβα, και για πάντα.
Οι μέρες στα Ιωάννινα κύλησαν αργά, σχεδόν επίτηδες. Σαν να είχε συμφωνήσει ο χρόνος να τους χαρίσει μια ανάσα πριν ξανασφίξει τον κλοιό.
Το πρωί κατέβηκαν στη λίμνη. Η Παμβώτιδα απλωνόταν ήρεμη, σιωπηλή, με εκείνη τη βαθιά γαλήνη που δεν είναι αθώα — είναι γνώση. Μπήκαν στο καραβάκι για το νησί. Ο βαρκάρης δεν μιλούσε πολύ. Δεν χρειαζόταν. Το νερό γλιστρούσε απαλά, κι ο ήχος των κουπιών έμοιαζε με καρδιακό παλμό. Η Βέρα στεκόταν όρθια, κοιτάζοντας τα νερά. Ο Κυριακός στάθηκε πίσω της. Δεν την άγγιξε αμέσως. Ήξερε πως μερικές στιγμές χρειάζονται χώρο για να γεννηθούν.
«Εδώ», είπε εκείνη, «νιώθω σαν να σταματάει ο θόρυβος μέσα μου.»
Ο Κυριακός χαμογέλασε.
«Ίσως γιατί αυτός ο τόπος έχει δει τόσα, που δεν φοβάται πια τον πόνο.»
Στο νησί περπάτησαν στα στενά, ανάμεσα σε πέτρινα σπίτια και χαμηλούς τοίχους. Μπήκαν στο σπίτι-μουσείο του Αλή Πασά. Ο Κυριακός στάθηκε μπροστά στο παράθυρο απ’ όπου, λένε, κοίταζε τη λίμνη τις τελευταίες του μέρες.
«Ξέρεις», της είπε, «η ιστορία δεν είναι ποτέ καθαρή. Ήρωες, τύραννοι… όλα μπλέκονται.»
Η Βέρα τον κοίταξε.
«Όπως και οι άνθρωποι.»
Στάθηκαν μπροστά στα εκθέματα της Ελληνικής Επανάστασης. Όπλα σκουριασμένα, γράμματα μισοσβησμένα, πρόσωπα που θυσιάστηκαν για μια ιδέα μεγαλύτερη απ’ τους ίδιους.
«Πολέμησαν για να ανήκουν κάπου», είπε εκείνη.
«Ή για να αγαπήσουν ελεύθερα», απάντησε ο Κυριακός.
Το απόγευμα τους βρήκε σε ένα μικρό καφενείο, με τσίπουρο και σιωπές που δεν βάραιναν. Τα χέρια τους ακουμπούσαν πια φυσικά, σαν να ανήκαν πάντα το ένα στο άλλο.
Το βράδυ, στο δωμάτιο, δεν υπήρχε βιασύνη. Ο έρωτάς τους δεν είχε ανάγκη από ένταση για να υπάρξει. Ήταν βαθύς, τρυφερός, σχεδόν ιερός. Σαν υπόσχεση χωρίς λόγια. Σαν καταφύγιο.
Οι μέρες ήταν λίγες. Μα κάθε στιγμή είχε βάρος χρόνου. Γέλια, αγκαλιές, βλέμματα που κρατούσαν λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν.
Ο Κυριακός ήξερε πως παραβίαζε τον πιο παλιό του κανόνα.
Η Βέρα ήξερε πως ρίσκαρε να πληγωθεί ξανά.
Μα κανείς τους δεν έκανε πίσω.
Γιατί υπήρχαν αγάπες που δεν έρχονται για να κρατήσουν για πάντα.
Έρχονται για να σε αλλάξουν για πάντα.
Και όταν, λίγες μέρες μετά, ετοιμάστηκαν να φύγουν από τα Ιωάννινα, ήξεραν και οι δύο πως ό,τι κι αν τους περίμενε μπροστά — προδοσία, αλήθεια, αίμα ή λύτρωση — δεν θα το αντιμετώπιζαν πια μόνοι.
Ήταν δεμένοι. Και αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο — και το πιο αληθινό πράγμα που τους είχε συμβεί.
Το τηλεφώνημα ήρθε νωρίς το πρωί.
Το φως μόλις είχε απλωθεί πάνω στη λίμνη. Η Βέρα κοιμόταν ακόμη, γυρισμένη στο πλάι, με την ανάσα της ήρεμη. Ο Κυριακός στεκόταν στο παράθυρο, κοιτάζοντας το νερό που έμοιαζε ακίνητο, σαν να κρατούσε την ανάσα του.
Το κινητό δόνησε χαμηλά πάνω στο κομοδίνο.
Μια φορά. Δεύτερη. Δεν χτύπησε δυνατά. Σαν να ήξερε πως δεν έπρεπε.
Ο Κυριακός κοίταξε την οθόνη. Ήταν ο Άλι.
Η καρδιά του βάρυνε πριν καν απαντήσει.
Βγήκε αθόρυβα στο μικρό μπαλκόνι και έκλεισε την πόρτα πίσω του.
«Μίλα», είπε χαμηλόφωνα.
Η φωνή του Άλι ήρθε καθαρή, χωρίς περιττά λόγια. Αυτό ήταν πάντα κακό σημάδι.
«Δεν έχουμε άλλο χρόνο.»
Ο Κυριακός έσφιξε το κινητό.
«Τι έγινε;»
«Ο αδελφός της Βέρας δεν περιμένει άλλο. Έμαθε για τα Ιωάννινα. Κάποιος μίλησε. Δεν ξέρω ποιος ακόμη.»
Μια παύση. Μικρή. Επικίνδυνη.
«Έδωσε εντολή. Όχι να σε φοβίσουν. Να τελειώνουν.»
Ο Κυριακός έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Το τοπίο μπροστά του θόλωσε.
«Πότε;» ρώτησε.
«Σύντομα. Πολύ σύντομα. Και δεν είσαι μόνος στόχος.»
Ο Κυριακός κατάλαβε πριν καν ειπωθεί.
«Η Βέρα…»
«Ξέρουν πως είναι μαζί σου.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Όχι από φόβο — από ευθύνη.
«Άκουσέ με», συνέχισε ο Άλι. «Θα τους καθυστερήσω. Όσο μπορώ. Αλλά πρέπει να εξαφανιστείτε. Να γυρίσετε Κύπρο. Σήμερα.»
Ο Κυριακός κοίταξε πίσω από το τζάμι. Η Βέρα είχε γυρίσει στο κρεβάτι. Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο. Ανυποψίαστο.
«Θα σε ξαναπάρω», είπε ο Άλι. «Και τότε θα ξέρουμε αν θα μιλήσουμε με χρήμα… ή με αίμα.»
Η γραμμή έκλεισε.
Ο Κυριακός έμεινε ακίνητος. Για λίγα δευτερόλεπτα, σκέφτηκε να της πει μόνο τα μισά. Να την προστατεύσει με σιωπή.
Ύστερα θυμήθηκε τα λόγια της στη λίμνη:
«Εδώ, νιώθω σαν να σταματάει ο θόρυβος μέσα μου»
Γύρισε στο δωμάτιο.
Η Βέρα είχε ανοίξει τα μάτια. Τον κοίταξε.
«Ποιος ήταν;» ρώτησε ήσυχα.
Ο Κυριακός κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Της πήρε το χέρι. Δεν απέφυγε το βλέμμα της.
«Πρέπει να φύγουμε», είπε.
«Τώρα.»
Η Βέρα κατάλαβε αμέσως. Δεν ρώτησε περισσότερα. Μόνο έσφιξε τα δάχτυλά του. Η λίμνη έξω παρέμενε ήρεμη. Μα η ευτυχία τους είχε ήδη σπάσει. Και αυτή τη φορά, δεν θα υπήρχε επιστροφή στην αθωότητα.
Ο Κυριακός καταλάβαινε πως, καθώς οι αντίπαλοι είχαν φτάσει σ’ αυτό το επίπεδο, ο Άλι θα προχωρούσε το ίδιο. Χωρίς καθυστέρηση. Πιο μπροστά απ’ αυτούς.
Θα ακολουθούσε τον κανόνα που γνώριζε καλά: το προληπτικό χτύπημα.
Έφυγαν από τα Ιωάννινα πριν χαράξει. Δεν υπήρξαν αποχαιρετισμοί, ούτε τελευταίες ματιές στη λίμνη. Η απόφαση πάρθηκε σιωπηλά, σχεδόν ενστικτωδώς. Ο Κυριακός ήξερε πια πως κάθε παραπάνω ώρα στον ίδιο τόπο ήταν ρίσκο. Όταν το παιχνίδι έφτανε τόσο ψηλά, η ομορφιά γινόταν παγίδα.
Ταξίδεψαν χωρίς προορισμό φανερό. Άλλαξαν διαδρομές, ονόματα σε ξενοδοχεία, συνήθειες. Βρήκαν προσωρινό καταφύγιο σ’ έναν τόπο ουδέτερο, μακριά από λιμάνια και γνωστά μονοπάτια. Ένα μέρος που δεν ρωτούσε πολλά και δεν θυμόταν πρόσωπα.
Οι ώρες κυλούσαν βαριά. Η Βέρα δεν ρωτούσε πια πότε θα τελείωνε όλο αυτό. Ρωτούσε μόνο πώς. Και ο Κυριακός δεν είχε απάντηση που να μην πονά.
Το τηλεφώνημα ήρθε λίγο πριν τα μεσάνυχτα.
Ο Κυριακός το κατάλαβε πριν ακόμη δει την οθόνη. Το σώμα του σφίχτηκε, σαν να είχε ήδη ακούσει τα λόγια. Βγήκε αθόρυβα έξω, αφήνοντας τη Βέρα πίσω, να τον κοιτάζει χωρίς να μιλά. Η σιωπή της ήταν πιο βαριά από ερωτήσεις.
«Τελείωσε», είπε η φωνή του Άλι χωρίς χαιρετισμό.
Ο Κυριακός δεν ρώτησε τι. Ρώτησε μόνο:
«Πόσο άσχημα;»
Μια μικρή παύση — όχι από δισταγμό, αλλά από μέτρημα.
«Όσο έπρεπε.»
Ο Άλι μίλησε χαμηλά, ψυχρά. Σαν άνθρωπος που αναφέρει γεγονότα, όχι πράξεις.
Η συμμορία είχε δεχτεί χτύπημα εκεί που δεν το περίμενε. Όχι στο χρήμα — αυτό ξαναβρίσκει πάντα δρόμο. Στους ανθρώπους. Στους δύο που ήξεραν πολλά. Στους ενδιάμεσους που μετέφεραν ονόματα, ώρες, διαδρομές. Ένα “ατύχημα” στο λιμάνι. Μια αποθήκη που κάηκε νύχτα. Ένας μεσάζοντας που χάθηκε χωρίς θόρυβο.
«Και ο αδελφός της;» ρώτησε ο Κυριακός.
Η σιωπή αυτή τη φορά κράτησε περισσότερο.
«Δεν τον άγγιξα», είπε ο Άλι. «Όχι ακόμη. Ήθελα να το ξέρεις. Το παιχνίδι άλλαξε επίπεδο.»
Ο Κυριακός ένιωσε το βάρος να κατεβαίνει χαμηλά, στο στομάχι. Αυτό δεν ήταν λύση. Ήταν κλιμάκωση.
«Τους τρόμαξες», είπε.
«Όχι», απάντησε ο Άλι. «Τους έκοψα τον χρόνο.»
Ο Κυριακός κοίταξε πίσω του. Η Βέρα στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας. Δεν άκουγε λέξεις, μα έβλεπε το πρόσωπό του. Και αυτό έφτανε.
«Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε.
«Τώρα», είπε ο Άλι, «η αλήθεια έγινε όπλο. Και όποιος την κρατά, κινδυνεύει πρώτος.»
Η γραμμή έκλεισε.
Ο Κυριακός έμεινε για λίγο ακίνητος. Ύστερα γύρισε μέσα. Δεν μίλησε. Δεν εξήγησε. Την αγκάλιασε μόνο. Όχι για παρηγοριά — για προστασία. Γιατί ήξερε πως ό,τι κι αν ακολουθούσε, δεν θα άφηνε κανέναν αλώβητο.
Η νύχτα έξω ήταν ήσυχη. Απατηλά ήσυχη.
Και αυτή τη φορά, ο Κυριακός το ήξερε: η ιστορία δεν θα τελείωνε με δικαιοσύνη. Θα τελείωνε με επιλογή.
Ο Κυριακός οδήγησε ως την Αθήνα χωρίς στάσεις.
Ο δρόμος κύλησε μηχανικά, σαν να τον γνώριζε απ’ έξω κι από μέσα. Η Βέρα κοιμόταν στο κάθισμα δίπλα του, κουρασμένη από τις τελευταίες μέρες, μα εκείνος δεν χαλάρωσε ούτε στιγμή. Όταν έφτασαν, κατέληξαν στο ξενοδοχείο του Άλι — το ίδιο πολυτελές, το ίδιο απρόσωπο. Ένα μέρος φτιαγμένο για να προστατεύει μυστικά.
Αυτή τη φορά ένιωθε πιο ήρεμος. Όχι ασφαλής — απλώς πιο καθαρός στο μυαλό.
Ο Άλι είχε ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Το μεγάλο κύμα είχε σπάσει. Προς το παρόν, δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος. Όμως ο Κυριακός ήξερε καλά πως οι ιστορίες αυτές δεν τελειώνουν ποτέ απότομα. Μόνο αλλάζουν μορφή.
Αποφάσισε πως έπρεπε να τον συναντήσει. Να μάθει με λεπτομέρειες τι είχε συμβεί. Ποιοι είχαν βγει από τη μέση, ποιοι είχαν μείνει, ποιοι απλώς κρύβονταν. Μόνο τότε θα μπορούσε να σκεφτεί ψύχραιμα. Μόνο τότε θα αποφάσιζε μέχρι ποιο σημείο θα μιλούσε στη Βέρα.
Καταλάβαινε ότι ο μεγάλος κίνδυνος είχε περάσει.
Αλλά παρέμενε ο μικρός — κι αυτός ήταν ο πιο απρόβλεπτος.
Ο αδελφός της. Φοβισμένος. Μόνος. Αποκομμένος από τους ανθρώπους που τον προστάτευαν. Άνθρωποι σαν κι αυτόν δεν εξαφανίζονται, σπρώχνονται στη γωνία. Και τότε, είτε λυγίζουν είτε γίνονται επικίνδυνοι. Η απελπισία είναι πάντα κακός σύμβουλος.
Ο Κυριακός το ήξερε. Και δεν ήθελε άλλο αίμα.
Σκέφτηκε πως η μόνη λύση ήταν να μιλήσουν όλοι μαζί.
Ο ίδιος. Ο Άλι. Και η Βέρα.
Όχι για να τρομάξουν κανέναν. Αλλά για να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους. Να εξηγήσουν την πραγματικότητα, να κόψουν τα περιθώρια παρερμηνείας, να δείξουν στον αδελφό της πως δεν είχε πια συμμάχους, αλλά ούτε και λόγο να χτυπήσει. Να τον κάνουν να μείνει κρυμμένος στο καβούκι του. Να επιλέξει τη σιωπή αντί για την καταστροφή.
Αυτό θα έλεγε στον Άλι. Αυτό θα του ζητούσε.
Για πρώτη φορά, ο Κυριακός δεν σκεφτόταν σαν ερευνητής.
Σκεφτόταν σαν άνθρωπος που είχε κάτι να χάσει. Και ήξερε πως το πιο δύσκολο δεν ήταν να αντιμετωπίσει τον αδελφό της Βέρας. Ήταν να της πει την αλήθεια, χωρίς να τη συντρίψει.
Το ραντεβού κανονίστηκε για αργά το απόγευμα, σε μια ιδιωτική αίθουσα του ξενοδοχείου.
Ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, με βαριές κουρτίνες και χαμηλό φωτισμό. Ο Άλι προτιμούσε τους χώρους όπου τίποτα δεν άκουγε και τίποτα δεν έβλεπε.
Η Βέρα μπήκε πρώτη. Στάθηκε για μια στιγμή διστακτικά, σαν να ένιωθε πως περνούσε ένα αόρατο κατώφλι. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε στον χώρο και ύστερα καρφώθηκε στον άντρα που στεκόταν όρθιος κοντά στο τραπέζι.
Ο Άλι. Μικρόσωμος, αδύνατος, με κοστούμι άψογα ραμμένο. Τίποτα πάνω του δεν πρόδιδε τη φήμη του. Μόνο τα μάτια. Σκούρα, διαπεραστικά, μάτια ανθρώπου που είχε ζήσει πολύ πιο βαθιά απ’ όσο επέτρεπε η ηλικία του.
Ο Κυριακός στάθηκε δίπλα της. Δεν την άγγιξε, αλλά η παρουσία του ήταν σταθερή, καθησυχαστική.
«Βέρα», είπε ήρεμα, «αυτός είναι ο Άλι».
Ο Άλι χαμογέλασε ελαφρά και έσκυψε το κεφάλι, με έναν τρόπο σχεδόν ευγενικό.
«Χαίρομαι που σας γνωρίζω», είπε στα ελληνικά, με ελαφριά ξενική προφορά. «Αν και εύχομαι να ήταν υπό άλλες συνθήκες».
Η Βέρα δεν ανταπέδωσε το χαμόγελο.
«Θέλω να ξέρω γιατί πέθανε ο άντρας μου», είπε απευθείας. «Και ποιος ευθύνεται».
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
Ο Άλι κάθισε αργά στην καρέκλα του και τους έδειξε να κάνουν το ίδιο.
«Θα τα πούμε όλα», είπε. «Αλλά όχι βιαστικά. Η αλήθεια θέλει τάξη. Αλλιώς σκοτώνει ξανά».
Η Βέρα έσφιξε τα χέρια της.
«Έχω χάσει ήδη αρκετά. Δεν φοβάμαι».
Ο Άλι την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μιλήσει. Ύστερα γύρισε στον Κυριακό.
«Της έχεις πει;»
Ο Κυριακός πήρε μια ανάσα.
«Όσα έπρεπε. Όχι όσα πονούσαν».
Ο Άλι ένευσε καταφατικά.
«Τότε θα συνεχίσουμε από εκεί».
Γύρισε ξανά στη Βέρα.
«Ο άντρας σας δεν ήταν θύμα μιας απλής υπόθεσης. Ήταν μέρος μιας δουλειάς. Μεγάλης. Επικίνδυνης. Και πολύ προσοδοφόρας».
Η Βέρα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Μου είχε πει πως όλα τελείωσαν…»
«Οι δουλειές αυτές δεν τελειώνουν έτσι απλά», απάντησε ο Άλι.
«Κάποιος πάντα μένει πίσω. Και κάποιος πάντα πληρώνει».
Ο Κυριακός παρενέβη.
Πλήρωσε γιατί ήξερε πολλά. Και γιατί κάποιος φοβήθηκε ότι θα μιλήσει».
Ο Άλι έγνεψε αργά.
«Ή γιατί κάποιος τον πρόδωσε».
Η Βέρα σήκωσε απότομα το κεφάλι.
«Ποιος;»
Ο Άλι δίστασε. Όχι από φόβο. Από επιλογή.
«Εδώ είναι που τα πράγματα γίνονται δύσκολα. Γιατί ο άνθρωπος αυτός δεν είναι ξένος για εσάς».
Η σιωπή απλώθηκε ξανά στο δωμάτιο.
Ο Κυριακός ένιωσε το βάρος της στιγμής να τον πλακώνει. Ήξερε πως από δω και πέρα δεν υπήρχαν εύκολες λέξεις.
Η Βέρα τον κοίταξε.
«Κυριακέ», είπε με φωνή που έτρεμε. «Τι δεν μου λες;»
Εκείνος κράτησε το βλέμμα της.
Για πρώτη φορά, δεν είχε έτοιμη απάντηση.
Ο Άλι σηκώθηκε.
«Θα τα πούμε όλα. Όλη την αλήθεια. Χωρίς φόβο, χωρίς πάθος. Αλλά όταν ειπωθεί, δεν θα υπάρχει γυρισμός. Και πρέπει να είστε έτοιμη να ακούσετε ποιον χάσατε… και ποιον ίσως χάσετε ξανά».
Η Βέρα δεν απάντησε. Μόνο έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Και τότε κατάλαβε πως ο θάνατος του άντρα της δεν ήταν το τέλος της ιστορίας.
Ο Άλι στάθηκε όρθιος, σαν να είχε πάρει την απόφαση που απέφευγε ώρα. Το βλέμμα του καρφώθηκε στη Βέρα.
«Ο άνθρωπος που έδωσε το σήμα…», είπε αργά, «δεν ήταν απ’ έξω. Ήταν από μέσα. Από τον κύκλο σας».
Η Βέρα ένιωσε το αίμα της να παγώνει.
«Μίλα», είπε κοφτά. «Μη με λυπάσαι».
Ο Κυριακός έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.
«Ήταν ο αδελφός σου».
Η λέξη έπεσε σαν πυροβολισμός.
Η Βέρα τινάχτηκε από την καρέκλα.
«Όχι!» φώναξε. «Λες ψέματα. Δεν θα το έκανε ποτέ. Ήταν σαν αδέλφια με τον άντρα μου».
«Ακριβώς», απάντησε ο Άλι ήρεμα. «Και εκεί είναι το πρόβλημα».
Η Βέρα γύρισε προς το μέρος του, τα μάτια της γυάλιζαν.
«Τι εννοείς;»
Ο Άλι πήρε μια ανάσα.
«Ο άντρας σου ήθελε να φύγει. Να σταματήσει. Να πάρει το μερίδιό του και να εξαφανιστεί. Ο αδελφός σου φοβήθηκε. Όχι μόνο για τα λεφτά. Φοβήθηκε ότι αν μιλούσε, θα έπεφταν όλοι».
Ο Κυριακός συμπλήρωσε:
«Δεν σχεδίασε τον θάνατο. Αλλά ζήτησε “να λυθεί το πρόβλημα”. Αυτή ήταν η λέξη που χρησιμοποίησε».
Η Βέρα έφερε τα χέρια στο στόμα της.
«Θεέ μου…», ψιθύρισε. «Το παιδί της μάνας μου…»
Τα πόδια της λύγισαν. Ο Κυριακός πρόλαβε και την κράτησε. Δεν αντιστάθηκε. Έγειρε πάνω του, σαν να μην είχε πια δύναμη να σταθεί μόνη.
«Ήταν φόβος», είπε ο Άλι. «Πανικός. Όχι κακία. Αλλά στον κόσμο μας, αυτά δεν ξεχωρίζουν».
Η Βέρα σήκωσε αργά το κεφάλι. Τα δάκρυα έτρεχαν, μα η φωνή της ήταν καθαρή.
«Ζει;»
Ο Άλι έγνεψε.
«Ζει. Και κρύβεται. Και τρέμει».
Η Βέρα έκλεισε τα μάτια. Έμεινε έτσι για λίγα δευτερόλεπτα. Όταν τα άνοιξε, κάτι είχε αλλάξει. Η οργή είχε δώσει τη θέση της σε μια σκληρή, πονεμένη αποφασιστικότητα.
«Θέλω να τον δω».
Ο Κυριακός την κοίταξε ανήσυχος.
«Βέρα…»
«Είναι αδελφός μου», είπε κοφτά. «Το αίμα νερό δεν γίνεται. Αλλά ούτε και συγχωρείται χωρίς αλήθεια».
Ο Άλι την παρατήρησε για λίγο.
«Είσαι σίγουρη;»
«Ναι».
Τον έφεραν το ίδιο βράδυ. Είχε ταξιδέψει από την Κύπρο στον Πειραιά, νομίζοντας πως θα είχε προστασία από τους δικούς του. Όταν όμως είδε τη συμμορία να εξαλείφεται, μετακόμισε στα Πετράλωνα και κρυβόταν σε ένα υγρό υπόγειο διαμέρισμα. Οι άντρες του Άλι ήξεραν ήδη την κρυψώνα του. Και τον έφεραν.
Ο αδελφός της μπήκε στο δωμάτιο σκυφτός. Αγνώριστος. Αδύνατος, αξύριστος, με μάτια κατακόκκινα από την αϋπνία. Μόλις είδε τη Βέρα, γονάτισε.
«Αδελφή μου…», είπε σπασμένα. «Δεν ήθελα…»
«Σήκω», του είπε εκείνη. Η φωνή της έτρεμε, μα δεν έσπαγε. «Κοίτα με».
Σήκωσε το κεφάλι.
«Ξέρεις τι έκανες;»
«Φοβήθηκα», ψέλλισε. «Μας είχαν πιάσει από παντού…»
Ο Άλι τον διέκοψε.
«Δεν σε σκότωσα. Δεν σε παρέδωσα. Σε αυτό να ξέρεις, ήμασταν επιεικείς».
Ο άντρας άρχισε να τρέμει.
«Σας παρακαλώ…»
Η Βέρα πλησίασε.
«Δεν θα μιλήσω. Δεν θα σε δώσω. Όχι γιατί δεν φταις. Αλλά γιατί είμαι η αδελφή σου».
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Σε κατέστρεψα…»
«Με κατέστρεψες», είπε ήρεμα. «Αλλά ακόμα αναπνέω».
Ο Κυριακός πήρε τον λόγο.
«Από εδώ και πέρα θα μείνεις ήσυχος. Κρυμμένος. Στο καβούκι σου. Δεν θα μιλήσεις σε κανέναν. Δεν θα κινηθείς».
Ο Άλι συμπλήρωσε:
«Και όσο το κάνεις αυτό, θα είσαι προστατευμένος. Όχι από καλοσύνη. Από συμφωνία».
Ο άντρας έγνεψε μανιασμένα.
«Ορκίζομαι».
Η Βέρα γύρισε την πλάτη. Δεν άντεχε άλλο να τον κοιτά.
«Φύγε», είπε. «Και ζήσε με αυτό».
Όταν έμειναν μόνοι, η Βέρα λύγισε ξανά. Ο Κυριακός την αγκάλιασε σφιχτά.«Έκανες το πιο δύσκολο πράγμα», της ψιθύρισε. «Διάλεξες να μη γίνεις σαν αυτούς».
Εκείνη έκλαψε στον ώμο του. Όχι για τον άντρα που έχασε. Αλλά για τον αδελφό που δεν θα είχε ποτέ ξανά.
Και ήξερε πια πως η αλήθεια, όταν ειπωθεί, δεν λυτρώνει πάντα. Μερικές φορές απλώς σε μαθαίνει να ζεις με το βάρος της.
«Όλα τελείωσαν», διαβεβαίωσε ο Άλι τον Κυριακό. «Μπορείτε να επιστρέψετε στην Κύπρο χωρίς έγνοια και φόβο».
Τα λόγια του ακούστηκαν ήσυχα, σχεδόν καθησυχαστικά. Όμως ο Κυριακός ήξερε πως, όταν τέτοιες υποθέσεις “τελειώνουν”, απλώς αλλάζουν μορφή.
Στο αεροδρόμιο τους μετέφερε ο ίδιος ο Άλι. Η διαδρομή κύλησε χωρίς πολλά λόγια. Η πόλη έμενε πίσω τους, με τα φώτα της να σβήνουν ένα ένα, σαν σκηνή που έκλεινε αργά την αυλαία της.
Στον αποχαιρετισμό, λίγο πριν χωριστούν, ο Άλι πλησίασε τον Κυριακό. Δεν τον κοίταξε στα μάτια. Έσκυψε μόνο ελαφρά και ψιθύρισε στο αυτί του:
«Το μερίδιο του άντρα της Βέρας θα φτάσει στο σπίτι σας σε λίγο καιρό. Από άνθρωπο δικό μου. Όταν τα πράγματα θα έχουν ηρεμήσει τελείως».
Ο Κυριακός δεν απάντησε αμέσως. Ένευσε μόνο, αργά. Ήξερε πως το χρήμα αυτό κουβαλούσε πάνω του σιωπή, φόβο και αίμα. Μα ήξερε επίσης πως ήταν το τελευταίο κομμάτι μιας ιστορίας που όφειλε να κλείσει.
Η Βέρα στεκόταν λίγα βήματα πιο πέρα, κρατώντας την τσάντα της σφιχτά. Όταν ο Κυριακός γύρισε προς το μέρος της, διάβασε στο βλέμμα της την ίδια σκέψη: τίποτα δεν θα ήταν ποτέ όπως πριν.
Κι όμως, το αεροπλάνο απογειώθηκε.
Η Αθήνα χάθηκε κάτω από τα σύννεφα, και μαζί της έμεναν πίσω σκιές, συμφωνίες και αλήθειες που δεν θα ειπωθούν ποτέ δυνατά.
Μπροστά τους απλωνόταν η Κύπρος. Όχι ως καταφύγιο πια, αλλά ως τόπος όπου θα έπρεπε να μάθουν να ζουν με όσα είχαν γίνει.
Και ο Κυριακός το ήξερε: μερικά ταξίδια δεν τελειώνουν όταν γυρίζεις σπίτι. Απλώς αρχίζουν τότε.
Το σπίτι του Κυριακού ήταν ήσυχο. Όχι ήσυχο με την έννοια της γαλήνης, αλλά εκείνη τη βαριά σιωπή που έχουν τα σπίτια ανθρώπων που ζουν μόνοι πολλά χρόνια.
Οι μέρες πέρασαν ήσυχες. Μόνος πίσω από το γραφείο, με ένα τσιγάρο στο χέρι, το μυαλό του γυρόφερνε συνεχώς στην υπόθεση της Βέρας. Σκεφτόταν πως, από ερευνητής, είχε καταλήξει ντετέκτιβ. Δεν τον ενοχλούσε. Ήταν μια ενδιαφέρουσα υπόθεση, μια εμπειρία ζωής που τον είχε σημαδέψει.
Την τρίτη μέρα χτύπησε το κουδούνι της πόρτας.
Ο άντρας απ’ έξω έμοιαζε με κλητήρα, ίσως ταχυδρόμο. Στο χέρι κρατούσε μια βαλίτσα που φαινόταν βαριά. Την άπλωσε προς τον Κυριακό και είπε απλά:
«Χαιρετίσματα από τον Άλι. Η βαλίτσα είναι δική σου».
Μέσα υπήρχαν χαρτονομίσματα. Δέσμες, πολλές. Υπολόγισε πρόχειρα πως ξεπερνούσαν το ένα εκατομμύριο. Ήταν το μερίδιο του άντρα της Βέρας.
Ο Άλι είχε τηρήσει την υπόσχεσή του.
Ο Κυριακός σήκωσε το τηλέφωνο και την κάλεσε.
Η Βέρα στάθηκε στο κατώφλι κρατώντας μια μικρή βαλίτσα. Δεν είχε πάρει πολλά. Ρούχα για λίγες μέρες, είπε. Και κάποια πράγματα που δεν άντεχε να αφήσει πίσω. Τίποτα περιττό. Τίποτα που να θυμίζει την παλιά της ζωή.
Ο Κυριακός έκλεισε την πόρτα πίσω της χωρίς θόρυβο.
«Ήρθα για να μείνω μαζί σου», του είπε. «Δεν με ενδιαφέρουν τα λεφτά. Εγώ θέλω μόνο εσένα».
Δεν είπε καλώς ήρθες. Δεν είπε μείνε όσο θέλεις. Ήξερε πως αυτές οι λέξεις θα βάραιναν περισσότερο απ’ όσο άντεχαν.
«Εντάξει», της είπε μόνο.
Σαν να ήταν κάτι φυσικό. Δεν σχολίασε περισσότερο.
Λίγο αργότερα πρόσθεσε:
«Εδώ είναι τα χρήματα».
Η Βέρα προχώρησε λίγα βήματα και κοίταξε γύρω της.
Το σπίτι ήταν καθαρό, τακτοποιημένο, σχεδόν αυστηρό. Σαν τον ίδιο. Βιβλία σε σειρές, φάκελοι στοιχισμένοι, το γραφείο κοντά στο παράθυρο. Καμία φωτογραφία. Καμία απόδειξη παρελθόντος. Και έξω στην αυλή η γέρικη τερατσιά έστεκε σαν αιώνιος φύλακας. Ο κορμός της ήταν χοντρός, ραγισμένος από τα χρόνια, και τα κλαδιά της άπλωναν βαριά πάνω από την αυλή, σαν χέρια που είχαν κουραστεί να κρατούν μνήμες. Ήταν το μόνο πράγμα στο σπίτι που θύμιζε παλιές εποχές.
Ίσως γιατί ήταν εκεί πριν απ’ όλα τ’ άλλα.
Πριν από τα βιβλία, πριν από τους φακέλους, πριν από τη σιωπή.
«Ζεις σαν να μην θέλεις να αφήνεις ίχνη», είπε χαμηλόφωνα.
Ο Κυριακός χαμογέλασε αχνά.
«Τα ίχνη βρίσκονται εύκολα. Τα εξαφανίζεις δύσκολα».
Της έδειξε ένα μικρό δωμάτιο στο βάθος του διαδρόμου.
«Μπορείς να μείνεις εδώ. Αν…»
Σταμάτησε. Δεν ήξερε πώς να τελειώσει τη φράση.
Η Βέρα άφησε τη βαλίτσα κάτω, χωρίς να μπει αμέσως.
«Δεν ήρθα για να κρυφτώ», είπε. «Ήρθα γιατί δεν μπορώ να είμαι μόνη».
Η ειλικρίνειά της τον αιφνιδίασε. Την κοίταξε για λίγο, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να μιλήσει ή να σωπάσει.
«Ούτε εγώ χωρίς εσένα», παραδέχτηκε τελικά.
Ήταν η πρώτη φορά που το έλεγε δυνατά.
Η νύχτα έπεσε χωρίς να το καταλάβουν. Έφαγαν κάτι πρόχειρο στην κουζίνα, σχεδόν σιωπηλοί. Όχι από αμηχανία — από σεβασμό. Σαν δύο άνθρωποι που ήξεραν πως, αν μιλούσαν, θα άνοιγαν πληγές που δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να καθαρίσουν.
Αργότερα, η Βέρα στάθηκε στο σαλόνι και κοίταξε το γραφείο του.
«Αύριο», είπε διστακτικά, «θα ήθελα να σε βοηθήσω. Όχι για να ξεχαστώ. Για να θυμάμαι σωστά».
Ο Κυριακός σήκωσε το βλέμμα.
«Δεν είναι εύκολη δουλειά».
«Ούτε η ζωή μου ήταν εύκολη», απάντησε.
Την κοίταξε ξανά. Αυτή τη φορά διαφορετικά. Όχι σαν γυναίκα που είχε πληγωθεί, αλλά σαν άνθρωπο που είχε επιλέξει να σταθεί όρθιος μέσα στα συντρίμμια.
«Θα ξεκινήσουμε σιγά», είπε. «Και αν δεις πως δεν αντέχεις…»
Η Βέρα τον διέκοψε.
«Θα αντέξω».
Η ώρα είχε περάσει. Στάθηκαν για λίγο αμήχανοι στον διάδρομο, πριν τραβήξει ο καθένας προς το δωμάτιό του.
«Καληνύχτα, Κυριακέ», είπε εκείνη.
«Καληνύχτα, Βέρα».
Έκλεισαν τις πόρτες τους σχεδόν ταυτόχρονα.
Ο Κυριακός έμεινε ξαπλωμένος με τα μάτια ανοιχτά. Άκουγε τους μικρούς ήχους του σπιτιού — βήματα, νερό να τρέχει, μια καρέκλα που μετακινήθηκε. Ήχους ζωής.
Στο άλλο δωμάτιο, η Βέρα κάθισε στο κρεβάτι χωρίς να ξαπλώσει. Κρατούσε στα χέρια της το δαχτυλίδι που δεν φορούσε πια. Το άφησε στο κομοδίνο.
Όχι σαν αποχαιρετισμό. Σαν αποδοχή.
Εκείνη τη νύχτα δεν αγγίχτηκαν. Δεν φιλήθηκαν. Δεν είπαν τίποτα περισσότερο.
Κι όμως, για πρώτη φορά μετά από καιρό, κανείς τους δεν ένιωσε μόνος.
Ο ΑΓΚΡΙΜΑΡΗΣ
Η Βέρα είχε πλέον εγκατασταθεί μόνιμα στο σπίτι του Κυριακού. Η παρουσία της δεν ήταν απλώς παρηγορητική. Είχε γίνει μέρος της καθημερινότητάς του, μια ήρεμη, σταθερή παρουσία που κατάφερνε να απαλύνει την ένταση και τη σιωπή που άφηνε πίσω της η δουλειά του.
Οι μέρες περνούσαν ήσυχα. Χωρίς μεγάλες κουβέντες, χωρίς υποσχέσεις. Κι όμως, ανάμεσά τους είχε δημιουργηθεί κάτι καινούργιο, μια ανεπαίσθητη συντροφικότητα που δεν χρειαζόταν εξηγήσεις.
Ο Κυριακός είχε αρχίσει να συνηθίζει την παρουσία της. Και ίσως, χωρίς να το παραδέχεται ούτε στον εαυτό του, να τη χρειάζεται.
Ένα βροχερό απόγευμα, όμως, το τηλέφωνο χτύπησε.
Ο Κυριακός σήκωσε το ακουστικό.
Στην άλλη άκρη ήταν η Ελένη, μια παλιά γνωστή του, συμμαθήτριά του από τα σχολικά χρόνια. Η φωνή της ήταν τρεμάμενη, σχεδόν ψιθυριστή.
«Κυριακέ… χρειάζομαι βοήθεια. Κάτι περίεργο συμβαίνει στο σπίτι μου», είπε.
Ο Κυριακός δεν δίστασε. Έκλεισε το τηλέφωνο και γύρισε προς τη Βέρα.
«Βέρα, είναι μια νέα υπόθεση. Μια κοπέλα χρειάζεται βοήθεια. Πρέπει να πάω.»
Η Βέρα χαμογέλασε ελαφρά, με εκείνο το βλέμμα εμπιστοσύνης και αποφασιστικότητας που είχε αρχίσει να γίνεται γνώριμο.
«Πάμε μαζί», είπε. «Δεν θα σε αφήσω μόνο σου.»
Το σπίτι της Ελένης ήταν παλιό, με ψηλά παράθυρα και ξύλινα πατώματα που έτριζαν σε κάθε βήμα. Η ίδια τους υποδέχτηκε εμφανώς ταραγμένη.
Δεν τους μίλησε απλώς για φόβο. Αυτό που είχε βιώσει τις τελευταίες εβδομάδες είχε διαβρώσει την ψυχή της. Ήταν ένα πορτραίτο κρεμασμένο στον τοίχο. Ο προπάππος της —παλιός πολέμαρχος, βετεράνος των Βαλκανικών Πολέμων— την κοίταζε με ύφος αυταρχικό και αφ’ υψηλού. Το βλέμμα του, αυστηρό και αμετακίνητο, έμοιαζε να τη ζυγίζει σιωπηλά, σαν να της ζητούσε λογαριασμό για κάτι που ούτε η ίδια γνώριζε. Το πρόσωπό του, σφιγμένο και σοβαρό, την έκανε να αισθάνεται μικρή, σαν να κουβαλούσε μέσα του μια κληρονομιά βαρύτερη απ’ ό,τι άντεχε.
Το πορτραίτο δεν την τρόμαζε μόνο όταν το κοιτούσε. Την ακολουθούσε μέσα στη σκέψη της, ακόμη κι όταν έστρεφε αλλού το βλέμμα. Τις νύχτες ξυπνούσε ιδρωμένη, με την αίσθηση πως κάποιος στεκόταν στο σαλόνι και την παρατηρούσε, ακίνητος, υπομονετικός.
Είχε αρχίσει να αποφεύγει τον χώρο. Περνούσε βιαστικά μπροστά από το πορτραίτο, κρατώντας την αναπνοή της, σαν να φοβόταν πως αν κοντοστεκόταν, εκείνο θα ζωντάνευε. Κάποιες φορές της φαινόταν πως το βλέμμα του προπάππου της σκοτείνιαζε, πως το στόμα του σχημάτιζε μια ανεπαίσθητη, ειρωνική καμπύλη. Άλλοτε, μέσα στη σιωπή του σπιτιού, ορκιζόταν πως άκουγε έναν βαθύ αναστεναγμό, έναν ήχο παλιό, σαν να ερχόταν από τα βάθη του χρόνου.
Ο φόβος είχε γίνει μόνιμος σύντροφος. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα, τα χέρια της έτρεμαν και συχνά ένιωθε πως ο αέρας δεν έφτανε στα πνευμόνια της. Υπήρχαν στιγμές που πίστευε πως θα πεθάνει από τον τρόμο της, πως το σώμα της δεν θα άντεχε άλλο αυτή τη συνεχή ένταση. Άλλες φορές, η σκέψη πως ίσως χάνει το μυαλό της την έκανε να λυγίζει περισσότερο κι από τον ίδιο τον φόβο.
Έφτασε να αμφιβάλλει για τον εαυτό της. Να αναρωτιέται αν όλα όσα έβλεπε και άκουγε ήταν αποκυήματα μιας διαλυμένης ψυχής. Ο ύπνος της είχε διαταραχθεί, το φαγητό της λιγόστεψε, και η μοναξιά μέσα στο σπίτι μεγάλωνε, βαριά σαν σκιά που δεν έλεγε να φύγει. Το πορτραίτο δεν ήταν πια ένα αντικείμενο στον τοίχο, ήταν παρουσία. Και αυτή η παρουσία την έσπρωχνε αργά, αλλά σταθερά, προς την άκρη της λογικής.
Γι’ αυτό και όταν αντίκρισε τον Κυριακό και τη Βέρα, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα ανακούφισης. Δεν ζητούσε απλώς μια εξήγηση. Ζητούσε σωτηρία.
Ενώ ο Κυριακός παρατηρούσε τον χώρο με το γνώριμο, ερευνητικό του βλέμμα, η Βέρα κρατούσε σημειώσεις, κατέγραφε λεπτομέρειες, παρατηρούσε όσα δεν φαίνονταν με την πρώτη ματιά. Η συνεργασία τους αποδείχθηκε πολύτιμη από την πρώτη στιγμή. Η ενσυναίσθηση της Βέρας συμπλήρωνε ιδανικά την ψυχρή ανάλυση του Κυριακού.
Το σαλόνι ήταν ο πυρήνας του φόβου. Εκεί βρισκόταν το παλιό πορτραίτο του προπάππου της Ελένης. Σύμφωνα με την ίδια, το πρόσωπο άλλαζε έκφραση, το βλέμμα ακολουθούσε κάθε της κίνηση, και οι σκιές γύρω του έπαιρναν αλλόκοτες μορφές.
Ο Κυριακός στάθηκε απέναντι από το πορτραίτο.
Μαζί με τη Βέρα εξέτασαν προσεκτικά το πλαίσιο, τους λαμπτήρες, τη θέση των φωτιστικών.
«Δες», είπε ο Κυριακός δείχνοντας το σημείο. «Το χαμόγελο φαίνεται διαφορετικό ανάλογα με τη γωνία και το φως. Οι σκιές δεν είναι φαντάσματα, είναι αντανάκλαση των λαμπτήρων και των αντικειμένων γύρω.»
Η Βέρα συμπλήρωσε ήρεμα:
Η Ελένη έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Δηλαδή… όλα ήταν στην ψυχή μου;»
«Και στον φωτισμό του χώρου», απάντησε ο Κυριακός. «Θα τον αλλάξουμε. Και τότε θα δεις τα πράγματα αλλιώς.»
Πράγματι, όταν οι λαμπτήρες αντικαταστάθηκαν και η γωνία του φωτός διορθώθηκε, οι σκιές έχασαν την απειλητική τους μορφή. Το πορτραίτο έμοιαζε πια απλώς παλιό — όχι ζωντανό. Η Ελένη ένιωσε ανακούφιση. Οι φόβοι της είχαν πλέον εξήγηση, όνομα, λογική.
Το ίδιο βράδυ, πίσω στο σπίτι του Κυριακού, η ένταση είχε δώσει τη θέση της στην ησυχία. Στο υπνοδωμάτιο, η Βέρα έγειρε πάνω του, όχι μόνο από κούραση, αλλά για να νιώσει τη σιγουριά της παρουσίας του.
«Ξέρεις», ψιθύρισε, «ακόμη κι αν όλα αυτά τα φαντάσματα ήταν μόνο ψυχολογία, η παρουσία σου με κάνει να νιώθω πιο δυνατή.»
Ο Κυριακός την κοίταξε σκεφτικός.
«Και εμένα το ίδιο», είπε. Έπειτα χαμήλωσε τη φωνή του. «Όμως υπάρχει κάτι που με ανησυχεί.»
Η Βέρα σήκωσε το βλέμμα της.
«Σκέψου το», συνέχισε. «Ο φωτισμός αυτός ήταν έτσι για χρόνια. Γιατί να αλλάξει ξαφνικά; Και μάλιστα με τέτοιο τρόπο που να τρομοκρατεί;»
Έμειναν σιωπηλοί.
«Μήπως», είπε τελικά ο Κυριακός, «κάποιος τον άλλαξε επίτηδες; Για να την κάνει να αμφιβάλλει για τον εαυτό της… και ίσως για να οικειοποιηθεί το σπίτι και την περιουσία της;»
Η Βέρα δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα της σκοτείνιασε.
«Αν έχεις δίκιο», είπε χαμηλόφωνα, «τότε αυτό δεν ήταν απλώς μια υπόθεση φόβου. Ήταν η αρχή κάτι πολύ πιο επικίνδυνου.»
Και οι δύο ήξεραν πως αυτή η έρευνα δεν είχε τελειώσει. Μόλις είχε αρχίσει.
Την άλλη μέρα, ο Κυριακός και η Βέρα επισκέφθηκαν ξανά την Ελένη. Της εξήγησαν πως η υπόθεση δεν μπορούσε να θεωρηθεί λήξασα.
Αυτό που είχε συμβεί με τον φωτισμό δεν ήταν
τυχαίο ούτε φυσιολογικό. Κάποιος, πιθανότατα, είχε παρέμβει σκόπιμα, με σκοπό να της προκαλέσει φόβο και σύγχυση.
Η Ελένη τους διαβεβαίωσε πως δεν είχε εχθρούς. Οι γονείς της είχαν πεθάνει καιρό τώρα, και μοναδικός της συγγενής ήταν ο αδελφός της, ο οποίος ζούσε απομονωμένος στη χερσόνησο του Ακάμα. Οι σχέσεις τους δεν ήταν στενές. Ουσιαστικά είχαν χαθεί με τον καιρό.
Καταγόταν από ένα μικρό χωριό στα όρια του Ακάμα, μια απέραντη, παρθένα γη με πλούσια βοσκοτόπια. Οι γονείς της ήταν βοσκοί. Διατηρούσαν μεγάλα κοπάδια και ζούσαν σκληρή, λιτή ζωή. Με τη βοήθεια του μοναχογιού τους φρόντιζαν τα ζώα, τα κούρευαν, τα άρμεγαν, έφτιαχναν χαλούμια και επιβίωναν όπως ήξεραν.
Την Ελένη, όμως, την έστειλαν σχολείο και για σπουδές. Της άφησαν κι ένα πατρογονικό σπίτι, κληρονομιά από προπάππο που είχε πολεμήσει στους Βαλκανικούς Πολέμους. Εκείνη δεν ασχολήθηκε ποτέ με τα πρόβατα. Δεν της ταίριαζε αυτή η ζωή, δεν τη διάλεξε.
Όλο το βάρος έπεσε στους ώμους του αδελφού της.
Ζούσε αποκομμένος από την κοινωνία, στα όρια του Ακάμα, εκεί όπου η γη γίνεται άγρια και δεν συγχωρεί. Η απομόνωση δεν τον έκανε μοναχικό, τον έκανε σκληρό.
Μέσα του φύτρωσαν ένστικτα πρωτόγονα, σχεδόν ζωώδη, και έμαθε να τα εμπιστεύεται περισσότερο απ’ τον λόγο ή τη συνείδηση.
Πάντα κρατούσε μια βαριά μαγκούρα. Δεν ήταν απλώς εργαλείο, ήταν προέκταση του χεριού του. Όταν κάποιο πρόβατο ξέφευγε από το κοπάδι, δεν το κυνηγούσε — το σημάδευε και έριχνε τη μαγκούρα. Δεν αστοχούσε ποτέ. Ένα χτύπημα στο κεφάλι, με ακρίβεια που πρόδιδε εμπειρία. Πολλά ζώα είχαν βρει έτσι τον θάνατο. Εκείνος δεν έδειχνε μεταμέλεια. Τα έσφαζε ψύχραιμα, τα έγδερνε με κινήσεις μαθημένες, και τα κουβαλούσε σπίτι είτε για τροφή είτε για πώληση. Για τον Αγκριμάρη, η βία δεν ήταν ξέσπασμα, ήταν μέθοδος.
Στο χωριό κυκλοφορούσαν φήμες πως είχε κάνει
συμφωνία με το κακό. Τις νύχτες, από τα βάθη του Ακάμα, ακούγονταν οι άγριες φωνές του — κραυγές που έμοιαζαν περισσότερο με θηρίου παρά ανθρώπου. Τα παιδιά ανατρίχιαζαν, κι οι μεγάλοι έκλειναν τα παράθυρα. Όταν άλλοι βοσκοί έχαναν ζώα, οι υποψίες έπεφταν πάνω του. Μα κανείς δεν μιλούσε.
Ο φόβος ήταν πιο δυνατός από την αλήθεια.
Ήταν βίαιος, μα όχι ανόητος. Όταν κάποιος τον ενοχλούσε, δεν αντιδρούσε πάντα αμέσως. Τον παρακολουθούσε. Του έστηνε καρτέρι. Και όταν ερχόταν η ώρα, το χτύπημα ήταν ανελέητο, σχεδόν τιμωρητικό. Κάποιοι έλεγαν πως λάτρευε τον θεό Πάνα, πως είχε κολλήσει μια μανία της ερημιάς, μια τρέλα που γεννιέται όταν ο άνθρωπος ζει πολύ κοντά στη φύση και πολύ μακριά απ’ τους ανθρώπους.
Ήταν αγρίμι. Αγράμματος, μα εξαιρετικά πονηρός. Ήξερε πότε να φαίνεται αθώος και πότε να σκορπά τρόμο. Και αυτή του η πονηριά αποδείχθηκε καθοριστική αργότερα — όταν οι γονείς τους πέθαναν και εκείνος και η Ελένη έμειναν συγκληρονόμοι μιας απέραντης γης στον Ακάμα.
Τότε ήταν που ο Αγκριμάρης άρχισε να σχεδιάζει. Και ό,τι σχεδίαζε, το έκανε πάντα χωρίς δισταγμό.
Η Ελένη ζούσε μόνη στο παλιό προγονικό σπίτι της οικογένειας. Ένα σπίτι γεμάτο μνήμες και σιωπές, που τις νύχτες έμοιαζε να βαραίνει περισσότερο απ’ όσο άντεχε η ψυχή της. Ο αδελφός της, ο Αγκριμάρης, είχε επιλέξει την ερημιά του Ακάμα — εκεί, ανάμεσα σε πέτρες, θάμνους και κοπάδια, ένιωθε κυρίαρχος. Οι δρόμοι τους σπάνια συναντιούνταν πια, κι αυτή η απόσταση έκανε την Ελένη να μην σκέφτεατι πως ό,τι κι αν συνέβαινε στο σπίτι, θα μπορούσε να σχετίζεται άμεσα μαζί του.
Δεν ήταν όμως πάντα μόνη. Κάποιες νύχτες έμενε μαζί της ο άντρας με τον οποίο διατηρούσε δεσμό — ένας έρωτας κρυφός, φορτωμένος ενοχές. Ήταν παντρεμένος, προσεκτικός στις κινήσεις του, νευρικός στα βλέμματα, πάντα έτοιμος να φύγει αν ένιωθε πως κάποιος θα μπορούσε να τον δει. Η παρουσία του της έδινε μια πρόσκαιρη αίσθηση ασφάλειας, κι όταν ήταν εκεί, οι φόβοι της υποχωρούσαν, όχι όμως εντελώς.
Υπήρχαν στιγμές που, ακόμη κι όταν καθόταν δίπλα της, η Ελένη ένιωθε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Σαν να υπήρχε μια τρίτη παρουσία στο σπίτι — μια σκιά που παρατηρούσε υπομονετικά, περιμένοντας.
Καθώς η Ελένη του αφηγούνταν τα γεγονότα, ο Κυριακός άκουγε σιωπηλός. Και όσο άκουγε, τόσο τα κομμάτια άρχιζαν να δένουν στο μυαλό του. Το ίδιο βράδυ, πίσω στο σπίτι του, η ένταση είχε δώσει τη θέση της σε μια εύθραυστη ησυχία. Η Βέρα καθόταν δίπλα του, κουρασμένη, μα ήρεμη. Εκείνος όμως δεν είχε ησυχάσει.
«Κάτι δεν μου κολλάει», είπε χαμηλόφωνα.
«Τι εννοείς;»
«Η Ελένη δεν ζει απομονωμένη», είπε τελικά. «Κάποιος μπαινόβγαινε στο σπίτι. Κάποιος ήξερε πότε ήταν μόνη, πότε φοβόταν περισσότερο.»
Η Βέρα συνοφρυώθηκε.
«Ο άντρας που έμενε κάποιες νύχτες μαζί της;»
Ο Κυριακός ένευσε αργά. «Δεν λέω ότι είναι ένοχος. Αλλά είναι ο μόνος που είχε πρόσβαση. Ο μόνος που μπορούσε να αγγίξει τον χώρο χωρίς να κινήσει υποψίες. Και κάτι στον τρόπο που τον περιέγραψε — πάντα ανήσυχος, πάντα σε επιφυλακή… — δεν μου άρεσε.»
Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά αργά μέσα στο δωμάτιο. «Αν κάποιος ήθελε να τη φθείρει ψυχολογικά, δεν θα χρειαζόταν βία. Μόνο χρόνο, υπομονή και παρουσία.»
Η Βέρα τον παρακολουθούσε σιωπηλή.
«Πιστεύεις ότι οι φόβοι της δεν ήταν τυχαίοι;»
«Όχι», απάντησε ο Κυριακός. «Πιστεύω πως κάποιος τον καλλιέργησε. Και όποιος το έκανε, ήξερε πολύ καλά τι έκανε.»
Στις επόμενες συναντήσεις, ο Κυριακός παρατήρησε κάτι ακόμη: δεν ήταν μόνο ο φόβος που κατέβαλλε την Ελένη. Ήταν και το σώμα της. Ζαλιζόταν χωρίς προειδοποίηση, κουραζόταν εύκολα, έχανε την όρεξή της. Υπήρχαν μέρες που ένιωθε το μυαλό της θολό, σαν να μην μπορούσε να συγκεντρωθεί ούτε στα πιο απλά.
Το πιο ανησυχητικό ήταν πως τα συμπτώματα χειροτέρευαν μετά από νύχτες που δεν ήταν μόνη. Μια σκοτεινή σκέψη πέρασε από το μυαλό του Κυριακού: αν ο φόβος δεν ήταν η αιτία, αλλά το αποτέλεσμα — αν κάποιος τη φθείρει αργά, συστηματικά, χωρίς να αφήνει ίχνη…
Η λογική επικράτησε γρήγορα. Ο δεσμός της Ελένης δεν είχε κίνητρο — δεν κέρδιζε τίποτα από την εξόντωσή της. Ούτε περιουσία, ούτε εξουσία, ούτε ελευθερία. Αντίθετα, θα ρίσκαρε τα πάντα — την οικογένειά του, τη ζωή του, την ίδια του την ύπαρξη. Αλλά καμιά φορά τα φαονόμενα απατούν…
Και τότε το νήμα οδηγούσε αναπόφευκτα στον αδελφό της, τον Αγκριμάρη. Εκείνος είχε το πραγματικό όφελος: τη γη, την απέραντη έκταση στον Ακάμα. Αν η Ελένη λύγιζε ψυχικά, αν παρουσιαζόταν ανίκανη να διαχειριστεί την περιουσία της, όλα θα περνούσαν στα χέρια του. Και αν αυτό δεν αρκούσε, υπήρχε και το επόμενο βήμα — πιο αργό, πιο σιωπηλό, πιο οριστικό. Πρώτα να τη βγάλουν τρελή. Ύστερα να τη φθείρουν. Και στο τέλος… να τη σβήσουν. Χωρίς φωνές, χωρίς αίμα, χωρίς ίχνη. Να την αυτοκτονήσουν.
Ο Κυριακός ένιωσε το βάρος του σχεδίου στο στήθος του. Δεν επρόκειτο για πράξη παρόρμησης. Ήταν μεθοδικό, μακροχρόνιο, σχεδιασμένο από άνθρωπο που γνώριζε την υπομονή της ερημιάς και τη σκληρότητα της επιβίωσης.
Έτσι προχώρησε στην πρώτη του κίνηση. Κάλεσε τον αγαπητικό της Ελένης στο γραφείο με προσχηματική δικαιολογία, ώστε να μην υποψιαστεί τίποτα. Τον έβαλε να καθίσει απέναντι, του κέρασε καφέ και μίλησε με άνεση. Στη συνέχεια, άνοιξε αργά το συρτάρι του γραφείου και έβγαλε ένα ημιαυτόματο πιστόλι — κλασικό, από μαύρο μέταλλο με ξύλινη λαβή, κενό από φυσίγγια αλλά φορτωμένο με την αίσθηση απειλής, ένα όπλο που ποτέ δεν κουβαλούσε μαζί του εκτός από στιγμές σαν αυτή.
Με υπαινικτικό ύφος, αλλά ήρεμο και απειλητικό, είπε:
«τα ξέρω όλα. Αν συνεργαστείς και τα φανερώσεις, θα γλυτώσεις πολλές περιπέτειες. Αν όχι… ξέρεις τι μπορεί να συμβεί.»
Ο άντρας κοκκάλωσε. Φοβισμένος και τρομοκρατημένος, με τη θέα του πίστολιού, ομολόγησε τα πάντα: ο Αγκριμάρης θεωρούσε ότι η περιουσία του ανήκε όλη, καθώς αυτός τη διαχειριζόταν, και η Ελένη δεν είχε κανένα δικαίωμα. Τον είχε πληρώσει να κάνει κακό στην Ελένη, για να πάρει τον έλεγχο της γης. Ήταν ένα σατανικό σχέδιο: πρώτα να την κάνουν ψυχοπαθή, να την τρελάνουν, και μετά να προχωρήσουν παραπέρα.
Ο Κυριακός γνώριζε τώρα τι έπρεπε να κάνει. Οι έρευνές του δεν θα αφορούσαν πια το σπίτι ή το πορτραίτο, αλλά τους ανθρώπους. Και κυρίως σ’ εκείνον που περίμενε ήσυχος, αθέατος, στα βάθη του Ακάμα — βέβαιος πως κανείς δεν θα τον υποψιαζόταν.
Ο φίλος της Ελένης έφυγε από το γραφείο του Κυριακού σαν κυνηγημένος. Δεν γύρισε ποτέ ξανά στο σπίτι της. Ήταν ψευτόμαγκας — θρασύς μόνο όσο ένιωθε ασφαλής, μα κατά βάθος φοβισμένος, ντροπιασμένος, τσακισμένος. Η ομολογία του τον είχε γυμνώσει. Δεν άντεχε ούτε το βλέμμα της Ελένης, ούτε τη σκέψη πως θα μπορούσε να βρεθεί ξανά μπροστά στον Κυριακό.
Όμως με τον Αγκριμάρη επικοινώνησε. Τον ειδοποίησε. Του είπε πως όλα είχαν αποκαλυφθεί.
Ο Αγκριμάρης δεν ήταν άνθρωπος που κρυβόταν. Ήταν μαθημένος αλλιώς. Να υψώνει τη φωνή και οι άλλοι να σωπαίνουν. Να σηκώνει το χέρι και οι υπόλοιποι να σκύβουν το κεφάλι. Όλη του τη ζωή είχε χτιστεί πάνω στον φόβο των άλλων. Μόλις άκουσε τα μαντάτα, κατέβηκε από τον Ακάμα μ’ ένα παλιό φορτηγάκι, σκουριασμένο, που μύριζε λάδι, χώμα και ζώα. Σταμάτησε απότομα έξω από το γραφείο του Κυριακού. Κατέβηκε κρατώντας τη βαριά μαγκούρα του — χοντρό ξύλο, φαγωμένο από τον χρόνο, σημαδεμένο από χτυπήματα σε πέτρες, ζώα και ανθρώπους. Το κορμί του ήταν γεροδεμένο, άγριο, σκυφτό μπροστά, σαν να ήταν πάντα έτοιμος να ορμήσει. Τα μάτια του μικρά, σκληρά, χωρίς ίχνος δισταγμού. Έμοιαζε περισσότερο με θηρίο παρά με άνθρωπο.
Δεν χτύπησε την πόρτα. Την άνοιξε με δύναμη.
Ο Κυριακός, μόλις τον είδε, κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν. Δεν χρειάστηκε συστάσεις. Το βλέμμα, η στάση του σώματος, η μαγκούρα στο χέρι — όλα φώναζαν Αγκριμάρης. Αμεσως άνοιξε το συρτάρι του γραφείου και έπιασε το πιστόλι από την κάννη. Το όπλο ήταν άδειο, μα εκείνος το κρατούσε με τη βεβαιότητα ανθρώπου που ήξερε τι έκανε.
Ο Αγκριμάρης νόμιζε πως θα είχε απέναντί του ακόμη έναν που θα τον φοβόταν. Έναν ακόμη που θα λύγιζε. Άρχισε να φωνάζει, η φωνή του τραχιά, αγριωπή, γεμάτη απειλή. Ύψωσε τη μαγκούρα και τη χτύπησε με δύναμη πάνω στο γραφείο.
Το ξύλο έτριξε. Η επιφάνεια ράγισε.
Ήταν το λάθος του.
Ο Κυριακός κινήθηκε αστραπιαία. Σβέλτος, γυμνασμένος, πετάχτηκε πάνω στο γραφείο πριν ο άλλος προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε. Σήκωσε το πιστόλι και με το κοντάκι τον χτύπησε δυνατά στο κεφάλι.
Ο Αγκριμάρης δεν έβγαλε ούτε άχνα. Έπεσε σωριασμένος στο πάτωμα, λιπόθυμος, σαν άδειο σακί.
Ο Κυριακός στάθηκε από πάνω του για μια στιγμή, ήρεμος. Ύστερα άνοιξε το συρτάρι, έβγαλε δύο χειροπέδες και του τις πέρασε στα χέρια και στα πόδια.
Σφιχτά. Οριστικά.
Για πρώτη φορά στη ζωή του, ο Αγκριμάρης δεν εκφόβιζε κανέναν. Και για πρώτη φορά, η σιωπή δεν ήταν επιλογή των άλλων — ήταν δική του.
Άνοιξε τα μάτια του αργά. Το κεφάλι του βούιζε. Το στόμα του είχε γεύση σιδήρου. Προσπάθησε να κινηθεί — και τότε κατάλαβε.
Τα χέρια δεμένα πίσω. Τα πόδια σφιχτά ακινητοποιημένα. Οι χειροπέδες έκοβαν την κυκλοφορία, όχι όμως αρκετά για να λιποθυμήσει ξανά. Όχι ακόμη. Σήκωσε το βλέμμα.
Ο Κυριακός καθόταν απέναντί του, πίσω από το ραγισμένο γραφείο. Δεν τον κοιτούσε σαν θήραμα. Ούτε σαν εχθρό. Τον κοιτούσε σαν άνθρωπο που είχε ήδη καταλήξει σε συμπέρασμα — και απλώς περίμενε την επιβεβαίωση.
«Ξύπνησες», είπε ήρεμα.
Ο Αγκριμάρης γρύλισε, προσπαθώντας να ανασηκωθεί. Μάταια.
«Λύσε με», έφτυσε τις λέξεις. «Δεν ξέρεις με ποιον τα βάζεις.»
Ο Κυριακός χαμογέλασε ελάχιστα. Όχι ειρωνικά. Σχεδόν θλιμμένα.
«Αυτό μου το έχουν πει πολλοί», απάντησε. «Κανείς τους δεν είχε δίκιο.»
Σηκώθηκε αργά και πλησίασε. Δεν ύψωσε φωνή. Δεν απείλησε.
«Στον Ακάμα», συνέχισε, «σε φοβούνται. Στο χωριό σωπαίνουν. Εκεί έχεις μάθει να μιλάς με μαγκούρα. Εδώ όμως… εδώ μιλάμε αλλιώς.»
Ο Αγκριμάρης έσφιξε τα δόντια. Τα μάτια του έψαχναν διέξοδο. Δεν υπήρχε.
«Η αδελφή μου είναι τρελή», είπε απότομα. «Πάντα ήταν. Εσύ τι ξέρεις;»
Ο Κυριακός έσκυψε ελαφρά, στο ύψος του.
«Ξέρω ότι εξασθενούσε. Σιγά. Σταθερά. Με τρόπο που μοιάζει με φόβο — αλλά δεν είναι. Ξέρω ότι κάποιος την τάιζε τρόμο και κάτι ακόμη. Και ξέρω ότι ο άνθρωπος που έμπαινε στο σπίτι της δεν είχε μυαλό για σχέδια. Είχε όμως εντολές.»
Σιωπή.
Ο Αγκριμάρης κατάπιε. Για πρώτη φορά, το βλέμμα του έσπασε.
«Λέει ψέματα», μουρμούρισε. «Είναι αδύναμη.»
«Όχι», είπε ο Κυριακός κοφτά. «Εσύ είσαι.»
Πήρε μια καρέκλα και κάθισε απέναντί του.
«Όλη σου η ζωή βασίστηκε στο ίδιο πράγμα: στον φόβο των άλλων. Αλλά ο φόβος θέλει κοινό. Κι εδώ δεν έχεις.»
Ο Αγκριμάρης άρχισε να ιδρώνει.
«Δεν μπορείς να μου κάνεις τίποτα», είπε, μα η φωνή του δεν είχε πια τη βεβαιότητα του πριν.
Ο Κυριακός έγειρε πίσω.
«Δεν χρειάζεται», απάντησε. «Ήδη τα έκανες όλα μόνος σου.»
Άφησε λίγα δευτερόλεπτα να περάσουν. Το ρολόι στον τοίχο ακουγόταν εκκωφαντικά.
«Θέλω να μου πεις πότε ξεκίνησε. Ποια ήταν η πρώτη φορά που αποφάσισες πως η Ελένη έπρεπε πρώτα να τρελαθεί… και μετά να πεθάνει.»
Ο Αγκριμάρης γέλασε νευρικά. Ένα γέλιο σπασμένο.
«Δεν θα μιλήσω.»
Ο Κυριακός έσκυψε ξανά μπροστά. Το βλέμμα του ήταν τώρα ακίνητο, κοφτερό.
«Θα μιλήσεις», είπε χαμηλόφωνα. «Όχι γιατί σε πιέζω. Αλλά γιατί για πρώτη φορά στη ζωή σου δεν έχεις ποιον να φοβίσεις. Και ο μόνος που φοβάται εδώ… είσαι εσύ.»
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν άμυνα. Ήταν ρωγμή.
Και μέσα απ’ αυτήν, ο Αγκριμάρης άρχισε να καταρρέει.
Ο Αγκριμάρης ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα, δεμένος χειροπόδαρα.
Η μαγκούρα του ακουμπούσε πεσμένη δίπλα στο γραφείο, σαν απομεινάρι μιας δύναμης που είχε μόλις καταρρεύσει.
Ο Κυριακός στάθηκε όρθιος από πάνω του. Κοίταξε το πρόσωπο του άντρα — σκληρό ακόμη και στην ανημπόρια του.
Πλησίασε το γραφείο. Σήκωσε το ακουστικό.
«Βέρα;»
Η φωνή του ήταν χαμηλή, απόλυτα ελεγχόμενη.
«Έλα στο γραφείο. Τώρα. Και φέρε την Ελένη μαζί σου.»
Μια παύση. Ύστερα:
«Ναι. είναι εδώ μ,αζί μου, ερχόμαστε.»
Έκλεισε.
Ο Αγκριμάρης τον κοίταξε ανήσυχος.
«Τι… τι θα κάνεις;» μουρμούρισε.
Ο Κυριακός κάθισε απέναντί του. Όχι απειλητικά. Σχεδόν ήρεμα.
«Τίποτα», είπε. «Θα σε αφήσω να μιλήσεις.»
Πέρασαν λίγα λεπτά σε απόλυτη σιωπή. Μόνο το ρολόι στον τοίχο ακουγόταν.
Όταν ακούστηκαν βήματα έξω στην πόρτα, ο Αγκριμάρης τινάχτηκε ελαφρά.
Ο Κυριακός σηκώθηκε. Η Βέρα μπήκε πρώτη. Το βλέμμα της έπεσε αμέσως πάνω στον δεμένο άντρα. Δεν μίλησε.
Πίσω της στεκόταν η Ελένη. Σταμάτησε στο κατώφλι. Τα μάτια της καρφώθηκαν πάνω στον αδελφό της. Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε.
«Τώρα», είπε ύστερα ήρεμα ο Κυριακός, «θα ειπωθούν όλα.»
Η Ελένη στεκόταν όρθια, λίγο πιο πίσω από την πόρτα του γραφείου.
Δεν είχε μπει αμέσως. Άκουγε.
Η φωνή του αδελφού της έφτανε αλλοιωμένη, χαμηλή, χωρίς εκείνη τη βραχνή σιγουριά που θυμόταν από παλιά. Δεν ήταν η φωνή του ανθρώπου που την τρόμαζε μικρή, που ύψωνε το ανάστημα και απαιτούσε σιωπή. Ήταν μια φωνή σπασμένη.
Η Βέρα άνοιξε απαλά την πόρτα και της έγνεψε. Η Ελένη μπήκε. Ο Αγκριμάρης σήκωσε το κεφάλι. Όταν την είδε, πάγωσε. Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε.
Ο Κυριακός έσπασε τη σιωπή.
«Θέλω να ακούσεις ό,τι έχει να πει. Από την αρχή. Και μετά… εσύ θα αποφασίσεις.»
Η Ελένη κάθισε αργά. Τα χέρια της έτρεμαν, αλλά τα κράτησε σφιγμένα στα γόνατά της.
«Μίλα», είπε. Μόνο αυτό.
Ο Αγκριμάρης κατέβασε το βλέμμα.
«Δεν ήθελα… έτσι», ψέλλισε.
Η Βέρα έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Μην αρχίσεις με δικαιολογίες. Πες τι έκανες.»
Η λέξεις εκείνεςν έπεσαν βαριά.
Ο Αγκριμάρης πήρε ανάσα.
«Η γη…» άρχισε. «Όλη μου τη ζωή τη δούλευα εγώ. Εσύ… εσύ ήσουν πάντα μακριά.»
Η Ελένη δεν αντέδρασε.
«Αυτό δεν σου έδινε δικαίωμα», είπε ήρεμα. Και η ηρεμία της πονούσε περισσότερο από κραυγή.
«Ήθελα να τελειώνει», συνέχισε εκείνος. «Να σε κηρύξουν ανίκανη. Να περάσουν όλα σε μένα. Και αν… αν δεν έφτανε αυτό…»
Η φωνή του έσβησε.
Ο Κυριακός τον κοίταξε σταθερά.
«Πες το.»
Ο Αγκριμάρης έκλεισε τα μάτια.
«Να σε φθείρουμε. Αργά. Να μη φαίνεται.»
Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Τώρα όλα έμπαιναν στη θέση τους: η αδυναμία, η θολούρα,
οι νύχτες που ένιωθε να χάνεται.
«Ήξερε», είπε χαμηλά. «Κάθε φορά που ερχόταν εκείνος…»
Ο Αγκριμάρης ένευσε.
«Ναι.»
Η λέξη έπεσε σαν πέτρα.
Η Βέρα πλησίασε την Ελένη.
«Ό,τι αποφασίσεις», της είπε, «θα είμαι εδώ.»
Ο Κυριακός μίλησε τελευταίος.
«Ο νόμος είναι επιλογή. Όχι υποχρέωση. Αλλά αν φύγει από εδώ ελεύθερος, θα υπάρχει ένας όρος.»
Ο Αγκριμάρης σήκωσε το βλέμμα.
«Ποιος;»
Ο Κυριακός τον κοίταξε χωρίς ίχνος συναισθήματος.
«Δεν θα πλησιάσεις ποτέ ξανά την αδελφή σου. Ούτε το σπίτι. Ούτε τη ζωή της.»
Έσκυψε μπροστά.
«Και αν το κάνεις… αυτή τη φορά δεν θα υπάρξει δεύτερη κουβέντα.»
Η Ελένη σηκώθηκε. Πλησίασε τον αδελφό της. Τον κοίταξε για ώρα.
«Δεν σε συγχωρώ», είπε τελικά.
Ο Αγκριμάρης έσκυψε το κεφάλι.
«Αλλά δεν θα γίνω κι εγώ σαν εσένα.»
Γύρισε προς τον Κυριακό.
«Θέλω να φύγει. Μακριά. Και να μην ξανακούσω ποτέ το όνομά του.»
Ο Κυριακός ένευσε αργά. Η απόφαση είχε παρθεί.
Και κάπου μέσα της, για πρώτη φορά μετά από μήνες, η Ελένη ένιωσε πως ο φόβος άρχιζε να ωραιοθετείται.
Η νύχτα είχε πέσει βαριά όταν έμειναν και οι τρεις μόνοι στο γραφείο. Ο αέρας μύριζε βροχή και σίδερο, σαν να είχε περάσει κάτι άγριο και να είχε αφήσει πίσω του ίχνη. Ο Αγκριμάρης είχε φύγει δεμένος όχι με χειροπέδες, αλλά με φόβο. Και αυτός ήταν ο πιο ισχυρός δεσμός απ’ όλους.
Η Ελένη στεκόταν κοντά στο παράθυρο. Το πρόσωπό της δεν είχε πια τον τρόμο των προηγούμενων ημερών. Όχι ακόμη γαλήνη — αλλά κάτι καινούργιο. Κάτι που έμοιαζε με αρχή.
Η ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗΣ
Οι μέρες κυλούσαν και όλοι νόμιζαν πως είχαν βάλει μια τάξη στη ζωή τους. Όλοι, εκτός από τον Αγκριμάρη.
Μετά από εκείνη τη νύχτα στο γραφείο του Κυριακού, τη νύχτα της ταπείνωσης και του εξευτελισμού, τίποτα δεν ήταν πια ίδιο για εκείνον. Ο φόβος που ένιωσε —όσο κι αν προσπάθησε να τον θάψει— δεν έφυγε ποτέ. Έμεινε μέσα του και σάπιζε.
Ο φόβος συνήθως τις περισσότερες φορές, λειτουργεί ως φρένο στην εκδίκηση. Κρατά τον άνθρωπο πίσω, τον αναγκάζει να σκεφτεί, να υποχωρήσει.
Υπάρχουν όμως φορές που το μίσος τον ξεπερνά. Και τότε, όταν φόβος και μίσος συνυπάρχουν, ο άνθρωπος γίνεται πιο επικίνδυνος. Γιατί δεν κινείται πια από παρόρμηση, αλλά από κάτι βαθύτερο. Κάτι που βράζει αργά.
Ο Αγκριμάρης είχε δεχτεί χτύπημα στον εγωισμό του. Ήταν άνθρωπος ατίθασος, που τον έτρεμαν όλοι. Είχε μάθει να επιβάλλεται με τη βία, να σκορπά φόβο στην κοινότητα και να τιμωρεί όποιον τολμούσε να τον κοιτάξει στραβά. Πίστευε πως πρώτος ήταν αυτός και ύστερα όλοι οι άλλοι. Και πως έτσι έπρεπε να μείνει.
Είχε όμως εξευτελιστεί. Από τον Κυριακό. Έναν άνθρωπο της πόλης. Έναν «ήσυχο», μορφωμένο άνθρωπο, χωρίς μαγκούρα, χωρίς φωνές.
Και αυτό ήταν που δεν μπορούσε να αντέξει.
Εκείνος που έριχνε κάτω ζώα με ένα χτύπημα, εκείνος που δεν δίσταζε μπροστά σε τίποτα, είχε κάνει πίσω. Είχε φοβηθεί.
Η σκέψη αυτή του έτρωγε τα σωθικά κάθε μέρα, σαν σαράκι. Δεν τον βασάνιζε μόνο ο Κυριακός. Τον βασάνιζε ο ίδιος του ο εαυτός.
Δεν μπορούσε να το παραδεχτεί. Και όσο δεν το παραδεχόταν, τόσο μεγάλωνε μέσα του.
Τα βράδια δεν κοιμόταν. Πεταγόταν ιδρωμένος, με την ανάσα κομμένη. Έβλεπε τον εαυτό του να κρατά τη μαγκούρα και να χτυπά. Ξανά και ξανά. Μέχρι να σταματήσει εκείνος απέναντί του να κινείται.
Κάθε φορά που ξυπνούσε, έπαιρνε την ίδια απόφαση:
Να τον σκοτώσει.
Μα το πρωί ο φόβος τον σταματούσε. Τουλάχιστον τότε παραδεχόταν πως φοβόταν τον Κυριακό. Και μαζί με τον φόβο ερχόταν η ντροπή. Ύστερα ο θυμός. Και μετά πάλι το μίσος.
Και ο κύκλος δεν τελείωνε ποτέ. Γιατί το μίσος, όταν ριζώσει μέσα στον άνθρωπο, δεν ησυχάζει. Δεν χορταίνει. Μεγαλώνει. Θεριεύει. Και ζητά εκδίκηση.
Όσο περνούσε ο καιρός, αντί να σβήνει, το μίσος δυνάμωνε. Δεν ήταν πια παρόρμηση. Ήταν απόφαση που ωρίμαζε. Ήταν ανάγκη.
Μέχρι που μια νύχτα σταμάτησε να παλεύει με τον εαυτό του.
Δεν θα το έκανε με οργή. Δεν θα το έκανε μπροστά σε άλλους. Θα το έκανε όπως ήξερε καλύτερα.
Σιωπηλά. Μπαμπέσικα. Χωρίς μάρτυρες.
Θα τον παρακολουθούσε. Θα μάθαινε κάθε του συνήθεια, κάθε διαδρομή, κάθε στάση. Πού πήγαινε. Πότε έφευγε. Ποιον συναντούσε.
Θα τον μάθαινε καλύτερα κι από τον ίδιο του τον εαυτό.
Και ύστερα θα περίμενε τη σωστή στιγμή. Το σωστό σημείο. Εκεί όπου δεν θα τον περίμενε κανείς. Εκεί όπου δεν θα μπορούσε να αντιδράσει.
Θα ερχόταν από το σκοτάδι και θα χτυπούσε.
Μία φορά. Δύο. Ξανά. Μέχρι να τελειώσουν όλα.
Οι σκέψεις αυτές ρίζωσαν μέσα του. Δεν ήταν πια σχέδιο. Ήταν βεβαιότητα.
Και όσο τις ξαναζούσε στο μυαλό του, μια παράξενη γαλήνη τον πλημμύριζε.
Όχι ηρεμία. Κάτι πιο σκοτεινό. Σαν ανακούφιση πριν από το κακό.
Από τη στιγμή που πήρε την απόφαση, κάτι μέσα του άλλαξε. Δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος. Ο θυμός που τον έπνιγε τόσο καιρό καταλάγιασε. Όχι γιατί έφυγε, αλλά γιατί είχε βρει διέξοδο.
Τη θέση του πήρε μια σκοτεινή ηρεμία.
Μόνο στη σκέψη της εκδίκησης το πρόσωπό του φωτιζόταν. Τα μάτια του γυάλιζαν — όχι από οργή, αλλά από προσμονή.
Δεν φώναζε πια. Δεν ξεσπούσε.
Άφηνε τις σκέψεις να τον κυριεύουν αργά.
Και εκεί, μέσα στο μυαλό του, ξαναζούσε τη στιγμή.
Το χτύπημα. Και μετά άλλο ένα. Και άλλο. Μέχρι να τελειώσουν όλα.
Όταν τον έπιαναν αυτές οι εικόνες, ξεχνούσε τα πάντα. Τα ζώα του ξέφευγαν και δεν τα κυνηγούσε. Δεν τον ένοιαζε. Ακόμη κι όταν τα άρμεγε, τα χέρια του δούλευαν μηχανικά, ενώ το μυαλό του βρισκόταν αλλού. Στη στιγμή. Στην εκδίκηση.
Δεν βιαζόταν. Για πρώτη φορά στη ζωή του, είχε υπομονή.
Θα κατέστρωνε το σχέδιο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Δεν θα άφηνε τίποτα στην τύχη.
Και όταν θα ερχόταν η ώρα, θα το εκτελούσε όπως έπρεπε. Με ακρίβεια. Με σιωπή. Με βεβαιότητα.
Ο Κυριακός συνέχιζε την καθημερινότητά του χωρίς να υποψιάζεται τίποτα. Ο νους του δεν πήγε ούτε μια στιγμή στο ενδεχόμενο κινδύνου από τον Αγκριμάρη.
Πίστευε —και το πίστευε πραγματικά— πως εκείνος του όφειλε ευγνωμοσύνη. Δεν τον είχε φυλακίσει. Τον είχε αφήσει να φύγει.
Στο μυαλό του, όσα είχε κάνει στην αδελφή του δεν ήταν αποτέλεσμα κακίας. Ήταν αμορφωσιά. Ήταν η ζωή στην ερημιά. Ένας άνθρωπος που είχε μεγαλώσει σκληρά, μακριά από ανθρώπους και κανόνες.
Ο Κυριακός πίστευε πως ένας τέτοιος άνθρωπος αντιδρούσε με το ένστικτο και ύστερα ξεχνούσε.
Δεν μπορούσε να φανταστεί πως ο Αγκριμάρης θα κρατούσε μέσα του το μίσος. Πως θα το τάιζε. Πως θα το άφηνε να μεγαλώσει.
Δεν μπορούσε να φανταστεί πως, μόνο και μόνο επειδή τον εμπόδισε να τελειώσει ένα κακό που είχε αρχίσει, θα γινόταν ο ίδιος στόχος.
Γι’ αυτό και τον έβγαλε από το μυαλό του. Τον διέγραψε. Σαν μια υπόθεση που έκλεισε. Σαν έναν άνθρωπο που δεν άξιζε άλλη σκέψη.
Και όμως…Ο κίνδυνος δεν είχε φύγει. Είχε απλώς κρυφτεί.
Η απειλή δεν ερχόταν με φωνές. Δεν προειδοποιούσε. Περίμενε. Υπομονετικά. Σιωπηλά.
Και όταν θα ερχόταν η στιγμή, δεν θα υπήρχε χρόνος για αντίδραση.
Θα πλήρωνε για κάτι που ο ίδιος θεωρούσε σωστό.
Ήταν σούρουπο. Ο δρόμος ήταν άδειος από κόσμο και αυτοκίνητα. Μόνο η σιωπή απλωνόταν γύρω από τη στροφή, εκεί όπου ο δρόμος έκλεινε απότομα και τα αυτοκίνητα περνούσαν συχνά με μεγάλη ταχύτητα.
Ο Κυριακός περπατούσε στην άκρη του δρόμου.
Ήρεμος. Ανυποψίαστος. Δεν κοίταζε πίσω. Δεν υπήρχε λόγος.
Πίσω του, λίγα βήματα πιο μακριά, ο Αγκριμάρης ξεπρόβαλε από τη γωνιά όπου ήταν κρυμμένος.
Κοίταξε προσεκτικά γύρω του. Κανείς.
Πλησίασε αθόρυβα, σχεδόν σαν πνοή.
Η στιγμή είχε έρθει. Έσφιξε τη μαγκούρα στο χέρι και την ύψωσε. Ήταν έτοιμος να καλύψει τα τελευταία βήματα της απόστασης και να χτυπήσει με όλη του τη δύναμη.
Έκανε ένα βήμα. Ύστερα άλλο ένα. Πιο κοντά. Ακόμη πιο κοντά. Το σώμα του έγειρε μπροστά. Έτοιμος.
Τότε ακούστηκε ένας ήχος. Βαθύς. Βαρύς. Μια μηχανή που ερχόταν από τη στροφή.
Ο Αγκριμάρης δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Το φορτηγό εμφανίστηκε απότομα. Ήταν πολύ κοντά. Πολύ γρήγορο.
Ο Αγκριμάρης όρμησε την ίδια στιγμή. Ένα μόνο βήμα τον χώριζε από τον Κυριακό. Μα εκείνο το βήμα ήταν το τελεφταίο.
Το φορτηγό τον χτύπησε με δύναμη. Δεν ακούστηκε κραυγή. Μόνο ένας σύντομος, βαρύς ήχος… Και ύστερα σιωπή.
Ο Κυριακός γύρισε απότομα. Για μια στιγμή δεν κατάλαβε.
Ύστερα είδε. Και πάγωσε.
Ο Αγκριμάρης βρισκόταν πεσμένος λίγα μέτρα πιο πίσω. Η μαγκούρα είχε φύγει από το χέρι του.
Μόνο τότε ο Κυριακός κατάλαβε πως ο άνθρωπος
αυτός δεν βρισκόταν τυχαία εκεί.
Είχε μετρήσει τις μέρες. Είχε μάθει τις ώρες. Είχε διαλέξει το σημείο. Είχε περιμένει.
Και αν το τελευταίο εκείνο βήμα δεν τον είχε φέρει μπροστά στο φορτηγό, ο Κυριακός θα ήταν τώρα στη θέση του.
Το βράδυ, στο γραφείο, ο Κυριακός ήταν σιωπηλός.
Η Βέρα καθόταν απέναντί του, ταραγμένη.
Δεν χρειαζόταν να της εξηγήσει πολλά. Είχε καταλάβει.
Όχι μόνο τι είχε συμβεί. Αλλά κυρίως τι θα μπορούσε να είχε συμβεί. Και πόσο κοντά είχαν φτάσει.
Κάποιοι θα έλεγαν πως ήταν τύχη. Άλλοι θα μιλούσαν για μοίρα.
Ίσως κάποιοι να έβλεπαν σ’ αυτό μια μορφή δικαιοσύνης.
Η αλήθεια δεν φανερώθηκε ποτέ. Έμεινε εκεί — ανάμεσα σε μια απόφαση και σε ένα λάθος.
Γιατί καμιά φορά ο άνθρωπος δεν τιμωρείται από τους άλλους.
Τιμωρείται από τη στιγμή που επιλέγει. Από το ένα βήμα που κάνει πιο μπροστά απ’ όσο πρέπει.
Ο Κυριακός δεν θα μάθαινε ποτέ πόσο κοντά είχε βρεθεί στον θάνατο.
Με το θάνατο του Αγκρινάρη, ο κόσμος δεν έγινε καλύτερος. Δεν έγινε πιο δίκαιος.
Απλώς, για μια στιγμή, κάτι σταμάτησε πριν ξεφύγει.
Και αυτό, μερικές φορές, είναι αρκετό.
ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΗ
Μια μέρα, απρόσμενα, η Ελένη βρέθηκε έξω από την πόρτα του γραφείου του.
Δεν χτύπησε αμέσως.
Περίμενε για λίγο, σαν να ήθελε να συγκεντρώσει τις σκέψεις της.
Όταν ο Κυριακός άνοιξε, τον κοίταξε κατάματα.
«Χάθηκα», του είπε. «Αλλά δεν σας ξέχασα.»
Ο Κυριακός έκανε στην άκρη και της άφησε χώρο να περάσει.
Η πόρτα έκλεισε πίσω της με έναν βαρύ ήχο — όχι σαν αρχή, αλλά σαν επιστροφή σε κάτι που κανείς από τους δυο τους δεν περίμενε πραγματικά.
Η Βέρα κατέβηκε από την κουζίνα όταν άκουσε τις φωνές. Στάθηκε για μια στιγμή στο κατώφλι, διάβασε την ατμόσφαιρα και ύστερα πλησίασε.
Αγκαλιάστηκαν.
Αντάλλαξαν λίγες φιλοφρονήσεις — απλές, σχεδόν τυπικές, μα ειλικρινείς. Ήταν από εκείνες τις συναντήσεις όπου κανείς δεν προσποιείται πως ο χρόνος δεν έχει περάσει. Απλώς τον αποδέχεται.
Κάθισαν.
Και τότε η Ελένη άρχισε να μιλά.
Εξιστόρησε τη ζωή της όπως ήταν τώρα, χωρίς παράπονο και χωρίς διάθεση απολογίας.
Τους είπε πως όλα είχαν αλλάξει από τη στιγμή που πήρε η ίδια τις αποφάσεις της. Όχι όταν φοβήθηκε περισσότερο ούτε όταν πληγώθηκε βαθύτερα, αλλά όταν κουράστηκε να περιμένει από τους άλλους να την ορίσουν.
Είχε επιλέξει τον δρόμο της μοναχικότητας.
Όχι εκείνον που επιβάλλεται, αλλά εκείνον που διαλέγεται.
Έκοψε δεσμούς που τη βάραιναν, απομακρύνθηκε από ανθρώπους που ζητούσαν περισσότερα απ’ όσα μπορούσε — ή ήθελε — να δώσει. Έμαθε να περνά τα βράδια μόνη της, χωρίς φωνές, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς την ανάγκη να απολογείται για τη σιωπή της.
Η μοναξιά δεν της φάνηκε εχθρική.
Στην αρχή ήταν άβολη, σχεδόν απειλητική. Ύστερα όμως έγινε καθαρή.
Μέσα της άκουγε επιτέλους τις σκέψεις της χωρίς παρεμβολές, χωρίς να χρειάζεται να προσαρμόζει τον εαυτό της στα μέτρα κανενός.
Τους είπε πως ήταν ευχαριστημένη.
Γιατί δεν περίμενε πια κανέναν να τη σώσει.
Γιατί δεν χρωστούσε τίποτα σε κανέναν.
Γιατί κάθε απόφαση — σωστή ή λάθος — ήταν αποκλειστικά δική της.
Ο Κυριακός και η Βέρα την άκουγαν χωρίς να τη διακόψουν.
Αυτό που περιέγραφε η Ελένη δεν ήταν μια ζωή εύκολη. Ήταν όμως μια ζωή που είχε επιλέξει.
Και ύστερα τους είπε πως δεν είχε έρθει απλώς για μια κοινωνική επίσκεψη.
Χρειαζόταν ξανά τη βοήθεια του Κυριακού.
Από όλους τους άντρες που είχε γνωρίσει, μόνο εκείνον εμπιστευόταν ακόμη. Όχι επειδή ήταν καλός.
Αλλά επειδή ήξερε πότε να μην είναι.
Συνέχισε να μιλά χωρίς περιστροφές. Τους εξήγησε πως η ζωή της είχε αλλάξει και πως μαζί της είχε αλλάξει και η συμπεριφορά της απέναντι στους άντρες.
Δεν επέτρεπε πια να τη χρησιμοποιούν. Τώρα ήταν εκείνη που έθετε τους όρους.
Διάλεγε όποιον ήθελε. Τον τραβούσε κοντά της, του έδινε ό,τι πίστευε πως χρειαζόταν και ύστερα τον άφηνε πίσω χωρίς δεύτερη σκέψη — σαν λεμονόκουπα, στυμμένη και άχρηστη.
Δεν το έλεγε με καμάρι. Το έλεγε σαν γεγονός.
«Έτσι έμαθα να επιβιώνω», είπε. «Αλλιώς δεν γίνεται.»
Ο Κυριακός την άκουγε χωρίς να τη διακόψει. Το βλέμμα του έμεινε ακίνητο, όπως πάντα όταν κάτι δεν του άρεσε, αλλά το περίμενε.
«Όλοι έφευγαν ήσυχα», συνέχισε. «Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.»
Σταμάτησε για μια στιγμή.
Ύστερα χαμήλωσε τη φωνή.
«Ο τελευταίος, όμως… δεν πετιέται εύκολα.»
Ο Κυριακός δεν ρώτησε τίποτα. Κατάλαβε.
Όταν κάποιος δεν φεύγει, δεν είναι πάντα επειδή δεν κατάλαβε. Μερικές φορές είναι επειδή δεν συγχωρεί.
Η Ελένη συνέχισε:
«Τον γνώρισα μια νύχτα, σε ένα μισοσκότεινο μπαρ. Το φως έπεφτε χαμηλά και οι φιγούρες γύρω μας έμοιαζαν θολές. Εκείνος όμως ξεχώριζε. Ψηλός, όμορφος, με σκληρό πηγούνι και βλέμμα ατρόμητο — σαν να μην ανήκε σε κανέναν άλλο κόσμο παρά μόνο στον δικό του.»
Κοίταξε τον Κυριακό.
«Τον ερωτεύτηκα αμέσως», παραδέχτηκε. «Όχι επειδή ήταν καλός. Αλλά γιατί είδα πάνω του τη δύναμη που εκτιμώ και σε σένα, Κυριακέ.»
Για μια στιγμή χαμήλωσε το βλέμμα.
Ύστερα στράφηκε προς τη Βέρα.
«Και γι’ αυτό σου ζητώ συγγνώμη», είπε. «Γιατί σου ομολογώ, ότι ένιωσα αισθήματα για τον Κυριακό.»
Η Βέρα δεν απάντησε. Μόνο την κοίταξε.
Η Ελένη συνέχισε:
«Ύστερα, όμως, κατάλαβα ποιος ήταν πραγματικά.»
Η φωνή της σκλήρυνε.
«Ήταν κακοποιός. Μαστροπός. Άνθρωπος του υποκόσμου. Είχε τους δικούς του κανόνες και κανέναν σεβασμό για τους κανόνες των άλλων. Καμία γυναίκα δεν έφευγε από κοντά του, αν δεν το αποφάσιζε ο ίδιος.»
Πήρε μια ανάσα.
«Του είπα να φύγει. Δεν ήθελε. Η αξιοπρέπεια και το πρεστίζ του δεν του επέτρεπαν να υποχωρήσει. Δεν υποχωρεί ποτέ.»
Σήκωσε τα μάτια της στον Κυριακό.
«Και γι’ αυτό είμαι εδώ. Για να τον αντιμετωπίσεις εσύ. Ξέρω τι είσαι ικανός να κάνεις. Ξέρω πόσο σκληρός μπορείς να γίνεις — και σε εμπιστεύομαι.»
Ο Κυριακός δεν είπε λέξη.
Στο μυαλό του είχε ήδη σχηματιστεί η εικόνα του άντρα: σκληρός, υπολογιστικός, άνθρωπος που είχε μάθει να επιβιώνει σε κόσμους όπου οι περισσότεροι λύγιζαν.
Δεν ήταν άνθρωπος που θα τρόμαζε εύκολα.
Η Ελένη, όμως, είχε αποφασίσει να παίξει το παιχνίδι με τους δικούς της όρους.
Και ο Κυριακός ήξερε πως η σκληρότητά της και η ατρόμητη φύση αυτού του άντρα θα οδηγούσαν αναπόφευκτα σε σύγκρουση. Μια σύγκρουση που μπορούσε να γίνει επικίνδυνη.
Δεν χρειάστηκε μεγάλη έρευνα για τον νταή μορφονιό.
Τον φώναζαν Κάττο — ένα παρατσούκλι που ο ίδιος καμάρωνε.
Το όνομα είχε γεννηθεί ύστερα από μια απόπειρα εναντίον της ζωής του. Όπως έλεγαν, ο γάτος είχε εφτά ψυχές. Ο Κάττος, όπως πίστευε ο ίδιος, είχε αποδείξει πως μπορούσε να τις χρειαστεί όλες.
Ήταν γνωστός σε όλη την Πάφο.
Κινούταν στον κόσμο των καμπαρέ και της νύχτας και είχε γυναίκες υπό τον έλεγχό του, πολλές από τις οποίες έφερνε από φτωχές χώρες του εξωτερικού. Τις «εργοδοτούσε» σε τρίτους και αμειβόταν αδρά, ενώ φρόντιζε να μην μπορούν εύκολα να ξεφύγουν από τον έλεγχό του.
Τις κρατούσε κλειδωμένες σε διαμερίσματα, με ανθρώπους δικούς του να τις επιτηρούν και να τις μεταφέρουν στους πελάτες.
Όποια δεν άντεχε το μαρτύριο ή τολμούσε να αντισταθεί, γνώριζε την τιμωρία του.
Στους κύκλους του υποκόσμου ψιθυριζόταν πως κάποιες γυναίκες είχαν εξαφανιστεί.
Ο Κάττος έλεγε πως απλώς το είχαν σκάσει. Κανείς δεν τον πίστευε.
Ο Κάττος δεν ήταν μικροεγκληματίας. Ήταν άνθρωπος του υποκόσμου, επικίνδυνος και αδίστακτος. Από εκείνους που είχαν μάθει να κινούνται στη σκιά και να αγοράζουν τη σιωπή όσων μπορούσαν να τους δημιουργήσουν προβλήματα.
Η φήμη του ήταν τέτοια, ώστε ακόμη και ο νόμος, όταν χρειαζόταν, μπορούσε να κοιτάξει αλλού.
Αυτά έμαθε ο Κυριακός. Γι’ αυτό και δεν παραξενεύτηκε όταν, ένα πρωινό, ο ίδιος ο Κάττος εμφανίστηκε στην πόρτα του.
Ήταν μια κίνηση που την περίμενε. Και ήταν έτοιμος.
Ο Κάττος χτύπησε την πόρτα, την έσπρωξε και μπήκε μέσα.
Δεν ζήτησε άδεια. Δεν χρειαζόταν.
Μίλησε χωρίς περιστροφές. Όχι δυνατά. Ούτε με θυμό. Ήρεμα.
Κι όμως, κάτω από την ηρεμία των λόγων του υπήρχε μια καθαρή απειλή.
«Έμαθα πως ρωτάς για μένα. Ρώτησα κι εγώ για σένα. Με σεβασμό προς το άτομό σου, σου ζητώ να μην ανακατευτείς στη σχέση μου με την Ελένη. Δεν σου λέω τίποτα άλλο. Αφού έμαθες ποιος είμαι, ξέρεις τι εννοώ.»
Ο Κυριακός τον κοίταξε ατάραχος.
«Κάττο, σου υπόσχομαι πως δεν θα ανακατευτώ. Όμως πριν από αυτό, θέλω να τηλεφωνήσω σε κάποιον. Και μετά να μιλήσεις μαζί του.»
Ο Κάττος τον κοίταξε με απορία. Για μια στιγμή νόμισε πως είχε κερδίσει. Δέχτηκε.
Ο Κυριακός σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε τον φίλο του, τον Άλι, στην Αθήνα.
Μετά τις πρώτες φιλοφρονήσεις, ο Άλι ρώτησε τι συνέβαινε.
Ο Κυριακός μίλησε ήρεμα.
«Φίλε μου, έχω μια υπόθεση στην οποία δεν θέλω να ανακατευτώ. Ο Κάττος από την Πάφο —ένας ατζέντης που μπορείς να πληροφορηθείς από τους ανθρώπους σου— παρενοχλεί μια φίλη μου και με απειλεί να μην ανακατευτώ. Αν δεν κάνει πίσω, θέλω να κανονίσεις να πάει φυλακή. Και εκεί να σταλεί το κατάλληλο μήνυμα για να τον περιποιηθούν όπως πρέπει.»
Ο Κάττος είχε ακούσει για τον Άλι. Και είχε ακούσει αρκετά.
Το πρόσωπό του άλλαξε. Το χρώμα χάθηκε από τα μάγουλά του. Η σιγουριά του έσβησε μέσα σε μια στιγμή.
Ο Κυριακός τον παρακολουθούσε χωρίς να αλλάξει έκφραση.
Ο Κάττος πλησίασε.
«Δώσε μου το τηλέφωνο. Θέλω να του μιλήσω.»
Ο Κυριακός τού έδωσε το ακουστικό.
«Κύριε Άλι… ο Κάττος είμαι. Δεν ήξερα πως είστε φίλοι με τον Κυριακό. Θα κάνω πίσω. Σας το ορκίζομαι. Δεν θα ξαναπλησιάσω την κοπέλα.»
Ο Άλι δεν χρειάστηκε να υψώσει τη φωνή. Ούτε ο Κυριακός χρειάστηκε να προσθέσει τίποτα.
Η υπόθεση είχε τελειώσει. Χωρίς φωνές. Χωρίς καβγά. Χωρίς να χρειαστεί να σηκώσει κανείς χέρι.
Αυτό ήταν το σχέδιο του Κυριακού. Ήξερε πως, σε ορισμένους κόσμους, η φήμη ενός ανθρώπου μπορούσε να είναι πιο ισχυρή από οποιαδήποτε απειλή. Και αυτή τη φορά είχε αρκέσει.
Η Ελένη έφυγε από το γραφείο ήσυχη.
Δεν είχε κερδίσει επειδή κάποιος άλλος πολέμησε για λογαριασμό της.
Είχε κερδίσει επειδή είχε μάθει πότε να ζητά βοήθεια και από ποιον.
Και ύστερα συνέχισε τη ζωή της όπως η ίδια την είχε επιλέξει. Περήφανη. Αμετανόητη. Χωρίς να λογαριάζει ποιος θα τη έκρινε.
Γιατί πλέον δεν είχε ανάγκη την έγκριση κανενός.
ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΚΟΣΜΟΙ
Ο Κυριακός ήξερε πως η Βέρα κουβαλούσε ένα παρελθόν που δεν το αποκάλυπτε εύκολα. Το διέκρινε στις κινήσεις της, στον τρόπο που κρατούσε τις αποστάσεις, στον τρόπο που δεν ζητούσε προστασία.
Η Βέρα δεν του είπε ποτέ ότι «βρέθηκε» σε εκείνο το επάγγελμα.
Έλεγε πως πήγε.
Όχι από ανάγκη πανικού, αλλά από ανάγκη ελέγχου.
Είχε μάθει να μετρά τους ανθρώπους γρήγορα. Μια ματιά της αρκούσε για να καταλάβει πώς κάθονταν, πού σταματούσε το βλέμμα τους, πότε έλεγαν ψέματα χωρίς να μιλήσουν.
Το σώμα της δεν ήταν για εκείνη εξομολόγηση. Ήταν εργαλείο. Δουλειά.
Όπως άλλοι δούλευαν με το μυαλό ή τα χέρια τους, εκείνη δούλευε με την παρουσία της.
Ήταν μεγάλη καπάτσα — όχι πονηρή, αλλά καθαρή. Ήξερε τι έκανε και δεν μπέρδευε ποτέ τη δουλειά με τον εαυτό της.
Είχε φτιάξει δύο Βέρες. Την επαγγελματική, που χαμογελούσε με ακρίβεια, άκουγε χωρίς να ανοίγεται και άγγιζε χωρίς να δίνεται.
Και την άλλη, την πραγματική, που ήξερε πότε να σωπαίνει και πότε να φεύγει.
Καθώς ο Κυριακός προχωρούσε τις έρευνες, εκείνη δεν έμενε απ’ έξω. Τον ακολουθούσε. Όχι από περιέργεια, αλλά από ανάγκη συμμετοχής.
Ήθελε να δει την αλήθεια με τα δικά της μάτια, ακόμη κι αν πονούσε.
Ανάμεσά τους δεν υπήρξε από την αρχή έρωτας.
Υπήρξε αναγνώριση.
Ο Κυριακός δεν προσπάθησε να τη σώσει. Δεν τη ρώτησε «γιατί». Δεν την κοίταξε με λύπηση.
Την κοίταξε σαν ίση.
Κι αυτό ήταν κάτι που η Βέρα δεν είχε συνηθίσει.
Η αγάπη ήρθε αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Μέσα από κουρασμένες νύχτες, μέσα από αποκαλύψεις που δεν άφηναν χώρο για ψευδαισθήσεις, μέσα από εκείνη τη σιωπηλή οικειότητα που δημιουργείται όταν δύο άνθρωποι έχουν δει ο ένας τον άλλον στις δύσκολες στιγμές.
Τον αγάπησε όπως αγαπούν όσοι έχουν ζήσει: χωρίς υποσχέσεις αιωνιότητας, αλλά με επίγνωση.
Κι εκείνος την αγάπησε χωρίς να σβήσει το παρελθόν της, χωρίς να προσποιηθεί πως δεν υπήρχε.
Όταν η υπόθεση έκλεισε, τίποτα δεν γύρισε πραγματικά στο «πριν».
Ο Κυριακός το ήξερε.
Ήξερε την ψυχολογία των ανθρώπων που είχαν ζήσει σε σκιές. Ήξερε επίσης πως οι έρωτες, όσο δυνατοί κι αν είναι, κάποτε δοκιμάζονται από την πραγματικότητα. Κι όταν έρθει εκείνη η στιγμή, οι ρόλοι πέφτουν και μένει ο άνθρωπος γυμνός απέναντι στον εαυτό του.
Αν ερχόταν κάποτε εκείνη η στιγμή, ο Κυριακός θα απομακρυνόταν. Χωρίς δισταγμό. Χωρίς δράμα. Με την ίδια καθαρότητα που έκανε και τις έρευνες του.
Η Βέρα το ήξερε επίσης. Κι ίσως γι’ αυτό τον ακολούθησε.
Όχι γιατί τον είχε ανάγκη. Αλλά γιατί, για πρώτη φορά, μαζί του, δεν φοβόταν την αλήθεια — όποια κι αν ήταν.
Ο Κυριακός κατάλαβε ότι κάτι είχε αλλάξει πολύ πριν του το πουν.
Το κατάλαβε από τις ώρες που η Βέρα έλειπε χωρίς εξηγήσεις και από τον τρόπο που η Ελένη άρχισε να εμφανίζεται όλο και συχνότερα — όχι πια σαν πρόσωπο μιας παλιάς υπόθεσης, αλλά σαν παρουσία που έπαιρνε χώρο στη ζωή της Βέρας.
Μετά τον Αγκριμάρη, η Ελένη δεν ήταν η ίδια γυναίκα. Είχε περάσει το σημείο της αναζήτησης. Δεν ζητούσε πια σωτηρία ούτε απαντήσεις.
Είχε πουλήσει την περιουσία της στον Ακάμα και κρατούσε αρκετά χρήματα για να αγοράσει χρόνο.
Και για κάποιους ανθρώπους, ο χρόνος είναι το μόνο νόμισμα που μετρά.
Η Βέρα, από την άλλη, δεν χρειαζόταν μεταμόρφωση. Είχε κληρονομήσει αρκετά από τον νεκρό άντρα της, και τα χρήματα δεν την έκαναν πιο ασφαλή. Την έκαναν πιο ελεύθερη.
Ο Κυριακός το ήξερε. Η Βέρα δεν είχε μάθει να ζει προστατευμένη. Είχε μάθει να κινείται.
Στην αρχή, οι δύο γυναίκες έβγαιναν πού και πού.
Ένα ποτό. Μια κουβέντα. Μια βραδιά που δεν χρειαζόταν να οδηγήσει πουθενά.
Ύστερα συναντιόνταν πιο συχνά. Και μετά, χωρίς να το πουν ποτέ ανοιχτά, άρχισαν να μοιράζονται έναν κοινό ρυθμό.
Δεν ήταν φιλία ανάγκης. Ήταν η αναγνώριση κοινών στόχων και επιθυμιάν. Μιας ανάγκης αλλαγής από την καθημερινότητα των ίδιων πραγμάτων.
.
Η Ελένη είχε μάθει να μην περιμένει τίποτα από κανέναν. Η Βέρα είχε μάθει να μην βασίζεται σε κανέναν.
Και οι δύο ήξεραν πως η ζωή δεν χαρίζεται σε κανέναν.
Ο Κυριακός τις παρατηρούσε χωρίς να επεμβαίνει.
Αποτραβήχτηκε ύσηχα χωρίς απαιτήσεις. Εξ άλλου και αυτός είχε κουραστεί με τη ρουτίνα. Έτσι με τη σιωπή του άφησε τη Βέρα σιγά σιγά, να απομακρυνθεί. Η σχέση τους αραίωσε, και σιγα σθγά έσβησε. Όμως ήξερε την κατάληξη πριν ακόμη φανεί.
Η Ελένη είχε αλλάξει αρκετά για να μη χωρά πια σε ήσυχες ζωές.
Και η Βέρα είχε ζήσει αρκετά για να μη δεθεί σε μία.
Ταίριαξαν όχι επειδή ήταν ίδιες, αλλά επειδή καταλάβαιναν την ίδια γλώσσα.
Μια γλώσσα χωρίς πολλές εξηγήσεις.
Άρχισαν να γνωρίζουν ανθρώπους, να ταξιδεύουν, να διασκεδάζουν και να αφήνουν πίσω τους ό,τι θεωρούσαν πως δεν τους ταίριαζε πια.
Οι άντρες έγιναν μέρος αυτού του τρόπου ζωής, όχι όμως κέντρο του.
Δεν ζητούσαν από κανέναν να τις ολοκληρώσει.
Δεν υπόσχονταν περισσότερα απ’ όσα ήθελαν να δώσουν.
Έμπαιναν στις σχέσεις τους με τους δικούς τους όρους και έφευγαν όταν ένιωθαν πως είχε έρθει η ώρα.
Η ζωή που είχαν διαλέξει είχε ρίσκο, χρήμα και κίνηση.
Ήταν μια ζωή που δεν συγχωρεί την αδράνεια.
Με την κούρσα της Βέρας και τον κοντό οδηγό της — πάντα λιγομίλητο, πάντα ακριβή — ξεκίνησαν ένα ταξίδι που δεν είχε συγκεκριμένο προορισμό.
Δεν έφευγαν από κάτι. Πήγαιναν σε ότι τις κρατούσε ζωντανές.
Ο Κυριακός δεν αντέδρασε, δεν ρώτησε. Αποτραβήχτηκε ήρεμα και κρατήθηκε μακριά τους.
Ήξερε πως η ιστορία του με τη Βέρα δεν τελείωνε από προδοσία ή θυμό. Τελείωνε από συνέπεια.
Κάποιοι άνθρωποι μένουν όσο αντέχει η αλήθεια τους. Και η δική τους αλήθεια, είχε τελειώσει, είχε φθαρεί στο χρόνο και στο διαφορετικό φρόπο σκέψης με τον οποίο αντίκυζαν τη ζωή.
Κι όταν έμεινε μόνος, ο Κυριακός δεν ένιωσε ήττα.
Μόνο ένα κλείσιμο μιας υπόθεσης ακόμη που δεν λύθηκε. Απλώς τελείωσε.
Τα χρόνια πέρασαν.
Η ζωή των δύο γυναικών έγινε πιο έντονη, πιο τολμηρή και πιο απρόβλεπτη. Είχαν χρήματα, γνωριμίες και την ελευθερία να πηγαίνουν όπου ήθελαν.
Για ένα διάστημα έμοιαζαν να έχουν κερδίσει.
Και ίσως να είχαν.
Μέχρι που ήρθε η στιγμή που η τύχη άλλαξε πλευρά.
Τα χρήματα που είχαν συγκεντρώσει άρχισαν να χάνονται. Οι επενδύσεις τους στο χρηματιστήριο αποδείχθηκαν καταστροφικές και, μέσα σε λίγο χρόνο, μεγάλο μέρος της περιουσίας τους έκανε φτερά.
Δεν έμειναν όμως μόνο χωρίς χρήματα.
Έμειναν χωρίς τον κόσμο που είχαν συνηθίσει.
Απομακρύνθηκαν.
Η ζωή τους άλλαξε ξανά, αυτή τη φορά χωρίς να έχουν οι ίδιες τον έλεγχο.
Ο Κυριακός τις παρακολουθούσε από μακριά, όπως κάποιος που κοιτάζει μια ιστορία που κάποτε υπήρξε μέρος της ζωής του.
Τις είχε δει να ανεβαίνουν.
Τις είχε δει να ζουν την περιπέτεια και τον κίνδυνο που επέλεγαν.
Και τώρα τις έβλεπε να απομακρύνονται από τον κόσμο που κάποτε θεωρούσαν δικό τους.
Δεν επρόκειτο να εμπλακεί ξανά.
Είχαν διαλέξει τον δρόμο τους.
Και ο καθένας, αργά ή γρήγορα, βρίσκεται αντιμέτωπος με τις επιλογές του.
Η ιστορία της Βέρας και της Ελένης έκλεινε.
Όχι με θόρυβο.
Όχι με κάποια μεγάλη τραγωδία.
Απλώς με εκείνη τη σιωπηλή αλλαγή που φέρνει ο χρόνος, όταν οι άνθρωποι καταλαβαίνουν πως ένας κύκλος έχει ολοκληρωθεί.
Ο Κυριακός έμεινε πίσω.
Μόνος, όπως συχνά έμεναν εκείνοι που είχαν μάθει να μην κρατούν κανέναν με το ζόρι.
Και ενώ η δική τους ιστορία έκλεινε, μια νέα σκιά άρχισε να κινείται μπροστά του.
Ο Μίλτος.
Δεν γνώριζε ακόμη τι τον περίμενε.
Ούτε ο Κυριακός γνώριζε πως ο άνθρωπος αυτός θα έμπαινε σύντομα στη ζωή του.
Η άνοδος, η πτώση και οι εμμονές του θα τον οδηγούσαν σε μια υπόθεση διαφορετική από τις προηγούμενες.
Μια υπόθεση που δεν είχε ακόμη αρχίσει.
Όμως η σκιά της είχε ήδη εμφανιστεί.
Και ο Κυριακός, χωρίς να το ξέρει, ετοιμαζόταν να την ακολουθήσει.
Η Βέρα και η Ελένη έζησαν μια ζωή έντονη, γεμάτη περιπέτεια και δράση, που όμως δεν κράτησε πολύ. Ήταν χρόνια συμπυκνωμένα, σαν να έζησαν περισσότερα απ’ όσα τους αναλογούσαν. Μέρες και νύχτες μαγικές, ταξίδια σε μέρη ξωτικά, ξενοδοχεία με βαριά χαλιά και μπαρ με χαμηλό φωτισμό, έρωτες δυνατοί που άναβαν γρήγορα και έσβηναν το ίδιο απότομα.
Ήταν μια ζωή χωρίς φρένα. Χωρίς αύριο.
Τα χρήματα ήταν πολλά και, για ένα διάστημα, έμοιαζαν ατελείωτα. Με την κούρσα της Βέρας και τον κοντό σωφέρ να τις συνοδεύει πιστά στις εξόδους και στα ταξίδια τους, σκόρπιζαν το χρήμα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Δεν ήταν απερισκεψία. Ήταν βεβαιότητα. Ήξεραν πως είχαν χρήματα και αυτή η γνώση τις έκανε αλαζόνες, σχεδόν άτρωτες. Όταν ο άνθρωπος πιστέψει πως τίποτα δεν μπορεί να του λείψει, αρχίζει σιγά σιγά να ξεχνά πως όλα μπορούν να χαθούν.
Και πράγματι, η καταστροφή τους δεν ήρθε από τα έξοδα ούτε από τη χλιδή.
Ήρθε από αλλού. Από το χρηματιστήριο. Όπως πολλοί στην Κύπρο εκείνη την εποχή, παρασύρθηκαν κι εκείνες από τη νέα μόδα. Στα σαλόνια, στις κοσμικές συγκεντρώσεις και στα δείπνα, η ίδια κουβέντα επαναλαμβανόταν παντού.
Πόσα κέρδισε ο ένας. Τι αγόρασε ο άλλος. Πόσο ανέβηκε η τάδε μετοχή. Ποιος πρόλαβε να αγοράσει πριν από την άνοδο.
Ήταν αδύνατον να μείνουν έξω από αυτό το παιχνίδι.
Το νεοϊδρυθέν χρηματιστήριο, με την κατάλληλη διαφήμιση και τον θόρυβο που το συνόδευε, είχε κάνει τον κόσμο να πιστέψει πως ο πλούτος βρισκόταν σχεδόν παντού και πως αρκούσε να απλώσεις το χέρι για να τον πιάσεις.
Κανείς δεν σκέφτηκε τότε πως όλο αυτό έμοιαζε περισσότερο με τραπέζι πόκερ.
Στην αρχή το χρήμα έρρεε άφθονο. Τα χαμόγελα περίσσευαν. Οι άνθρωποι κέρδιζαν και ξαναέβαζαν τα κέρδη τους στο παιχνίδι, πιστεύοντας πως η άνοδος δεν θα τελείωνε ποτέ.
Ώσπου κάποια στιγμή τα φώτα έσβησαν. Και τότε φάνηκε ποιος είχε πραγματικά κερδίσει.
Έτσι ακριβώς χάθηκαν κι εκείνες. Όχι απότομα. Σταδιακά. Αθόρυβα. Μέχρι που μια μέρα συνειδητοποίησαν πως από την περιουσία τους είχαν απομείνει ελάχιστα.
Στενοχωρήθηκαν. Έκλαψαν. Θύμωσαν περισσότερο με τον εαυτό τους παρά με τους άλλους.
Μα δεν το έβαλαν κάτω. Δεν ήταν τέτοιες γυναίκες. Ξεκίνησαν ξανά.
Και επέστρεψαν σε αυτό που ήξεραν καλύτερα. Στους άνδρες. Όχι σε οποιονδήποτε άνδρα.
Ήταν επιλεκτικές. Διάλεγαν εκείνους που είχαν χρήματα, αλλά τους έλειπε κάτι άλλο: προσοχή, τρυφερότητα, επιβεβαίωση. Άνδρες δυνατοί στην κοινωνία και αδύναμοι όταν έκλεινε η πόρτα πίσω τους.
Η Βέρα ήξερε πότε να σωπάσει και πότε να μιλήσει.
Η Ελένη ήξερε πότε να χαμογελάσει και πότε να δείξει ευάλωτη.
Δεν πουλούσαν έρωτα. Πουλούσαν ψευδαίσθηση.
Και η ψευδαίσθηση πληρωνόταν πάντα ακριβά.
Δεν το έβλεπαν σαν έγκλημα, ούτε καν σαν απάτη. Για εκείνες ήταν μια συναλλαγή. Εκείνοι έδιναν χρήματα και εκείνες τους έδιναν αυτό που ήθελαν να πιστέψουν πως είχαν βρει.
Ήταν μια ζωή επικίνδυνη, γεμάτη ρίσκο και ένταση.
Αλλά ήταν η ζωή που ήξεραν. Και, για ένα διάστημα, η μόνη που πίστευαν πως τους ταίριαζε.
Κάπου από μακριά, ο Κυριακός τα έβλεπε όλα. Δεν παρενέβαινε. Είχε μάθει πως υπάρχουν στιγμές στη ζωή των ανθρώπων όπου η παρέμβαση δεν είναι βοήθεια. Είναι εισβολή. Και η Βέρα είχε επιλέξει μόνη της τον δρόμο της.
Ο Κυριακός το σεβόταν. Ήξερε όμως και κάτι άλλο.
Κάθε ιστορία, όσο έντονη κι αν είναι, κάποτε ζητά τον λογαριασμό της.
Οι δύο γυναίκες συνέχιζαν να κινούνται στον ίδιο κόσμο. Γνωριμίες, δείπνα, ταξίδια, νυχτερινές έξοδοι. Μόνο που τώρα δεν είχαν την ίδια οικονομική άνεση. Χρειάζονταν ξανά χρήματα και ήξεραν πώς να τα βρουν.
Λένε οι λαϊκές ρήσεις πως μια γυναίκα μπορεί να σύρει καράβι. Και δεν είχαν άδικο. Πολλοί πετυχημένοι άνδρες έχασαν περιουσίες, θέσεις και ονόματα με αιτία — ή αφορμή — μια γυναίκα.
Όχι πάντοτε επειδή εκείνη τους το ζήτησε. Αλλά επειδή εκείνοι πίστεψαν πως μπορούσαν να αγοράσουν κάτι που δεν πωλείται. Έρωτα. Νεότητα. Επιβεβαίωση.
Και όταν κατάλαβαιναν το λάθος, ήταν συνήθως αργά.
Στα σαλόνια και στις αίθουσες συνεδριάσεων οι ιστορίες αυτές λέγονταν χαμηλόφωνα, σαν ντροπιασμένα μυστικά. Άνδρες που είχαν χτίσει περιουσίες και καριέρες γονάτιζαν μπροστά σε μια ματιά, ένα άγγιγμα, μια υπόσχεση που ποτέ δεν είχε δοθεί πραγματικά.
Η κοινωνία τους λυπόταν. Κατά βάθος όμως τους θεωρούσε υπεύθυνους. Ήξεραν το ρίσκο. Το είχαν διαλέξει.
Μόνο που η ιστορία δεν γράφεται πάντοτε προς τη μία κατεύθυνση. Υπάρχουν φορές που οι γυναίκες δεν είναι εκείνες που σέρνουν το καράβι, αλλά εκείνες που βρίσκονται δεμένες στα αμπάρια του.
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν πέφτουν θύματα της γοητείας τους. Τη χρησιμοποιούν.
Μαστροποί, εγκληματίες, άνθρωποι του υποκόσμου. Άνθρωποι πιο σκληροί, πιο υπομονετικοί και πιο επικίνδυνοι.
Δεν τις κατακτούσαν με τη βία από την πρώτη στιγμή. Τις έπαιρναν σιγά σιγά. Με προστασία που έμοιαζε με φροντίδα. Με υποσχέσεις που έμοιαζαν με ευκαιρίες. Με χρήματα που έμοιαζαν εύκολα.
Έτσι την πάτησαν κι εκείνες. Η Βέρα και η Ελένη πίστεψαν πως κρατούσαν τον έλεγχο. Πίστεψαν πως διάλεγαν, πως όριζαν το παιχνίδι.
Στην αρχή όλα έμοιαζαν καθαρά. Γνωριμίες. Δείπνα. Συμφωνίες χωρίς γραπτούς όρους.
Ύστερα, όμως, τα όρια άρχισαν να θολώνουν. Οι άνδρες που τις πλησίαζαν δεν ζητούσαν πια μόνο την παρουσία τους. Ζητούσαν αποκλειστικότητα. Δεν πλήρωναν μόνο για τον χρόνο τους. Επένδυαν πάνω τους.
Και οι επενδύσεις, αργά ή γρήγορα, ζητούν απόδοση.
Σιγά σιγά οι δύο γυναίκες βρέθηκαν χρεωμένες — όχι σε χρήματα, αλλά σε υποχρεώσεις.
Τους άνοιξαν πόρτες που δεν μπορούσαν πια να κλείσουν. Τις σύστησαν σε ανθρώπους που δεν ξεχνούσαν και δεν συγχωρούσαν.
Κάθε «όχι» είχε κόστος. Κάθε προσπάθεια απομάκρυνσης έφερνε μαζί της μια υπενθύμιση για το ποιος έκανε πραγματικά κουμάντο.
Δεν ήταν πια παίκτριες. Ήταν πιόνια.
Και το πιο επικίνδυνο δεν ήταν η βία. Ήταν η αίσθηση πως δεν υπήρχε έξοδος χωρίς απώλειες.
Ο δρόμος που είχαν διαλέξει, τώρα τις διάλεγε εκείνος.
Έμαθαν με τον σκληρό τρόπο πως στον υπόκοσμο δεν υπάρχει ισότητα. Υπάρχουν μόνο ρόλοι.
Και όταν κάποιος πιστέψει πως μπορεί να παίζει χωρίς αφεντικό, συνήθως σημαίνει πως δεν έχει γνωρίσει ακόμη ποιο είναι το πραγματικό αφεντικό.
Αυτό έπαθαν οι δύο φίλες. Όχι γιατί ήταν αδύναμες.
Αλλά γιατί μπήκαν σε ένα παιχνίδι που δεν συγχωρεί αυταπάτες.
Καμία εμπειρία, όσο σκληρή κι αν είναι, δεν προστατεύει τον άνθρωπο όταν αλλάζουν οι κανόνες.
Η Βέρα ήταν βαθιά στενοχωρημένη. Όχι τόσο για την πτώση όσο για το γεγονός ότι δεν την είχε δει να έρχεται. Εκεί πονούσε περισσότερο. Γιατί μια γυναίκα σαν κι εκείνη — καπάτσα, έμπειρη, μαθημένη να διαβάζει ανθρώπους και καταστάσεις — είχε επιτρέψει, χωρίς καν να το καταλάβει, να βρεθούν σε τόσο βαθύ λούκι.
Δεν ήταν αφελείς. Αυτό ήταν που την εξόργιζε περισσότερο. Ήταν έξυπνες, γρήγορες, με ένστικτο. Κι όμως, ακριβώς αυτή η αυτοπεποίθησή τους τις είχε παγιδεύσει.
Πίστεψαν πως μπορούσαν να χειριστούν την κατάσταση. Πίστεψαν πως είχαν δει όλα τα χαρτιά του παιχνιδιού και πως, αν χρειαζόταν, θα αποχωρούσαν την κατάλληλη στιγμή. Δεν κατάλαβαν πως το παιχνίδι είχε αλλάξει χωρίς να τις ενημερώσει κανείς.
Δεν ήταν πια ζήτημα επιλογών. Ήταν εγκλωβισμός.
Η Βέρα βασανιζόταν από τη σκέψη ότι είχε προδώσει τον ίδιο της τον εαυτό.
Είχε χτίσει την ταυτότητά της πάνω στον έλεγχο. Στο να μην αφήνει κανέναν να την αιφνιδιάζει.
Και τώρα, για πρώτη φορά, ένιωθε γυμνή απέναντι στην πραγματικότητα. Όχι ανήμπορη. Αυτό θα το άντεχε. Αλλά εκτεθειμένη.
Η Ελένη το έβλεπε διαφορετικά. Ήταν πιο πρακτική, λιγότερο δεμένη με την εικόνα της δύναμης.
Κάποια στιγμή, όταν τα περιθώρια είχαν στενέψει επικίνδυνα, της είπε αυτό που έμοιαζε αυτονόητο:
«Να απευθυνθούμε στον Κυριακό.»
Η Βέρα αντέδρασε σχεδόν ενστικτωδώς.
«Όχι.»
Δεν ήταν θέμα λογικής. Ήταν θέμα περηφάνιας. Τον είχε αφήσει. Είχε φύγει χωρίς εξηγήσεις, χωρίς απολογισμό. Είχε διαλέξει τον δρόμο της και τον είχε αφήσει πίσω της σαν κεφάλαιο που είχε κλείσει οριστικά.
Με ποια μούτρα θα στεκόταν τώρα απέναντί του;
Με τι λόγια θα ζητούσε βοήθεια από τον άνθρωπο που είχε απομακρύνει όταν δεν τον χρειαζόταν πια;
Η σκέψη και μόνο την έπνιγε. Δεν φοβόταν την απόρριψη. Φοβόταν το βλέμμα του. Εκείνο το ήρεμο, διαπεραστικό βλέμμα που δεν κατηγορούσε, αλλά έβλεπε. Που καταλάβαινε χωρίς να χρειάζεται να του εξηγήσεις.
Και αυτό ήταν πιο δύσκολο από οποιαδήποτε άρνηση.
Όσο περνούσε ο καιρός, τα πράγματα στένευαν. Οι πιέσεις μεγάλωναν. Οι απαιτήσεις γίνονταν σκληρότερες. Οι έξοδοι λιγόστευαν.
Και κάθε νύχτα, η σκέψη του Κυριακού επέστρεφε.
Όχι σαν σωτήρας. Σαν πιθανότητα. Σαν τελευταία λογική κίνηση.
Κι όμως, κάθε φορά που πλησίαζε σε αυτή την απόφαση, κάτι μέσα της αντιστεκόταν. Η περηφάνια της — εκείνη που την είχε κρατήσει όρθια τόσα χρόνια — τώρα την κρατούσε ακίνητη.
Προτιμούσε να παλεύει μόνη παρά να παραδεχτεί πως είχε κάνει λάθος. Ότι αυτή τη φορά η καπάτσα Βέρα είχε χάσει τον έλεγχο.
Κάπου εκεί, ανάμεσα στην ανάγκη και στον εγωισμό, άρχισε να καταλαβαίνει πως ο χρόνος δεν ήταν σύμμαχος. Κάθε καθυστέρηση έκλεινε μια πόρτα.
Και κάποια στιγμή οι πόρτες δεν ζητούν πια να χτυπήσεις. Απλώς κλειδώνουν.
Ο Κυριακός δεν είχε πολλούς φίλους. Όχι από επιλογή, αλλά από φύση. Οι άνθρωποι που κινούνται στις σκιές μαθαίνουν νωρίς πως οι πραγματικές φιλίες είναι λίγες και βαριές.
Ο Κόσιης ήταν μία από αυτές. Πολύ μεγαλύτερος σε ηλικία, κουβαλούσε πάνω του μια άλλη εποχή. Εποχή αγώνα, αίματος και σιωπής.
Είχε υπάρξει άνθρωπος της ΕΟΚΑ, από τους πρώτους, από εκείνους που δεν έμειναν στα συνθήματα.
Ομαδάρχης. Εκτελεστής. Άνθρωπος που ήξερε να αποφασίζει γρήγορα και να ζει με το βάρος των αποφάσεών του.
Όταν ο Κληρίδης ανέλαβε την προεδρία, τον όρισε Υπουργό Εσωτερικών. Όχι από κομματική σκοπιμότητα, αλλά γιατί γνώριζε πως η εγκληματικότητα που άρχιζε να θεριεύει στην Κύπρο δεν θα αντιμετωπιζόταν με λόγια…
Και ο Κόσιης καθάρισε. Με θεμιτά και αθέμιτα μέσα. Και δεν απολογήθηκε ποτέ γι’ αυτό.
Με τον Κυριακό γνωρίστηκαν τυχαία, σε μια πολιτική συγκέντρωση. Μια κουβέντα έφερε την άλλη και ο παλιός αγωνιστής διέκρινε στον νεότερο κάτι γνώριμο. Ψυχραιμία χωρίς σκληρότητα. Αποφασιστικότητα χωρίς επίδειξη.
Από εκείνο το βράδυ του είπε ξεκάθαρα:
«Αν ποτέ με χρειαστείς, πάρε με.»
Ήταν ο άνθρωπος που του εξασφάλισε την άδεια ντετέκτιβ. Ήταν επίσης εκείνος που του υπέγραψε την άδεια οπλοφορίας. Όχι ως χάρη. Ως αναγνώριση.
Εκείνες τις μέρες ο Κυριακός είχε αποφασίσει να του ζητήσει κάτι ακόμη.
Το παλιό του ρεβόλβερ, αξιόπιστο αλλά ξεπερασμένο, δεν ταίριαζε πια στη δουλειά που έκανε. Ήθελε κάτι πιο σύγχρονο. Ένα λούγκερ.
Όχι για επίδειξη. Για σιγουριά.
Η συνάντησή του με τον Κόσιη πήγε όπως το περίμενε: λίγα λόγια, καθαρές κουβέντες, καμία περιττή ερώτηση.
Ο υπουργός τον κοίταξε για μια στιγμή, σαν να ζύγιζε όχι το αίτημα αλλά τον άνθρωπο. Ύστερα έγνεψε καταφατικά.
«Θα γίνει», του είπε απλά.
Στον δρόμο της επιστροφής ο Κυριακός ένιωσε εκείνη τη σπάνια αίσθηση πως κάτι στον αέρα είχε αλλάξει. Δεν ήξερε τι. Αλλά το ένιωθε.
Σταμάτησε στον σταθμό της Χοιροκοιτίας για έναν καφέ. Μια συνήθεια παλιά, σχεδόν τελετουργική.
Μπήκε μέσα. Και τότε την είδε. Μια γυναίκα να σηκώνεται απότομα. Μια δεύτερη να την ακολουθεί.
Και στο βάθος, δύο άντρες να σηκώνονται την ίδια στιγμή.
Η Βέρα. Και η Ελένη.
Η ιστορία, που μέχρι τότε κυλούσε ήσυχα, μόλις είχε αλλάξει ρυθμό.
Η κίνηση της Βέρας δεν ήταν σκέψη. Ήταν ένστικτο.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή κρατιόταν όρθια από πείσμα. Από εκείνη την περηφάνια που την είχε κρατήσει ζωντανή τόσα χρόνια και που τώρα την έπνιγε.
Είχε πείσει τον εαυτό της πως μπορούσε να αντέξει.
Πως θα έβρισκαν τρόπο. Πως δεν χρειαζόταν κανέναν.
Και σίγουρα όχι εκείνον που είχε αφήσει πίσω της χωρίς εξηγήσεις.
Όμως, τη στιγμή που τα μάτια της έπεσαν πάνω στον Κυριακό, κάτι μέσα της έσπασε.
Δεν είδε τον πρώην εραστή. Δεν είδε τον άντρα που είχε πληγώσει.
Είδε τον μόνο άνθρωπο που ήξερε να διαβάζει τον κίνδυνο πριν ακόμη εκδηλωθεί.
Το σώμα της κινήθηκε πριν προλάβει το μυαλό της να την σταματήσει.
Σηκώθηκε απότομα. Η καρέκλα σύρθηκε πίσω της με έναν ξερό ήχο, κάνοντας τους δύο άντρες στο τραπέζι να αντιδράσουν ακαριαία.
Η Ελένη την ακολούθησε σχεδόν τρέχοντας, με το βλέμμα χαμηλωμένο.
Ήξερε πως από εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε επιστροφή.
Ο Κυριακός πρόλαβε να καταλάβει τα πάντα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Την ένταση στον αέρα.
Τους δύο βλοσυρούς άντρες που σηκώθηκαν ταυτόχρονα — όχι βιαστικά, αλλά με εκείνη την ψυχρή αυτοπεποίθηση ανθρώπων συνηθισμένων να ελέγχουν τον χώρο.
Και τη Βέρα. Πλησίαζε χωρίς να μιλά, με τα μάτια της καρφωμένα πάνω του.
Όχι απαιτητικά. Εκλιπαρώντας χωρίς λέξεις.
Όταν στάθηκε μπροστά του, δεν ζήτησε συγγνώμη.
Δεν εξήγησε.
Μόνο ψιθύρισε, τόσο χαμηλά ώστε μόνο εκείνος μπορούσε να ακούσει:
«Κυριακέ… βοήθεια.»
Ο Κυριακός κατάλαβε. Δεν επρόκειτο για μια άβολη συνάντηση με το παρελθόν.
Οι δύο γυναίκες δεν βρίσκονταν εκεί από επιλογή.
Οι σκιές πίσω τους δεν ήταν τυχαίες.
Η Βέρα είχε ξεχάσει την περηφάνια της όχι επειδή το ήθελε, αλλά επειδή δεν άντεχε άλλο.
Για πρώτη φορά στη ζωή της παραδεχόταν — όχι με λόγια, αλλά με πράξη — πως είχε χάσει τον έλεγχο.
Και για μια γυναίκα σαν εκείνη, αυτό ήταν πιο δύσκολο από κάθε κίνδυνο.
Ο Κυριακός δεν έκανε καμία απότομη κίνηση. Δεν γύρισε να κοιτάξει τους άντρες. Δεν έβγαλε όπλο.
Απλώς έγειρε ελαφρά προς το μέρος της και είπε ήρεμα:
«Κάθισε. Και μη μιλάς άλλο.»
Ήταν η πρώτη φορά ύστερα από καιρό που η Βέρα ένιωσε κάτι που είχε ξεχάσει. Όχι ασφάλεια. Την πιθανότητα της σωτηρίας.
Οι δύο μπράβοι πλησίασαν απειλητικά, χωρίς βιασύνη. Το βάδισμά τους ήταν μετρημένο, σχεδόν επαγγελματικό — ανθρώπων συνηθισμένων να επιβάλλονται χωρίς να σηκώνουν φωνή.
Ο ένας στάθηκε μισό βήμα μπροστά από τον άλλον.
Το βλέμμα του καρφώθηκε στον Κυριακό.
«Φίλε, ποιος νομίζεις ότι είσαι;» είπε χαμηλόφωνα.
«Τι παριστάνεις; Τον προστάτη;»
Ο Κυριακός δεν απάντησε αμέσως. Δεν σήκωσε τον τόνο. Δεν έκανε απότομη κίνηση.
Απλώς στάθηκε απέναντί τους και, με μια σχεδόν ανεπαίσθητη κίνηση, άνοιξε λίγο το σακάκι του.
Όχι αρκετά για να το δει όλος ο κόσμος. Μόνο όσο χρειαζόταν. Το λούγκερ φάνηκε καθαρά. Καινούργιο. Γυαλιστερό. Στερεωμένο στο στήθος του.
Για μια στιγμή ο χρόνος πάγωσε. Οι δύο άντρες σάστισαν. Δεν ήταν μόνο το όπλο. Ήταν ο τρόπος που το φορούσε. Η άνεση. Η σιγουριά.
Εκείνη η λεπτή διαφορά που ξεχωρίζει κάποιον που παριστάνει τον σκληρό από κάποιον που δεν χρειάζεται να παριστάνει τίποτα.
Ο μπροστινός έκανε ένα μικρό βήμα πίσω. Κατάλαβε.
Αυτός που στεκόταν απέναντί τους δεν ήταν απλός θαμώνας ούτε περαστικός.
«Εντάξει, φίλε…» είπε τελικά, με φωνή πολύ χαμηλότερη από πριν.
«Κάνε ό,τι θέλεις.»
Δεν υπήρχε πια πρόκληση στα μάτια του. Μόνο υπολογισμός.
Οι δύο άντρες έκαναν πίσω σχεδόν ταυτόχρονα. Δεν γύρισαν απότομα την πλάτη. Υποχώρησαν με εκείνη τη συγκρατημένη ψυχραιμία ανθρώπων που ξέρουν πότε μια σύγκρουση δεν τους συμφέρει.
Απομακρύνθηκαν προς το τραπέζι τους. Λίγο αργότερα βγήκαν έξω. Άφησαν πίσω τους μια σιωπή βαριά.
Μα ο Κυριακός ήξερε πως δεν θα το άφηναν έτσι.
Απλώς το άφηναν προς το παρόν.
Και αυτό, πολλές φορές, ήταν το πιο επικίνδυνο απ’ όλα.
Κάθισαν για λίγο ακόμη, περισσότερο για να πέσουν οι παλμοί παρά για να μιλήσουν.
Ο Κυριακός παρήγγειλε καφέδες χωρίς να ρωτήσει.
Τα χέρια της Βέρας έτρεμαν ελαφρά, όχι από φόβο πια, αλλά από την ένταση που άφηνε σιγά σιγά το σώμα.
Η Ελένη κοιτούσε γύρω της νευρικά, σαν άνθρωπος που είχε μάθει να μετρά τις εξόδους.
Όταν σηκώθηκαν, μπήκαν στη Jaguar του Κυριακού χωρίς πολλά λόγια. Η μηχανή πήρε μπρος βαριά και γνώριμα.
Ο δρόμος άνοιξε μπροστά τους προς την Πάφο και ο ήχος των ελαστικών στην άσφαλτο έφερε εκείνη τη σιωπή που βοηθά τους ανθρώπους να μιλήσουν.
Η Ελένη άρχισε πρώτη. Μίλησε κοφτά, χωρίς συναισθηματισμούς, σαν να έκανε έναν απολογισμό.
Του μίλησε για τους άντρες που τις είχαν πλησιάσει, για τις υποσχέσεις, για τα «προσωρινά» που έγιναν δεσμά. Για τους μπράβους, τις παρακολουθήσεις και τις εντολές που δεν έμοιαζαν ποτέ με απειλές — μέχρι που γίνονταν.
Ύστερα μίλησε η Βέρα. Η φωνή της ήταν πιο χαμηλή. Όχι σπασμένη. Ελεγχόμενη.
Του εξήγησε για τη ντροπή που ένιωθε. Όχι επειδή φοβήθηκε, αλλά επειδή πίστεψε πως είχε χάσει τον έλεγχο. Εκείνη, που πάντα καμάρωνε πως έβλεπε ένα βήμα μπροστά, είχε αφήσει το έδαφος να φύγει κάτω από τα πόδια της χωρίς να το καταλάβει.
«Σκεφτόμουν να σου τηλεφωνήσω…» είπε, κοιτάζοντας μπροστά.
«Και κάθε φορά έλεγα: όχι ακόμη. Θα το φτιάξω. Μπορώ.»
Σώπασε για λίγο.
«Κι όταν σε είδα…»
Η φωνή της χαμήλωσε ακόμη περισσότερο.
«Δεν σκέφτηκα τίποτα. Ούτε περηφάνια ούτε εγωισμό. Μόνο πως, αν δεν έτρεχα, θα χάναμε τα πάντα. Ή και κάτι χειρότερο.»
Ο Κυριακός άκουγε χωρίς να κοιτάζει. Οδηγούσε.
Αυτό έκανε πάντα όταν έπρεπε να αποφασίσει.
Δεν της είπε «καλά έκανες».
Δεν της είπε «άργησες».
Απλώς μίλησε ήρεμα, σαν να έβαζε τα πράγματα στη θέση τους.
«Όταν κάποιος ζητά βοήθεια την τελευταία στιγμή», είπε, «δεν είναι αδυναμία. Είναι ένστικτο επιβίωσης. Το λάθος είναι να το αγνοείς.»
Η Βέρα έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Όχι από ανακούφιση. Αλλά γιατί κατάλαβε πως εκείνη η πόρτα δεν είχε κλείσει ποτέ πραγματικά. Την είχε κλείσει μόνη της.
Η Jaguar έτρωγε τα χιλιόμετρα. Ο ήλιος χαμήλωνε, βάφοντας τον δρόμο με εκείνο το πορτοκαλί φως που κάνει τις αποφάσεις να μοιάζουν τελεσίδικες.
Ο Κυριακός ήξερε πια. Δεν επρόκειτο απλώς για προστασία. Ούτε για μια χάρη σε παλιούς δεσμούς.
Είχαν μπλέξει βαθιά. Και αν θα έμπαινε ξανά στο παιχνίδι, θα το έκανε με τους δικούς του όρους.
Η υπόθεση μόλις άνοιγε. Ύστερα από λίγα λεπτά σιωπής, μίλησε. Η φωνή του ήταν ήρεμη και σταθερή, χωρίς ίχνος πανικού.
«Μην ανησυχείτε», είπε. «Δεν χρειάζεται να φοβάστε. Ένα τηλεφώνημα αρκεί.»
Η Βέρα και η Ελένη τον κοίταξαν.
Ήταν μισοανακουφισμένες και μισοσαστισμένες.
«Στον Κόσιη», συνέχισε. «Τον υπουργό. Ξέρω για την εκστρατεία που έχει ξεκινήσει εναντίον του υποκόσμου. Θα του ζητήσω να δώσει προτεραιότητα σε αυτούς που σας εκβιάζουν. Απλώς θα καθαρίσει ο δρόμος.»
Οι γυναίκες δεν χρειάστηκε να ρωτήσουν περισσότερα.
Ο Κυριακός είχε ήδη ακούσει και καταγράψει μέσα του όλα όσα του είχαν πει: ποιοι ήταν, πού δρούσαν, τι ήθελαν, ποιοι τους κάλυπταν. Ο αριθμός των εμπλεκομένων, οι κινήσεις τους, οι αδυναμίες τους. Όλα είχαν πλέον πάρει τη θέση τους.
Μόλις έφτασαν στην Πάφο, τηλεφώνησε στον Κόσιη.
Η συνομιλία ήταν σύντομη. Σαφής. Χωρίς περιττά λόγια.
Και οι εντολές δόθηκαν. Μέσα σε λίγες ημέρες η κατάσταση ξεκαθάρισε. Η συμμορία διαλύθηκε. Άλλοι από τους κακοποιούς βρέθηκαν νεκροί ύστερα από εσωτερικές συγκρούσεις και άλλοι κατέληξαν στη φυλακή.
Η Βέρα και η Ελένη μπορούσαν πλέον να πάρουν μια ανάσα. Η περιπέτειά τους είχε τελειώσει.
Μα η ζωή τους όμως, είχε αλλάξει για πάντα. Οι δύο φίλες, που κάποτε είχαν ζήσει τη μαγεία και τη λάμψη των ταξιδιών, των πάρτι και των κοσμικών σαλονιών, είχαν γνωρίσει τώρα την άλλη πλευρά της ελευθερίας.
Είχαν μάθει πως η δύναμη έχει κόστος.
Και πως η ελευθερία δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολη όσο φαίνεται.
Ένα βράδυ η Βέρα βρήκε τον δρόμο για το σπίτι του Κυριακού.
Δεν πήγε με την ίδια αυτοπεποίθηση που κάποτε είχε.
Αυτή τη φορά τα μάτια της ήταν γεμάτα ντροπή και ειλικρίνεια.
Κάθισε απέναντί του. Για λίγο δεν μίλησε.
Ύστερα, με φωνή χαμηλή, του ζήτησε συγγνώμη.
Για την περηφάνια της. Για την απροσεξία της.
Για τον τρόπο που είχε φύγει. Και, τέλος, του ζήτησε να τη δεχτεί ξανά στη ζωή του.
Ο Κυριακός την κοίταξε ήρεμα. Δεν υπήρχε θυμός στο βλέμμα του. Ούτε λύπηση. Μόνο εκείνη η καθαρότητα που είχε πάντοτε όταν έπρεπε να πάρει μια απόφαση. Ύστερα κούνησε αργά το κεφάλι.
«Θα μείνουμε φίλοι», της είπε.
Η Βέρα δεν μίλησε.
«Και αν κάποια φορά παρασυρθούμε και κοιμηθούμε μαζί, θα είναι φιλικά. Από ανάγκη, αν συμβεί. Τίποτα περισσότερο. Ο καθένας μας θα συνεχίσει τη ζωή του, χωρίς απαιτήσεις από τον άλλον.»
Η Βέρα τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. Ύστερα αναστέναξε. Ένα κύμα ανακούφισης πέρασε μέσα της. Δεν ήταν έρωτα που περίμενε., ήταν αποδοχή.
Και μια φιλία που είχε περάσει μέσα από τη φωτιά και είχε βγει από την άλλη πλευρά χωρίς ευτυχώς να καεί.
Η Βέρα το δέχτηκε. Και για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό ένιωσε την καρδιά της ήσυχη.
Ο Κυριακός παρέμεινε αυτό που ήταν πάντα. Ο φίλος. Ο παρατηρητής. Ο άνθρωπος που ήξερε να ακούει χωρίς να ρωτά περισσότερα απ’ όσα χρειαζόταν. Ο σιωπηλός φύλακας των μυστικών και των επιλογών τους.
Η ιστορία της Βέρας και της Ελένης είχε φτάσει στο τέλος της. Είχαν γνωρίσει τη μαγεία. Την αδρεναλίνη. Το χρήμα. Την απληστία. Την πτώση. Και, τελικά, τον φόβο. Είχαν πιστέψει πως μπορούσαν να ελέγχουν τα πάντα. Ύστερα έμαθαν πως κανείς δεν ελέγχει πραγματικά τη ζωή του. Μπορεί μόνο να επιλέγει τον τρόπο με τον οποίο θα σταθεί απέναντι σε όσα του φέρνει.
Ο Κυριακός το γνώριζε καλύτερα από όλους. Κάποιοι άνθρωποι περνούν από τη ζωή μας για να μείνουν. Άλλοι περνούν για να μας αλλάξουν. Και κάποιοι επιστρέφουν όταν όλα έχουν χαθεί, όχι επειδή τους καλέσαμε, αλλά επειδή η ζωή αποφάσισε πως δεν είχε τελειώσει ακόμη μαζί τους.
Η Βέρα είχε φύγει κάποτε από κοντά του πιστεύοντας πως δεν τον χρειαζόταν. Επέστρεψε όταν κατάλαβε πως η ανάγκη δεν είναι πάντα αδυναμία.
Και ο Κυριακός δεν την τιμώρησε. Ούτε την έσωσε. Απλώς της άνοιξε μια πόρτα. Από εκεί και πέρα, έπρεπε να περάσει μόνη της.
Έτσι έκλεισε εκείνος ο κύκλος. Όχι με θόρυβο. Όχι με εκδίκηση. Όχι με κάποιο μεγάλο τέλος. Αλλά με μια σιωπηλή συμφωνία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που είχαν γνωρίσει ο ένας τον άλλον στις δύσκολες στιγμές και είχαν μάθει να σέβονται την ελευθερία του άλλου.
Ο ΚΛΟΙΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ
Ένα πρωί, η Βέρα επισκέφθηκε τον Κυριακό.
Κάθισε απέναντί του, με τα μάτια της γεμάτα πείσμα, αλλά και με μια ανεξήγητη νοσταλγία. Κάθε της κίνηση, κάθε χαμόγελο που του χάριζε, έμοιαζε να κρύβει ένα μήνυμα. Ήθελε να ξαναφτιάξουν τη σχέση τους, να επιστρέψουν στον παλιό, οικείο δεσμό που κάποτε τους είχε ενώσει.
Και δεν άργησε να του το πει.
Ο Κυριακός την κοίταξε ήρεμα. Η φωνή του ήταν απαλή, αλλά σταθερή.
«Βέρα… δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνεις αυτό.»
«Γιατί είσαι τόσο εγωιστής;» απάντησε εκείνη, με τη φωνή της γεμάτη πίκρα.
«Δεν βλέπεις ότι όλα αυτά τα κάνω για εμάς; Για να επιστρέψουμε σε όσα είχαμε; Το θέλω τόσο πολύ. Το θέλεις κι εσύ. Γι’ αυτό είμαι σίγουρη.»
Ο Κυριακός χαμογέλασε ελαφρά. Δεν υπήρχε θυμός στο πρόσωπό του, ούτε ζήλια ούτε πίκρα.
«Σε βλέπω σαν φίλη, Βέρα. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Δεν μπορείς να ξαναφτιάξεις κάτι που έχει αλλάξει.»
Η Βέρα έμεινε για λίγο σιωπηλή.
Ήξερε πως δεν θα τον έπειθε με λόγια.
Γνώριζε όμως και κάτι άλλο: τον Κυριακό δεν τον κέρδιζαν οι πιέσεις. Τον επηρέαζαν οι στιγμές, οι αναμνήσεις και όσα γεννιούνταν μέσα στη σιωπή.
Και αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι της διαφορετικά.
Οι μέρες κυλούσαν ήσυχα. Η Βέρα, όμως, δεν ησύχαζε. Δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια. Αντί να τον πιέζει, άρχισε να εμφανίζεται στη ζωή του όλο και συχνότερα. Ήθελε να του θυμίζει την παρουσία της χωρίς να του ζητά τίποτα.
Πίστευε πως, αν έμενε αρκετά κοντά του, κάποια στιγμή κάτι μέσα του θα ξυπνούσε.
Και ίσως τότε να μπορούσε να ξανακερδίσει όσα είχε χάσει.
Σε μια γιορτή της πόλης, με μουσική, γέλια και ποτήρια που σηκώνονταν στον αέρα, η Βέρα τον εντόπισε ανάμεσα στο πλήθος.
Ο Κυριακός μιλούσε με φίλους.
Για μια στιγμή τον παρακολούθησε από μακριά.
Δεν ήταν τυχαίο που βρισκόταν εκεί. Ή, τουλάχιστον, εκείνη ήθελε να πιστεύει πως δεν ήταν.
Σκέφτηκε πως η μοίρα, με τον δικό της τρόπο, την είχε φέρει ξανά μπροστά του.
Αν έπαιζε σωστά τα χαρτιά της, αν του έδειχνε πως ήταν εκεί χωρίς να τον πιέσει, ίσως να ξυπνούσε μέσα του κάτι από εκείνο που κάποτε τους είχε ενώσει.
Πλησίασε.
Ο Κυριακός την πρόσεξε αμέσως.
Το βλέμμα του ήταν μισό σοβαρό, μισό έκπληκτο.
«Βέρα… εδώ;»
«Φαίνεται πως η τύχη μας φέρνει ξανά μαζί», απάντησε εκείνη με ένα ελαφρύ χαμόγελο.
Ο τόνος της ήταν φιλικός, αλλά ζεστός. Σαν ένα μακρινό άγγιγμα της παλιάς τους οικειότητας.
Ο Κυριακός ένιωσε κάτι που δεν περίμενε.
Μια ανάμνηση. Μια αμηχανία. Μια ζεστασιά που νόμιζε πως είχε αφήσει πίσω του.
Δεν ήταν αρκετό για να αλλάξει τη σκέψη του. Ήταν όμως αρκετό για να τον κάνει να αναρωτηθεί.
Η Βέρα δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα. Ένα βλέμμα της, μια μικρή κλίση του κεφαλιού, ένα χαμόγελο που κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν, ήταν αρκετά.
Όταν απομακρύνθηκε, ο Κυριακός έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Η απόφασή του δεν είχε αλλάξει. Την έβλεπε ακόμη σαν φίλη.
Όμως η παρουσία της είχε αγγίξει ένα σημείο μέσα του που δεν ήταν τόσο νεκρό όσο πίστευε.
Και η Βέρα το είχε καταλάβει.
Από εκείνη την ημέρα, η παρουσία της έγινε σχεδόν καθημερινή. Μια τυχαία συνάντηση στον δρόμο. Ένα χαμόγελο από μακριά. Ένας χαρούμενος χαιρετισμός. Μια σύντομη επίσκεψη στο σπίτι του. Ένα τηλεφώνημα χωρίς ιδιαίτερο λόγο.
Ποτέ δεν έκανε κάτι υπερβολικό. Δεν ήθελε να τον τρομάξει ούτε να του δώσει την αίσθηση πως τον καταδίωκε.
Ήθελε μόνο να είναι εκεί. Να υπάρχει. Να μην του επιτρέπει να ξεχάσει πως η Βέρα εξακολουθούσε να αποτελεί μέρος της ζωής του.
Κάθε συνάντηση ήταν μικρή. Όλες μαζί, όμως, άρχισαν να αποκτούν βάρος.
Ο Κυριακός το αντιλήφθηκε. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Ύστερα άρχισε να παρατηρεί τη συχνότητα των συναντήσεών τους. Και τελικά κατάλαβε πως τίποτα δεν ήταν εντελώς τυχαίο.
Η Βέρα δεν πίεζε. Δεν απαιτούσε. Δεν έκανε σκηνές. Απλώς ήταν εκεί.
Και αυτή ακριβώς η αθόρυβη επιμονή ήταν ίσως πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί από μια ευθεία διεκδίκηση.
Ο Κυριακός άρχισε να αισθάνεται πως ένας αόρατος κύκλος έκλεινε σιγά σιγά γύρω του. Δεν ήταν ακόμη κλοιός. Ήταν όμως η αρχή του.
Κάθε φορά που τη συναντούσε, κάτι από το παρελθόν επέστρεφε. Μια εικόνα, μια κουβέντα, μια νύχτα, ένα άγγιγμα, μια εποχή που είχε πιστέψει πως θα κρατούσε για πάντα.
Και μαζί με τις αναμνήσεις ερχόταν και κάτι άλλο. Η συνειδητοποίηση πως η ζωή του είχε γίνει πιο ήσυχη από τότε που έφυγε η Βέρα — αλλά όχι απαραίτητα πιο γεμάτη.
Αυτό ήταν που τον ανησυχούσε. Δεν φοβόταν τη Βέρα.
Φοβόταν όσα ξυπνούσε μέσα του.
Η Βέρα έβλεπε την αλλαγή. Ήταν μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη.
Ήξερε τον Κυριακό. Ήξερε τις αντιδράσεις του και μπορούσε να διαβάζει όσα έκρυβε πίσω από τη σιωπή του.
Και όσο περισσότερο έβλεπε τις αντιστάσεις του να υποχωρούν, τόσο περισσότερο πίστευε πως η δεύτερη ευκαιρία δεν ήταν πια όνειρο. Ήταν πιθανότητα.
Η Βέρα δεν βιαζόταν. Είχε μάθει πως κάποια πράγματα δεν κερδίζονται με δύναμη. Κερδίζονται με χρόνο. Κι ο χρόνος, αυτή τη φορά, ήταν με το μέρος της. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε.
Ο Κυριακός, όμως, δεν ήταν άνθρωπος που άφηνε εύκολα τις αποφάσεις του να παρασύρονται από το συναίσθημα.
Είχε μάθει να ελέγχει τον εαυτό του. Στη δουλειά του, η αδυναμία μπορούσε να κοστίσει ακριβά. Ένα λάθος βλέμμα.
Μια λανθασμένη εκτίμηση. Μια στιγμή συναισθηματικής αδυναμίας.
Κι όμως, τώρα δεν είχε απέναντί του έναν ύποπτο. Είχε τη Βέρα. Μια γυναίκα που γνώριζε βαθιά. Μια γυναίκα που είχε αγαπήσει.
Και ίσως γι’ αυτό ήταν ακόμη πιο δύσκολο να προστατευτεί.
Η παρουσία της άρχισε να μπαίνει στις σκέψεις του ακόμη και όταν δεν ήταν κοντά του.
Ένα πρωί, καθώς καθόταν μόνος στο γραφείο του, έπιασε τον εαυτό του να χαμογελά χωρίς λόγο.
Κατάλαβε αμέσως γιατί. Θύμωσε λίγο με τον εαυτό του. Ύστερα χαμογέλασε ξανά.
Η Βέρα είχε αρχίσει να κερδίζει έδαφος. Όχι επειδή τον πίεζε.
Αλλά επειδή του θύμιζε κάτι που ο ίδιος είχε προσπαθήσει να ξεχάσει.
Κάποτε έμεναν για ώρα να μιλούν για πράγματα ασήμαντα, για ανθρώπους που γνώριζαν, για παλιές ιστορίες, για τη ζωή που είχε περάσει.
Κανείς τους δεν μιλούσε για τη σχέση τους. Και ακριβώς γι’ αυτό η σχέση τους άρχισε να αποκτά ξανά εκείνη την παλιά οικειότητα.
Ο Κυριακός το ένιωθε. Η Βέρα το γνώριζε. Και κανείς δεν ήθελε να το ομολογήσει. Ήταν σαν δύο άνθρωποι που στέκονταν απέναντι σε μια πόρτα. Και οι δύο ήξεραν τι υπήρχε πίσω της. Κανείς όμως δεν τολμούσε ακόμη να ανοίξει.
Ένα απόγευμα, η Βέρα κάθισε απέναντί του στο γραφείο.
Τον κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει.
«Τι είναι;» τη ρώτησε.
«Τίποτα.»
«Τότε γιατί με κοιτάζεις έτσι;»
Χαμογέλασε.
«Γιατί σε θυμάμαι.»
Ο Κυριακός χαμήλωσε το βλέμμα.
«Κι εγώ σε θυμάμαι.»
«Μόνο αυτό;»
Σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε.
«Δεν ξέρω, Βέρα.»
Ήταν ίσως η πιο ειλικρινής απάντηση που μπορούσε να της δώσει.
Η Βέρα δεν επέμεινε. Σηκώθηκε και φόρεσε το παλτό της.
Πριν φύγει, στάθηκε στην πόρτα.
«Δεν χρειάζεται να ξέρεις τώρα.»
Και έφυγε.
Ο Κυριακός έμεινε μόνος. Αυτή τη φορά δεν χαμογέλασε. Κατάλαβε πως η Βέρα δεν προσπαθούσε πλέον απλώς να ξαναμπεί στη ζωή του. Προσπαθούσε να τον κάνει να αμφιβάλει για την απόφαση που είχε πάρει. Και το πιο ανησυχητικό ήταν πως, για πρώτη φορά, ο ίδιος δεν ήταν βέβαιος αν ήθελε πραγματικά να αντισταθεί.
Η Βέρα πίστευε πως γνώριζε τον Κυριακό καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Ήξερε τις σιωπές του, τις αδυναμίες του, τις αντιδράσεις του. Πίστευε πως, αν έμενε αρκετά κοντά του, η παλιά τους σχέση θα έβρισκε ξανά τον δρόμο της.
Ίσως να είχε δίκιο. Ίσως πάλι να έκανε το μεγαλύτερο λάθος της. Γιατί εκείνο που δεν είχε υπολογίσει ήταν πως ο Κυριακός γνώριζε πλέον πολύ καλά και τον εαυτό του.
Και η θέλησή του δεν ήταν εύκολο να λυγίσει.
Το ερώτημα δεν ήταν αν η Βέρα θα κατάφερνε να τον πλησιάσει. Είχε ήδη καταφέρει να τον πλησιάσει.
Το πραγματικό ερώτημα ήταν αν, όταν θα ερχόταν η ώρα της επιλογής, ο Κυριακός θα άφηνε την καρδιά του να νικήσει τη θέλησή του.
Η Βέρα είχε σφίξει καλά τον κλοιό της. Και ο Κυριακός, για πρώτη φορά, δεν ήταν βέβαιος αν ήθελε πραγματικά να ξεφύγει.
Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ
Η Βέρα αραίωσε τις επισκέψεις της. Όχι γιατί το ήθελε, αλλά επειδή ήξερε τον Κυριακό.
Ο Κυριακός δεν αναρωτιόταν γιατί. Όχι επειδή δεν τον ενδιέφερε, αλλά επειδή την ήξερε. Καταλάβαινε τον τρόπο που σκεφτόταν και, κυρίως, ήξερε πως δεν ήταν γυναίκα που εγκατέλειπε εύκολα αυτό που είχε αποφασίσει να διεκδικήσει.
Η Βέρα ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να καταλάβει πως η επιμονή, όταν γίνεται υπερβολική, κουράζει. Έτσι, έκανε λίγο πίσω. Αποφάσισε να αφήσει τον χρόνο να κάνει τη δική του δουλειά. Δεν ήθελε να τον πιέζει ούτε να του υπενθυμίζει καθημερινά την παρουσία της. Ήθελε να αφήσει τα πράγματα να κυλήσουν φυσικά, ώστε, αν κάποτε η παλιά τους σχέση επέστρεφε, να μπορούσε να γίνει χωρίς απαιτήσεις και χωρίς να χρειαστεί κανείς να τη διεκδικήσει.
Τον άφηνε μόνο με τις σκέψεις του. Με τις αναμνήσεις του. Με όσα είχαν ζήσει και με όσα, παρά τη θέλησή του, εξακολουθούσαν να υπάρχουν μέσα του. Ήξερε πως ο Κυριακός χρειαζόταν χρόνο. Ήξερε επίσης πως ο χρόνος, πολλές φορές, κάνει αυτό που δεν μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι. Μαλακώνει τις πληγές, σβήνει τις αιχμηρές γωνίες της μνήμης και αφήνει πίσω του μόνο όσα άξιζαν πραγματικά να μείνουν. Η απουσία της, λοιπόν, δεν ήταν αδιαφορία. Ήταν στάση. Ένα βήμα πίσω. Υπολογισμένο, αλλά όχι ψυχρό. Σαν εκείνους τους ανθρώπους που καταλαβαίνουν πως, κάποτε, η σιωπή μπορεί να μιλήσει πιο δυνατά από οποιαδήποτε εξήγηση. Δεν είχε φύγει από τη ζωή του. Είχε απλώς απομακρυνθεί. Είχε πάψει να την ταράζει. Και αυτό, παράξενα, την έκανε περισσότερο αισθητή.
Ο Κυριακός άρχισε να το αντιλαμβάνεται σε στιγμές που δεν το περίμενε. Σε ένα ήσυχο βράδυ, όταν επέστρεφε μόνος στο σπίτι. Σε μια γνώριμη διαδρομή. Σε ένα τραγούδι που του έφερνε κάποια παλιά ανάμνηση. Σε εκείνες τις μικρές στιγμές όπου ο άνθρωπος μένει μόνος με τον εαυτό του και δεν μπορεί πια να ξεφύγει από όσα πραγματικά αισθάνεται.
Δεν αναρωτιόταν πού βρισκόταν η Βέρα. Αναρωτιόταν αν θα ήταν εκεί, αν κάποτε θα τη χρειαζόταν.
Και αυτή η σκέψη τον ενοχλούσε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί. Γιατί, χωρίς να το καταλαβαίνει, είχε αρχίσει να θεωρεί πιθανή την επιστροφή της.
Η Βέρα περίμενε. Και γι’ αυτό δεν έκανε τίποτα. Ήξερε πως, αν υπήρχε ακόμη κάτι ανάμεσά τους, θα έπρεπε αυτή τη φορά να γεννηθεί χωρίς πίεση. Χωρίς παιχνίδια. Χωρίς διεκδικήσεις.
Καταλάβαινε πλέον πως δεν μπορούσε να κερδίσει τον Κυριακό με την καπατσοσύνη της. Έπρεπε να τον αφήσει ελεύθερο να επιλέξει. Να τη νοσταλγήσει. Να τη συγχωρέσει.
Έτσι, όταν κάποια μέρα ο Κυριακός άκουσε ξανά τη φωνή της στο τηλέφωνο, δεν ξαφνιάστηκε. Δεν ένιωσε πως κάποιος επέστρεφε. Ένιωσε πως κάποιος που δεν είχε φύγει ποτέ πραγματικά ξαναμπήκε για λίγο στο φως.
«Κυριακέ…»
Εκείνος χαμογέλασε χωρίς να το καταλάβει.
«Βέρα.»
Δεν χρειάστηκαν εξηγήσεις. Δεν υπήρχε λόγος να μιλήσουν για το παρελθόν ούτε να υποσχεθούν το μέλλον. Κάποια πράγματα, όταν έχουν περάσει από τη δοκιμασία του χρόνου, δεν χρειάζονται πια πολλές λέξεις.
Ο Κυριακός κατάλαβε τότε κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να παραδεχτεί. Η Βέρα δεν απαιτούσε πλέον χώρο στη ζωή του. Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς ο χώρος της υπήρχε ακόμη.
Όχι ως υπόσχεση. Όχι ως λύτρωση. Ούτε ως επιστροφή σε όσα είχαν υπάρξει. Αλλά ως συνέχεια.
Μια ήσυχη συνέχεια, που θα άφηνε πίσω όσα τους είχαν πληγώσει και θα αναζητούσε μόνο όσα τους ένωναν.
Ο Κυριακός ήξερε, όμως, πως, αν έσμιγαν ξανά, κάποια μέρα ίσως θα ερχόταν και πάλι ο χωρισμός. Η Βέρα ήταν ατίθαση και παρορμητική. Μια γυναίκα που, όταν αποφάσιζε κάτι, το έκανε χωρίς να σκέφτεται πάντοτε τις συνέπειες, χωρίς να αναρωτιέται αν ήταν σωστό ή λάθος… Αρκούσε που το ήθελε.
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΡΑΤΣΙΑ
Ο Κυριακός καθόταν αναπαυτικά κάτω από την τερατσιά, στην αυλή του σπιτιού.
Ήταν γέρικη, ριζωμένη βαθιά στην κακοτράχαλη πέτρα της γης, χωμένη μέσα σε μια στενή σχισμή — μια βίνα, όπως έλεγαν παλιά.
Τη θυμόταν από τότε που γεννήθηκε. Πάντα εκεί. Πεισματάρικη, βαθιά ριζωμένη, να βλασταίνει και να μένει χλωρή, αψηφώντας τον χρόνο και τις δεκαετίες, όπως ακριβώς κάποιοι άνθρωποι που αρνούνται να λυγίσουν.
Ένας δροσερός αέρας ερχόταν από τη δυτική θάλασσα που αγκάλιαζε το χωριό και χάιδευε το πρόσωπό του.
Τέτοιες ώρες, τα απογεύματα, του άρεσε να βυθίζεται στη σιωπή.
Χωρίς θορύβους. Χωρίς ανθρώπινες φωνές. Με τα τηλέφωνα κλειστά και το μυαλό ελεύθερο από υποθέσεις, πρόσωπα και ερωτήματα.
Τον είχε πάρει ένας μισός ύπνος, όταν ένας παρατεταμένος ήχος κόρνας έσκισε την ησυχία.
Επίμονος. Ενοχλητικός. Σχεδόν επιθετικός.
Σήκωσε το κεφάλι ενοχλημένος και κοίταξε προς τον δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι. Στο βάθος, τρία αυτοκίνητα πλησίαζαν. Όσο έρχονταν κοντύτερα, πρόσεξε τις κόκκινες πινακίδες. Ενοικιαζόμενα.
Το πρώτο και το τελευταίο σταμάτησαν έξω από την αυλή.
Το μεσαίο προχώρησε και μπήκε μέσα. Σταμάτησε. Η πίσω πόρτα άνοιξε.
Ο Κυριακός σηκώθηκε αργά. Δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοιου είδους επισκέψεις. Πολύ περισσότερο σε επισκέψεις που έφταναν με συνοδεία.
Ήταν φανερό πως τα δύο αυτοκίνητα λειτουργούσαν ως προστατευτικός κλοιός για το τρίτο.
Από το πίσω κάθισμα κατέβηκε ένας άντρας μέτριου αναστήματος. Καμαρωτός. Τα μάτια του πετούσαν σπίθες όπως πάντα. Άγρια, σκοτεινά, σκληρά. Σαν μάτια αγριμιού στριμωγμένου στη γωνία, έτοιμου να αμυνθεί. Μάτια που ο Κυριακός δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
Ήταν ο Αλί, ο καρδιακός του φίλος. Και τώρα στεκόταν ξανά μπροστά του.
Ο Αλί προχώρησε με γοργό, νευρικό βήμα προς την αυλή.
Μα η έκπληξη του Κυριακού δεν σταμάτησε εκεί. Από την ίδια πόρτα κατέβηκε η Ελένη. Έτρεξε προς τον Αλί, τον πήρε αγκαζέ και μαζί βάδισαν προς το μέρος του.
Ο Κυριακός δεν πίστευε στα μάτια του. Ο φίλος του ήταν εκεί, και δίπλα του η Ελένη να τον κρατά σφιχτά.
Από το βάθος της αυλής ακούστηκε τότε η φωνή της Βέρας, φωτεινή, σχεδόν παιδική:
«Αλί! Ελένη!»
Έτρεξε προς το μέρος τους και τους αγκάλιασε σφιχτά, έκπληκτη και συγκινημένη από την απρόσμενη επίσκεψη.
Για λίγες στιγμές η αυλή γέμισε φωνές, γέλια και αγκαλιές.
Ύστερα, όταν κόπασαν οι πρώτες εκδηλώσεις χαράς, κάθισαν όλοι κάτω από την τερατσιά.
Η οικονόμος έφερε δροσερά αναψυκτικά. Ήταν μια συμπαθής, καλοκάγαθη γυναίκα. Ο Θεός δεν της χάρισε ιδιαίτερη ομορφιά, της χάρισε όμως μια καλή καρδιά και μια αξιοθαύμαστη γρηγοράδα στη δουλειά της. Είχε μάθει να κινείται αθόρυβα μέσα στο σπίτι, να προλαβαίνει τις ανάγκες των άλλων πριν ακόμη της τις ζητήσουν. Δεν ανακατευόταν στις κουβέντες, ούτε ρωτούσε περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Ήξερε πως σε ένα σπίτι όπου είχαν περάσει τόσοι άνθρωποι και τόσες ιστορίες, η διακριτικότητα ήταν αρετή. Άφησε τα ποτήρια στο τραπέζι, χαμογέλασε σε όλους και αποχώρησε διακριτικά.
Κι έτσι, κάτω από την τερατσιά, ανάμεσα στα αναψυκτικά και στη δροσερή απογευματινή αύρα, η κουβέντα, όπως ήταν φυσικό, ξεκίνησε με το ποιος καλός άνεμος έφερε τον Αλί στην Κύπρο.
Ο ίδιος, λιγομίλητος όπως πάντα, άφησε την Ελένη να εξηγήσει.
Εκείνη μίλησε για όσα είχε ακούσει από τη Βέρα και τον Κυριακό. Για τον άνθρωπο που είχε σταθεί δίπλα τους, τον Αλί.
Και, θέλοντας να τον γνωρίσει, τον επισκέφτηκε στο ξενοδοχείο του. Για την υποδοχή που της επιφύλαξε. Για τη φιλοξενία του, τις ξεναγήσεις και τις συζητήσεις τους.
Ο Αλί, ως τζέντλεμαν και επειδή ήταν φίλη του φίλου του, της στάθηκε από την πρώτη στιγμή με εκείνη τη διακριτική ευγένεια που τον χαρακτήριζε.
Και κάπως έτσι, χωρίς κανείς τους να το σχεδιάσει, άρχισε κάτι περισσότερο.
Ο έρωτας δεν ήρθε με θόρυβο. Ήρθε αθόρυβα. Μέσα από τις συναντήσεις, τις κουβέντες, τις κοινές σιωπές.
Και να τους τώρα. Μαζί. Στο σπίτι του Κυριακού.
Ο Κυριακός τους κοιτούσε και ένιωθε μια σπάνια, ήσυχη χαρά. Εκτιμούσε τον Αλί. Τον θεωρούσε φίλο. Μια φιλία που είχε δοκιμαστεί στον χρόνο, στα ταξίδια και στα σκοτάδια και, ακριβώς γι’ αυτό, είχε δεθεί ακόμη πιο σφιχτά.
Και τώρα, ο φίλος του ήταν με τη φίλη του, και όλοι μαζί κάτω από την τερατσιά. Μια παρέα όχι από εκείνες που γεννιούνται από συνήθεια. Μια συντροφιά σφυρηλατημένη μέσα από δοκιμασίες. Δύο άντρες σκληροί, μα έντιμοι. Δύο γυναίκες που είχαν αντέξει. Τους ένωνε η εμπιστοσύνη.
Και για ανθρώπους σαν κι αυτούς, η εμπιστοσύνη άξιζε περισσότερο από οποιαδήποτε υπόσχεση.
Έξω από την αυλή, οι σωματοφύλακες του Αλί παρέμεναν σε επιφυλακή. Ο κόσμος δεν είχε γίνει ασφαλής. Οι σκιές δεν είχαν φύγει.
Μα εκείνη τη στιγμή, κάτω από την τερατσιά, υπήρχε ειρήνη. Και αυτό ήταν αρκετό. Γιατί κάποιες φορές η ευτυχία δεν είναι η απουσία του κινδύνου. Είναι η δυνατότητα να καθίσεις δίπλα στους ανθρώπους που αγαπάς, γνωρίζοντας πως όλοι κουβαλούν τις δικές τους πληγές και, παρ’ όλα αυτά, παραμένουν όρθιοι.
Καθώς η νύχτα απλωνόταν αργά και οι σκιές μεγάλωναν στην αυλή, ο Κυριακός ένιωσε εκείνη τη γνώριμη αίσθηση. Την ίδια που είχε νιώσει και τότε, στην αρχή όλων. Τότε που είχε καταλάβει για πρώτη φορά πως η ζωή του δεν θα ήταν ποτέ απλή, ούτε καθαρή, ούτε ακίνδυνη.
Γύρω του βρίσκονταν άνθρωποι που αγαπούσε.
Ο Κυριακός ήξερε πως τίποτα δεν τελείωνε πραγματικά. Οι υποθέσεις δεν έκλειναν πάντα οριστικά. Μερικές απλώς έμπαιναν για λίγο στο συρτάρι.
Όμως εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε ανάγκη για απαντήσεις.
Για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό, δεν ένιωθε την ανάγκη να σκεφτεί την επόμενη υπόθεση.
Αρκούσε η στιγμή. Κάτω από την τερατσιά, ήταν εκεί μαζί του, άνθρωποι που είχαν περάσει από τη ζωή του και είχαν αφήσει μέσα του αναμνήσεις που ο χρόνος δεν θα έσβηνε.
Και αυτό, για έναν άνθρωπο σαν τον Κυριακό, ήταν μια σπάνια μορφή δικαίωσης.
ΚΑΚΙΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΡΟ
Στο χωριό, οι μέρες κυλούσαν πάντα με τον ίδιο ρυθμό. Ο ήλιος ανέβαινε πάνω από τα χαμηλά βουνά, τα χωράφια άχνιζαν από την πρωινή υγρασία και οι άνθρωποι ξεκινούσαν τη δουλειά τους πριν ακόμη ακουστούν τα πρώτα κουδούνια της εκκλησίας.
Οι περισσότεροι γνώριζαν ο ένας τον άλλο από παιδιά. Οι καημοί τους ήταν λίγοι και απλοί: να πέσει η βροχή στην ώρα της, να δώσει το χωράφι καρπό και να μεγαλώσουν τα παιδιά χωρίς ντροπές.
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους ζούσαν και δύο γεωργοί, ο Μάρκος και ο Αντρέας. Δεν ήταν στενοί φίλοι, μα ούτε και εχθροί. Ήταν απλώς δυο άνθρωποι του ίδιου χωριού, που είχαν μεγαλώσει βλέποντας ο ένας τον άλλο στα χωράφια, στο καφενείο, στις γιορτές και στα μνημόσυνα.
Ο Μάρκος ήταν άνθρωπος ήσυχος, βαρύς στη σκέψη και αργός στον λόγο. Είχε μάθει να δουλεύει τη γη από μικρός, όταν ο πατέρας του τον έπαιρνε παιδί να σκαλίζει τις ελιές. Δεν αγαπούσε τις πολλές κουβέντες. Αγαπούσε τη σιωπή των χωραφιών.
Ο Αντρέας ήταν πιο ζωηρός, μα εξίσου απλός άνθρωπος. Γελούσε εύκολα, μιλούσε με όλους και πίστευε σχεδόν ό,τι του έλεγαν. Η γυναίκα του συχνά τον πείραζε γι’ αυτό.
— Εσύ, Αντρέα, άμα σου πουν πως το φεγγάρι έπεσε στο πηγάδι, θα πας με τον κουβά να το βγάλεις.
Κι εκείνος γελούσε.
— Άμα είναι να το σώσουμε, γιατί όχι;
Έτσι ήταν οι δύο άντρες. Άνθρωποι χωρίς κακία.
Τα χωράφια τους μάλιστα συνόρευαν σε μια πλαγιά έξω από το χωριό. Συχνά τους έβλεπες να δουλεύουν ο καθένας στο κομμάτι του, να σηκώνουν το κεφάλι, να χαιρετιούνται από μακριά και να συνεχίζουν τη δουλειά τους.
— Καλή σοδειά να έχουμε, Μάρκο.
— Καλή να ’ναι, Αντρέα.
Τίποτε περισσότερο.
Στο καφενείο, όμως, υπήρχε μια άλλη παρέα. Τέσσερις νεότεροι άντρες που περνούσαν τις ώρες τους πίνοντας ζιβανία και ψάχνοντας τρόπους να σπάσουν την πλήξη της καθημερινότητας.
Ο Λευτέρης, ο Πέτρος, ο Σάββας και ο Μηνάς.
Δεν ήταν κακοί άνθρωποι από τη φύση τους. Μα είχαν εκείνη την ελαφρότητα που κάνει μερικούς να γελούν με πράγματα που δεν πρέπει.
Ένα απόγευμα, καθώς ο καφές τους είχε πια κρυώσει και οι κουβέντες είχαν στερέψει, ο Σάββας είπε γελώντας:
— Ρε, ξέρετε τι σκέφτηκα;
— Πάλι καμιά ανοησία, απάντησε ο Πέτρος.
— Όχι… πείραμα.
Οι άλλοι τον κοίταξαν.
— Τι πείραμα;
Ο Σάββας έσκυψε λίγο μπροστά στο τραπέζι.
— Να δούμε πόσο εύκολο είναι να κάνεις έναν άνθρωπο να πιστέψει κάτι που δεν υπάρχει.
Ο Λευτέρης χαμογέλασε.
— Και πώς θα το κάνουμε;
Ο Σάββας έγνεψε προς τον δρόμο, όπου μόλις περνούσε ο Αντρέας με το γαϊδουράκι του.
— Να… για παράδειγμα με τον Αντρέα.
— Τι έχει ο Αντρέας;
— Τίποτα. Γι’ αυτό ακριβώς.
Η ιδέα ήταν απλή και, στα μάτια τους, αθώα. Θα άρχιζαν σιγά σιγά να λένε στον Αντρέα πως ο Μάρκος είχε άχτι εναντίον του. Πως μιλούσε άσχημα πίσω από την πλάτη του. Πως μια μέρα θα του έκανε κακό. Και στον Μάρκο θα έλεγαν τα ίδια για τον Αντρέα. Στην αρχή οι άλλοι γέλασαν.
— Ρε Σάββα, αυτά είναι παιδικά πράγματα.
— Ίσα ίσα, είπε εκείνος. Θα δείτε πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένα ψέμα.
Ο Μηνάς ύψωσε το ποτήρι του.
— Και ποιο είναι το στοίχημα;
Ο Σάββας χαμογέλασε.
— Να δούμε πόσο θα αργήσουν να αρχίσουν να φοβούνται ο ένας τον άλλο.
Κάποιος γέλασε. Κάποιος άλλος συμφώνησε.
Κι έτσι, ένα αθώο απόγευμα στο καφενείο, γεννήθηκε ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που κανείς τους δεν φανταζόταν πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει.
Το παιχνίδι άρχισε σαν ψίθυρος.
Δυο μέρες αργότερα, ο Αντρέας βρέθηκε στο καφενείο. Είχε τελειώσει νωρίς από το χωράφι και κάθισε να πιει έναν καφέ. Ο Σάββας ήταν ήδη εκεί.
— Κοπιαστικός ο καιρός, ε;
— Έτσι είναι, απάντησε ο Αντρέας. Η γη θέλει τον κόπο της.
Κάθισαν λίγο σιωπηλοί. Ύστερα ο Σάββας, δήθεν αδιάφορα, είπε:
— Εσύ με τον Μάρκο καλά είστε;
Ο Αντρέας σήκωσε το βλέμμα.
— Καλά είμαστε. Τι να έχουμε;
Ο Σάββας σήκωσε τους ώμους.
— Έτσι ρώτησα.
Έκανε πως θα αλλάξει κουβέντα. Ύστερα, σαν να το μετάνιωσε, πρόσθεσε:
— Να… γιατί προχτές τον άκουσα που έλεγε κάτι για σένα.
Ο Αντρέας γέλασε.
— Τι να πει για μένα ο Μάρκος;
— Ε… τίποτα, μωρέ. Κουβέντες του καφενείου.
Σώπασε λίγο.
— Μόνο που δεν μου άρεσε ο τρόπος που το είπε.
Ο Αντρέας άφησε το φλιτζάνι κάτω.
— Τι είπε δηλαδή;
Ο Σάββας έγνεψε αρνητικά.
— Άστο καλύτερα. Μπορεί να μην κατάλαβα καλά.
Μα τον σπόρο τον είχε ήδη ρίξει. Όταν ο Αντρέας έφυγε από το καφενείο, η κουβέντα δεν έφυγε από το μυαλό του.
«Τι να είπε άραγε;»
Την επόμενη μέρα, στα χωράφια, είδε τον Μάρκο από μακριά. Ο Μάρκος σήκωσε το χέρι του να χαιρετήσει.
— Καλημέρα, Αντρέα!
Ο Αντρέας σήκωσε κι εκείνος το χέρι.
— Καλημέρα…
Μα για πρώτη φορά ένιωσε κάτι παράξενο. Μια μικρή σκιά μπήκε ανάμεσά τους.
Δυο μέρες αργότερα, ο Λευτέρης πλησίασε τον Μάρκο. Τον βρήκε στο χωράφι να σκαλίζει τις ελιές.
— Μάρκο!
— Έλα, Λευτέρη.
Ο Λευτέρης κάθισε σε μια πέτρα.
— Πώς πάει;
— Όπως πάντα.
Σιωπή. Ύστερα ο Λευτέρης είπε χαμηλά:
— Εσύ… με τον Αντρέα έχεις τίποτα;
Ο Μάρκος σήκωσε το κεφάλι.
— Τι να έχω;
— Δεν ξέρω… κάτι άκουσα στο χωριό.
— Τι άκουσες;
Ο Λευτέρης δίστασε.
— Έλεγαν πως ο Αντρέας λέει ότι του πήρες λίγο χωράφι από το σύνορο… και πως μια μέρα θα στο πληρώσει.
Ο Μάρκος έμεινε ακίνητος.
— Ο Αντρέας είπε τέτοιο πράγμα;
— Έτσι άκουσα. Μπορεί να είναι και ψέματα. Εγώ στα λέω για καλό.
Και έφυγε. Ο Μάρκος έμεινε μόνος στο χωράφι. Το σκαλιστήρι σταμάτησε στο χέρι του. Από εκείνη τη μέρα, οι κουβέντες πλήθυναν. Πότε ο ένας από την παρέα έλεγε στον Αντρέα:
— Να προσέχεις τον Μάρκο… τον είδα να σε κοιτά περίεργα.
Πότε κάποιος άλλος έλεγε στον Μάρκο:
— Ο Αντρέας ρωτούσε αν έχεις όπλο στο σπίτι.
Στην αρχή οι δύο άντρες δεν τα πίστευαν. Ύστερα άρχισαν να αμφιβάλλουν. Και τέλος άρχισαν να προσέχουν. Στο χωράφι, οι χαιρετισμοί έγιναν πιο σύντομοι. Οι ματιές πιο βαριές. Κάθε μικρή κίνηση έπαιρνε άλλο νόημα.
Μια μέρα ο Μάρκος είδε τον Αντρέα να στέκεται στο σύνορο των χωραφιών και να κοιτάζει τη γη.
«Μετρά το χώμα…» σκέφτηκε.
Την ίδια στιγμή ο Αντρέας έβλεπε τον Μάρκο να τον κοιτά από μακριά.
«Με παρακολουθεί…»
Και ο φόβος, που στην αρχή ήταν ψίθυρος, άρχισε να μεγαλώνει.
Η παρέα στο καφενείο παρακολουθούσε την αλλαγή. Στην αρχή γελούσαν.
— Το κατάπιαν, είπε ο Πέτρος.
— Σιγά σιγά, απάντησε ο Σάββας.
Μα το παιχνίδι είχε ήδη ξεφύγει από τα χέρια τους.
Ένα απόγευμα ο Αντρέας έσκυψε προς τον Μηνά και είπε χαμηλά:
— Αν κάποιος θέλει να σου κάνει κακό… τι κάνεις;
Ο Μηνάς γέλασε.
— Γιατί;
Ο Αντρέας τον κοίταξε στα μάτια.
— Ρωτώ.
Ο Μηνάς σήκωσε τους ώμους.
— Προλαβαίνεις εσύ πρώτος.
Ο Αντρέας δεν γέλασε. Σηκώθηκε και έφυγε.
Το ίδιο βράδυ, ο Λευτέρης μιλούσε με τον Μάρκο έξω από την εκκλησία.
— Μάρκο… πρόσεχε.
— Γιατί;
Ο Λευτέρης κοίταξε γύρω.
— Ο Αντρέας δεν είναι όπως παλιά.
Ο Μάρκος έσφιξε τα χείλη.
— Το ξέρω.
— Άκουσα πως είπε… πως καλύτερα να κλάψει η μάνα σου παρά η δική του.
Ο Μάρκος ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του. Έμεινε σιωπηλός. Ύστερα είπε αργά:
— Δηλαδή… αυτό σκέφτεται.
Ο Λευτέρης δεν απάντησε.
Από εκείνη τη μέρα, ο φόβος έγινε απόφαση. Ο Αντρέας τα βράδια καθόταν στην αυλή του σπιτιού του και άκουγε τα σκυλιά να γαβγίζουν μακριά. Κάθε ήχος του φαινόταν απειλή.
«Κι αν έρθει απόψε;»
Η γυναίκα του τον ρωτούσε:
— Τι έχεις και δεν μιλάς;
Κι εκείνος απαντούσε μόνο:
— Τίποτα… κουράστηκα.
Μα μέσα του γινόταν πόλεμος. Γιατί θυμόταν τον Μάρκο όπως ήταν παλιά. Να δουλεύουν δίπλα δίπλα στα χωράφια, να λένε μια καλημέρα, να μοιράζονται καμιά φορά λίγο νερό από το παγούρι.
«Μπορεί να είναι ψέματα…»
Κι αμέσως μετά ερχόταν η άλλη σκέψη.
«Κι αν δεν είναι;»
Την ίδια ώρα ο Μάρκος περπατούσε μόνος στο χωράφι του. Στεκόταν στο σύνορο των δύο χωραφιών και κοιτούσε προς τη γη του Αντρέα. Πόσες φορές είχαν σταθεί εκεί και μιλήσει για τη σοδειά; Τώρα το χώμα ανάμεσά τους έμοιαζε σαν σύνορο εχθρών.
«Δεν θέλω κακό σε κανέναν…» σκεφτόταν.
Μα η σκέψη δεν τον άφηνε.
«Αν όμως το θέλει εκείνος;»
Καμιά φορά η συνείδησή τους ψιθύριζε:
«Πήγαινε να τον ρωτήσεις. Μίλησε μαζί του.»
Μα ο φόβος ήταν πιο δυνατός. Και η περηφάνια επίσης.
Η υποψία έγινε φόβος. Ο φόβος έγινε βεβαιότητα. Και η βεβαιότητα άρχισε να γεννά την πιο σκοτεινή απόφαση.
«Πριν προλάβει εκείνος… πρέπει να προλάβω εγώ.»
Ήταν μια νύχτα χωρίς φεγγάρι. Ο αέρας περνούσε μέσα από τις ελιές και έκανε τα φύλλα να ψιθυρίζουν. Ο Αντρέας δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε αθόρυβα από το κρεβάτι, για να μην ξυπνήσει τη γυναίκα του. Πήρε το παλιό σακάκι του και βγήκε στην αυλή. Για λίγο στάθηκε ακίνητος, κοιτάζοντας προς τα χωράφια.
«Αν ετοιμάζεται… ίσως απόψε.»
Πήρε τον δρόμο προς τη γη του. Στο χέρι του κρατούσε το παλιό περίστροφο, κρυμμένο μέσα στην τσέπη.
Την ίδια ώρα, από την άλλη άκρη του χωριού, ένας άλλος άνθρωπος περπατούσε στον ίδιο σκοτεινό δρόμο. Ήταν ο Μάρκος. Κι εκείνος δεν είχε κοιμηθεί. Η ίδια σκέψη τον είχε σηκώσει από το κρεβάτι.
«Καλύτερα να δω τι γίνεται… πριν είναι αργά.»
Προχώρησε προς το χωράφι του, κρατώντας κι εκείνος το όπλο που είχε φυλαγμένο χρόνια.
Οι δύο άντρες πλησίαζαν ο ένας τον άλλο χωρίς να το ξέρουν. Ανάμεσά τους μόνο οι ελιές και το σκοτάδι.
Ο Αντρέας στάθηκε κοντά στο σύνορο των χωραφιών. Κοίταξε γύρω. Άκουσε ένα θρόισμα. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά.
Μακριά, μέσα στο σκοτάδι, μια σκιά κινήθηκε. Ήταν ο Μάρκος που περπατούσε ανάμεσα στα δέντρα. Κι εκείνος άκουσε τον ίδιο θόρυβο. Σταμάτησε. Τα χέρια του έσφιξαν το όπλο.
Για λίγα δευτερόλεπτα που έμοιαζαν αιώνες, δύο άνθρωποι στέκονταν μέσα στη νύχτα, έτοιμοι να αντικρίσουν ο ένας τον άλλο. Ένα βήμα ακόμη… Και ίσως η τραγωδία να είχε γραφτεί εκείνη τη στιγμή.
Τότε, ξαφνικά, ακούστηκε ένας δυνατός ήχος από την άλλη άκρη του χωραφιού. Ένα γαϊδούρι, που είχε λυθεί από το παλούκι του, άρχισε να γκαρίζει και να τρέχει ανάμεσα στις ελιές.
Οι δύο άντρες γύρισαν το κεφάλι προς την ίδια κατεύθυνση.
Η στιγμή χάθηκε.
Ο Αντρέας έκανε πίσω.
— Η φαντασία μου είναι… μουρμούρισε.
Και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Λίγο πιο πέρα, ο Μάρκος στάθηκε για λίγο ακόμη. Ύστερα κι εκείνος γύρισε στο σπίτι του.
Κανείς από τους δύο δεν έμαθε ποτέ πόσο κοντά είχε βρεθεί ο ένας στον άλλο εκείνη τη νύχτα. Και πως, αν δεν είχε ακουστεί το ξαφνικό γκάρισμα του γαϊδάρου μέσα στο σκοτάδι, το χώμα των χωραφιών τους ίσως να είχε πιει αίμα πριν ξημερώσει.
Ήταν χρόνια δύσκολα εκείνα. Μετά το πραξικόπημα και την εισβολή, το νησί ζούσε ακόμη μέσα στη σύγχυση. Οι πληγές ήταν νωπές, οι φόβοι πολλοί και σχεδόν σε κάθε σπίτι υπήρχε κάποιο όπλο. Έτσι, όταν οι δύο γεωργοί πήραν την απόφασή τους, η σκέψη δεν έμοιαζε πια αδύνατη.
Ο Αντρέας είχε το παλιό περίστροφο που κρατούσε από τα ταραγμένα χρόνια. Ο Μάρκος είχε κι εκείνος ένα όπλο φυλαγμένο από καιρό. Και οι δύο ένιωθαν πως είχαν φτάσει σε σημείο χωρίς επιστροφή.
Όμως η μοίρα — ή ίσως κάτι ανώτερο — είχε άλλα σχέδια.
Το επόμενο πρωί ο Μάρκος σηκώθηκε νωρίς. Δεν πήγε στο χωράφι.
Περπάτησε αργά μέσα από τα στενά του χωριού. Τα βήματά του, ασυναίσθητα, χωρίς να ξέρει γιατί, τον οδήγησαν στο σπίτι του Κυριακού. Ίσως, όπως θα έλεγε αργότερα, να ήταν θέλημα Θεού.
Ο Κυριακός δεν ήταν ιερέας ούτε δικαστής. Ήταν όμως άνθρωπος που όλοι στο χωριό σέβονταν. Είχε τη φήμη του σοφού. Ήξερε να ακούει, να σκέφτεται και να ξεδιαλύνει πράγματα που για τους άλλους έμοιαζαν μπερδεμένα. Πολλοί πήγαιναν σ’ αυτόν όταν είχαν διαφορές ή βαριές σκέψεις.
Ο Μάρκος χτύπησε την πόρτα. Ο Κυριακός άνοιξε.
— Έλα, Μάρκο. Τι σε φέρνει τόσο πρωί;
Ο Μάρκος μπήκε μέσα και κάθισε. Για λίγο δεν μιλούσε. Ύστερα είπε χαμηλά:
— Ήρθα να σου πω κάτι πριν το κάνω.
Ο Κυριακός τον κοίταξε προσεκτικά.
— Τι να κάνεις;
Ο Μάρκος σήκωσε το κεφάλι.
— Να σκοτώσω τον Αντρέα.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Ο Κυριακός δεν φώναξε. Δεν τρόμαξε. Έμεινε ήρεμος.
— Γιατί;
Και τότε ο Μάρκος άρχισε να μιλά. Του είπε όσα είχε ακούσει τους τελευταίους μήνες. Τα λόγια, τις υποψίες, τις ματιές, τις κουβέντες που του μετέφεραν. Πως ο Αντρέας τον μισούσε. Πως ήθελε να του κάνει κακό. Πως είχε πει πως καλύτερα να κλάψει η μάνα του.
Όταν τελείωσε, ο Κυριακός έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα είπε ήρεμα:
— Μάρκο… άφησέ μου λίγο χρόνο.
— Χρόνο;
— Ναι. Να ψάξω το πράγμα.
Ο Μάρκος τον κοίταξε.
— Δεν υπάρχει χρόνος.
Ο Κυριακός έγνεψε.
— Υπάρχει. Μη κάνεις τίποτα πριν το βράδυ.
Ο Μάρκος δίστασε.
— Μέχρι το βράδυ. Και έφυγε.
Το δειλινό, ο ήλιος έπεφτε πίσω από τα βουνά όταν ακούστηκε πάλι χτύπημα στην πόρτα του Κυριακού.
Άνοιξε. Στην πόρτα στεκόταν ο Αντρέας. Τα μάτια του ήταν βαριά.
— Κυριακέ… ήρθα να σε δω.
— Πέρνα μέσα.
Κάθισαν. Για λίγο κανείς δεν μιλούσε. Ύστερα ο Αντρέας είπε:
— Ήρθα να σου πω κάτι πριν το κάνω.
Ο Κυριακός τον κοίταξε.
Και μέσα του κατάλαβε.
— Να σκοτώσεις τον Μάρκο;
Ο Αντρέας πάγωσε.
— Πώς το ξέρεις;
Ο Κυριακός δεν απάντησε.
— Πες μου γιατί.
Και ο Αντρέας άρχισε να μιλά. Του είπε σχεδόν τα ίδια πράγματα που είχε ακούσει ο Μάρκος. Τις κουβέντες, τις προειδοποιήσεις, τις υποψίες. Τον φόβο που είχε μεγαλώσει μέσα του. Όταν τελείωσε, ο Κυριακός σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του. Περπάτησε λίγο μέσα στο δωμάτιο. Οι ίδιες φράσεις. Οι ίδιες κουβέντες. Οι ίδιες πηγές.
Το πράγμα άρχισε να ξεκαθαρίζει. Ένα ψέμα είχε μεγαλώσει τόσο, ώστε δύο τίμιοι άνθρωποι ήταν έτοιμοι να σκοτώσουν ο ένας τον άλλο.
Την επόμενη μέρα κάλεσε και τους δύο στο σπίτι του. Ο Μάρκος ήρθε πρώτος. Ύστερα ο Αντρέας. Όταν είδαν ο ένας τον άλλο μέσα στο ίδιο δωμάτιο, τα σώματά τους πάγωσαν. Ο Κυριακός στάθηκε ανάμεσά τους.
— Κανείς δεν θα μιλήσει ακόμη.
Και άρχισε να τους ρωτά.
— Από πού άκουσες αυτό; Ποιος στο είπε; Πότε; Ποιος ήταν μπροστά;
Σιγά σιγά τα κομμάτια ενώθηκαν. Και τα ίδια ονόματα άρχισαν να εμφανίζονται ξανά και ξανά: Ο Σάββας. Ο Λευτέρης. Ο Μηνάς. Ο Πέτρος.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Οι δύο γεωργοί κοιτάχτηκαν. Για πρώτη φορά μετά από μήνες, χωρίς φόβο. Μόνο με απορία. Γιατί τότε κατάλαβαν. Όλο αυτό ήταν ένα αστείο. Ένα παιχνίδι ανόητων ανθρώπων που ήθελαν να σπάσουν την πλήξη τους.
Ο Αντρέας κάθισε στην καρέκλα. Το πρόσωπό του χλόμιασε.
Ο Μάρκος πέρασε το χέρι στο μέτωπό του.
Αν ο Κυριακός δεν τους είχε σταματήσει, το χωριό θα είχε θρηνήσει δύο ανθρώπους.
Ο Κυριακός στάθηκε μπροστά τους.
— Βλέπετε τώρα τι μπορεί να κάνει ένα ψέμα;
Κανείς δεν μίλησε. Μόνο ο Μάρκος σηκώθηκε αργά. Πλησίασε τον Αντρέα και άπλωσε το χέρι του.
— Συγχώρα με.
Τα μάτια του Αντρέα γέμισαν δάκρυα.
— Εγώ να δεις.
Έσφιξαν τα χέρια. Και εκείνη τη στιγμή ένιωσαν πως ξαναβρήκαν τις ζωές τους.
Όταν το χωριό έμαθε την αλήθεια, πολλοί έμειναν σιωπηλοί.
Γιατί κατάλαβαν πως μερικές φορές το κακό δεν γεννιέται από μίσος. Γεννιέται από αστεία χωρίς μυαλό. Από κουβέντες χωρίς μέτρο. Και από ανθρώπους που δεν σκέφτονται πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένα ψέμα.
Ο Κυριακός, όμως, δεν άφησε το πράγμα να σβήσει έτσι απλά. Το ίδιο βράδυ πήγε στο καφενείο. Η παρέα των τεσσάρων καθόταν στο ίδιο τραπέζι όπως πάντα. Ο Σάββας έλεγε κάποιο αστείο και οι άλλοι γελούσαν. Όταν μπήκε ο Κυριακός, το γέλιο κόπηκε.
Ο Κυριακός στάθηκε στη μέση του καφενείου.
— Θέλω να σας πω κάτι μπροστά σε όλους.
Οι θαμώνες σώπασαν. Σιγά σιγά σηκώθηκαν κι άλλοι από τα τραπέζια και πλησίασαν.
Ο Κυριακός τους κοίταξε έναν έναν.
— Σήμερα το χωριό μας θα μπορούσε να έχει δύο φόνους.
Ένα μουρμουρητό πέρασε από τους ανθρώπους.
— Δύο τίμιους γεωργούς. Δύο ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν πει κακή κουβέντα ο ένας για τον άλλο.
Στράφηκε προς την παρέα.
— Και ξέρετε γιατί;
Κανείς δεν μιλούσε πια.
— Γιατί τέσσερις άνθρωποι αποφάσισαν να παίξουν με το μυαλό τους.
Το καφενείο πάγωσε. Ο Σάββας προσπάθησε να γελάσει.
— Κυριακέ… ένα αστείο ήταν.
Ο Κυριακός τον κοίταξε βαθιά.
— Ένα αστείο που λίγο έλειψε να σκοτώσει.
Τότε μίλησε ένας από τους γέρους του χωριού.
— Δηλαδή εσείς βάλατε τους ανθρώπους να μισούνται;
Οι τέσσερις δεν απάντησαν. Και το καφενείο γέμισε βαριά σιωπή. Ο καφετζής, που τους ήξερε από παιδιά, πήρε τα ποτήρια από το τραπέζι τους και είπε αργά:
— Απόψε δεν θα πιείτε καφέ εδώ.
Οι τέσσερις κοίταξαν γύρω τους. Κανείς δεν τους κοιτούσε πια όπως πριν. Τα βλέμματα ήταν βαριά. Κάποιος είπε:
— Ντροπή σας.
Κι ένας άλλος:
— Παίξατε με ζωές.
Και τότε έγινε κάτι που στα χωριά ήταν χειρότερο από φωνές ή τιμωρίες. Οι άνθρωποι τους γύρισαν την πλάτη. Ένας ένας.
Τις επόμενες μέρες κανείς δεν μιλούσε μαζί τους. Στην εκκλησία δεν κάθονταν δίπλα τους. Ήταν σαν να είχε πέσει επάνω τους μια βαριά σιωπή. Και αυτή η σιωπή πονούσε περισσότερο από κάθε τιμωρία.
Πέρασε καιρός μέχρι να καταλάβουν πραγματικά τι είχαν κάνει. Και πέρασε ακόμη περισσότερος μέχρι να τους συγχωρέσει το χωριό.
Γιατί στο τέλος το χωριό συγχωρεί. Αλλά ποτέ δεν ξεχνά.
Και η ιστορία εκείνη έμεινε για χρόνια να λέγεται σαν μάθημα. Όχι για το μίσος. Αλλά για την ανοησία. Γιατί καμιά φορά το μεγαλύτερο κακό δεν το κάνουν οι κακοί άνθρωποι. Το κάνουν οι επιπόλαιοι.
Γιατί ένα κακό παιχνίδι εις βάρος κάποιου άλλου μπορεί να οδηγήσει σε συμφορές που κανείς δεν φαντάζεται.
ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ ΜΟΙΡΑΙΟΣ
Κι ενώ στο χωριό συνέβαιναν πράματα και θαύματα και ο Κυριακός, σαν από μηχανής θεός, έδινε για άλλη μια φορά λύση εκεί όπου όλοι οι άλλοι έβλεπαν αδιέξοδο, η ζωή του Αλή και της Ελένης είχε πάρει τον δικό της δρόμοΕίχαν φύγει μαζί. Χάθηκαν από τον τόπο, σαν δυο άνθρωποι που αποφάσισαν να απομακρυνθούν από τα βλέμματα όλων και να ζήσουν τη ζωή τους μακριά από όσα τους είχαν πληγώσει.
Νέα τους έφταναν κατά καιρούς, και κάθε φορά που ο Κυριακός και η Βέρα μάθαιναν πως ήταν καλά, ένιωθαν μια ήσυχη ανακούφιση.
Δεν χρειάζονταν περισσότερα.Ήξεραν πως ο Αλή ήταν δυνατός άνθρωπος και πως η Ελένη, ύστερα από όλα όσα είχε περάσει, είχε βρει επιτέλους έναν άνθρωπο δίπλα στον οποίο μπορούσε να σταθεί χωρίς φόβο.
Ο καιρός κυλούσε αργά, αλλά ασταμάτητα. Οι μέρες έφευγαν, οι εποχές άλλαζαν και η ζωή στην Πάφο ακολουθούσε τον συνηθισμένο της ρυθμό.
Τα καλοκαίρια, κάτω από τον ίσκιο της τερατσιάς, ο Κυριακός και η Βέρα απολάμβαναν το δυτικό αεράκι που ερχόταν από τη θάλασσα και δρόσιζε τα απογεύματα. Μερικές φορές μιλούσαν για τον Αλή και την Ελένη. Οι κουβέντες τους, όμως, ήταν σύντομες.
Δεν ήθελαν να ανησυχούν χωρίς λόγο.
Ήθελαν να πιστεύουν πως, ύστερα από τόσες περιπέτειες, οι δυο τους είχαν βρει επιτέλους έναν δρόμο ήσυχο.
Και για ένα διάστημα έτσι φαινόταν. Ώσπου, ένα βράδυ, το τηλέφωνο του Κυριακού χτύπησε. Η οθόνη φωτίστηκε μέσα στο μισοσκόταδο. Ένα όνομα: Ελένη.
Ο Κυριακός απάντησε αμέσως. Δεν πρόλαβε να μιλήσει. Ήρθε μήνυμα.
«Πυροβόλησαν τον Αλή. Είναι σε κίνδυνο. Είναι σε κώμα.»
Ο Κυριακός έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Η Βέρα κατάλαβε από το πρόσωπό του πως κάτι είχε συμβεί.
«Τι είναι;»
Της έδειξε την οθόνη. Η σιγουριά τους έσπασε μονομιάς. Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε.
Η Ελένη ήταν μόνη. Ο Αλή βρισκόταν ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Και όλος εκείνος ο κόσμος που είχαν φανταστεί πως είχε πλέον ηρεμήσει, ξαναγινόταν ξαφνικά σκοτεινός.
Ο Κυριακός σηκώθηκε.
«Πάμε.»
Δεν χρειάστηκε να πει τίποτε άλλο. Δεν υπολόγισαν δουλειές, υποχρεώσεις ή ώρα. Δεν ειδοποίησαν κανέναν. Πήραν το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν προς τη Λάρνακα.
Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος. Η νύχτα, όμως, τους φαινόταν βαριά.
Τα φώτα των αυτοκινήτων που περνούσαν από την απέναντι λωρίδα χάνονταν γρήγορα πίσω τους. Κάθε θόρυβος, κάθε μηχανάκι που περνούσε με ταχύτητα, κάθε ξαφνικό φως στον καθρέφτη τραβούσε την προσοχή του Κυριακού.
Δεν φοβόταν. Ήταν σε επιφυλακή. Και ήξερε πως αυτά τα δύο πράγματα δεν ήταν το ίδιο.
Στο αεροδρόμιο κινήθηκαν γρήγορα. Η πτήση για την Αθήνα τους φάνηκε ατελείωτη.
Η Βέρα κοιτούσε έξω από το παράθυρο χωρίς να βλέπει πραγματικά.
Ο Κυριακός δεν μιλούσε. Στο μυαλό του είχαν ήδη αρχίσει να σχηματίζονται ερωτήματα.
Ποιος πυροβόλησε τον Αλή; Γιατί τώρα;
Όταν έφτασαν στην Αθήνα, η πόλη τούς υποδέχθηκε σκοτεινή και σχεδόν άδεια. Νοίκιασαν αυτοκίνητο και πήραν τον δρόμο προς το νοσοκομείο.
Ο Κυριακός οδηγούσε με σταθερότητα, γνωρίζοντας πως η βιασύνη δεν θα τους βοηθούσε. Η Βέρα καθόταν δίπλα του και παρατηρούσε σιωπηλή τους δρόμους.
Λίγη ώρα αργότερα έφτασαν. Η Ελένη τους περίμενε στην είσοδο. Το πρόσωπό της είχε αλλάξει. Δεν έδειχνε φόβο. Είχε παγώσει κάθε συναίσθημα βαθιά μέσα της, σαν να είχε μετατρέψει την ψυχραιμία σε ασπίδα. Μόνο τα μάτια της την πρόδιδαν.
Ο Κυριακός την πλησίασε.
«Πώς είναι;»
Η Ελένη κούνησε αργά το κεφάλι.
«Οι γιατροί λένε πως είναι κρίσιμα.»
Τους οδήγησε στο δωμάτιο. Ο Αλή βρισκόταν στο κρεβάτι ακίνητος, συνδεδεμένος με σωλήνες και μηχανήματα. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό και το σώμα του έμοιαζε παράξενα αδύναμο.
Ο Κυριακός στάθηκε για λίγο δίπλα του. Τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Τον θυμήθηκε όπως τον είχε γνωρίσει χρόνια πριν, στη Λιβύη. Τον άντρα που είχε δει να σκοτώνει μπροστά στα μάτια του και ύστερα να καταφεύγει απελπισμένος στο πλοίο όπου εργαζόταν. Τον άνθρωπο που κουβαλούσε μια ιστορία αίματος, αλλά στον οποίο ο ίδιος είχε δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Και τώρα εκείνος ο ίδιος άνθρωπος πάλευε για τη ζωή του.
«Ποιος το έκανε;» ρώτησε τελικά.
Η Ελένη αναστέναξε.
«Δεν ξέρω. Τον περίμεναν. Ήξεραν πού θα ήταν.»
Αυτή η τελευταία φράση έμεινε στο μυαλό του Κυριακού. «Ήξεραν πού θα ήταν».
Η επίθεση ήταν στοχευμένη. Και κάποιος είχε πληροφορίες.
Το επόμενο πρωί ο Κυριακός άρχισε την έρευνα.
Δεν είχε αυταπάτες. Δεν πίστευε πως θα έβρισκε την απάντηση μέσα σε λίγες ώρες. Ήξερε, όμως, πως κάθε υπόθεση αφήνει ίχνη. Άλλοτε μεγάλα και φανερά. Άλλοτε τόσο μικρά, ώστε οι περισσότεροι τα προσπερνούν.
Ο Κυριακός δεν τα προσπερνούσε. Πρώτα μίλησε με τους ανθρώπους του Αλή. Ώρες ολόκληρες. Ρώτησε για τις τελευταίες ημέρες. Για τις μετακινήσεις του. Για τις συναντήσεις του. Για ανθρώπους που τον είχαν πλησιάσει. Για παλιούς εχθρούς. Για παλιές διαφορές.
Δεν τον ενδιέφερε μόνο ποιος είχε λόγο να τον σκοτώσει. Τον ενδιέφερε ποιος είχε τη δυνατότητα να το κάνει.
Οι απαντήσεις ήταν σχεδόν απογοητευτικές.
Ο Αλή είχε αρκετούς εχθρούς στο παρελθόν. Όμως, σύμφωνα με όσα του είπαν, οι περισσότερες παλιές αντιπαλότητες είχαν πλέον λήξει.
Ο Κυριακός κράτησε τις πληροφορίες στο μυαλό του.
Ύστερα μίλησε με την Ελένη. Τη ρώτησε για τη ζωή της στην Ελλάδα. Για τους ανθρώπους που είχε γνωρίσει. Για τις σχέσεις της. Για τις παρέες της. Για άντρες που είχαν περάσει από τη ζωή της.
Η Ελένη στην αρχή δυσκολεύτηκε.
«Δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον Αλή.»
«Μπορεί να μην έχουν καμία», απάντησε ο Κυριακός. «Αλλά θέλω να το ξέρω εγώ, όχι να το υποθέτω.»
Η Ελένη έμεινε σιωπηλή. Ύστερα άρχισε να θυμάται.
Μικρές γνωριμίες. Πρόσωπα. Συναναστροφές. Πράγματα που για εκείνη είχαν τελειώσει την επόμενη κιόλας μέρα.
Μέχρι που θυμήθηκε έναν άντρα. Έναν νεαρό που είχε γνωρίσει λίγο πριν φύγει για να αναζητήσει τον Αλή.
«Ήταν σε ένα μικρό κλαμπ στην Πάφο», είπε.
«Πότε;»
Η Ελένη του είπε περίπου την ημερομηνία.
«Τι συνέβη;»
«Τίποτα σημαντικό.»
Ο Κυριακός την κοίταξε.
«Θέλω να μου πεις εσύ αν ήταν σημαντικό. Όχι για σένα. Για εκείνον.»
Η Ελένη χαμήλωσε τα μάτια.
«Ήταν μια νύχτα. Μόνο αυτό.»
Τον είχε γνωρίσει εκείνο το βράδυ. Νεαρό, γοητευτικό, με έναν τρόπο που αρχικά της είχε κινήσει το ενδιαφέρον. Μίλησαν. Ήπιαν. Χόρεψαν. Και αργότερα έφυγαν μαζί.
Για την Ελένη δεν σήμαινε τίποτε περισσότερο.
Για εκείνον, όμως, φαίνεται πως είχε σημαίνει πολλά.
Την επόμενη μέρα η Ελένη απομακρύνθηκε. Εκείνος την αναζήτησε. Της τηλεφώνησε. Της ζήτησε να συναντηθούν. Η Ελένη αρνήθηκε. Εκείνος στην αρχή επέμενε. Ύστερα θύμωσε. Και τελικά εξαφανίστηκε.
«Δεν τον ξαναείδα», είπε η Ελένη.
«Σου είχε δείξει ποτέ επιθετικότητα;»
«Όχι ακριβώς. Αλλά…»
Σταμάτησε.
«Τι;»
«Μου είχε πει πως δεν θα ξεχάσει.»
Ο Κυριακός δεν μίλησε. Η φράση αυτή έμεινε ανάμεσά τους.
Μερικοί άνθρωποι ξεχνούν μια απόρριψη μέσα σε λίγες ημέρες. Άλλοι την κουβαλούν σαν πληγή.
Και υπάρχουν κι εκείνοι που τη μετατρέπουν σε εμμονή. Ο Κυριακός είχε αρχίσει να σκέφτεται πως ίσως να είχε μπροστά του έναν τέτοιο άνθρωπο.
Εκείνο το βράδυ έμεινε μόνος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Το τασάκι πάνω στο τραπέζι είχε γεμίσει αποτσίγαρα.
Ο Κυριακός είχε μια παλιά συνήθεια όταν σκεφτόταν έντονα, κρατούσε το τσιγάρο αναμμένο ανάμεσα στα δάχτυλά του και ξεχνούσε να το καπνίσει.
Το μυαλό του γύριζε ξανά και ξανά στα ίδια σημεία.
Ο Αλή είχε εχθρούς. Όμως κανένας από αυτούς δεν φαινόταν να είχε πρόσφατο λόγο να τον χτυπήσει.
Η επίθεση ήταν στοχευμένη. Ο δράστης γνώριζε τις κινήσεις του. Και τώρα υπήρχε η ιστορία της Ελένης.
Ο Κυριακός δεν ήθελε να βιαστεί. Αν κάτι είχε μάθει από τις υποθέσεις του, ήταν πως η πρώτη λογική εξήγηση δεν ήταν πάντα και η σωστή.
Έτσι, άρχισε να αποκλείει. Μία πιθανότητα μετά την άλλη. Παλιές διαφορές. Οικονομικές υποθέσεις.
Άνθρωποι του υποκόσμου. Εκδίκηση. Προσωπικές αντιπαραθέσεις.
Όσο προχωρούσε, όμως, ένα πρόσωπο άρχισε να ξεχωρίζει. Ο νεαρός της Πάφου. Αν πράγματι είχε κρατήσει μέσα του εκείνη την απόρριψη ως εμμονή, τότε ο Αλή μπορούσε να είχε γίνει ο στόχος του.
Ίσως όχι επειδή τον γνώριζε. Αλλά επειδή τον θεωρούσε τον άνθρωπο που του είχε στερήσει την Ελένη.
Η σκέψη ήταν σκοτεινή. Αλλά δεν ήταν παράλογη.
Το επόμενο πρωί τηλεφώνησε στην Ελένη.
«Θέλω να μου πεις ό,τι θυμάσαι γι’ αυτόν τον άνθρωπο.»
«Γιατί;»
«Γιατί θέλω να αποκλείσω μια πιθανότητα.»
«Πιστεύεις πως πυροβόλησε τον Αλή;»
«Δεν ξέρω ακόμη.»
Η Ελένη του έδωσε όσα στοιχεία θυμόταν. Όνομα. Διεύθυνση. Κάποιες πληροφορίες για τη ζωή του.
Ο Κυριακός άρχισε να τα ελέγχει. Δεν βιάστηκε. Έψαξε τις ημερομηνίες. Τις μετακινήσεις. Τις επαφές. Το ταξίδι του.
Και τότε ένα στοιχείο τον σταμάτησε. Ο άνθρωπος αυτός είχε φύγει από την Κύπρο λίγο πριν από την επίθεση. Είχε ταξιδέψει στην Αθήνα. Η ημερομηνία ταίριαζε. Το ξενοδοχείο ταίριαζε. Οι κινήσεις του ταίριαζαν.
Ο Κυριακός ένιωσε εκείνο το γνώριμο ρίγος που ένιωθε όταν τα κομμάτια ενός παζλ άρχιζαν να ενώνονται. Αυτή τη φορά, όμως, δεν ένιωσε ικανοποίηση. Ένιωσε ανησυχία. Γιατί όλα ταίριαζαν υπερβολικά καλά.
Και στις υποθέσεις του, όταν όλα ταίριαζαν υπερβολικά καλά, συνήθως κάτι άλλο κρυβόταν από πίσω.
Παρά τις αμφιβολίες του, η έρευνα οδήγησε τελικά στον ίδιο άνθρωπο. Τα στοιχεία ήταν αρκετά ώστε να θεωρηθεί ύποπτος.
Ο Κυριακός δεν ήθελε να πάρει τον νόμο στα χέρια του.
Δεν ήθελε εκδίκηση. Ήθελε να βρει τον ένοχο με νόμιμο τρόπο. Σε συνεννόηση με την αστυνομία και τις αρμόδιες αρχές, συγκεντρώθηκαν τα στοιχεία που χρειάζονταν. Ο άντρας εντοπίστηκε και τέθηκε υπό περιορισμό.
Καθώς εξετάστηκε η κατάστασή του, αποκαλύφθηκε κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό. Η εμμονή του με την Ελένη είχε εξελιχθεί σε σοβαρή ψυχική διαταραχή. Η απόρριψη είχε γίνει μέσα του προσβολή, η προσβολή μίσος και το μίσος εμμονή.
Ο Κυριακός παρακολούθησε τις εξελίξεις χωρίς να πανηγυρίσει. Δεν αισθανόταν ότι είχε νικήσει. Ένας άνθρωπος είχε φτάσει στο σημείο να πυροβολήσει έναν άλλον επειδή δεν μπόρεσε να δεχτεί μια απόρριψη.
Αυτό δεν ήταν νίκη. Ήταν τραγωδία.
Οι αρμόδιες αρχές αποφάσισαν την εισαγωγή του σε ψυχιατρική μονάδα, όπου θα μπορούσε να λάβει την απαραίτητη θεραπεία και ταυτόχρονα να προστατευθεί η κοινωνία.
Ο Κυριακός πίστευε πως αυτή ήταν η μόνη σωστή λύση.
Όταν επέστρεψε στο ξενοδοχείο, στάθηκε για ώρα μπροστά στο παράθυρο. Η Αθήνα απλωνόταν κάτω του. Φώτα, δρόμοι, άνθρωποι που περνούσαν χωρίς να γνωρίζουν τίποτε από όσα είχαν συμβεί.
Όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Κι όμως, ο Κυριακός δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Κάτι δεν του ταίριαζε. Η υπόθεση είχε λυθεί εύκολα. Κι όμως, μέσα του παρέμενε ένα κενό.
Η Βέρα τον πλησίασε αθόρυβα.
«Τελείωσε;»
Ο Κυριακός δεν απάντησε αμέσως.
«Ίσως.»
«Δεν είσαι σίγουρος.»
Γύρισε και την κοίταξε.
«Κάτι δεν μου κάθεται καλά.»
«Τι;»
«Δεν ξέρω ακόμη.»
Η Βέρα ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του. Δεν χρειάζονταν περισσότερα. Ο Αλή ζούσε. Η Ελένη ήταν ασφαλής. Αυτό, προς το παρόν, ήταν αρκετό.
Ο Κυριακός, όμως, δεν μπορούσε να διώξει την αίσθηση πως η ιστορία δεν είχε τελειώσει.
Το επόμενο πρωί ο Αλή παρουσίασε κάποια σημάδια βελτίωσης. Η είδηση έφερε ανακούφιση σε όλους.
Η Αθήνα είχε ξημερώσει βαριά. Ο ήλιος περνούσε ανάμεσα από τα σύννεφα και φώτιζε τους δρόμους χωρίς να τους ζεσταίνει πραγματικά.
Ο Κυριακός είχε ακόμη εκείνο το βάρος στο στήθος. Κάποια στιγμή σηκώθηκε.
«Κάποιος άλλος ήξερε.»
Η Βέρα τον κοίταξε.
«Τι εννοείς;»
«Δεν ξέρω ακόμη. Αλλά κάτι δεν μου ταιριάζει.»
Η Ελένη, που είχε επιστρέψει από το νοσοκομείο, τον άκουσε.
«Πιστεύεις πως δεν ήταν μόνο ο νεαρός;»
«Πιστεύω πως μπορεί να μην ήταν ο άνθρωπος που κινήθηκε μόνος του.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλός.
«Ένας πληγωμένος άνθρωπος μπορεί να γίνει επικίνδυνος. Αλλά κάποιος άλλος μπορεί να του έδωσε λόγο, πληροφορίες ή κατεύθυνση.»
Και τότε το όνομα ήρθε στο μυαλό του.
Ο Κάττος. Ο άνθρωπος του υποκόσμου. Εκείνος που είχε βρεθεί κάποτε απέναντί του. Εκείνος που πίστευε πως καμία γυναίκα δεν έφευγε από τη ζωή του χωρίς να το αποφασίσει ο ίδιος. Η Ελένη τον είχε απορρίψει. Τον είχε εκθέσει. Και, όταν κατάλαβε πως πίσω της στεκόταν ο Αλή, είχε υποχωρήσει. Ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε.
Ο Κυριακός θυμήθηκε τον τρόπο με τον οποίο τον είχε κοιτάξει τότε. Δεν ήταν βλέμμα ανθρώπου που ξεχνά. Ήταν βλέμμα ανθρώπου που περίμενε.
«Ο Κάττος…» είπε χαμηλά.
Η Βέρα κατάλαβε αμέσως.
«Πιστεύεις πως βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά;»
«Δεν ξέρω. Αλλά θα το μάθω.»
Αυτή τη φορά δεν υπήρχε χώρος για εικασίες. Έπρεπε να τον βρει.
Η νύχτα είχε πέσει όταν ο Κυριακός βγήκε μόνος στους δρόμους. Η Αθήνα είχε αλλάξει πρόσωπο. Οι φωτισμένες λεωφόροι έμεναν πίσω και, όσο προχωρούσε προς τα Εξάρχεια, η πόλη γινόταν πιο σκοτεινή, πιο θορυβώδης, πιο απρόβλεπτη.
Ήξερε πως άνθρωποι σαν τον Κάττο δεν εξαφανίζονταν εύκολα. Άλλαζαν στέκια. Άλλαζαν πρόσωπα. Άλλαζαν ονόματα. Σπάνια, όμως, άλλαζαν συνήθειες.
Κι ο Κυριακός γνώριζε αρκετές από τις συνήθειές του.
Προχώρησε χωρίς βιασύνη. Και τελικά τον είδε. Καθόταν μόνος στην άκρη της πλατείας των Εξαρχείων, στη βεράντα του γωνιακού καφενείου.
Ο Κάττος σήκωσε το βλέμμα του και, μόλις είδε τον Κυριακό, το πρόσωπό του άλλαξε. Το χρώμα έφυγε από τα μάγουλά του. Για λίγες στιγμές έμεινε ακίνητος. Ο Κυριακός πλησίασε. Ο Κάττος κατάλαβε. Αν ο Κυριακός είχε φτάσει ως εκεί, η υπόθεση είχε ήδη ανοίξει.
«Πώς το κατάλαβες;» ψιθύρισε.
Ο Κυριακός στάθηκε απέναντί του.
«Δεν το κατάλαβα, το υπέθεσα.»
Ο Κάττος κατάπιε δύσκολα.
«Δεν έκανα τίποτα, σου λέω την αλήθεια.»
«Η αλήθεια δεν χρειάζεται να τη φωνάζεις.»
Ο Κάττος έσκυψε το κεφάλι. Ο Κυριακός τον παρατηρούσε. Δεν χρειαζόταν να τον απειλήσει. Δεν χρειαζόταν να σηκώσει τη φωνή.
«Μόνο οι θρασύδειλοι χρησιμοποιούν άλλους για τις βρώμικες δουλειές τους.»
Ο Κάττος τον κοίταξε. Τα μάτια του είχαν γεμίσει φόβο. Ήξερε πως ο Αλή είχε επιζήσει.
«Σε παρακαλώ… άφησέ με.»
«Δεν σε κυνηγώ.»
«Τότε γιατί είσαι εδώ;»
Ο Κυριακός τον κοίταξε σταθερά.
«Ξέρεις», είπε τελικά, «πως όταν ο Αλή μάθει ότι έχεις οποιαδήποτε σχέση με την επίθεση, δεν θα σου χαριστεί.»
Ο Κάττος ανατρίχιασε.
«Δεν θέλω να πεθάνω.»
Ο Κυριακός τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα.
«Τότε φύγε μακριά. Θα σου δώσω χρόνο να φύγεις, αν μου τα πεις όλα.»
Ο Κάττος σήκωσε το κεφάλι. Και τότε μίλησε.
Είπε στον Κυριακό πώς είχε γνωρίσει τυχαία τον νεαρό σε ένα μπαρ, πώς κατάλαβε σχεδόν αμέσως την αρρωστημένη εμμονή του με την Ελένη και πώς, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη κατάστασή του, έγινε φίλος μαζί του.
Με επιτήδειες κουβέντες, του καλλιέργησε ακόμη περισσότερο τη ζήλια και την οργή. Τον έπεισε πως ο Αλή ήταν ο άνθρωπος που του είχε στερήσει την Ελένη και πως, αν ήθελε να την ξανακερδίσει, έπρεπε πρώτα να απαλλαγεί από τον αντίζηλό του.
Και όταν ο νεαρός αποφάσισε να προχωρήσει, ο Κάττος τον ακολούθησε στην Ελλάδα, δήθεν για να τον στηρίξει.
Ο Κυριακός τον άκουσε μέχρι τέλους χωρίς να τον διακόψει.
Τώρα ήξερε όλη την αλήθεια. Ο Κάττος δεν ήταν ο άνθρωπος που είχε πυροβολήσει τον Αλή. Ήταν, όμως, εκείνος που είχε ανάψει τη φωτιά.
«Φύγε», είπε ο Κυριακός.
Ο Κάττος σηκώθηκε αργά.
«Και αν με βρει ο Αλή;»
«Αυτό εξαρτάται από το πόσο μακριά θα πας.»
Ο Κάττος δεν είπε τίποτε άλλο. Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Ο Κυριακός τον παρακολούθησε να χάνεται μέσα στη νύχτα. Ύστερα απομακρύνθηκε κι εκείνος. Δεν ενημέρωσε τον Αλή εκείνο το βράδυ. Ήξερε πως, αν το έκανε, η συνέχεια θα ήταν διαφορετική. Και σίγουρα αιματηρή. Ο ίδιος δεν ήθελε να γίνει μέρος μιας εκτέλεσης που δεν μπορούσε να σταματήσει.
Ο Κάττος δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο. Πήρε αεροπλάνο και εξαφανίστηκε. Όσο κι αν τον αναζήτησαν αργότερα οι άνθρωποι του Αλή, δεν βρέθηκε πουθενά. Καμία διεύθυνση. Κανένα ίχνος.
Ίσως να είχε καταφύγει σε κάποια χώρα πολύ μακρινή όπου κανείς δεν τον γνώριζε. Σε μια ζωή κρυμμένη, γεμάτη φόβο. Ίσως αυτό να ήταν η δική του τιμωρία. Να κοιτάζει για πάντα πίσω του. Να φοβάται κάθε άγνωστο πρόσωπο. Να μην μπορεί να εμπιστευτεί κανέναν. Να ζει γνωρίζοντας πως το παρελθόν του μπορεί κάποτε να τον προλάβει.
ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΜΙΣΟΣ
Η ζωή έχει έναν παράξενο τρόπο να συνεχίζεται, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν να έχουν φτάσει στα όριά τους.
Οι μέρες πέρασαν. Όχι πολλές, όσες χρειάστηκαν για να επανέλθει μια εύθραυστη ισορροπία. Ο Αλή άρχισε σιγά σιγά να συνέρχεται και, ύστερα από μια δύσκολη περίοδο, η κατάσταση της υγείας του σταθεροποιήθηκε. Η Ελένη δεν έφυγε στιγμή από το πλευρό του.
Ο Κυριάκος και η Βέρα επέστρεψαν στην Κύπρο, στο χωριό τους. Στην αυλή, κάτω από τον ίσκιο της τερατσιάς, η ζωή ξαναβρήκε τον γνώριμο ρυθμό της. Ο δυτικός άνεμος έφερνε από τη θάλασσα τη μυρωδιά του αλατιού και, όταν τα κύματα αγρίευαν, ο βρυχηθμός τους έφτανε ως το σπίτι σαν μακρινή ανάσα θηρίου. Για τον Κυριάκο εκείνος ο ήχος ήταν βάλσαμο. Του θύμιζε πως, ύστερα από κάθε ταραχή, η ζωή επέστρεφε πάντοτε στη θάλασσα και στη σιωπή της.
Τα νέα από τον Αλή έφταναν κατά διαστήματα, μέσα από τηλεφωνήματα και σύντομες κουβέντες: Είχε αποφασίσει να αφήσει πίσω του την παλιά ζωή. Είχε τακτοποιήσει τις δουλειές του και προσπαθούσε να ζήσει ήρεμα, μακριά από ανθρώπους και καταστάσεις που μπορούσαν να τον οδηγήσουν ξανά στον κίνδυνο.
Για ένα διάστημα τα κατάφερε. Με την Ελένη ζούσαν μαζί, απλά, χωρίς την ένταση και τις σκιές του παρελθόντος. Ο Κυριάκος χαιρόταν όταν το άκουγε. Ήξερε, όμως, πως ορισμένα πράγματα δεν σβήνουν επειδή απλώς αποφασίζεις να τα αφήσεις πίσω.
Η Λιβύη εξακολουθούσε να ζει μέσα στον Αλή. Και μαζί της, ο Καντάφι.
Ο Αλή είχε φύγει χρόνια πριν κρυφά από τη χώρα, κυνηγημένος ύστερα από την εκδίκηση που είχε πάρει για τη διαπόμπευση της αδελφής του από ανθρώπους του καθεστώτος. Είχε καταφύγει στον Πειραιά ως λαθρεπιβάτης, με τη βοήθεια του Κυριάκου, και είχε προσπαθήσει να χτίσει από την αρχή τη ζωή του. Όμως ορισμένες πληγές δεν κλείνουν ποτέ πραγματικά. Το μίσος του για τον Καντάφι δεν είχε σβήσει. Είχε απλώς σωπάσει. Σιγόκαιγε μέσα του, κρυμμένο κάτω από τα χρόνια.
Ώσπου, κάποια μέρα, τον πλησίασαν άνθρωποι που ανήκαν στο αντιπολιτευτικό κίνημα. Του μίλησαν για την κατάσταση στη Λιβύη, για τον αγώνα εναντίον του καθεστώτος και για την ανάγκη ανθρώπων που γνώριζαν από μέσα εκείνον τον κόσμο.
Ο Αλή τους άκουσε χωρίς να μιλήσει πολύ. Όταν του πρότειναν να ενταχθεί στις τάξεις τους, δεν χρειάστηκε να σκεφτεί για πολύ. Δέχτηκε. Ίσως γιατί, βαθιά μέσα του, ο αγώνας αυτός δεν ήταν καινούργιος. Είχε αρχίσει πολλά χρόνια πριν, τη μέρα που η αδικία είχε χαράξει μέσα του μια πληγή που δεν επουλώθηκε ποτέ.
Αυτή τη φορά, όμως, το μίσος του δεν ήταν μια άναρχη φωτιά που έκαιγε ό,τι έβρισκε μπροστά της. Είχε αποκτήσει σκοπό. Κατεύθυνση. Είχε γίνει μέρος ενός αγώνα μεγαλύτερου από τον ίδιο.
Οι μέρες του στον Πειραιά άρχισαν να γεμίζουν με συναντήσεις, συζητήσεις και προσεκτικά σχέδια. Οι άνθρωποι που τον είχαν πλησιάσει έβλεπαν σε αυτόν έναν άνθρωπο με εμπειρία, αποφασιστικότητα και προσωπικό λόγο να πολεμήσει.
Δεν γνώριζαν, όμως, όλο το βάθος της πληγής του. Ο Αλή δεν πολεμούσε μόνο για μια ιδέα. Πολεμούσε και για μια μνήμη. Για την αδελφή του. Για την τιμή που είχε προσβληθεί. Για όλα όσα είχε αφήσει πίσω του στη Λιβύη.
Ο Κυριάκος προσπάθησε να τον μεταπείσει.
«Ξέρεις πού πας», του είπε κάποτε. «Και ξέρεις πως, αν μπεις σ’ αυτόν τον δρόμο, μπορεί να μην υπάρχει επιστροφή.»
Ο Αλή τον κοίταξε ήρεμα.
«Το ξέρω.»
«Με τα καθεστώτα αυτά δεν παίζεις.»
«Δεν παίζω», απάντησε. «Ξέρω πολύ καλά τι κάνω.»
Ο Κυριάκος τον γνώριζε αρκετά για να καταλάβει πως η απόφαση είχε παρθεί. Δεν προσπάθησε ξανά. Μόνο του ευχήθηκε να ευωδοθεί ο καινούργιος του αγώνας.
Ήξερε πως, αν χρειαζόταν, ο Αλή θα πλήρωνε ακόμη και με τη ζωή του… Και έτσι έγινε.
Ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα.
Ο Κυριάκος βρισκόταν μέσα στο σπίτι, όταν άκουσε τη φωνή της Βέρας να τον καλεί από την αυλή.
«Κυριάκο! Έλα λίγο έξω.»
Η φωνή της είχε κάτι διαφορετικό. Σηκώθηκε και βγήκε.
Στην αυλή βρήκε τη Βέρα αγκαλιασμένη με την Ελένη. Η Ελένη φορούσε μαύρα.
Ο Κυριάκος σταμάτησε. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει.
Μερικές φορές ο άνθρωπος καταλαβαίνει την είδηση πριν ακόμη την ακούσει.
Κοίταξε την Ελένη. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό. Τα μάτια της βαθιά, κουρασμένα. Δεν έκλαιγε. Ίσως γιατί είχε κλάψει ήδη όσα δάκρυα μπορούσε να χωρέσει μέσα της.
Ο Κυριάκος πλησίασε αργά.
«Ο Αλή;»
Η Ελένη έγνεψε.
«Έφυγε.»
Μόνο δύο λέξεις.
Και μέσα τους χωρούσε μια ολόκληρη ζωή. Ο Κυριάκος έμεινε για λίγο ακίνητος. Ο Αλή. Ο φίλος του. Ο άνθρωπος που είχε γνωρίσει στη Λιβύη. Εκείνος που είχε κρυφτεί στο πλοίο του και του είχε εμπιστευτεί τη ζωή του. Εκείνος που αργότερα στάθηκε δίπλα του όταν χρειάστηκε βοήθεια. Εκείνος που είχε γίνει κομμάτι της δικής του ζωής. Τώρα δεν υπήρχε πια.
Ο Κυριάκος δεν μίλησε. Μόνο πλησίασε την Ελένη και της έβαλε το χέρι στον ώμο. Η Βέρα την κράτησε πιο σφιχτά. Και οι τρεις έμειναν έτσι, σιωπηλοί…
Ο θάνατος του Αλή δεν άργησε να γίνει γνωστός στους ανθρώπους που τον είχαν γνωρίσει. Και πολύ μακρύτερα ακόμα από την Ελλάδα και την Κύπρο, σε μια χώρα όπου είχε καταφύγει χρόνια πριν, έφτασε η είδηση και στα αυτιά του Κάττου.
Για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσε κάτι που έμοιαζε με ανακούφιση. Ο άνθρωπος που τον είχε φοβίσει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον δεν υπήρχε πια. Ο Αλή είχε φύγει. Και μαζί του, όπως πίστεψε, έφευγε και ο φόβος.
Ο Κάττος είχε ζήσει για χρόνια μακριά από Κύπρο και Ελλάδα. Σε ξένο τόπο, χωρίς φίλους, χωρίς τις παλιές του διασυνδέσεις, χωρίς εκείνη την αίσθηση δύναμης που κάποτε τον ακολουθούσε.
Είχε φύγει επειδή φοβόταν. Και αυτό ήταν που δεν μπορούσε να συγχωρήσει στον εαυτό του. Όχι μόνο τον Αλή. Τον ίδιο του τον φόβο.
Εκείνος, ο Κάττος, που κάποτε έκανε τον υπόκοσμο να σωπαίνει, είχε υποχωρήσει. Είχε φύγει. Είχε κρυφτεί. Και ήξερε πως οι άνθρωποι που κάποτε τον φοβούνταν είχαν μάθει την αλήθεια. Είχε μικρύνει στα μάτια τους. Είχε χάσει κάτι από το όνομά του. Και για έναν άνθρωπο σαν τον Κάττο, η απώλεια της δύναμης ήταν σχεδόν χειρότερη από τον ίδιο τον θάνατο.
Τώρα, όμως, ο Αλή ήταν νεκρός. Η σκέψη αυτή του έδωσε για λίγο την ψευδαίσθηση πως όλα είχαν τελειώσει. Μπορούσε να επιστρέψει.
Επέστρεψε ένα απόγευμα βαρύ και μουντό. Τα σύννεφα είχαν σκεπάσει τον ήλιο και ένα ψυχρό αεράκι κατέβαινε από τη θάλασσα. Η αυλή ήταν άδεια. Το κρύο είχε κρατήσει τον Κυριάκο και τη Βέρα μέσα στο σπίτι.
Ο Κυριάκος βρισκόταν στο γραφείο του, σκυμμένος πάνω από τα χαρτιά του. Η Βέρα παρακολουθούσε τηλεόραση στο σαλόνι. Η Ελένη καθόταν λίγο πιο πέρα και διάβαζε ένα βιβλίο.
Για πρώτη φορά ύστερα από καιρό, το σπίτι έμοιαζε ήσυχο. Τότε χτύπησε το κουδούνι. Η Βέρα δεν σηκώθηκε.
«Κυριάκο, άνοιξε, σε παρακαλώ.»
Ο Κυριάκος σηκώθηκε και προχώρησε προς την πόρτα. Την άνοιξε. Και πάγωσε. Μπροστά του στεκόταν ο Κάττος.
Για μια στιγμή δεν αντέδρασε. Το σώμα του, όμως, είχε ήδη μπει σε επιφυλακή. Οι μύες του σφίχτηκαν και το βλέμμα του σκοτείνιασε.
Ο Κάττος δεν έκανε καμία κίνηση. Στεκόταν ακίνητος στο κατώφλι. Δεν έμοιαζε με άνθρωπο που ήρθε για καβγά. Ήταν διαφορετικός. Πιο γερασμένος. Πιο κουρασμένος. Σαν να είχε κουβαλήσει πάνω του όλα τα χρόνια της φυγής.
«Καλησπέρα, κύριε Κυριάκο», είπε χαμηλά.
Ο Κυριάκος δεν απάντησε αμέσως.
«Τι θέλεις;»
Ο Κάττος κατέβασε το βλέμμα.
«Συγχώρεσέ με που ήρθα απρόσκλητος. Δεν ήρθα για κακό.»
Μικρή παύση.
«Ήρθα να σου πω πως η Ελένη δεν έχει πια να φοβάται από μένα.»
Ο Κυριάκος τον κοίταξε προσεκτικά. Δεν τον πίστευε. Όχι ακόμη.
«Γιατί να σε πιστέψω;»
Ο Κάττος σήκωσε τα μάτια.
«Δεν χρειάζεται να με πιστέψεις.»
Η φωνή του ήταν παράξενα ήρεμη.
«Απλώς άκουσέ με.»
Όταν έμαθε για τον θάνατο του Αλή, η πρώτη σκέψη του Κάττου ήταν πράγματι να επιστρέψει. Να τελειώσει ό,τι είχε μείνει ανοιχτό. Να ξαναβρεί το όνομα που είχε χάσει. Να αποκαταστήσει την περηφάνια του.
Και, πάνω απ’ όλα, να στραφεί εναντίον της Ελένης. Για χρόνια πίστευε πως εκείνη ήταν η αιτία της ταπείνωσής του.
Η απόρριψή της είχε πληγώσει τον εγωισμό του περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να παραδεχτεί. Είχε μετατρέψει την επιθυμία σε εμμονή, την εμμονή σε θυμό και τον θυμό σε μίσος.
Τώρα, όμως, καθώς στεκόταν μπροστά στην πόρτα του Κυριάκου, όλα αυτά έμοιαζαν ξαφνικά διαφορετικά.
Δεν ήξερε πότε ακριβώς είχε αρχίσει η αλλαγή. Ίσως στο ταξίδι της επιστροφής. Ίσως τη στιγμή που άκουσε πως ο Αλή είχε πεθάνει. Ίσως όταν φαντάστηκε την Ελένη μόνη.
Για πρώτη φορά δεν ένιωσε ικανοποίηση. Ένιωσε βάρος. Τη φαντάστηκε να πονά. Να μένει μόνη μέσα στο πένθος της. Και η εικόνα αυτή δεν τον ικανοποίησε. Τον τστεναχωρούσε.
Τότε κατάλαβε κάτι που για χρόνια δεν ήθελε να δει. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει πια πού τελείωνε η αγάπη και πού άρχιζε το μίσος. Ίσως να μην ήταν ποτέ δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα μέσα του. Ίσως η αγάπη του να είχε γίνει κτητικότητα. Ίσως η απόρριψη να είχε μετατρέψει την επιθυμία σε οργή. Ίσως το μίσος να ήταν ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούσε να κρύψει μια αδυναμία που δεν άντεχε να παραδεχτεί.
Χαμογέλασε πικρά. Για πρώτη φορά στη ζωή του φοβήθηκε όχι κάποιον άλλον, αλλά τον ίδιο του τον εαυτό.
Ο Κυριάκος άνοιξε περισσότερο την πόρτα.
«Μπες.»
Ο Κάττος πέρασε μέσα. Και τότε την είδε. Η Ελένη στεκόταν λίγα βήματα πιο πέρα. Φορούσε ακόμη τα μαύρα.
Για μια στιγμή, ο χρόνος σταμάτησε. Ο Κάττος την κοίταξε. Όλα όσα είχε σκεφτεί στον δρόμο γύρισαν μέσα του. Η εκδίκηση. Η προσβολή. Η ντροπή. Η ανάγκη να αποδείξει πως δεν φοβόταν κανέναν.
Και ύστερα είδε τα μάτια της. Δεν υπήρχε πρόκληση μέσα τους. Ούτε περιφρόνηση. Ούτε φόβος. Υπήρχε μόνο πένθος. Καθαρό, βαθύ και αβάσταχτο.
Και τότε κατάλαβε με σιγουριά πως δεν ήθελε άλλη εκδίκηση.
Δεν ήθελε να την πληγώσει.
Ο άνθρωπος που είχε έρθει για να εκδικηθεί στεκόταν μπροστά της και δεν ήξερε πλέον τι ζητούσε. Τα χέρια του έμειναν άδεια στο πλάι. Η φωνή του άργησε να βγει.
«Δεν... θέλω να σου κάνω άλλο κακό.»
Η Ελένη δεν απάντησε. Ο Κάττος κατάπιε δύσκολα.
«Ίσως να μην το κατάλαβα τότε.»
Σήκωσε τα μάτια του προς το μέρος της.
«Νόμιζα πως σε μισούσα.»
Η σιωπή παρέμεινε.
«Μα δεν ξέρω πια αν ήταν μίσος. Ήταν κάτι άλλο. Κάτι που δεν ήξερα πώς να το αντέξω.»
Η Ελένη τον κοιτούσε χωρίς να μιλά. Δεν υπήρχε μέσα της οργή. Αλλά ούτε και συγχώρεση. Υπήρχε μόνο μια βαθιά θλίψη.
Θυμόταν. Τις στιγμές που είχαν κάποτε υπάρξει. Την έλξη. Την ένταση. Και ύστερα όλα όσα ακολούθησαν. Τον φόβο. Την πίεση. Την εμμονή. Την απειλή. Και τώρα τον θάνατο του Αλή.
Ο Κάττος ήταν μπροστά της, αλλά έμοιαζε να ανήκει σε μια άλλη ζωή. Μια ζωή που είχε τελειώσει.
Ο Κάττος πήρε βαθιά ανάσα.
«Δεν ζητώ να με συγχωρέσεις.»
Η Ελένη σήκωσε ελαφρά το βλέμμα.
«Δεν ξέρω αν μπορώ.»
Η φωνή της ήταν ήρεμη.
«Και δεν χρειάζεται να μπορείς.»
Για πρώτη φορά, ο Κάττος δεν προσπάθησε να επιβληθεί. Δεν επέμεινε. Δεν παρακάλεσε. Μόνο έσκυψε το κεφάλι.
Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως δεν υπήρχε τίποτε άλλο να διεκδικήσει.
Η Ελένη δεν του ανήκε. Ποτέ δεν του ανήκε. Και ίσως αυτή να ήταν η πιο δύσκολη αλήθεια που είχε χρειαστεί να αποδεχτεί.
Ο Κυριάκος στεκόταν λίγο πιο πίσω. Παρακολουθούσε. Ήταν έτοιμος να επέμβει αν χρειαζόταν, αλλά δεν μιλούσε.
Καταλάβαινε πως αυτή η στιγμή δεν του ανήκε. Είδε την Ελένη να κοιτάζει τον Κάττο. Είδε έναν άνθρωπο που κάποτε φοβόταν να στέκεται τώρα μπροστά της χωρίς δύναμη, χωρίς απειλή, χωρίς το παλιό του προσωπείο.
Και κατάλαβε πως, ό,τι κι αν συνέβαινε μέσα σε εκείνο το δωμάτιο, η απόφαση δεν ήταν δική του. Χωρίς να πει λέξη, απομακρύνθηκε. Πήγε προς την κουζίνα, όπου βρισκόταν η Βέρα.
Τους άφησε μόνους. Ίσως για πρώτη φορά, ο Κάττος και η Ελένη έπρεπε να σταθούν ο ένας απέναντι στον άλλον χωρίς τρίτους ανάμεσά τους. Χωρίς τον Αλή. Χωρίς τον Κυριάκο. Χωρίς το παρελθόν να τους υπαγορεύει τι έπρεπε να νιώσουν.
Πέρασε αρκετή ώρα. Ύστερα ακούστηκε η πόρτα να ανοίγει. Και να κλείνει. Ο Κάττος είχε φύγει.
Η Ελένη μπήκε στην κουζίνα. Ο Κυριάκος και η Βέρα την κοίταξαν. Δεν τη ρώτησαν τίποτα. Δεν χρειαζόταν. Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο. Όχι χαρούμενο. Όχι λυτρωμένο. Ήρεμο. Σαν να είχε αφήσει πίσω της ένα βάρος που κουβαλούσε για χρόνια. Το βλέμμα της στράφηκε προε τη θάλασσα.
Μέσα της υπήρχαν ακόμη ο φόβος, η απώλεια, οι αναμνήσεις και τα λάθη. Πάνω απ’ όλα, όμως, υπήρχε ο Αλή. Εκείνος δεν μπορούσε να επιστρέψει. Κανένας διάλογος, καμία συγχώρεση και κανένα τέλος δεν μπορούσε να το αλλάξει αυτό.
Ο Κυριάκος κοίταξε και αυτός τη θάλασσα.
Τα κύματα συνέχιζαν τον αιώνιο χορό τους πάνω στα βράχια, αδιάφορα για τις ζωές των ανθρώπων.
Ύστερα ο Κυριάκος ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του.
Σκέφτηκε τον Αλή. Τη ζωή του. Τον αγώνα του. Τις αποφάσεις του.
Και σκέφτηκε τον Κάττο, έναν άνθρωπο που είχε περάσει τη ζωή του μπερδεύοντας την αγάπη με την κατοχή, την απόρριψη με την προσβολή και το πληγωμένο εγώ με το μίσος. Ίσως αυτό να ήταν το πιο σκοτεινό σημείο της ανθρώπινης ψυχής. Να μπορείς να αγαπάς κάτι τόσο πολύ, ώστε να το καταστρέφεις επειδή δεν μπορείς να το αποκτήσεις.
Η νύχτα άρχισε να απλώνεται πάνω από το χωριό. Η θάλασσα σκοτείνιασε. Και η αυλή βυθίστηκε σε μια σιωπή διαφορετική από όλες τις προηγούμενες.
Ήταν η σιωπή εκείνων που είχαν χάσει κάτι και έπρεπε τώρα να μάθουν να ζουν μαζί με την απουσία του.
Η Ελένη σήκωσε για λίγο το βλέμμα προς τον ουρανό.
Και μέσα της, χωρίς να το πει σε κανέναν, κράτησε τον Αλή όπως τον είχε γνωρίσει. Όχι ως έναν άνθρωπο που πέθανε. Αλλά ως έναν άνθρωπο που είχε αγαπήσει.
Ο Κυριάκος κοίταξε τη Βέρα. Εκείνη του έπιασε το χέρι.
Και κάτω από το τελευταίο φως της ημέρας, οι τρεις τους έμειναν σιωπηλοί.
Η ζωή είχε προχωρήσει. Ο Αλή είχε φύγει. Ο Κάττος είχε επιστρέψει από το σκοτάδι του. Η Ελένη είχε μείνει όρθια.
Και ο Κυριάκος ήξερε πως, όσο κι αν οι άνθρωποι προσπαθούν να κλείσουν τις υποθέσεις τους, ορισμένες δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά. Μένουν μέσα τους. Σαν ουλές. Σαν μνήμες. Σαν αγάπες που κάποτε έγιναν μίσος και σαν μίση που, πολύ αργά, ανακάλυψαν πως έκρυβαν μέσα τους κάτι άλλο.
Και η θάλασσα, κάτω από το σκοτάδι, συνέχιζε να χτυπά τους βράχους. Σαν να ψιθύριζε πως τίποτε δεν χάνεται εντελώς. Ούτε η αγάπη. Ούτε το μίσος. Ούτε οι άνθρωποι που πέρασαν από τη ζωή μας.
ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ
Ο Κυριακός, η Βέρα και η Ελένη κατέληξαν, σχεδόν αθόρυβα, να ζουν κάτω από την ίδια στέγη. Δεν ήταν απόφαση της στιγμής ούτε αποτέλεσμα ανάγκης. Ήταν κάτι που γεννήθηκε μέσα από όσα είχαν περάσει μαζί και από τους δεσμούς που είχαν δημιουργηθεί ανάμεσά τους.
Με τη Βέρα τον συνέδεε ένας βαθύς δεσμός. Δεν ήταν πια ο θυελλώδης έρωτας των πρώτων χρόνων· ήταν κάτι πιο ήσυχο και πιο ώριμο. Σεβασμός, εμπιστοσύνη και μια σιωπηλή συμφωνία πως κανείς από τους δύο δεν ανήκε ολοκληρωτικά στον άλλον, αλλά επέλεγαν να στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον.
Με την Ελένη τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Τους ένωνε μια σχέση πιο υπόγεια, πιο δύσκολη να οριστεί. Μια φιλία που είχε χτιστεί μέσα από δοκιμασίες, φόβους και αλήθειες που δεν λέγονταν εύκολα. Ίσως γι’ αυτό ο Κυριακός δεν ξαφνιάστηκε όταν άρχισε να διακρίνει μια αλλαγή στη συμπεριφορά της.
Το βλέμμα της κρατούσε λίγο περισσότερο πάνω του. Οι σιωπές της γίνονταν βαρύτερες. Οι κινήσεις της είχαν αποκτήσει μια ανεπαίσθητη οικειότητα που δεν υπήρχε πριν.
Ο Κυριακός το κατάλαβε χωρίς να χρειαστούν λόγια.
Ήξερε την Ελένη. Ήξερε και τη Βέρα. Γνώριζε το παρελθόν τους, τις ζωές που είχαν ζήσει, τις επιλογές τους, αλλά και τις αδυναμίες τους. Ήξερε ακόμη και τον εαυτό του αρκετά καλά ώστε να μην προσποιείται πως η παρουσία της Ελένης τον άφηνε αδιάφορο.
Αυτό που ένιωθε δεν ήταν κάτι που είχε γεννηθεί εκείνη την εποχή. Υπήρχε μέσα του από παλιά, κρυμμένο κάτω από χρόνια σιωπής και διαφορετικές επιλογές ζωής.
Μα υπήρχε η Βέρα.
Και υπήρχε και κάτι ακόμη, βαθύτερο από έναν απλό κανόνα: η ανατροφή του. Όχι ως σύνολο απαγορεύσεων που του είχαν επιβληθεί, αλλά ως ένα εσωτερικό όριο που είχε χαράξει ο ίδιος μέσα του.
Δεν ήταν θέμα φόβου. Ήταν θέμα επιλογής. Κι έτσι κράτησε απόσταση. Όχι επειδή δεν ένιωθε, αλλά επειδή γνώριζε πως, αν έκανε το βήμα, τίποτα δεν θα έμενε ίδιο.
Το σπίτι ήταν βυθισμένο σε μια ήσυχη νύχτα. Η Βέρα είχε αποσυρθεί νωρίς στο δωμάτιό της, κουρασμένη από την ημέρα. Στο σαλόνι έμενε μόνο ένα χαμηλό φως, που έριχνε μαλακές σκιές στους τοίχους.
Ο Κυριακός καθόταν στο τραπέζι και ξεφύλλιζε ένα βιβλίο χωρίς να διαβάζει πραγματικά. Τα μάτια του περνούσαν πάνω από τις γραμμές, μα ο νους του βρισκόταν αλλού.
Άκουσε τα βήματα της Ελένης πριν ακόμη τη δει. Στάθηκε για λίγο στην είσοδο του σαλονιού, χωρίς να μιλήσει.
Φορούσε ένα απλό φόρεμα, χωρίς τίποτε το επιδεικτικό. Κι όμως, πάνω της έπαιρνε μια ξεχωριστή μορφή.
«Δεν κοιμάσαι;» τον ρώτησε τελικά, με χαμηλή φωνή.
«Όχι ακόμη», απάντησε.
Η Ελένη πλησίασε και στάθηκε δίπλα του, σκύβοντας ελαφρά για να δει το βιβλίο.
«Τι διαβάζεις;»
Ο Κυριακός της έδειξε το εξώφυλλο. Για λίγο επικράτησε σιωπή. Δεν ήταν άβολη. Μα ούτε και αθώα.
Ο Κυριακός σήκωσε τα μάτια του. Το βλέμμα της είχε μείνει πάνω του. Δεν έφυγε, όπως συνήθιζε άλλοτε. Κρατήθηκε εκεί, σταθερό, καθαρό.
Ήταν η πρώτη φορά που δεν προσπάθησε να κρύψει την πρόθεσή της. Ο Κυριακός ένιωσε την παρουσία της πιο έντονα απ’ όσο θα ήθελε. Το άρωμά της, η ζεστασιά της, η εγγύτητά της έφεραν μέσα του μια επιθυμία που δεν μπορούσε να προσποιηθεί ότι δεν υπήρχε… Μα κρατήθηκε.
«Σκέφτεσαι πάλι;» είπε εκείνη σχεδόν ψιθυριστά.
«Πάντα.»
Ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Άπλωσε το χέρι της πάνω στο τραπέζι, τάχα αφηρημένα. Τα δάχτυλά της πλησίασαν τα δικά του, χωρίς όμως να τον αγγίξουν αμέσως.
Έμειναν εκεί. Μια μικρή απόσταση. Μια απόσταση που ξαφνικά έμοιαζε μεγαλύτερη απ’ όλη τη ζωή τους.
Ο Κυριακός ένιωσε την ένταση να περνά μέσα του σαν ρεύμα. Δεν αποτραβήχτηκε, μα ούτε κινήθηκε προς το μέρος της. Μόνο την κοίταξε.
«Δεν φοβάσαι τίποτα;» τον ρώτησε ξαφνικά.
«Όχι όπως παλιά.»
«Εμένα με φοβάσαι;»
Τα δάχτυλά της άγγιξαν σχεδόν ανεπαίσθητα τα δικά του.
Ήταν ένα άγγιγμα ελαφρύ, μα αρκετό. Ο χρόνος έμοιαζε να σταματά για μια στιγμή.
Ο Κυριακός δεν τράβηξε το χέρι του, αλλά ούτε το έκλεισε πάνω στο δικό της. Έμεινε ακίνητος, σαν να ζύγιζε κάτι που δεν μπορούσε να ειπωθεί.
Το βλέμμα της μαλάκωσε. Τώρα δεν υπήρχε παρεξήγηση.
Ο ένας είχε καταλάβει τον άλλον. Και οι δύο γνώριζαν πως ανάμεσά τους υπήρχε επιθυμία.
Ένα ελαφρύ τρίξιμο από το πάτωμα, κάπου στο βάθος του σπιτιού, έσπασε τη στιγμή. Ο Κυριακός τράβηξε αργά το χέρι του. Όχι απότομα. Όχι φοβισμένα. Συνειδητά.
Η Ελένη δεν αντέδρασε. Τον κοίταξε για λίγο ακόμη, σαν να αποδεχόταν όχι την απόρριψη, αλλά το όριο που είχε θέσει.
Σηκώθηκε.
«Καληνύχτα, Κυριάκο.»
Έσκυψε και τον φίλησε απαλά στο κεφάλι.
«Καληνύχτα, Ελένη.»
Έφυγε χωρίς βιασύνη. Όταν χάθηκε στον διάδρομο, ο Κυριακός έμεινε μόνος. Το βιβλίο βρισκόταν ακόμη ανοιχτό μπροστά του. Μα τώρα δεν μπορούσε να διαβάσει ούτε μία γραμμή.
Η έλξη της Ελένης δεν ήταν κάτι καινούργιο. Υπήρχε μέσα του από τα νεανικά τους χρόνια, από τότε που ήταν ακόμη παιδιά και συμμαθητές. Τον τραβούσε πάντα, μα δεν το είχε ομολογήσει ποτέ.
Ούτε τότε. Ούτε αργότερα. Ήταν από εκείνα τα συναισθήματα που μένουν σιωπηλά, όχι επειδή είναι αδύναμα, αλλά επειδή δεν βρίσκουν ποτέ τον κατάλληλο χώρο για να υπάρξουν.
Και όταν, χρόνια αργότερα, οι δρόμοι τους ξανασυναντήθηκαν, όλα είχαν ήδη πάρει τη θέση τους.
Η Βέρα ήταν στη ζωή του. Όχι ως μια απλή παρουσία, αλλά ως επιλογή συνειδητή και δοκιμασμένη στον χρόνο.
Η Ελένη δεν στάθηκε ανάμεσά τους. Αντίθετα, έγινε μέρος της ζωής τους. Οι δύο γυναίκες ήρθαν κοντά, έγιναν φίλες και μοιράστηκαν στιγμές που έδεσαν ακόμη περισσότερο τις ζωές τους.
Ο Κυριακός τα θυμόταν όλα αυτά χωρίς πίκρα. Μόνο με επίγνωση. Η στάση του απέναντι στην Ελένη δεν ήταν αποτέλεσμα φόβου ούτε μιας επιφανειακής ηθικής απέναντι στη Βέρα.
Δεν ήταν άνθρωπος των κανόνων. Ήταν άνθρωπος των ορίων.
Υπήρχε μέσα του μια γραμμή χαραγμένη από τον ίδιο. Δεν μπορούσε πάντα να την εξηγήσει, αλλά την αναγνώριζε κάθε φορά που την πλησίαζε.
Δεν μπορούσε να μοιράζει τον εαυτό του σε κομμάτια. Ό,τι έδινε, το έδινε ολόκληρο. Η επιθυμία δεν του ήταν άγνωστη. Την ένιωθε καθαρά, χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτήν. Άλλο όμως η επιθυμία και άλλο η πράξη.
Και ήξερε πως ορισμένες πράξεις, ακόμη κι όταν γίνονται με τη συγκατάθεση όλων, αφήνουν πίσω τους συνέπειες που δεν μπορούν εύκολα να αναιρεθούν.
Τότε κατάλαβε κάτι που τον ανησύχησε. Η πιο δύσκολη υπόθεση που είχε μπροστά του δεν ήταν κάποια υπόθεση του γραφείου του. Ήταν αυτή που ζούσε τώρα.
Η Ελένη ήταν γυναίκα που ήξερε να διαβάζει τους ανθρώπους.
Ιδιαίτερα τους άνδρες. Αναγνώριζε τις αδυναμίες τους, καταλάβαινε τις επιθυμίες τους και ήξερε να τις πλησιάζει χωρίς να φαίνεται πως προσπαθεί.
Ο Κυριακός την ήξερε καλύτερα από τους περισσότερους.
Ήξερε πως δεν πίεζε. Δεν επέβαλλε. Δεν απαιτούσε. Πλησίαζε λίγο λίγο, αφήνοντας τον άλλον να πιστεύει πως έκανε μόνος του το επόμενο βήμα. Και αυτό ήταν ίσως το πιο επικίνδυνο στοιχείο της.
Για λίγες μέρες, μετά τη νυχτερινή τους συνάντηση, δεν έκανε τίποτε περισσότερο. Ή τουλάχιστον τίποτε που να μπορεί να κατηγορηθεί ως ξεκάθαρη πρόκληση.
Το παιχνίδι όμως είχε αρχίσει. Ένα βλέμμα. Μια παρατεταμένη σιωπή. Ένα άγγιγμα που μπορούσε να θεωρηθεί τυχαίο. Μια παρουσία λίγο πιο κοντά απ’ όσο χρειαζόταν.
Ο Κυριακός τα παρατηρούσε όλα. Και όσο περισσότερο τα παρατηρούσε, τόσο δυσκολότερο γινόταν να προσποιείται πως δεν τον επηρέαζαν.
Μια Κυριακή, το σπίτι ήταν ήρεμο. Ο Κυριακός καθόταν με τη Βέρα στο σαλόνι. Μιλούσαν για τον καιρό, για τα σύννεφα και για τον χειμώνα που αργούσε να φύγει.
Η ατμόσφαιρα ήταν γαλήνια. Μέχρι που εμφανίστηκε η Ελένη. Φορούσε ένα ελαφρύ νυχτικό, απλό αλλά αρκετά τολμηρό ώστε να μη μένει αμφιβολία για το ότι γνώριζε την επίδραση που μπορούσε να έχει πάνω του.
Ο Κυριακός ένιωσε αμέσως την ένταση. Για μια στιγμή δεν μίλησε. Ύστερα γύρισε προς τη Βέρα.
Εκείνη παρέμενε ήρεμη. Δεν υπήρχε στο πρόσωπό της ούτε ζήλια ούτε αμηχανία. Μόνο ένα βλέμμα που δεν μπορούσε να διαβάσει. Κι αυτό τον μπέρδεψε περισσότερο.
Η Ελένη κινήθηκε μέσα στο δωμάτιο σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. Κάθισε απέναντί τους. Μίλησε για κάτι ασήμαντο.
Ο Κυριακός όμως δεν άκουγε πραγματικά. Και η Βέρα το κατάλαβε.
Εκείνη τη στιγμή, μέσα του γεννήθηκε μια σκέψη που τον τρόμαξε περισσότερο από την ίδια την επιθυμία.
Ίσως να μπορούσε να αφεθεί. Ίσως να μπορούσε να ζήσει αυτό που ένιωθε χωρίς να το φορτώσει με ενοχές.
Μα δεν ήταν μόνος. Υπήρχε η Βέρα… Και υπήρχε η Ελένη.
Και, πάνω απ’ όλα, υπήρχε ο εαυτός του. Η απόφαση δεν θα μπορούσε να παρθεί χωρίς συνέπειες.
Ο Κυριακός δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Όχι επειδή τον βασάνιζε η τύψη. Ούτε επειδή φοβόταν αυτό που είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται μέσα του.
Ήταν κάτι πιο σύνθετο. Σαν να είχε ανοίξει μέσα του μια πόρτα που για χρόνια κρατούσε κλειστή.
Και τώρα δεν ήξερε αν ήθελε να την περάσει ή απλώς να σταθεί στο κατώφλι της.
Το πρωί ήρθε αθόρυβα. Το φως μπήκε από τα παράθυρα του σαλονιού και απλώθηκε πάνω στα έπιπλα, σαν να μην είχε αλλάξει τίποτε. Σαν το σπίτι να μην είχε νιώσει τη μετατόπιση που είχε ήδη συμβεί.
Η Βέρα ήταν ξύπνια. Καθόταν στην κουζίνα με ένα φλιτζάνι καφέ στα χέρια και κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Δεν γύρισε αμέσως όταν άκουσε τον Κυριακό να πλησιάζει.
Μόνο όταν κάθισε απέναντί της, σήκωσε το βλέμμα. Για μια στιγμή δεν μίλησε κανείς.
«Δεν κοιμήθηκες», είπε τελικά.
Δεν ήταν ερώτηση.
Ο Κυριακός χαμογέλασε αχνά.
«Όχι πολύ.»
Η Βέρα τον κοίταξε βαθύτερα. Όχι ελεγκτικά. Όχι με καχυποψία. Σαν να προσπαθούσε να δει όχι τι είχε κάνει, αλλά πού βρισκόταν μέσα του.
«Έχεις ήδη αποφασίσει», είπε ήρεμα.
Ο Κυριακός δεν απάντησε αμέσως.
«Δεν είναι τόσο απλό.»
Η Βέρα χαμογέλασε αχνά.
«Ποτέ δεν ήταν.»
Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα του δωματίου της Ελένης.
Εμφανίστηκε στην κουζίνα χωρίς βιασύνη. Το βλέμμα της πέρασε από τον έναν στον άλλον. Κατάλαβε αμέσως πως είχαν ήδη μιλήσει.
Η Βέρα πήρε μια γουλιά καφέ και άφησε το φλιτζάνι κάτω.
«Δεν χρειάζεται να κρύβεστε», είπε.
Η Ελένη έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
Ο Κυριακός την κοίταξε.
«Δεν κρυβόμαστε.»
Η Βέρα χαμογέλασε.
«Όχι ακόμη.»
Σηκώθηκε από την καρέκλα της. Πλησίασε τους δύο ανθρώπους που στέκονταν απέναντί της και στάθηκε κοντά τους.
Δεν υπήρχε εχθρότητα στο πρόσωπό της. Μόνο μια παράξενη διαύγεια.
«Ξέρω ποια είσαι», είπε στην Ελένη. «Και ξέρω τι θέλεις.»
Η Ελένη την κοίταξε σταθερά.
«Και;»
Η Βέρα πήρε μια μικρή ανάσα.
«Δεν με φοβίζει.»
Σταμάτησε.
«Αλλά θέλω να ξέρω πού οδηγεί.»
Η Ελένη δεν απάντησε. Ο Κυριακός αισθάνθηκε ξαφνικά πως η κατάσταση είχε ξεφύγει από τον έλεγχό του.
Η Βέρα συνέχισε:
«Ό,τι γίνει εδώ μέσα, δεν πρέπει να γίνει από αδυναμία. Ούτε από θυμό. Ούτε από λάθος.»
Κοίταξε πρώτα την Ελένη και ύστερα τον Κυριακό.
«Αν γίνει, θα γίνει επειδή το επιλέγουμε.»
Η λέξη έμεινε για λίγο στον αέρα. Ο Κυριακός πήρε μια βαθιά ανάσα. Η Βέρα γύρισε προς το παράθυρο.
«Μόνο να θυμάστε κάτι.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Οι ισορροπίες δεν χαλάνε πάντα από αυτά που κάνουμε. Μερικές φορές χαλάνε από αυτά που δεν λέμε.»
Το σπίτι συνέχισε να λειτουργεί σαν να μην είχε αλλάξει τίποτε. Οι ίδιες ώρες. Οι ίδιες μικρές συνήθειες. Οι ίδιες καθημερινές κινήσεις. Μα κάτω από την επιφάνεια κάτι είχε μετακινηθεί.
Η Βέρα το ένιωθε. Όχι επειδή είδε κάτι συγκεκριμένο, αλλά επειδή έπαψε να αισθάνεται τη βεβαιότητα που μέχρι τότε θεωρούσε δεδομένη.
Ο Κυριακός δεν είχε αλλάξει απέναντί της με τρόπο εμφανή. Δεν είχε γίνει ψυχρός ούτε απόμακρος. Απλώς, κάποιες στιγμές, το βλέμμα του καθυστερούσε λίγο περισσότερο όταν περνούσε η Ελένη από δίπλα. Μια μικρή καθυστέρηση. Ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Αρκετό όμως για τη Βέρα.
Ένα απόγευμα κάθονταν και οι τρεις στο σαλόνι. Η Ελένη σηκώθηκε να φτιάξει καφέ. Ο Κυριακός την ακολούθησε με το βλέμμα. Για λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν.
Η Βέρα δεν κοίταξε την Ελένη. Κοίταξε εκείνον. Και τότε κατάλαβε. Όχι τι είχε κάνει. Αλλά τι ήθελε.
Η Ελένη επέστρεψε κρατώντας τα φλιτζάνια. Άφησε ένα μπροστά στον Κυριακό. Τα δάχτυλά τους άγγιξαν για μια στιγμή. Ίσως τυχαία. Ίσως όχι.
Ο Κυριακός δεν τραβήχτηκε. Ούτε η Ελένη. Η Βέρα πήρε μια αργή ανάσα. Σηκώθηκε. Δεν είπε τίποτε. Πήγε προς το δωμάτιό της.
Ο Κυριακός την ακολούθησε με το βλέμμα. Ήθελε να την καλέσει. Δεν το έκανε.
Η πόρτα έκλεισε πίσω της ήσυχα. Και για πρώτη φορά, η σιωπή μέσα στο σπίτι δεν ήταν κοινή.
Ήταν δική της.
Μέσα στο δωμάτιο, η Βέρα στάθηκε για λίγο ακίνητη. Δεν έκλαψε. Δεν θύμωσε. Μα ένιωσε κάτι που δεν περίμενε.
Μοναξιά. Είχε ανοίξει η ίδια μια πόρτα, πιστεύοντας πως μπορούσε να την κρατήσει ανοιχτή χωρίς να κινδυνεύσει. Τώρα δεν ήταν τόσο σίγουρη.
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και έμεινε εκεί. Δεν υπήρχε θυμός. Υπήρχε μόνο η αμφιβολία αν είχε κάνει λάθος υπολογισμό.
Ο Κυριακός έμεινε για λίγο στο σαλόνι. Το φλιτζάνι μπροστά του είχε αρχίσει να κρυώνει. Κοίταξε την πόρτα του δωματίου της Βέρας. Καταλάβαινε πως κάτι είχε αλλάξει. Σηκώθηκε.
Η Ελένη καθόταν απέναντί του. Δεν τον ρώτησε τίποτε.
«Πήγε να ξεκουραστεί», είπε εκείνος.
Η Ελένη τον κοίταξε.
«Ή για να μείνει μόνη της;»
Ο Κυριακός δεν απάντησε. Η ερώτηση είχε βρει ακριβώς εκεί που έπρεπε. Πλησίασε την πόρτα της Βέρας. Ήταν μισάνοιχτη. Χτύπησε ελαφρά.
«Βέρα;»
Δεν περίμενε πραγματικά απάντηση. Μπήκε. Εκείνη καθόταν ακόμη στην άκρη του κρεβατιού. Τώρα όμως δεν κοιτούσε κάτω. Σήκωσε το βλέμμα της.
Ο Κυριακός την κοίταξε προσεκτικά. Δεν υπήρχε θυμός. Υπήρχε απόσταση. Μια ήσυχη, εσωτερική απόσταση.
«Είσαι καλά;»
«Ναι.»
Το είπε τόσο ήρεμα, ώστε ο Κυριακός κατάλαβε πως δεν ήταν αλήθεια ολόκληρη.
«Δεν φάνηκε έτσι.»
Η Βέρα χαμογέλασε αχνά.
«Δεν χρειάζεται να φαίνεται.»
Σιωπή.
«Σε επηρέασε», είπε ο Κυριακός.
«Φυσικά.»
Η απάντηση ήταν απλή. Χωρίς κατηγορία. Και αυτό τον χτύπησε περισσότερο.
«Νόμιζα…»
Σταμάτησε. Η Βέρα τον κοίταξε.
«Νόμιζες πως επειδή καταλαβαίνω, δεν αισθάνομαι.»
Ο Κυριακός έμεινε σιωπηλός.
Εκείνη συνέχισε:
«Άλλο να δέχεσαι κάτι με το μυαλό σου και άλλο να το βλέπεις μπροστά σου.»
Ο Κυριακός έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Σταμάτησε πριν την αγγίξει.
Η Βέρα το είδε.
«Μην αλλάξεις τώρα», είπε ήσυχα.
Εκείνος την κοίταξε.
«Τι εννοείς;»
«Αν αποφασίσεις να το κάνεις, να ξέρεις γιατί το κάνεις. Αν αποφασίσεις να μην το κάνεις, πάλι να ξέρεις γιατί.»
Κατέβασε για λίγο το βλέμμα.
«Δεν θέλω να σταματήσεις από λύπηση για μένα.»
Ο Κυριακός δεν απάντησε. Γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως το δυσκολότερο δεν ήταν να διαλέξει ανάμεσα σε δύο γυναίκες. Ήταν να σταθεί αντάξιος της επιλογής που θα έκανε.
Βγήκε από το δωμάτιο και έκλεισε αργά την πόρτα πίσω του. Δεν ένιωθε ενοχή. Ούτε όμως ένιωθε ελαφρύς. Περπάτησε προς το σαλόνι.
Η Ελένη ήταν εκεί. Καθόταν στην ίδια θέση, με το σώμα χαλαρό, αλλά το βλέμμα της προσεκτικό. Σήκωσε τα μάτια της μόλις τον είδε.
«Είναι καλά;»
«Ναι.»
Σταμάτησε.
«Αλλά όχι όπως πριν.»
Η Ελένη χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα.
«Κανείς δεν είναι όπως πριν.»
Ο Κυριακός στάθηκε απέναντί της. Την κοίταξε διαφορετικά. Όχι σαν πειρασμό. Σαν πραγματικότητα. Η επιθυμία υπήρχε ακόμη. Ίσως πιο δυνατή από πριν. Μα τώρα υπήρχε και η επίγνωση του τι μπορούσε να προκαλέσει.
Πλησίασε. Η Ελένη δεν απομακρύνθηκε. Περίμενε.
Ο Κυριακός στάθηκε πολύ κοντά της. Κατέβασε για λίγο τα μάτια, σαν να ζύγιζε την τελευταία του σκέψη.
Ύστερα την κοίταξε ξανά. Καθαρά. Χωρίς άμυνα.
Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε απαλά το πρόσωπό της.
Η Ελένη πήρε μια αργή ανάσα. Δεν έκλεισε αμέσως τα μάτια.
Τον κοίταζε σαν να περίμενε να δει αν αυτή τη φορά θα τραβηχτεί. Δεν τραβήχτηκε.
Η Ελένη έγειρε ελαφρά προς το άγγιγμά του. Η απόσταση ανάμεσά τους χάθηκε.
Ο Κυριακός έσκυψε και τη φίλησε. Όχι βιαστικά. Όχι με πάθος που θα διέλυε τη στιγμή. Αργά. Σαν να ήθελε να καταλάβει τι ακριβώς ξεκινούσε εκείνη τη στιγμή.
Η Ελένη ανταποκρίθηκε. Το χέρι της ακούμπησε στον ώμο του. Για λίγες στιγμές δεν υπήρχε τίποτε άλλο.
Ύστερα απομακρύνθηκαν. Κανείς δεν μίλησε.
Ο Κυριακός την κοίταξε. Και τότε είδε τη Βέρα. Όχι μπροστά του. Μέσα του.
Η Ελένη το κατάλαβε.
«Είναι ήδη εκεί», είπε χαμηλά.
Ο Κυριακός δεν αρνήθηκε.
Η Ελένη χαμογέλασε πικρά.
«Το ήξερα…Πως ακόμη κι αν με ήθελες, δεν θα μπορούσες να φύγεις από εκείνη.»
Ο Κυριακός έμεινε σιωπηλός.
Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβαν και οι δύο πως αυτό που είχε αρχίσει δεν μπορούσε να συνεχιστεί.
Ο Κυριακός έμεινε μόνος στο σαλόνι για ώρα. Δεν προσπαθούσε πια να εξηγήσει. Δεν αναζητούσε δικαιολογίες.
Η επιθυμία δεν ήταν λάθος. Ούτε η έλξη. Ήταν αληθινά.
Και ακριβώς γι’ αυτό τα πράγματα ήταν δύσκολα.
Σηκώθηκε. Πέρασε από το δωμάτιο της Ελένης.
Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Εκείνη στεκόταν όρθια.
Σαν να τον περίμενε. Ο Κυριακός στάθηκε στο κατώφλι.
«Δεν ήταν λάθος», είπε.
Η Ελένη δεν μίλησε.
«Αλλά δεν μπορώ να το συνεχίσω.»
«Γιατί;»
Ο Κυριακός πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Γιατί μπορώ.»
Η Ελένη τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
«Αυτό είναι το πρόβλημα», συνέχισε. «Όχι ότι θέλω. Αλλά ότι μπορώ να το συνεχίσω χωρίς να καταλάβω αμέσως τι θα χάσω. Κάποια πράγματα δεν χάνονται εκείνη τη στιγμή. Τα χάνεις αργότερα. Όταν έχεις πια συνηθίσει την απουσία τους.»
Η Ελένη τον κοίταξε για αρκετή ώρα. Ύστερα έγνεψε. Δεν έκλαψε. Δεν τον παρακάλεσε.
«Το ήξερα πως θα το έλεγες.»
«Και τότε γιατί;»
Η Ελένη χαμογέλασε αχνά.
«Γιατί ήθελα να το ακούσω από σένα.»
Ο Κυριακός έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα έφυγε. Πήγε προς το δωμάτιο της Βέρας. Στάθηκε έξω από την πόρτα.
Χτύπησε.
«Μπες», ακούστηκε η φωνή της.
Η Βέρα καθόταν στο κρεβάτι. Τον κοίταξε. Δεν ρώτησε. Ο Κυριακός πλησίασε.
«Δεν θα το συνεχίσω.»
Η Βέρα τον κοίταξε σταθερά.
«Είσαι σίγουρος;»
«Ναι.»
«Για μένα;»
Ο Κυριακός κούνησε το κεφάλι.
«Όχι μόνο για σένα.»
Πήρε μια ανάσα.
«και για μένα.»
Η Βέρα τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. Ύστερα έγνεψε.
Δεν υπήρχε θρίαμβος στο πρόσωπό της. Ούτε ανακούφιση που θα μπορούσε να θεωρηθεί νίκη. Μόνο μια βαθιά, ήσυχη συγκίνηση.
«Τότε καλά έκανες.»
Ο Κυριακός κάθισε δίπλα της. Για πρώτη φορά ύστερα από πολλές μέρες, δεν υπήρχε τίποτε που να χρειάζεται να εξηγηθεί. Η απόφαση είχε παρθεί. Και είχε παρθεί χωρίς φόβο.
Μερικοί μήνες πέρασαν. Ο χρόνος δεν άλλαξε τίποτε απότομα.
Μόνο καθάρισε τα πράγματα. Το σπίτι παρέμεινε ίδιο.
Ίδιοι τοίχοι. Ίδια δωμάτια. Ίδιες ώρες.
Μα οι σιωπές είχαν αλλάξει. Δεν ήταν πια φορτωμένες με ανείπωτα πράγματα. Ήταν απλώς σιωπές. Ήσυχες. Καθαρές.
Η Ελένη έφυγε. Όχι δραματικά. Όχι ξαφνικά.
Έφυγε όπως φεύγει κάποιος που καταλαβαίνει πως ένας κύκλος της ζωής του ολοκληρώθηκε.
Δεν κράτησε κακία. Δεν χάθηκε. Πήρε μαζί της τις εμπειρίες της, τις αναμνήσεις της και όσα είχε καταλάβει για τον εαυτό της.
Και άφησε πίσω της κάτι που ποτέ δεν της ανήκε.Τον Κυριακό.
Ο Κυριακός και η Βέρα έμειναν. Όχι επειδή τίποτε δεν τους είχε αγγίξει. Αλλά επειδή αυτό που είχαν άντεξε να δοκιμαστεί.
Δεν γύρισαν πίσω σε αυτό που ήταν πριν. Έγιναν κάτι πιο ήσυχο. Πιο ώριμο. Πιο αληθινό.
Ένα βράδυ, καθώς κάθονταν μαζί στο σαλόνι, χωρίς πολλά λόγια, ο Κυριακός κοίταξε τη Βέρα.
«Ξέρεις κάτι;»
Εκείνη γύρισε προς το μέρος του.
«Τι;»
Ο Κυριακός χαμογέλασε ελαφρά.
«Δεν μετανιώνω για όσα ένιωσα.»
Η Βέρα τον κοίταξε για λίγο. Ύστερα έγνεψε.
«Ούτε εγώ.»
Έμειναν σιωπηλοί. Μα η σιωπή εκείνη δεν ήταν βαριά.
Ήταν ολοκληρωμένη.
Ο Κυριακός είχε καταλάβει κάτι που δεν γράφεται εύκολα σε λέξεις. Οι άνθρωποι δεν δοκιμάζονται όταν δεν έχουν επιλογές. Δοκιμάζονται όταν έχουν. Γιατί τότε φαίνεται ποιοι είναι πραγματικά. Και στο τέλος δεν μένει μόνο αυτό που ένιωσαν, ούτε αυτό που θέλησαν. Μένει αυτό που επέλεξαν να κρατήσουν.
Ο Κυριακός είχε επιλέξει. Και αυτή τη φορά ήξερε πως η επιλογή του δεν ήταν παραίτηση. Ήταν ελευθερία. Γιατί ελευθερία δεν είναι να κάνεις ό,τι θέλεις. Είναι να μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις — και να έχεις τη δύναμη να σταματήσεις όταν καταλάβεις πως κάποια πράγματα αξίζουν περισσότερο.
Έξω, η νύχτα είχε απλωθεί ήσυχα πάνω από το χωριό.
Και μέσα στο σπίτι, για πρώτη φορά ύστερα από καιρό, όλα έμοιαζαν να βρίσκονται ξανά στη θέση τους.
ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
Η Ελένη είχε φύγει. Είχε έρθει η ώρα να συνεχίσει τη ζωή της μόνη, χωρίς τον Αλή. Έφυγε σαν κάποιος που είχε ολοκληρώσει έναν κύκλο και γνώριζε πότε έπρεπε να τον κλείσει.
Δεν χάθηκε ούτε απομακρύνθηκε με θυμό. Πήρε μαζί της ό,τι της ανήκε πραγματικά: τον εαυτό της και τις εμπειρίες της. Και άφησε πίσω της ό,τι δεν της ανήκε ποτέ. Τον Κυριάκο.
Εκείνος, στην αυλή, κάτω από τη βαριά σκιά της τερατσιάς, ένιωθε πως κάτι από τη σιωπηλή παρουσία της είχε μείνει ακόμη εκεί. Όχι σαν βάρος, αλλά σαν ανάμνηση. Σαν να του είχε δανείσει για λίγο κάτι από τον εαυτό της.
Το θαλασσινό αεράκι που ερχόταν από τη δύση ανακάτευε τα φύλλα της τερατσιάς και έφερνε μαζί του τη γνώριμη αλμύρα της θάλασσας. Ο Κυριάκος το άφηνε να περνά από πάνω του και να του ξυπνά μια αδιόρατη διάθεση για ζωή — όχι για δράση με την επιφανειακή της έννοια, αλλά για εκείνη τη βαθύτερη εσωτερική κίνηση που ωριμάζει τη σκέψη και καταλαγιάζει το συναίσθημα.
Οικονομικά ανεξάρτητος και απαλλαγμένος από τις καθημερινές έγνοιες, είχε μάθει πλέον να επιλέγει τις υποθέσεις που αναλάμβανε. Το όνομά του ως ερευνητή είχε αποκτήσει τη δική του, ιδιότυπη φήμη. Τον θεωρούσαν άνθρωπο της λογικής και της ανάλυσης, ικανό να αντλεί σημαντικά συμπεράσματα από λεπτομέρειες που οι περισσότεροι προσπερνούσαν.
Τώρα, όμως, είχε σχεδόν αποσυρθεί. Δεχόταν μόνο ό,τι πραγματικά τον ενδιέφερε και αφιέρωνε τον περισσότερο χρόνο του στη μελέτη, στην παρατήρηση και στη συγγραφή. Είχε φτάσει σε μια ηλικία όπου δεν ένιωθε πια την ανάγκη να αποδεικνύει τίποτε σε κανέναν.
Ο χρόνος δεν τον πίεζε. Απλωνόταν μπροστά του άφθονος και σιωπηλός.
Τις ζεστές μέρες καθόταν κάτω από την τερατσιά και άφηνε τη σκέψη του να περιπλανιέται. Τις δροσερές νύχτες, πίσω από το γραφείο του, βυθιζόταν για ώρες στα βιβλία και στις σημειώσεις του, γράφοντας, σβήνοντας και ξαναγράφοντας, αναζητώντας πολλές φορές κάτι που ούτε ο ίδιος μπορούσε να ονομάσει.
Η Ελένη είχε μείνει κάπου μακριά, σαν ανάμνηση που δεν ξεθωριάζει, αλλά αλλάζει μορφή με τον χρόνο.
Η Βέρα, όμως, παρέμενε δίπλα του. Σταθερή και διακριτική, χωρίς απαιτήσεις και χωρίς περιττές κουβέντες. Δεν ζητούσε τίτλους, δεν απαιτούσε εξηγήσεις. Η παρουσία της ήταν αρκετή.
Ήταν μια ήσυχη ζωή. Μια ζωή που ο Κυριάκος είχε επιλέξει και, με τον δικό του τρόπο, είχε μάθει να αγαπά.
Ώσπου, μια μέρα, έφτασε ένα γράμμα από δικηγορικό γραφείο.
Το άνοιξε χωρίς ιδιαίτερη περιέργεια. Δεν περίμενε τίποτε σημαντικό. Καθώς όμως διάβασε τις πρώτες γραμμές, το βλέμμα του σταμάτησε.
Ξαναδιάβασε την παράγραφο. Ύστερα άλλη μία φορά.
Ήταν ο μοναδικός κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας. Του Αλή.
Έμεινε για λίγο ακίνητος. Ο Αλή... Ακόμη και νεκρός, έμοιαζε να βρίσκει έναν τρόπο να επιστρέφει στη ζωή του. Σαν να μην είχε ολοκληρώσει όσα ήθελε να του πει. Σαν να είχε αφήσει πίσω του κάτι που τώρα ζητούσε από εκείνον να το σηκώσει.
Δεν χρειαζόταν καμία κληρονομιά για να θυμάται τον Αλή. Ήταν φίλοι. Όχι από εκείνες τις εύκολες φιλίες που γεννιούνται στην άνεση και χάνονται στην πρώτη δυσκολία. Η δική τους είχε σφυρηλατηθεί αλλιώς — μέσα από συμπτώσεις που έμοιαζαν με δοκιμασίες, μέσα από καταστάσεις όπου δεν υπήρχε χώρος για προσποιήσεις.
Ανάμεσά τους είχαν δημιουργηθεί δεσμοί που δεν μετριούνται με χρήματα: εκτίμηση, κατανόηση, αλληλεγγύη. Και πάνω απ’ όλα, μια σιωπηλή εμπιστοσύνη που δεν χρειάστηκε ποτέ να ειπωθεί.
Ο Κυριάκος δεν θα τον ξεχνούσε. Ο Αλή ήταν κομμάτι μιας άλλης ζωής. Μιας ζωής που είχε περάσει, αλλά δεν είχε σβήσει. Μιας ζωής που τους είχε ενώσει με τρόπο αμετάκλητο και είχε αφήσει πίσω της ίχνη που ο χρόνος δεν μπορούσε να διαγράψει.
Και τώρα, με το γράμμα στα χέρια και το όνομα του Αλή μπροστά του, όλα έμοιαζαν να δένουν μεταξύ τους με έναν τρόπο που δεν του άρεσε καθόλου.
Ήταν βέβαιος πως ο μακαρίτης φίλος του δεν του άφηνε μόνο χρήματα. Του άφηνε και μια κληρονομιά ευθύνης. Η περιουσία ήταν όλη δική του. Μπορούσε να τη διαχειριστεί όπως εκείνος έκρινε. Υπήρχε, όμως, μια παράκληση: Να προφυλάξει την Ελένη.
Ο Κυριάκος ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα.
Η Ελένη. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είχε γίνει κι εκείνη μέρος της ζωής του. Όχι όπως παλιά, αλλά μέσα από έναν δεσμό που δεν μπορούσε πλέον να αγνοήσει.
Ο Αλή, ακόμη και μετά τον θάνατό του, συνέχιζε να του δημιουργεί ερωτήματα.
Η περιουσία ήταν τεράστια. Αμέτρητη σχεδόν. Ο Κυριάκος δεν ήθελε να τη χρησιμοποιήσει για τον εαυτό του. Αφού σκέφτηκε καλά, αποφάσισε. Θα δημιουργούσε ένα ίδρυμα. Όχι για να ξεπλύνει το παρελθόν του Αλή. Ούτε για να κρύψει την προέλευση των χρημάτων. Το παρελθόν δεν σβήνει με φιλανθρωπίες.
Ήθελε, όμως, να μετατρέψει ένα μέρος εκείνης της σκοτεινής κληρονομιάς σε κάτι που θα βοηθούσε ανθρώπους οι οποίοι είχαν βρεθεί στο περιθώριο. Ανθρώπους που δεν είχαν κανέναν. Ανθρώπους στους οποίους η ζωή δεν είχε αφήσει δεύτερη επιλογή.
Και τότε το όνομα ήρθε μόνο του:
«Ίδρυμα Δεύτερης Ευκαιρίας».
Έμεινε για λίγο να το κοιτάζει νοερά. Δεν ήταν τυχαίο. Ήταν σαν μια ομολογία του Αλή από την άλλη πλευρά της ζωής. Σαν να του έλεγε:
Εσύ μου την έδωσες τη δεύτερη ευκαιρία. Τώρα δώσ’ την κι εσύ.
Ο Κυριάκος άφησε τα χαρτιά πάνω στο γραφείο. Δεν ένιωθε ευγνωμοσύνη ούτε συγκίνηση. Ένιωθε βάρος και ευθύνη. Ήξερε από πού προέρχονταν αυτά τα χρήματα. Και ήξερε πως, αν τα αποδεχόταν, δεν θα ήταν απλώς κληρονόμος. Θα γινόταν ο άνθρωπος που θα αποφάσιζε τι θα άφηνε πίσω του ο Αλή.
Για μια στιγμή σκέφτηκε να τα απορρίψει όλα. Να κλείσει τον φάκελο, να τον επιστρέψει και να τελειώσει εκεί.
Δεν το έκανε. Γιατί, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί, μέσα του γνώριζε πως η πραγματική απόφαση είχε παρθεί χρόνια πριν. Εκείνο το βράδυ, στο πλοίο. Τότε που είχε ανοίξει τις σεντίνες και είχε επιλέξει να μη φωνάξει και να μην καταδικάσει τον Αλή.
Τότε είχε δώσει στον Αλή μια δεύτερη ευκαιρία. Τώρα η ζωή του ζητούσε να κάνει το ίδιο για άλλους.
Ο Κυριάκος αφιέρωσε τις επόμενες εβδομάδες στην οργάνωση του ιδρύματος. Ήθελε όλα να γίνουν νόμιμα, καθαρά και με τρόπο που να μην προσβάλλει ούτε τους ανθρώπους που θα βοηθούσε ούτε τη μνήμη εκείνων που θα ευεργετούνταν από αυτό.
Δεν ήθελε ένα ίδρυμα γεμάτο γραφεία και σφραγίδες. Ήθελε έναν τόπο όπου ένας άνθρωπος που είχε χάσει τα πάντα θα μπορούσε να ξαναβρεί κάτι από τη ζωή του. Ένα στήριγμα. Μια ευκαιρία. Έναν άνθρωπο να του πει πως δεν τελείωσαν όλα.
Και τότε, χωρίς να το περιμένει, η πρώτη ευκαιρία παρουσιάστηκε μπροστά του.
Ήταν ένα απόγευμα που επέστρεφε από την πόλη. Μπήκε στην αυλή και, πριν προλάβει να αφήσει το σακάκι του, άκουσε φωνές από την κουζίνα.
Πλησίασε. Η Βέρα ήταν εκεί. Και μαζί της ένα παιδί. Δεν θα ήταν πάνω από έξι χρονών. Μελαχρινό, λεπτό, με όμορφο πρόσωπο, παρά την ταλαιπωρία που είχε γνωρίσει.
Καθόταν στο τραπέζι και έτρωγε με τέτοια λαιμαργία, ώστε σχεδόν δεν προλάβαινε να μασήσει. Κατάπινε τις μπουκιές βιαστικά, σαν να φοβόταν μήπως κάποιος του πάρει το πιάτο. Ήταν φανερό πως είχε μέρες να φάει κανονικά.
Η Βέρα στεκόταν δίπλα του και το παρακολουθούσε με βλέμμα γεμάτο συμπόνια.
Ο Κυριάκος δεν μίλησε αμέσως. Η Βέρα σήκωσε τα μάτια της.
«Το βρήκα έξω από την αυλόπορτα», του είπε.
Ο Κυριάκος κοίταξε το παιδί.
«Μόνο του;»
Η Βέρα έγνεψε.
«Μόνο του.»
Το παιδί συνέχισε να τρώει. Η Βέρα του είχε ανοίξει την πόρτα και το είχε βάλει μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήταν ταλαιπωρημένο, σκυφτό, ρακένδυτο. Όταν την είχε κοιτάξει, το βλέμμα του ήταν τόσο ικετευτικό, ώστε δεν χρειάστηκε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει.
Το περιμάζεψε. Απλώς. Όπως κάνει κανείς όταν βλέπει μπροστά του έναν άνθρωπο που χρειάζεται βοήθεια.
Ο Κυριάκος πλησίασε. Το παιδί σήκωσε για λίγο τα μάτια του. Συναντήθηκαν τα βλέμματά τους και κάτι μέσα του σφίχτηκε.
Κατάλαβε αμέσως. Ήταν ένα από τα τραγικά πρόσωπα της εποχής.
Ο πόλεμος στη Συρία. Οι ανελέητοι έμποροι των ανθρώπων, που φόρτωναν παιδιά σε σαπιοκάραβα και τα άφηναν στη θάλασσα να παλέψουν μόνα τους για τη ζωή.
Δεν είχε έρθει στην Κύπρο από επιλογή. Τον είχε φέρει ο πόλεμος. Ήταν ακόμη παιδί και άφησε πίσω του τη γη που τον είχε γεννήσει — μια γη που μέσα σε λίγους μήνες είχε μετατραπεί από σπίτι σε εφιάλτη. Οι δρόμοι που γνώριζε γέμισαν φόβο. Τα πρόσωπα που τον κρατούσαν όρθιο χάθηκαν μέσα στο χάος. Οι γονείς του εξαφανίστηκαν κάπου ανάμεσα στη φυγή και στην καταστροφή.
Και μαζί τους χάθηκε και η παιδική του ηλικία.
Έφτασε μόνος. Χωρίς χέρι να τον κρατά, χωρίς άνθρωπο να τον περιμένει, χωρίς κάποιον να του πει πού θα κοιμηθεί την επόμενη νύχτα.
Στους δρόμους μιας ξένης χώρας έγινε σχεδόν αόρατος. Ένα παιδί χωρίς παρελθόν, χωρίς βεβαιότητα για το αύριο.
Κάποιοι άνθρωποι τον πήραν μαζί τους. Ξένοι, περαστικοί, που τον παρουσίαζαν σαν δικό τους παιδί για να περάσουν σύνορα ή να εξασφαλίσουν χρήματα και διευκολύνσεις. Το παιδί δεν ήξερε αν έπρεπε να τους φοβάται ή να τους ευγνωμονεί. Ακολουθούσε. Δεν είχε άλλη επιλογή.
Κι όταν πια δεν το χρειάζονταν, το άφησαν. Έξω από μια αυλόπορτα.
Ο Κυριακός ένιωσε εκείνο το γνώριμο σφίξιμο. Το ίδιο που είχε νιώσει χρόνια πριν, εκείνο το βράδυ στο πλοίο. Το βάρος της επιλογής.
Κοίταξε τη Βέρα. Εκείνη δεν είπε τίποτα. Δεν χρειαζόταν.
Ο Κυριακός κατάλαβε πως το παιδί αυτό είχε ήδη μπει στη ζωή τους. Το μόνο ερώτημα ήταν τι θα έκαναν από εδώ και πέρα.
Πλησίασε περισσότερο. Το παιδί σταμάτησε να τρώει και τον κοίταξε.
Στο βλέμμα του υπήρχε ακόμη φόβος. Αλλά τώρα υπήρχε και κάτι άλλο. Μια μικρή, σχεδόν αόρατη ελπίδα. Και τότε ο Κυριακός το ήξερε.
Ίσως αυτό να ήταν το πρώτο πραγματικό έργο του ιδρύματος.
Η μικρή έρευνα που έκανε τις επόμενες ημέρες επιβεβαίωσε όσα είχαν ήδη υποψιαστεί. Κάποιοι το είχαν φέρει μαζί τους όχι από φροντίδα, αλλά από συμφέρον. Το παρουσίαζαν ως δικό τους παιδί, ελπίζοντας να εξασφαλίσουν επιδόματα και άλλες διευκολύνσεις.
Και όταν οι προσπάθειές τους απέτυχαν, το εγκατέλειψαν. Απλά. Σιωπηλά. Οριστικά.
Ο Κυριακός δεν χρειάστηκε περισσότερες αποδείξεις. Με τη Βέρα δεν αντάλλαξαν παρά ελάχιστες κουβέντες.
Είχαν ήδη αποφασίσει. Το ίδρυμα θα ξεκινούσε από αυτό το παιδί.
Οι διαδικασίες, όμως, απαιτούσαν χρόνο. Και το παιδί δεν είχε χρόνο για να περιμένει. Έτσι, αποφάσισαν να το κρατήσουν κοντά τους.
Οι ημέρες που ακολούθησαν άλλαξαν αθόρυβα τον ρυθμό του σπιτιού.
Ένα πιάτο παραπάνω στο τραπέζι. Ένα μικρό σώμα που περιφερόταν διστακτικά στους χώρους. Μάτια που στην αρχή απέφευγαν τους άλλους και, σιγά σιγά, άρχισαν να σηκώνονται.
Το παιδί άρχισε να νιώθει ασφαλές. Και μαζί με αυτό, κάτι άλλαζε και μέσα στον Κυριακό και στη Βέρα.
Οι δουλειές του σπιτιού δεν ήταν ούτε βαριές ούτε πολλές. Η οικονόμος, όταν τελείωνε όσα είχε να κάνει, καθόταν λίγο παραπέρα, πάντα πρόθυμη να σηκωθεί αμέσως αν κάποιος τη χρειαζόταν. Τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο της τον περνούσε με το κινητό στο χέρι, περιδιαβαίνοντας για ώρες στο διαδίκτυο.
Τώρα, όμως, η παρουσία του παιδιού άρχισε να αλλάζει και τη δική της καθημερινότητα. Στην αρχή το παρατηρούσε από απόσταση. Δεν ήθελε να ανακατευτεί περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Σιγά σιγά, όμως, άρχισε κι εκείνη να πλησιάζει. Του έφερνε λιχουδιές να φάει, του τακτοποιούσε τα ρούχα, του έδειχνε πού βρισκόταν κάτι που έψαχνε.
Και όταν η Βέρα καθόταν μαζί του για να του μάθει γράμματα και λέξεις, η οικονόμος έμενε λίγο παραπέρα και παρακολουθούσε.
Χωρίς να το καταλάβει, άρχισε κι εκείνη να ενδιαφέρεται για το παιδί. Ίσως γιατί η παρουσία του είχε φέρει στο σπίτι κάτι που έλειπε για χρόνια. Ζωή.
Η Βέρα ήταν εκείνη που ανέλαβε να του μάθει τη γλώσσα και να του ανοίξει τον δρόμο προς τον καινούργιο κόσμο στον οποίο είχε βρεθεί.
Η οικονόμος, όμως, το πλησίαζε διαφορετικά. Με τις μικρές καθημερινές φροντίδες. Με ένα πιάτο φαγητό. Με καθαρά ρούχα. Με μια κουβέντα. Με εκείνη την απλή, πρακτική καλοσύνη που δεν χρειάζεται πολλά λόγια.
Και χωρίς κανείς να το έχει σχεδιάσει, γύρω από το παιδί άρχισε να δημιουργείται ένας μικρός κύκλος ανθρώπων που το φρόντιζαν.
Ώσπου, κάποια στιγμή, έμαθαν το όνομά του. Αλή.
Ο Κυριακός έμεινε ακίνητος. Για μια στιγμή, ήταν σαν να πάγωσε ο χρόνος.
Η Βέρα τον κοίταξε. Δεν γνώριζε όλη την ιστορία του Αλή. Γνώριζε όμως αρκετά, ώστε να καταλάβει πως το όνομα αυτό δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο.
Ο Κυριακός κοίταξε το παιδί. Αλή. Το όνομα του νεκρού φίλου του.
Κάποια πράγματα μοιάζουν με συμπτώσεις. Κάποια άλλα, όμως, έρχονται στη ζωή μας σαν να έχουν προηγηθεί από εμάς.
Ο Κυριακός δεν προσπάθησε να εξηγήσει τίποτε. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε δίλημμα. Υπήρχε μόνο ευθύνη. Και, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, κάτι που έμοιαζε με λύτρωση.
Το παιδί ήταν πανέξυπνο. Μάθαινε γρήγορα. Η Βέρα του μάθαινε τη γλώσσα, τα γράμματα, τις πρώτες λέξεις που θα του άνοιγαν τον δρόμο προς έναν κόσμο που μέχρι τότε του ήταν ξένος.
Το παιδί απορροφούσε τα πάντα. Κάθε λέξη. Κάθε χειρονομία. Κάθε καινούργιο πράγμα. Και πάνω απ’ όλα, παρακολουθούσε τη Βέρα. Την κοίταζε σαν να προσπαθούσε να καταλάβει τον κόσμο μέσα από εκείνη.
Η Βέρα δεν ήταν μόνο εκείνη που του έδινε μαθήματα. Ήταν το πρώτο σταθερό πρόσωπο στη ζωή του. Η γυναίκα που του έδινε φαγητό χωρίς να ζητά τίποτα. Που του εξηγούσε τις λέξεις χωρίς να γελά όταν τις μπέρδευε. Που του έδειχνε πως μπορούσε να κάνει λάθος χωρίς να φοβάται. Του έδινε μητρική αγάπη.
Και όταν, ένα βράδυ, χωρίς να το σκεφτεί, έτρεξε και την αγκάλιασε, εκείνη έμεινε για λίγο ακίνητη.
Ύστερα τον αγκάλιασε κι εκείνη. Χωρίς λόγια.
Από εκείνη τη στιγμή κάτι είχε αλλάξει.
Δεν ήταν πια απλώς ένα παιδί που φιλοξενούσαν. Είχε γίνει μέρος της καθημερινότητάς τους. Και η καθημερινότητα, όταν επαναλαμβάνεται με αγάπη, κάποτε γίνεται δεσμός.
Χωρίς να το επιδιώξουν, άρχισαν να ανακαλύπτουν μέσα από τον Αλή κάτι που είχαν ξεχάσει: την αίσθηση της οικογένειας.
Τα βράδια, όταν ο Αλή κοιμόταν, οι δυο τους κάθονταν και συζητούσαν χαμηλόφωνα. Για την πρόοδό του. Για όσα είχε περάσει. Για όσα ήθελαν να του προσφέρουν. Και, κυρίως, για το μέλλον του.
Δεν ήξεραν ακόμη πού θα οδηγούσε αυτή η ιστορία. Ήξεραν όμως πως δεν μπορούσαν να τον επιστρέψουν στη μοναξιά από την οποία τον είχαν βγάλει.
Και ο Κυριακός, που για χρόνια είχε μάθει να ζει μόνος με τις σκέψεις του, άρχισε να καταλαβαίνει πως υπάρχουν πράγματα που δεν λύνονται με τη λογική. Απλώς συμβαίνουν.
Ένα παιδί που κάποτε δεν είχε κανέναν, είχε τώρα ανθρώπους που το περίμεναν να γυρίσει στο σπίτι.
Και τότε ο Κυριακός κατάλαβε πως η ζωή είχε έναν παράξενο τρόπο να επιστρέφει στους ανθρώπους όσα κάποτε είχαν δώσει.
Χρόνια πριν είχε κρύψει έναν κυνηγημένο άνθρωπο μέσα στις σκιές ενός πλοίου. Εκείνος ο άνθρωπος του άφησε μια περιουσία. Κι εκείνη η περιουσία έφερε τώρα στο σπίτι τους ένα παιδί.
Ο Αλή είχε ζητήσει από τον Κυριακό να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Ο Κυριακός την είχε δώσει.
Και τώρα, χωρίς να το ξέρει κανείς, εκείνη η δεύτερη ευκαιρία είχε επιστρέψει στον ίδιο.
Με το όνομα Αλή. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν μια ευκαιρία για να σωθεί ένας άνθρωπος από τον θάνατο.
Ήταν μια ευκαιρία για να μάθει ένα παιδί πώς είναι να ζεις.
Η Βέρα αγκάλιασε το ανάγιωμα του Αλή σαν να τον περίμενε πάντα.
Δεν τον είδε ποτέ ως ξένο. Δεν τον μέτρησε με αίμα ή καταγωγή. Τον μέτρησε με την ανάγκη του και με την αγάπη που μπορούσε να του προσφέρει. Και του έδωσε ό,τι είχε.
Ο Κυριάκος την παρατηρούσε σιωπηλά. Έβλεπε τη ζωή της να γεμίζει νόημα, φροντίδα και σκοπό. Και μέσα του ένιωθε μια ήσυχη βεβαιότητα πως εκείνη είχε βρει κάτι που λίγοι άνθρωποι βρίσκουν.
Δεν έγινε απλώς θετή μητέρα. Έγινε μάνα. Χωρίς όρους. Χωρίς ανταπόδοση.
Και τα χρόνια πέρασαν. Ο Αλής μεγάλωσε μέσα σ’ εκείνο το σπίτι. Έμαθε τη γλώσσα, τα γράμματα, τον κόσμο γύρω του και, πάνω απ’ όλα, έμαθε ξανά να εμπιστεύεται τους ανθρώπους. Η Βέρα ήταν το σταθερό πρόσωπο στη ζωή του. Εκείνη που τον φρόντισε όταν ήταν μόνος, που τον δίδαξε όταν δεν γνώριζε και που στάθηκε δίπλα του όταν άρχισε να ανοίγει τα δικά του φτερά.
Κάποτε έφυγε για να φτιάξει τη δική του ζωή. Μα δεν ξέχασε.
Ένα απόγευμα γύρισε. Η Βέρα καθόταν στην αυλή, όπως πάντα.
Στάθηκε μπροστά της χωρίς να μιλήσει. Κι εκείνη τον κοίταξε σαν να μην είχε φύγει ποτέ.
«Μάνα», είπε.
Μια λέξη μόνο. Και μέσα σ’ αυτή τη λέξη χώρεσε όλη της η ζωή. Όλα όσα είχε δώσει χωρίς να ζητήσει τίποτε. Όλες οι στιγμές που στάθηκε δίπλα του χωρίς να χρειαστεί να της το ζητήσει.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν αλλάζουν τον κόσμο.
Αλλάζουν τη ζωή ενός ανθρώπου. Και αυτό αρκεί.
Τα χρόνια περνούσαν ήσυχα. Λιγότερες φωνές. Περισσότερη σκέψη. Η μελέτη, το διάβασμα και οι μικρές καθημερινές συνήθειες έγιναν για τον Κυριάκο ο δικός του τρόπος να στέκεται μέσα στον κόσμο χωρίς να παρασύρεται από αυτόν. Όχι από φυγή, αλλά από κατανόηση.
Τα καλοκαιρινά απογεύματα καθόταν κάτω από την τερατσιά της αυλής. Η σκιά απλωνόταν γύρω του ήρεμα και ο χρόνος έμοιαζε να σταματά. Από τη δύση ερχόταν το θαλασσινό αεράκι. Πάντα το ίδιο, και ποτέ το ίδιο. Κουβαλούσε μνήμες, φωνές, ιστορίες που δεν χάθηκαν ποτέ.
Ένα δείλι πήρε τον δρόμο με τα πόδια προς το χωριό. Τα βήματά του τον έφεραν αργά στην κεντρική πλατεία, εκεί όπου βρισκόταν το καφενείο της Σβέτας.
Δεν ήταν από εκείνους που γεμίζουν τον χώρο με την παρουσία τους. Δεν είχε ανάγκη να επιβληθεί, ούτε να ακουστεί περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Κινιόταν αθόρυβα, σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν σκιά που γνωρίζει πού πατά. Η φωνή του χαμηλή, οι κινήσεις του μετρημένες και το βλέμμα του καθαρό, μια γαλήνη που έμοιαζε αληθινή, μα δεν ήταν ολόκληρη η αλήθεια.
Όποιος τον συναντούσε για πρώτη φορά έβλεπε μόνο την επιφάνεια. Κι αυτή, απατηλά ήρεμη.
Γιατί μέσα του δεν κατοικούσε μόνο η ηρεμία. Υπήρχε και κάτι άλλο, κάτι άγριο, ατίθασο, σχεδόν ανυπότακτο. Μια δύναμη που δεν εκδηλωνόταν εύκολα, μα αφυπνιζόταν κάθε φορά που ερχόταν αντιμέτωπος με το άδικο. Την κρατούσε δεμένη, πειθαρχημένη, σαν θηρίο που είχε μάθει να υπακούει, όχι επειδή είχε ημερώσει, αλλά επειδή εκείνος το είχε επιβάλει.
Ήξερε πολύ καλά τι έκρυβε μέσα του, ίσως καλύτερα απ’ όσο θα ήθελε, και γι’ αυτό απέφευγε τις περιττές εντάσεις, τις άσκοπες συγκρούσεις, τις φλύαρες συναναστροφές. Δεν φοβόταν τους άλλους· φοβόταν τη στιγμή που δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του.
Η φύση του θύμιζε θάλασσα πριν την καταιγίδα ή αέρα που κρατά την ανάσα του λίγο πριν ξεσπάσει. Ήρεμος στην όψη, μα γεμάτος ενέργεια που μπορούσε, όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις, να γίνει ορμητική, αμείλικτη. Στις δύσκολες στιγμές δεν ύψωνε τη φωνή. Δεν παρασυρόταν. Αντίθετα, γινόταν πιο σταθερός, πιο καθαρός, σαν να έβρισκε μέσα στον κίνδυνο τη φυσική του ισορροπία.
Είχε πάθος, έντονο, σχεδόν άγριο, και μια δημιουργική ανησυχία που δεν τον άφηνε ποτέ πραγματικά ήσυχο. Κι όμως, δίπλα σε αυτή τη φωτιά υπήρχε ένας σπάνιος αυτοέλεγχος.
Ήταν ένας παράξενος συνδυασμός: γαλήνη και αδάμαστη δύναμη, λογική και ένστικτο, πειθαρχία και φλόγα που δεν έσβηνε.
Οι απόψεις του δεν ήταν τυχαίες. Είχαν βάρος, είχαν ρίζες. Τις είχε χτίσει μέσα από γνώση, εμπειρία και επίμονη σκέψη. Και όταν τις υπερασπιζόταν, το έκανε με πάθος που συχνά παρεξηγούνταν.
Τον έλεγαν εγωιστή.
Εκείνος απαντούσε ήρεμα πως δεν ήταν. Απλώς αρνιόταν να εγκαταλείψει αυτό που ήξερε πως ήταν σωστό. Δεν ήταν πείσμα, ήταν βεβαιότητα.
Στα χρόνια που πέρασαν, όσοι τον γνώρισαν μιλούσαν για την ευγένειά του, μα εξίσου και για την αμετάκλητη αποφασιστικότητά του. Κι ακόμη κι εκείνοι που δεν τον είχαν γνωρίσει ποτέ, κάτι είχαν ακούσει, μια φήμη που τον ακολουθούσε σιωπηλά, όπως κι ο ίδιος κινούνταν μέσα στον κόσμο.
Υπήρχαν, βέβαια, κι εκείνοι που τον παρεξηγούσαν. Που έβλεπαν στη σιωπή του απόσταση και στη βεβαιότητά του έπαρση. Μα ήταν λίγοι. Οι περισσότεροι τον εμπιστεύονταν, τον εκτιμούσαν, τον αναζητούσαν. Ήθελαν τη γνώμη του, όχι γιατί μιλούσε συχνά, αλλά γιατί, όταν το έκανε, τα λόγια του είχαν βάρος.
Τον θεωρούσαν σοφό, όχι από τίτλο, αλλά από στάση ζωής.
Έτσι, μια μέρα, στο γνώριμο στέκι της Σβέτας, όπου συνήθιζε να κάθεται μόνος, απολαμβάνοντας αργά το δροσερό του ποτό, εμφανίστηκε ένας από τους τακτικούς θαμώνες. Ήταν από εκείνες τις μορφές που επαναλαμβάνονται σχεδόν καθημερινά, χωρίς ποτέ να γίνονται πραγματικά οικείες. Αντάλλασσαν πάντοτε έναν λιτό χαιρετισμό, τίποτε περισσότερο.
Εκείνη τη φορά, όμως, ο άντρας στάθηκε για μια στιγμή, σαν να ζύγιζε μια σκέψη, κι έπειτα κάθισε στο διπλανό τραπέζι.
Ήταν ο Κωστής, κι εκείνος μοναχικός, με έναν τρόπο που δεν χρειαζόταν εξήγηση.
Δύο σιωπές, σε μικρή απόσταση.
Σιγά σιγά το μαγαζί άρχισε να γεμίζει. Οι καρέκλες τραβήχτηκαν, τα τραπέζια γέμισαν φωνές και κινήσεις, και ο αέρας βάρυνε από κουβέντες, γέλια και τον γνώριμο απόηχο της καθημερινότητας.
Ο Κυριάκος, ακίνητος στη θέση του, παρακολουθούσε, όπως συνήθιζε, τους θαμώνες. Ήταν μια συνήθεια που δεν τον κούραζε ποτέ. Αντίθετα, τον γαλήνευε, σαν να διάβαζε ιστορίες χωρίς λόγια.
Σε μια γωνιά, δυο άντρες έσκυβαν ο ένας προς τον άλλο, μιλώντας χαμηλόφωνα, με βλέμματα που πότε σκοτείνιαζαν και πότε άστραφταν, σαν να διαπραγματεύονταν κάτι που δεν έπρεπε να ακουστεί.
Λίγο πιο πέρα, μια παρέα νεαρών γελούσε δυνατά, σχεδόν υπερβολικά, με εκείνη την ένταση που κρύβει την ανάγκη να ξεχαστεί το οτιδήποτε βαρύ. Κάποιος χτυπούσε το τραπέζι με την παλάμη του κάθε φορά που ήθελε να δώσει έμφαση, λες και χωρίς τον θόρυβο τα λόγια του δεν είχαν την ίδια αξία.
Δίπλα στο παράθυρο, ένας ηλικιωμένος ανακάτευε αργά τον καφέ του, χωρίς να πίνει. Το βλέμμα του χαμένο έξω, μα το πρόσωπό του έδειχνε πως έβλεπε πολύ πιο μακριά από τον δρόμο.
Κι εκεί, κοντά στον πάγκο, ένας άλλος άλλαζε συνεχώς θέση στην καρέκλα του, ανυπόμονος, ρίχνοντας ματιές στο ρολόι και στην πόρτα, σαν να περίμενε κάτι που αργούσε περισσότερο απ’ όσο άντεχε.
Ο Κυριάκος τα απορροφούσε όλα αυτά χωρίς να φαίνεται. Μικρές κινήσεις, σπασμένες λέξεις, εκφράσεις που περνούσαν και χάνονταν, όλα γίνονταν κομμάτια μιας σιωπηλής αφήγησης.
Και μέσα σε αυτό το πολύβουο σύνολο, εκείνος παρέμενε ήρεμος, σαν παρατηρητής ενός κόσμου που δεν είχε ανάγκη να αγγίξει για να τον καταλάβει.
Τα τραπέζια γέμισαν γρήγορα, το ένα μετά το άλλο, σαν κύματα που απλώνονται και σβήνουν το κενό. Έμεινε για λίγο μόνο ένα ψηλό τραπέζι με σκαμπό, δίπλα στον Κωστή, μια μικρή νησίδα χώρου μέσα στη βοή της αίθουσας.
Μα δεν άργησε να χαθεί κι αυτό. Μια παρέα το κατέλαβε σχεδόν βιαστικά: τρεις άντρες και μια γυναίκα. Μα έφεραν μαζί τους μια ένταση που δεν ταίριαζε με το υπόλοιπο μαγαζί. Κάτι στον τρόπο που κάθισαν, που αντάλλαξαν βλέμματα, που άφησαν τις καρέκλες να σύρουν λίγο πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ο ένας απ’ αυτούς σηκώθηκε.
Ήταν ψηλός, με σώμα βαρύ και επιβλητικό. Πλησίασε τον Κωστή και, σκύβοντας από πάνω του, του μουρμούρισε κάτι σχεδόν μέσα στο αυτί, λόγια που χάθηκαν μέσα στον θόρυβο, μα όχι στην ατμόσφαιρα.
Ο Κωστής δεν αντέδρασε. Έμεινε ακίνητος, με εκείνη τη σιωπή που δεν είναι αδυναμία, αλλά επιλογή.
Ο Κυριάκος το ένιωσε πριν το σκεφτεί. Κάτι δεν του άρεσε. Μια σκιά πέρασε από μέσα του, εκείνη η γνώριμη που τον προειδοποιούσε χωρίς λόγια. Έμεινε να παρακολουθεί με την άκρη του ματιού του, χωρίς να προδώσει το ενδιαφέρον του.
Είδε τον ψηλό να επιστρέφει στο τραπέζι του, να κάθεται σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Κι όμως, κάθε λίγο, το βλέμμα του γύριζε πίσω πάνω στον Κωστή, κοφτό, επίμονο, σαν να μετρούσε κάτι.
Ο Κωστής, κάθε φορά, απέστρεφε το δικό του. Η ένταση δεν έσπαγε. Απλωνόταν.
Και ο Κυριάκος καταλάβαινε. Δεν χρειαζόταν λέξεις για να δει πού οδηγούσε αυτό. Η σύγκρουση πλησίαζε, αργά αλλά σταθερά.
Ο χρόνος έμοιαζε να βαραίνει όσο πλησίαζε η στιγμή. Οι φωνές γύρω συνέχιζαν, μα για τον Κυριάκο είχαν ήδη χαμηλώσει, σαν να απομακρύνονταν. Το βλέμμα του είχε καρφωθεί εκεί — στον ψηλό, στον τρόπο που αναδευόταν στην καρέκλα του, στο πώς το χέρι του έσφιγγε το ποτήρι λίγο πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν.
Και τότε έγινε. Η καρέκλα σύρθηκε απότομα. Ένας ξερός ήχος που έκοψε τον αέρα. Ο ψηλός σηκώθηκε, βρίζοντας δυνατά, και κινήθηκε προς τον Κωστή.
Ο Κυριάκος δεν σκέφτηκε. Κάτι μέσα του είχε ήδη αποφασίσει. Σηκώθηκε και με μια δρασκελιά, πήγε και κάθισε δίπλα στον Κωστή, σαν να ήταν εκεί από ώρα.
Η κίνηση ήταν απλή. Μα είχε βάρος. Ο ψηλός σταμάτησε. Κάτι άλλαξε στο βλέμμα του. Δεν έσβησε η ένταση, αλλά υποχώρησε.
«Γεια σου, Κυριάκο… τι γίνεται;»
«Καλά.»
Μόνο αυτό. Και ήταν αρκετό. Γύρισε πίσω στο τραπέζι του. Δεν ξανακοίταξε.
Ο χρόνος κύλησε βαριά για λίγο ακόμη, ώσπου όλα επέστρεψαν στη συνηθισμένη τους κίνηση.
Κι όταν ο θόρυβος γύρω του ξαναβρήκε τον ρυθμό του, ο Κυριάκος έμεινε για λίγο ακίνητος.
Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Κι όμως, κάτι είχε πάλι τακτοποιηθεί.
Όπως πάντα, χωρίς να το επιδιώκει. Χωρίς να το ονομάζει. Μόνο η ισορροπία είχε επιστρέψει.
Υπάρχουν άνθρωποι που λένε εύκολα «ευχαριστώ». Που αγκαλιάζουν, που δείχνουν όσα νιώθουν χωρίς δεύτερη σκέψη και γεμίζουν τον χώρο με τη ζεστασιά τους.
Και υπάρχουν κι άλλοι. Άνθρωποι σιωπηλοί. Κλειστοί. Συχνά παρεξηγημένοι. Όχι επειδή δεν νιώθουν, αλλά επειδή έμαθαν να κρατούν όσα νιώθουν μέσα τους. Είναι εκείνοι που φαίνονται απόμακροι. Συνεσταλμένοι. Μερικές φορές ψυχροί στα μάτια των άλλων. Δέχονται μια βοήθεια χωρίς πολλές αντιδράσεις και δεν βρίσκουν πάντα τις σωστές λέξεις τη σωστή στιγμή. Κι έτσι γεννιέται η λάθος εντύπωση. Ότι δεν εκτιμούν. Ότι δεν συγκινούνται. Ότι δεν θυμούνται.
Κι όμως, συνήθως συμβαίνει το αντίθετο. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που δεν μιλούν για όσα νιώθουν. Τα κρατούν. Και αυτά που κρατούν δεν χάνονται. Γίνονται πράξεις. Ο Κωστής ήταν ένας από αυτούς. Άνθρωπος όχι των λόγων, αλλά των πράξεων. Από εκείνους που δεν ανοίγουν εύκολα την ψυχή τους και δεν συνηθίζουν να δείχνουν ευγνωμοσύνη. Όχι επειδή δεν τη νιώθουν, αλλά επειδή την κουβαλούν σιωπηλά.
Μετά το περιστατικό στο μαγαζί της Σβέτας, δεν είπε λέξη στον Κυριάκο. Ούτε ένα «ευχαριστώ».
Κι όμως, ο Κυριάκος δεν το κράτησε μέσα του. Τον ήξερε αρκετά για να καταλάβει πως αυτή η σιωπή δεν ήταν αδιαφορία. Ήταν τρόπος.
Έτσι, μετά από εκείνο το βράδυ, συνέχισαν να κάθονται κάποιες φορές στο ίδιο μαγαζί σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Αντάλλασσαν έναν απλό χαιρετισμό, δυο τρεις κουβέντες ίσως, κι έπειτα βυθίζονταν ξανά ο καθένας στη σιωπή του.
Το συμβάν έμοιαζε να είχε χαθεί μέσα στην καθημερινότητα, σαν κάτι που πέρασε και έσβησε χωρίς να αφήσει ίχνος.
Και ο καιρός περνούσε. Χωρίς να αλλάζει τίποτα φανερά.
Μέρες που έμοιαζαν ίδιες με τις προηγούμενες, απογεύματα στο καφενείο της Σβέτας, βλέμματα που συναντιόνταν για λίγο και μετά χάνονταν ξανά μέσα στον θόρυβο ή στη σιωπή.
Ο Κυριάκος παρέμενε παρατηρητής, όπως πάντα.
Και ο Κωστής, σταθερός στη δική του απόσταση, σαν να μην είχε ποτέ την ανάγκη να εξηγηθεί σε κανέναν.
Και όσο περνούσε ο καιρός, καταλάβαινε πως ο Κωστής ήταν από εκείνους που δεν μιλούν εύκολα, μα ούτε ξεχνούν εύκολα. Ανθρώπους που κρατούν μέσα τους όσα οι περισσότεροι θα έλεγαν αμέσως.
Δεν ήξερε ακόμη πως μια μέρα εκείνη η σιωπηλή φύση του Κωστή θα τον έφερνε μπροστά σε μια αλήθεια που λίγοι θα είχαν το θάρρος να αποκαλύψουν.
Η Βέρα συνήθιζε να παίρνει το αυτοκίνητο και να χάνεται για ώρες σε μακρινές διαδρομές. Ήταν πλέον ώριμη γυναίκα, μα διατηρούσε ακόμη εκείνη τη φυσική ομορφιά και τη ζωντάνια που δύσκολα περνούσαν απαρατήρητες. Ο Άλης, ο αναγιωτός της, είχε πια τραβήξει τον δικό του δρόμο, κυνηγώντας το δικό του ριζικό, κι έτσι το σπίτι είχε αδειάσει από ζωή.
Η Βέρα δεν άντεχε την αδράνεια. Ήταν δραστήρια γυναίκα, γεμάτη κίνηση και ανάγκη να αισθάνεται πως ζει. Της άρεσαν οι δρόμοι έξω από την πόλη, εκεί όπου οι φωνές λιγόστευαν και ο κόσμος έμοιαζε πιο ανοιχτός, πιο ήσυχος.
Ο Κυριάκος δεν τη ρωτούσε ποτέ πολλά. Την είχε μάθει έτσι — ανήσυχη, ελεύθερη, με μια ανάγκη να φεύγει πότε πότε από όλα.
Εκείνη τη μέρα, όμως, άργησε περισσότερο απ’ όσο συνήθιζε.
Το τηλέφωνο χτύπησε αργά το απόγευμα.
«Κυριάκο, θα γυρίσω αργά. Χάλασε το αμάξι και σταμάτησα σ’ ένα μηχανουργείο. Μου είπε ο μηχανικός πως είναι μεγάλη η ζημιά… θα πάρει ώρα.»
Η φωνή της ακουγόταν κουρασμένη, μα ήρεμη.
«Καλά», απάντησε μόνο ο Κυριάκος. «Να προσέχεις.»
Δεν ρώτησε περισσότερα. Ούτε πού βρισκόταν, ούτε ποιος ήταν ο μηχανικός. Εμπιστευόταν σιωπηλά: ολοκληρωτικά ή καθόλου.
Η νύχτα κατέβηκε αργά πάνω στο χωριό. Η Βέρα γύρισε ταλαιπωρημένη, αλλά ευχαριστημένη.
«Κυριάκο, έχεις καλούς φίλους», είπε. «Ο μηχανικός σε ήξερε και, για το χατίρι σου, παράτησε τις άλλες του δουλειές και ασχολήθηκε μόνο με το αμάξι μου. Ως αργά.»
Ο Κυριάκος την κοίταξε για μια στιγμή.
«Ήταν ο Κωστής;»
«Ναι», απάντησε εκείνη. «Και έκανε σπουδαία δουλειά. Υπολόγιζα πως δεν θα μου έφταναν τα χρήματα, μα δεν μου πήρε τίποτα. Είπε πως οι υποχρεώσεις δεν ξεπληρώνονται εύκολα. Τι εννοούσε;»
«Αυτός είναι ο Κωστής», είπε ο Κυριάκος ήρεμα. «Άνθρωπος όχι των λόγων, αλλά των πράξεων.»
Και της μίλησε για εκείνο το βράδυ στο μαγαζί της Σβέτας.
Ο Κυριάκος επέστρεψε το επόμενο βράδυ στο μαγαζί της Σβέτας μαζί με τη Βέρα.
Η νύχτα είχε πέσει βαριά και ο χώρος ήταν σχεδόν άδειος όταν μπήκε μέσα ο Κωστής. Το βλέμμα του στάθηκε πάνω τους για λίγο. Δεν είπε τίποτα στην αρχή. Μόνο πλησίασε και κάθισε απέναντι, σαν να ήταν εκεί από πριν.
«Καλησπέρα», είπε απλά.
Ο Κυριάκος τον κοίταξε.
«Ευχαριστούμε, Κωστή», είπε μόνο.
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν αμηχανία. Ήταν γνώριμη.
Ο Κωστής δεν απάντησε. Μόνο έγειρε λίγο πίσω και άφησε το βλέμμα του να χαθεί μέσα στον χώρο.
Η Βέρα ένιωσε πως τίποτα δεν χρειαζόταν να ειπωθεί άλλο.
Η νύχτα συνέχισε να κυλά όπως πάντα στο μαγαζί της Σβέτας. Φωνές χαμηλές, ποτήρια που ακούμπαγαν στο ξύλο, κουβέντες που άναβαν και έσβηναν.
Κανείς δεν βιαζόταν. Κι εκείνοι οι τρεις δεν είχαν πια τίποτα να αποδείξουν.
Ο Κωστής έμεινε λίγο ακόμη. Ήπιε αργά το ποτό του και σηκώθηκε χωρίς λόγια. Μόνο ένα νεύμα. Και έφυγε. Η πόρτα έκλεισε χωρίς ήχο.
Ο Κυριάκος έμεινε για λίγο ακίνητος. Κι ύστερα έγειρε πίσω στην καρέκλα του, σαν να είχε ήδη ειπωθεί ό,τι έπρεπε να ειπωθεί, χωρίς ποτέ να ακουστεί.
Και η νύχτα συνέχισε να κυλά. Ήρεμα. Σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα.
Οι μέρες συνέχισαν να περνούν ήσυχα, χωρίς κάτι να διαταράσσει τη ροή τους. Και κάπως έτσι, ο δρόμος έφερνε τον Κυριάκο πάντα ξανά στο ίδιο σημείο, στο μαγαζί της Σβέτας.
Το μαγαζί της Σβέτας ήταν παλιό, πετρόχτιστο και ανακαινισμένο. Με γούστο η ιδιοκτήτρια το είχε διαμορφώσει ως παλιό μαγειρείο, με εσωτερική διακόσμηση που παρέπεμπε σε άλλες εποχές. Παλιά αντικείμενα κρεμασμένα στους τοίχους και στο ταβάνι θύμιζαν αρχοντικό περασμένων χρόνων.
Κάθε γωνιά του είχε κάτι να πει. Μια παλιά λάμπα πετρελαίου πάνω από τον πάγκο, ξύλινα ράφια με φθαρμένα μπουκάλια, φωτογραφίες ξεθωριασμένες από τον χρόνο που κοιτούσαν τους θαμώνες σαν σιωπηλοί μάρτυρες μιας άλλης ζωής.
Ο χώρος δεν είχε την ψυχρότητα ενός σύγχρονου καταστήματος.
Είχε μνήμη. Η μυρωδιά του φαγητού έβγαινε βαριά από την κουζίνα και απλωνόταν στον χώρο μαζί με τον καπνό και τις φωνές. Τηγανητά, μαγειρευτά, κρασί και καφές ανακατεύονταν σε μια οικεία ατμόσφαιρα που δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει κανέναν.
Ήταν ένα μαγαζί που δεν σε καλούσε να το θαυμάσεις, αλλά να καθίσεις.
Τα τραπέζια ήταν ξύλινα, φθαρμένα από τα χρόνια και τις ιστορίες που είχαν ακουμπήσει πάνω τους. Κάθε χαραγμένη γρατζουνιά έμοιαζε με ίχνος ανθρώπων που πέρασαν, μίλησαν, γέλασαν ή σώπασαν εκεί.
Η Σβέτα κινούνταν ανάμεσά τους αργά, σχεδόν τελετουργικά. Δεν βιαζόταν ποτέ. Ήξερε τους θαμώνες με τα ονόματά τους, αλλά κυρίως τους ήξερε από τις συνήθειές τους.
Ποιος καθόταν πάντα στην ίδια θέση. Ποιος έπινε το ίδιο ποτό. Ποιος ερχόταν μόνος και ποιος έψαχνε πάντα παρέα.
Το μαγαζί δεν ήταν απλώς χώρος. Ήταν σημείο συνάντησης ανθρώπων που δεν είχαν ανάγκη από πολλά λόγια για να συνυπάρξουν.
Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή τη σταθερή καθημερινότητα, ο Κυριάκος καθόταν συχνά μόνος του, παρατηρώντας τον κόσμο να περνά μπροστά του σαν ήσυχη ροή.
Μέχρι εκείνο το βράδυ.
Ο Κυριάκος αγαπούσε τη μοναχικότητα. Καθόταν πάντα στην ίδια θέση, ακίνητος σχεδόν, και παρακολουθούσε τον χώρο σαν να τον διάβαζε. Δεν ήταν απλή συνήθεια· ήταν τρόπος να καταλαβαίνει τον κόσμο γύρω του.
Από μικρές, σχεδόν αθώες κινήσεις, από μισές κουβέντες που έπεφταν ανάμεσα στα τραπέζια, έπαιρνε σκέψεις, συμπεράσματα, ιδέες που συχνά έμεναν μέσα του και γίνονταν αργότερα κομμάτι της δικής του εσωτερικής επεξεργασίας.
Ήταν ένας χώρος που δεν του ζητούσε να συμμετέχει.
Μόνο να παρατηρεί. Μέχρι εκείνο το βράδυ που ήρθε με τη Βέρα.
Η Βέρα μπήκε στο μαγαζί και στάθηκε για μια στιγμή στην είσοδο, σαν να προσπαθούσε να συλλάβει ολόκληρη την ατμόσφαιρα με μία ματιά.
Το φως, οι μυρωδιές, οι παλιοί τοίχοι, οι άνθρωποι που μιλούσαν χαμηλόφωνα ή γελούσαν δυνατά, όλα της φάνηκαν ζωντανά, σχεδόν θεατρικά.
Της άρεσε αμέσως. Δεν ήταν από τους χώρους που έβλεπες και προσπερνούσες. Ήταν χώρος που σε τραβούσε μέσα του. Που σε έκανε να θέλεις να καθίσεις και να παρατηρήσεις, όπως έκανε πάντα ο Κυριάκος.
Και για πρώτη φορά, την είδε να αντιδρά στον χώρο όπως εκείνος. Όχι αδιάφορα. Όχι επιφανειακά. Αλλά με περιέργεια.
Από εκείνο το βράδυ, κάτι άλλαξε.
Η Βέρα άρχισε να τον ακολουθεί σχεδόν κάθε φορά που πήγαινε στο μαγαζί της Σβέτας. Στην αρχή από περιέργεια. Ύστερα από συνήθεια. Και τελικά, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, από ανάγκη να μοιράζεται εκείνες τις μικρές στιγμές που έμοιαζαν να ανήκουν μόνο στον Κυριάκο.
Δεν έμενε πια μόνη στο σπίτι τα βράδια.
«Πάμε;» του έλεγε απλά.
Και εκείνος δεν έλεγε ποτέ όχι.
Έτσι, σιγά σιγά, η παρουσία της έγινε μέρος του χώρου. Δεν καθόταν απλώς δίπλα του. Έφερνε μια διαφορετική ενέργεια στο καφενείο.
Παρατηρούσε κι εκείνη, αλλά με πιο ανοιχτό βλέμμα, πιο ζωντανό. Κάποιες φορές χαμογελούσε με μικρές λεπτομέρειες που ο Κυριάκος προσπερνούσε, άλλες φορές τον ρωτούσε χαμηλόφωνα πράγματα για τους ανθρώπους γύρω τους.
Και χωρίς να το καταλάβει, ο κόσμος που μέχρι τότε ο Κυριάκος τον ζούσε μόνος του άρχισε να αποκτά δεύτερη ανάγνωση.
Όχι πιο θορυβώδη. Αλλά πιο ανθρώπινη.
Κι έτσι, το μαγαζί της Σβέτας δεν ήταν πια μόνο χώρος παρατήρησης.
Ήταν και χώρος μοιράσματος.
Από εκείνο το βράδυ και μετά, κάτι άρχισε να μετακινείται αθόρυβα.
Η Βέρα άρχισε να πλησιάζει τη Σβέτα.
Στην αρχή ήταν μικρές κουβέντες, λέξεις ανάμεσα σε ποτήρια και πιάτα. Ύστερα έγιναν πιο μεγάλες, πιο σταθερές. Και πριν περάσει πολύς καιρός, οι δυο τους είχαν δεθεί με εκείνο το σιωπηλό δέσιμο που δεν χρειάζεται εξηγήσεις.
Ταιριάξανε τα σκουφιά τους, όπως έλεγαν παλιά.
Όχι γιατί έμοιαζαν, αλλά γιατί συμπλήρωναν η μία την άλλη.
Η Σβέτα ήταν γυναίκα του χώρου, της εμπειρίας και της σιωπηλής παρατήρησης. Ήξερε να διαβάζει τους ανθρώπους χωρίς να τους ρωτά πολλά.
Η Βέρα, από την άλλη, έφερνε κίνηση. Λόγο. Παρουσία.
Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που δεν περνούν απαρατήρητες, όχι επειδή το προσπαθούν, αλλά επειδή δεν μπορούν να είναι αλλιώς.
Και αυτό άρχισε να φαίνεται στο μαγαζί.
Σιγά σιγά, ο χώρος αποκτούσε άλλη ροή όταν ήταν εκεί η Βέρα. Δεν άλλαξε τίποτα φανερά, κι όμως όλα έμοιαζαν λίγο πιο ζωντανά.
Οι θαμώνες μιλούσαν πιο εύκολα κοντά της, σαν να τους έδινε χωρίς να το καταλαβαίνει μια άτυπη άδεια να εκφραστούν. Κάποιοι χαμογελούσαν περισσότερο, άλλοι έμεναν λίγο παραπάνω στα τραπέζια τους, σαν να μην είχαν λόγο να φύγουν βιαστικά.
Η Σβέτα το έβλεπε και δεν το σχολίαζε. Απλώς το δεχόταν.
«Έχεις τρόπο με τον κόσμο», της είπε μια φορά σχεδόν χαμηλόφωνα, χωρίς να σταματήσει αυτό που έκανε.
Η Βέρα χαμογέλασε.
«Δεν κάνω τίποτα», απάντησε. «Απλώς το αφήνω να είναι.»
Και ίσως αυτό να ήταν το μυστικό της.
Ο Κυριάκος παρατηρούσε αυτή την αλλαγή χωρίς να την ονομάζει. Έβλεπε τον χώρο να «μαλακώνει» όταν εκείνη ήταν παρούσα. Έβλεπε τη Σβέτα να κινείται πιο γρήγορα, αλλά πιο ήρεμα ταυτόχρονα. Έβλεπε τους ανθρώπους να ανοίγουν λίγο περισσότερο, χωρίς να το συνειδητοποιούν.
Και το μαγαζί της Σβέτας, χωρίς να χάσει τίποτα από τον παλιό του χαρακτήρα, άρχισε να αποκτά κάτι καινούριο.
Όχι θόρυβο. Ζωντάνια.
Ο Κυριάκος παρατηρούσε αυτή την αλλαγή χωρίς να τη σχολιάζει.
Δεν ήταν άνθρωπος που έπαιρνε εύκολα θέση στα φανερά. Τα περισσότερα πράγματα τα επεξεργαζόταν μέσα του, αργά, σχεδόν αθόρυβα, σαν να τα περνούσε από ένα εσωτερικό φίλτρο πριν τα αναγνωρίσει ως πραγματικότητα.
Κι όμως, αυτό που συνέβαινε στο μαγαζί της Σβέτας δεν του περνούσε απαρατήρητο.
Ήταν λεπτές διαφορές. Στον τρόπο που οι άνθρωποι έμπαιναν στον χώρο. Στο πώς κάθονταν. Στο πόσο εύκολα άνοιγαν κουβέντα. Στο πώς οι σιωπές δεν έμοιαζαν πια τόσο βαριές, αλλά πιο ανθρώπινες, πιο γεμάτες.
Και στο κέντρο όλων αυτών, η Βέρα. Δεν το έκανε επίτηδες. Ο Κυριάκος το καταλάβαινε αυτό. Δεν προσπαθούσε να αλλάξει τίποτα, ούτε να τραβήξει την προσοχή. Απλώς ήταν εκεί, με τον τρόπο της. Με την παρουσία της που δεν πίεζε, αλλά έκανε τον χώρο πιο ανοιχτό, πιο φιλικό, πιο ζωντανό.
Αυτό όμως είχε και μια δεύτερη πλευρά. Για τον Κυριάκο, που είχε μάθει να παρατηρεί τη σιωπή, ο θόρυβος της ζωής γύρω του άρχισε να αλλάζει μορφή. Δεν τον ενοχλούσε. Απλώς δεν ήταν πια το ίδιο ουδέτερος όπως πριν.
Υπήρχε μέσα του μια ελαφριά μετατόπιση, σαν ο χώρος να μην του ανήκε πια αποκλειστικά ως παρατηρητή. Και αυτό, χωρίς να το ομολογεί, τον κρατούσε σε εγρήγορση. Όχι ανησυχία. Ένα είδος εσωτερικής προσαρμογής σε κάτι που δεν είχε ακόμη οριστεί.
Η Βέρα, από την άλλη, δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται αυτή τη λεπτή αλλαγή στον Κυριάκο. Για εκείνη, όλα συνέχιζαν φυσικά. Το μαγαζί, η Σβέτα, οι άνθρωποι, οι μικρές καθημερινές ιστορίες.
Και ίσως αυτό να ήταν που έκανε τη δική της παρουσία ακόμη πιο ισχυρή, το ότι δεν προσπαθούσε να είναι τίποτα περισσότερο από αυτό που ήταν.
Ο Κυριάκος όμως την έβλεπε αλλιώς. Όχι σαν κάτι εξωτερικό. Αλλά σαν κάτι που είχε αρχίσει να αγγίζει τον τρόπο που ο ίδιος έβλεπε τον κόσμο.
Παρά την εσωτερική του ενόχληση, ο Κυριάκος δεν το έδειξε ποτέ. Ήταν ευγενής άνθρωπος και δεν ήθελε μόνο τα δικά του. Προσπαθούσε να χωρά και τον άλλον μέσα στις αποφάσεις του, χωρίς να τον βαραίνει.
Κι έτσι, αντί να αντιδράσει, χαμογελούσε σιωπηλά. Χαιρόταν για τη χαρά της Βέρας. Δεν ήθελε να τη στενοχωρήσει, ούτε να σκιάσει αυτό που εκείνη έβρισκε όμορφο μέσα σε όλο αυτό. Ήταν αποφασισμένος να αντέξει αυτή τη μικρή, εσωτερική ενόχληση, χωρίς να την αφήσει να φανεί. Του αρκούσε η εικόνα της. Η χαρά στο πρόσωπό της. Γιατί, πέρα από όλα, νοιαζόταν γι’ αυτήν. Και ήθελε το καλύτερο για εκείνη.
Και βλέποντας την καπατσοσύνη της, αλλά και γνωρίζοντας τις βαθύτερες επιθυμίες της για τη ζωή, ο Κυριάκος πήρε μια απόφαση που δεν ειπώθηκε με πολλά λόγια.
Της άνοιξε ένα δικό της μαγαζί. Όχι κάτι ίδιο με της Σβέτας. Κάτι διαφορετικό. Έναν χώρο που θα την εξέφραζε πραγματικά, που θα ταίριαζε στον χαρακτήρα και στην ενέργειά της.
Όταν της το είπε, δεν περίμενε αντίδραση. Η αντίδραση όμως ήρθε αμέσως. Και του ήταν αρκετή. Η χαρά στο πρόσωπό της, εκείνη η καθαρή, αυθόρμητη λάμψη, έσβησε κάθε δεύτερη σκέψη μέσα του.
Δεν χρειάστηκαν εξηγήσεις, ούτε συζητήσεις. Ήξερε πως είχε κάνει το σωστό για εκείνη.
Την άφησε να το φτιάξει όπως ήθελε. Χωρίς περιορισμούς. Χωρίς παρεμβάσεις.
Και η Βέρα το έκανε δικό της. Σιγά σιγά, ο χώρος πήρε μορφή μέσα από τα δικά της χέρια και τη δική της αισθητική. Δεν ήταν απλώς ένα μαγαζί. Ήταν προέκταση του εαυτού της. Κάθε λεπτομέρεια έφερε πάνω της το αποτύπωμά της, τον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα, τον τρόπο που ήθελε να ζει.
Και την απορρόφησε. Όχι απότομα. Αλλά σταδιακά, σχεδόν φυσικά.
Άρχισε να περνά εκεί όλο και περισσότερο χρόνο. Να ασχολείται, να οργανώνει, να δημιουργεί. Η προσοχή της στράφηκε ολοκληρωτικά σε αυτό το νέο της εγχείρημα. Ψυχή και σώμα έγιναν μέρος του χώρου που έφτιαχνε.
Κι όμως, αυτή τη φορά, ο Κυριάκος δεν είδε την αλλαγή ως απομάκρυνση. Την είδε ως συνέχεια. Καταλάβαινε πως η Βέρα είχε ανάγκη να δημιουργήσει κάτι δικό της, να αισθανθεί χρήσιμη, δραστήρια, ζωντανή. Και δεν ήθελε να σταθεί εμπόδιο. Άλλωστε, δεν πίστευε πως η αγάπη σημαίνει να κρατάς τον άλλον κοντά σου κάθε στιγμή. Η αγάπη, όπως την καταλάβαινε εκείνος, ήταν και η ελευθερία να μπορεί ο καθένας να αναπνέει μέσα στη δική του ζωή.
Έτσι, οι μέρες τους άλλαξαν ρυθμό. Δεν έπαψαν να είναι μαζί. Απλώς δεν ήταν πια μαζί με τον ίδιο τρόπο.
Η Βέρα είχε το μαγαζί της, τις δικές της ασχολίες, τους ανθρώπους που γνώριζε εκεί, τη δημιουργία που την απορροφούσε. Ο Κυριάκος είχε τη μελέτη, το διάβασμα, τις έρευνές του, τις παρατηρήσεις του και τις ώρες της σιωπής που τόσο αγαπούσε.
Και ανάμεσα στα δύο υπήρχε κάτι σταθερό.
Η σχέση τους. Δεν χρειάζονταν να βρίσκονται κάθε στιγμή για να γνωρίζουν πως ανήκαν ο ένας στη ζωή του άλλου.
Κάποτε η Βέρα επέστρεφε αργά. Ο Κυριάκος δεν ρωτούσε γιατί.
Κάποτε εκείνος περνούσε ώρες μόνος του με τα βιβλία και τις σημειώσεις του. Η Βέρα δεν παραπονιόταν.
Και όταν συναντιούνταν, δεν είχαν την ανάγκη να εξηγήσουν πού ήταν ο καθένας. Είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν πως η εγγύτητα δεν μετριέται μόνο με τις ώρες που περνούν δύο άνθρωποι μαζί.
Μετριέται και με την εμπιστοσύνη που τους επιτρέπει να απομακρύνονται λίγο χωρίς να χάνονται.
Κι έτσι, αυτό που στην αρχή έμοιαζε με πιθανή απόσταση έγινε, τελικά, ένας διαφορετικός τρόπος συνύπαρξης.
Ο Κυριάκος είχε μάθει να μη διεκδικεί τον άνθρωπο που αγαπούσε σαν κτήμα.
Και η Βέρα είχε μάθει πως η ελευθερία δεν σημαίνει απομάκρυνση.
Ο καθένας είχε τον δικό του χώρο.
Τα χρόνια περνούσαν και η ζωή τους συνέχιζε χωρίς μεγάλες ανατροπές. Δεν ήταν μια σχέση χωρίς δυσκολίες. Ήταν όμως μια σχέση που είχε μάθει να περνά πάνω από τις δυσκολίες χωρίς να διαλύεται από αυτές.
Ο Κυριάκος δεν έπαψε ποτέ να παρατηρεί.
Η Βέρα δεν έπαψε ποτέ να κινείται.
Εκείνος έβρισκε καταφύγιο στη σκέψη.
Εκείνη στη δημιουργία.
Κι ανάμεσά τους υπήρχε μια ήρεμη συμφωνία που δεν χρειάστηκε ποτέ να ειπωθεί.
Και έτσι συνέχισαν να προχωρούν. Όχι ο ένας πίσω από τον άλλον. Αλλά ο ένας δίπλα στον άλλον. Να είναι μαζί, και ταυτόχρονα να παραμένουν ο καθένας ο εαυτός του.
Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ
Η Βέρα αφοσιώθηκε στη νέα δουλειά της. Την ευχαριστούσε, την ικανοποιούσε. Μέσα στον καινούργιο της χώρο αισθανόταν άνεση και ηρεμία. Έτσι, οι ώρες που περνούσε στο σπίτι λιγόστεψαν. Έφευγε νωρίς το πρωί και επέστρεφε αργά το βράδυ, όταν το σπίτι είχε πια βυθιστεί στη σιωπή.
Όλες οι δουλειές του σπιτιού έπεφταν πλέον στην οικονόμο. Η Ντιάνα, όμως, δεν είχε κανένα παράπονο. Περισσότερο το χαιρόταν παρά το θεωρούσε βάρος. Της άρεσε να εργάζεται μόνη, χωρίς κανέναν να βρίσκεται συνεχώς στα πόδια της. Τώρα που το σπίτι είχε αδειάσει από την καθημερινή κίνηση, αισθανόταν μια παράξενη ησυχία.
Σιγύριζε, καθάριζε, φρόντιζε το σπίτι και τον Κυριάκο.
Ο Κυριάκος δεν την ενοχλούσε καθόλου. Αφοσιωμένος στα βιβλία του, στις σκέψεις του και στις δικές του ασχολίες, περιοριζόταν σε έναν χαιρετισμό και σε ένα:
— Πώς είσαι σήμερα, Ντιάνα;
Ύστερα ξανάκλεινε τον εαυτό του στον δικό του κόσμο.
Ήταν σχεδόν σαν να ήταν αόρατη. Και ίσως γι’ αυτό ο Κυριάκος δεν πρόσεξε αμέσως πως τελευταία άρχισε να παραμελεί τις δουλειές της. Δεν κατάλαβε πως περνούσε ολοένα και περισσότερο χρόνο στην κουζίνα, καθισμένη σε μια καρέκλα, με το τηλέφωνο στο χέρι.
Μιλούσε με κάποιον. Ώρες ολόκληρες. Κάποτε χαμογελούσε μόνη της. Κάποτε έγραφε γρήγορα μηνύματα. Κάποτε έμενε ακίνητη κοιτάζοντας την οθόνη, σαν να περίμενε από εκείνη μια απάντηση που θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή της.
Ο Κυριάκος δεν έδωσε σημασία. Μέχρι εκείνη τη μέρα.
— Ντιάνα, έρχεσαι ένα λεπτό;
Δεν πήρε απάντηση. Περίμενε λίγο.
— Ντιάνα;
Πάλι σιωπή. Ίσως δεν άκουσε, σκέφτηκε. Σηκώθηκε και προχώρησε προς την κουζίνα.
Και τότε σταμάτησε. Η Ντιάνα ήταν σκυμμένη πάνω στο τραπέζι, με το τηλέφωνο ακόμη στο χέρι. Έκλαιγε. Όχι σιωπηλά. Έκλαιγε με αναφιλητά, σαν άνθρωπος που προσπαθούσε για ώρα να κρατήσει μέσα του κάτι που είχε γίνει πλέον μεγαλύτερο από τις αντοχές του.
Ο Κυριάκος πλησίασε.
— Ντιάνα...
Εκείνη σήκωσε το κεφάλι. Μόλις τον είδε, το κλάμα της έγινε δυνατότερο.
Ο Κυριάκος τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα της. μΔεν τη ρώτησε αμέσως τίποτε. Της άφησε λίγο χρόνο. Ύστερα άπλωσε το χέρι του και της έπιασε απαλά το δικό της.
— Τι συμβαίνει;
Η Ντιάνα κούνησε το κεφάλι.
— Τίποτε.
— Οι άνθρωποι δεν κλαίνε έτσι για το τίποτε.
Εκείνη σκούπισε τα μάτια της.
— Δεν μπορώ να σας το πω.
— Μπορείς.
— Είναι ντροπή.
— Ό,τι πονάει έναν άνθρωπο δεν είναι ντροπή.
Τα λόγια αυτά την έκαναν να σωπάσει. Ο Κυριάκος δεν την πίεσε. Περίμενε. Ύστερα από λίγο, η Ντιάνα άρχισε να μιλά.
Ήταν περίπου πενήντα πέντε χρονών. Είχε έρθει από τη Ρουμανία πολλά χρόνια πριν. Ήταν παντρεμένη με έναν καλό άνθρωπο και είχε δύο κόρες, όμορφες και αγαπημένες. Ζούσαν μια ήσυχη, απλή οικογενειακή ζωή. Δεν είχαν πολλά. Είχαν όμως αρκετά. Και η ίδια το έλεγε συχνά:
— Είμαι ευχαριστημένη με όσα έχω.
Μόνο που η ζωή, μερικές φορές, δεν χρειάζεται να σου στερήσει κάτι για να σε κάνει να αισθανθείς πως σου λείπει. Αρκεί να σου δείξει κάτι που δεν είχες ποτέ.
Η Ντιάνα πήρε βαθιά ανάσα.
— Όλα άρχισαν από το διαδίκτυο.
Ο Κυριάκος την άκουγε σιωπηλός, αφήνοντάς την να μιλήσει χωρίς να την διακόπτει.
— Όταν δεν είχα δουλειά, καθόμουν στον καναπέ και μιλούσα με ανθρώπους στο διαδίκτυο. Στην αρχή χωρίς σημασία. Κουβέντες. Άλλοτε για αστείο, άλλοτε για να περάσει η ώρα.
Σταμάτησε.
— Και μετά γνώρισα εκείνον. Από τη Ρουμανία. Μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Αυτό με έκανε να αισθανθώ πιο κοντά του. Ήταν ευγενικός. Μου μιλούσε όμορφα. Μου έλεγε πράγματα που είχα χρόνια να ακούσω.
Χαμήλωσε το βλέμμα.
— Και στην αρχή ήταν απλώς ένα παιχνίδι.
Ο Κυριάκος δεν μίλησε.
— Μετά έγινε συνήθεια. Ύστερα ανάγκη. Και στο τέλος... έρωτας.
Η τελευταία λέξη βγήκε από τα χείλη της διστακτικά, σαν να ντρεπόταν ακόμη και να την προφέρει.
— Ερωτεύτηκα.
Ο Κυριάκος την κοίταξε.
— Και εκείνος;
Η Ντιάνα σήκωσε τα μάτια της.
— Μου έλεγε πως με αγαπά. Πως θα ήμουν το λουλούδι του. Πως θα με έκανε βασίλισσά του.
Έμεινε για λίγο σιωπηλή.
— Μου είπε να τα αφήσω όλα και να πάω κοντά του.
— Και το πίστεψες;
— Δεν το πίστεψα. Το ένιωσα.
Ο Κυριάκος έμεινε σιωπηλός.
Η Ντιάνα συνέχισε:
— Δεν μπορώ πια να σκεφτώ λογικά. Θέλω να φύγω. Να πάω κοντά του. Να αρχίσω μια καινούργια ζωή.
— Και ο άντρας σου;
Τα μάτια της γέμισαν ξανά δάκρυα.
— Αυτό είναι που με σκοτώνει.
Έσκυψε το κεφάλι.
— Είναι καλός άνθρωπος. Δεν μου έκανε ποτέ κακό. Οι κόρες μου με αγαπούν. Έχω σπίτι. Έχω οικογένεια. Κι όμως... εγώ θέλω να τα αφήσω όλα.
— Γιατί;
— Γιατί πιετεύω πως εκείνος είναι η ζωή που δεν έζησα.
Ο Κυριάκος την κοίταξε για αρκετή ώρα. Δεν ήθελε να την προσβάλει. Αλλά ήξερε πως έπρεπε να της μιλήσει καθαρά.
— Ντιάνα, θα σου πω κάτι που ίσως σε πονέσει.
Εκείνη σήκωσε το βλέμμα.
— Πες μου.
— Δεν ξέρεις αυτόν τον άνθρωπο.
— Τον ξέρω.
— Ξέρεις αυτό που σου δείχνει.
— Μιλάμε κάθε μέρα.
— Αυτό δεν σημαίνει ότι γνωρίζεις έναν άνθρωπο.
Η Ντιάνα δεν απάντησε.
— Στο διαδίκτυο, συνέχισε ο Κυριάκος, ο καθένας μπορεί να γίνει ό,τι θέλει. Μπορεί να δείξει μια φωτογραφία που δεν είναι δική του. Να παρουσιάσει μια ζωή που δεν έζησε ποτέ. Να πει λόγια που δεν θα έλεγε αν σε είχε απέναντί του.
— Δεν είναι έτσι.
— Μακάρι να μην είναι.
Η Ντιάνα τον κοίταξε με αγωνία. Ο Κυριάκος συνέχισε πιο ήπια:
— Εσύ δεν ερωτεύτηκες έναν άνθρωπο που γνώρισες. Ερωτεύτηκες έναν άνθρωπο που σου μίλησε όπως ήθελες να σου μιλήσει.
Εκείνη άρχισε να κλαίει ξανά.
— Θέλω να πάω.
— Και αν δεν είναι όπως τον φαντάζεσαι;
— Θα είναι.
— Κι αν δεν είναι;
Δεν απάντησε.
— Αν πας εκεί και ανακαλύψεις πως όλα ήταν ψέματα; Τι θα κάνεις;
— Δεν ξέρω.
— Κι αν σε απορρίψει;
Η Ντιάνα σήκωσε το κεφάλι.
— Δεν θα με απορρίψει.
Ο Κυριάκος πήρε μια βαθιά ανάσα.
— Μακάρι.
Έμεινε λίγο σιωπηλός.
— Αλλά πρέπει να είσαι προετοιμασμένη και για το χειρότερο.
Η Ντιάνα έσφιξε τα χέρια της.
— Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν.
Ο Κυριάκος την κοίταξε αυστηρά.
— Μπορείς.
— Όχι.
— Μπορείς. Γιατί πριν τον γνωρίσεις ζούσες.
Εκείνη σώπασε.
— Και θα ζήσεις και μετά από αυτόν, αν χρειαστεί.
Η Ντιάνα δεν πείστηκε. Ο έρωτας είχε ήδη κλείσει τα αυτιά της στη λογική.
Την επόμενη εβδομάδα έφυγε. Δεν είπε πολλά. Ούτε στον Κυριάκο ούτε στους άλλους. Πήρε λίγα πράγματα μαζί της και άφησε πίσω της το σπίτι, τον άντρα της και τις κόρες της.
Πριν φύγει, στάθηκε για λίγο στην πόρτα της κουζίνας. Ο Κυριάκος ήταν στο γραφείο του.
— Κύριε Κυριάκο...
Εκείνος σήκωσε το κεφάλι.
— Να προσέχεις.
Η Ντιάνα χαμογέλασε αδύναμα.
— Κι εσύ.
Και έφυγε.
Οι πρώτες μέρες πέρασαν χωρίς νέα. Ύστερα ήρθε ένα μήνυμα.
«Έφτασα.»
Ο Κυριάκος το διάβασε και δεν απάντησε. Δεν ήξερε τι να πει. Την επόμενη μέρα ήρθε δεύτερο.
«Τον είδα.»
Ύστερα τίποτε. Πέρασαν δύο μέρες. Τρεις. Μια εβδομάδα.
Ο Κυριάκος άρχισε να ανησυχεί. Ώσπου ένα βράδυ χτύπησε το τηλέφωνό του.
Ήταν η Ντιάνα. Η φωνή της ήταν διαφορετική. Άδεια.
— Κύριε Κυριάκο...
— Ντιάνα, πού είσαι;
— Γύρισα στο ξενοδοχείο.
— Τι έγινε τον είδες;
— Ναι.
Ακούστηκε ένας βαθύς αναστεναγμός.
— Είχες δίκιο. Δεν ήταν όπως στις φωτογραφίες. Ούτε όπως στις κουβέντες.
— Τι σου είπε;
— Τίποτε κακό. Δεν με έδιωξε.
Η φωνή της έσπασε.
— Απλώς... δεν με αγάπησε.
Ο Κυριάκος έκλεισε τα μάτια.
— Τι σου είπε;
— Μου είπε πως όλα αυτά που είχαμε ζήσει ήταν όμορφα όσο ήταν μακριά. Όταν όμως με είδε μπροστά του... κατάλαβε πως δεν μπορούσε να ζήσει μαζί μου.
Έκλαψε.
— Δεν με έδιωξε εκείνος, κύριε Κυριάκο. Με έδιωξε η πραγματικότητα.
Ο Κυριάκος δεν βρήκε λόγια. Ύστερα από λίγο είπε:
— Γύρνα σπίτι σου, Ντιάνα.
— Δεν μπορώ.
— Μπορείς.
— Ντρέπομαι.
— Για ποιο πράγμα;
— Για όλα.
— Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι επειδή πίστεψες.
— Έκανα κακό στην οικογένειά μου.
— Τότε γύρνα και προσπάθησε να το διορθώσεις.
Η Ντιάνα δεν απάντησε.
— Δεν ξέρω αν θα με δεχτεί.
— Αυτό δεν μπορείς να το ξέρεις αν δεν γυρίσεις.
Πέρασαν άλλες δύο εβδομάδες. Ύστερα η Ντιάνα επέστρεψε. Ήταν πιο αδύνατη.
Το πρόσωπό της είχε αλλάξει. Όχι από την ηλικία. Από την απογοήτευση.
Την πρώτη μέρα δεν πήγε στον Κυριάκο.
Την δεύτερη χτύπησε το κουδούνι.
Ο Κυριάκος άνοιξε.
Η Ντιάνα στεκόταν στην πόρτα.
— Καλώς ήρθες.
Δεν απάντησε. Έβαλε τα κλάματα. Ο Κυριάκος της άνοιξε την πόρτα.
Μπήκε. Κάθισαν στην κουζίνα, στην ίδια καρέκλα όπου λίγες εβδομάδες πριν είχε κλάψει για πρώτη φορά.
— Είχες δίκιο, είπε. Μου είπες πως θα με διώξει.
— Δεν ήθελα να έχω δίκιο.
— Δεν με έδιωξε εκείνος. Με έδιωξε η πραγματικότητα.
Ο Κυριάκος έσκυψε λίγο προς το μέρος της.
— Ίσως αυτό να ήταν το καλό.
Η Ντιάνα τον κοίταξε απορημένη.
— Το καλό;
— Ναι. Γιατί αν εκείνος ήταν όπως τον φαντάστηκες, ίσως να είχες χάσει τα πάντα.
Εκείνη κατέβασε τα μάτια.
— Τα έχω χάσει ήδη.
— Όχι.
Ο Κυριάκος μίλησε ήρεμα.
— Έχεις ακόμη την ευκαιρία να τα ξαναβρείς με την οικογένειά σου. Ποτέ δεν ξέρεις. Θα μεσολαβήσω εγώ.
Η Ντιάνα δεν απάντησε.
Ο άντρας της την περίμενε. Δεν υπήρξαν αγκαλιές και μεγάλα λόγια. Υπήρξε σιωπή.
Μια δύσκολη, βαριά σιωπή.
Εκείνη στάθηκε μπροστά του και του είπε την αλήθεια. Δεν του έκρυψε τίποτε. Εκείνος άκουσε. Δεν τη διέκοψε. Όταν τελείωσε, έμεινε για λίγο ακίνητος.
— Θα σε δεχτω, είπε τελικά.
Η Ντιάνα άρχισε να κλαίει.
— Αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να ξεχάσω. Έφυγες χωρίς να κοιτάξεις πρώτα τι άφησες πίσω σου. Τίποτα δεν διορθώνεται σε μια μέρα.
Δεν ήταν εύκολο. Τίποτε δεν διορθώθηκε από τη μια μέρα στην άλλη. Η εμπιστοσύνη χρειαζόταν χρόνο. Οι κόρες της χρειάστηκαν χρόνο. Ο άντρας της χρειαζόταν χρόνο. Και η ίδια περισσότερο απ’ όλους. Γιατί έπρεπε να μάθει ξανά να αγαπά τη ζωή που κάποτε θεωρούσε λίγη.
Η Ντιάνα ξαναγύρισε στη δουλειά. Στην αρχή ήταν σιωπηλή. Ύστερα άρχισε να χαμογελά ξανά. Το τηλέφωνο δεν βρισκόταν πια συνεχώς στα χέρια της. Δεν περίμενε μηνύματα. Δεν αναζητούσε έναν άνθρωπο που υπήρχε μόνο μέσα σε μια οθόνη.
Είχε αρχίσει να βλέπει διαφορετικά εκείνα που κάποτε θεωρούσε ασήμαντα.
Το σπίτι. Τον άντρα της. Τις κόρες της. Την καθημερινότητά της. Την ήρεμη οικογενειακή ζωή.
Αργότερα, ένα καλοκαιρινό απόγευμα, ο κυριάκος καθόταν κάτω από την τερατσιά της αυλής.
Ο αέρας ερχόταν από τη θάλασσα. Ήταν ο ίδιος αέρας που περνούσε κάθε χρόνο πάνω από τα σπίτια και τους δρόμους της Χλώρακας, κουβαλώντας μυρωδιές από τη θάλασσα, γιασεμί και χώμα.
Σκεφτόταν τη Ντιάνα. Σκέφτηκε πόσο εύκολα ένας άνθρωπος μπορεί να εγκαταλείψει κάτι πραγματικό για κάτι που υπάρχει μόνο στη φαντασία του.
Και τότε κατάλαβε πως η μεγαλύτερη απάτη δεν είναι πάντοτε αυτή που κάνει κάποιος στους άλλους.
Μερικές φορές είναι αυτή που κάνει ο άνθρωπος στον ίδιο του τον εαυτό.
Να βλέπει αυτό που θέλει να δει. Να ακούει αυτό που θέλει να ακούσει. Να πιστεύει αυτό που έχει ανάγκη να πιστέψει. Και να ονομάζει όλα αυτά αγάπη.
Και αναλογιζόμενος όλα αυτά, ένιωθε μια βαθιά λύπη για το πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί ένας άνθρωπος όταν ξεχνά να κοιτάζει εκείνους που βρίσκονται πραγματικά δίπλα του.
Έξω, η θάλασσα συνέχιζε να αναπνέει αργά κάτω από το απογευματινό φως.
Και κάπου ανάμεσα στη σιωπή της αυλής και στη φωνή μιας γυναίκας που είχε επιστρέψει στη ζωή της, ο Κυριάκος ένιωσε πως μερικές φορές η μεγαλύτερη ευτυχία δεν είναι να βρεις αυτό που νόμιζες πως αναζητούσες.
Είναι να καταλάβεις την αξία εκείνου που είχες ήδη.
Και να προλάβεις να γυρίσεις πίσω.
ΑΠΟ ΤΗ Ν. ΠΕΝΤΑΡΑ ΩΣ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ
Ο Κυριάκος συνήθιζε να γυρίζει το βλέμμα του πίσω, στα χρόνια που κυλούσαν αθόρυβα και χάνονταν. Χρόνια γεμάτα αγώνα, πείσμα, φόβο και δοκιμασίες που τον είχαν φέρει πολλές φορές στα όρια της αντοχής του. Μέσα από εκείνο το δύσβατο μονοπάτι είχε χτιστεί σιγά-σιγά η δύναμή του, η επιμονή του και η πίστη πως κάθε βήμα, όσο μικρό κι αν φαινόταν, είχε τη δική του σημασία.
Με τον καιρό είχε μάθει να βλέπει διαφορετικά τον εαυτό του και τη ζωή. Οι πληγές του παρελθόντος είχαν γίνει μαθήματα και τα λάθη του δεν τα κουβαλούσε πια σαν βάρος, αλλά σαν σιωπηλούς δασκάλους.
Κι όταν έφερνε στον νου του τα δύσκολα περιστατικά της ζωής του, ένιωθε πως από πολύ νωρίς είχε μέσα του κάτι που τον βοηθούσε να κρίνει σωστά. Το είχε αποδείξει πολλές φορές, ακόμη και σε δύσκολες στιγμές, όπως με στην περίπτωση της Ντιάνας της οικονόμου.
Ακόμη και στις στιγμές της οργής, όταν ο θυμός τον κατέκλυζε, συνήθως κατάφερνε να αφήνει τη λογική να προηγείται του συναισθήματος.
Γνώριζε εκείνη την ασφυκτική πίεση στο στήθος, το κύμα της αδρεναλίνης που θολώνει τη σκέψη και παρασύρει τον άνθρωπο σε πράξεις που αργότερα μετανιώνει. Κι όμως, τις περισσότερες φορές έβρισκε τη δύναμη να συγκρατείται λίγο πριν χαθεί μέσα στη δίνη του θυμού.
Ένα τέτοιο περιστατικό είχε συμβεί όταν ήταν ακόμη νέος, μόλις τριάντα πέντε χρονών.
Εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ καθόταν στο χαμηλό τραπέζι της Σβέτας, κρατώντας ένα ποτήρι στο χέρι. Είχε γίνει πια συνήθειά του. Σχεδόν κάθε βράδυ καθόταν εκεί, βυθισμένος στις σκέψεις του, παρατηρώντας τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν στην πλατεία.
Κάποια στιγμή πρόσεξε, στο βάθος, μια καχεκτική φιγούρα να περπατά με βιαστικό και νευρικό βήμα, σαν να κυνηγούσε τον χρόνο.
Για μια στιγμή το σώμα του πάγωσε.
Η σιλουέτα εκείνη του φάνηκε παράξενα γνώριμη.
Και αμέσως οι σκέψεις του τον παρέσυραν χρόνια πίσω όταν ήταν ακόμη νέος, μόλις τριάντα πέντε χρονών.
Ήταν τότε ακόμη νέος, στο απόγειο της νιότης και της σωματικής του δύναμης, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα από τα μεγαλύτερα τεστ αυτοκυριαρχίας της ζωής του.
Οδηγούσε το μικρό του μηχανάκι προς ένα επαγγελματικό ραντεβού. Για να κερδίσει χρόνο είχε επιλέξει τα στενά δρομάκια του χωριού. Από την κεντρική πλατεία, πήρε την όδό Νικόλα Πενταρά. Δρόμος στενός, κατηφορικός, επικίνδυνος. Σε μια απότομη στροφή ορθής γωνίας, ένα μεγάλο αυτοκίνητο πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά του χωρίς να σταματήσει στο στοπ.
Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Βρέθηκε σωριασμένος στο οδόστρωμα. Το μηχανάκι είχε στραπατσαριστεί, όπως και το σώμα του. Το δέρμα του είχε γδαρθεί από το άσπρο τσιμέντο και ο πόνος έκαιγε σε κάθε του κίνηση. Σηκώθηκε γεμάτος οργή για την απροσεξία του οδηγού.
Τότε η πόρτα του αυτοκινήτου άνοιξε. Από μέσα κατέβηκε ένα καχεκτικό ανθρωπάκι.
Αργότερα έμαθε πως τον φώναζαν Μάγκα.
Ήταν μικρόσωμος, με λεπτά πόδια που έμοιαζαν να λυγίζουν κάτω από το βάρος του σώματός του. Οι ώμοι του ήταν σκυφτοί, σαν να κουβαλούσε χρόνια ολόκληρα τα βάσανα του κόσμου. Το πρόσωπό του, χλωμό και στεγνό, πρόδιδε έναν άνθρωπο που είχε μάθει να επιβιώνει περισσότερο με τις φωνές παρά με τις πράξεις.
Κι όμως, μέσα σε εκείνη τη μικρή και αδύναμη φιγούρα κρυβόταν ένα παράξενο θράσος, μια προκλητική αυθάδεια που προσπαθούσε να παρουσιάσει ως δύναμη.
Με φωνή τσιριχτή και ύφος επιθετικό άρχισε να φωνάζει πως ο Κυριάκος έφταιγε για το ατύχημα, πως του είχε κλείσει τον δρόμο και πως απαιτούσε αποζημίωση για τη ζημιά που, όπως ισχυριζόταν, είχε υποστεί το αυτοκίνητό του.
Ο Κυριάκος τον κοιτούσε και δεν πίστευε στα μάτια του.
Πνιγμένος από την αδικία και εξαγριωμένος από το θράσος του, έβλεπε μπροστά του έναν άνθρωπο τόσο μικρό και αδύναμο, που ήξερε πως, αν άφηνε τον θυμό του ελεύθερο, ένα μόνο χτύπημα θα αρκούσε για να τον ρίξει κάτω.
Ένιωθε το αίμα του να βράζει, τα χέρια του να τρέμουν και κάθε μυς του σώματός του να απαιτεί αντίδραση.
Μέσα του, όμως, ακουγόταν μια δεύτερη φωνή. Η πιο δύσκολη φωνή απ’ όλες. Η φωνή που του έλεγε να συγκρατηθεί. Να καταπιεί την προσβολή. Να πνίξει την οργή. Να μην υψώσει το χέρι του.
Θυμόταν ακόμη εκείνη τη μάχη με τον ίδιο του τον εαυτό. Την επιθυμία να τον τιμωρήσει, να του κλείσει το στόμα, να του δώσει ένα μάθημα που δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
Ήταν του χεριού του. Θα μπορούσε εύκολα να τον κάνει να σωπάσει.
Κι όμως, η πραγματική σύγκρουση δεν βρισκόταν ανάμεσά τους. Βρισκόταν μέσα του. Ανάμεσα στον θυμό που ζητούσε αντίδραση και στη λογική που απαιτούσε αυτοσυγκράτηση.
Και στο τέλος νίκησε η λογική. Δεν σήκωσε χέρι. Δεν επέτρεψε στον θυμό να τον ορίσει. Δεν άξιζε τον κόπο να τα βάλει με ένα τόσο αδύναμο άνθρωπο.
Τώρα, τόσα χρόνια αργότερα, καταλάβαινε πως η μεγαλύτερη δύναμη που είχε δείξει τότε δεν ήταν η σωματική του υπεροχή, αλλά η απόφασή του να μην τη χρησιμοποιήσει.
Εκεί, στο στενό δρομάκι της οδού Νικόλα Πενταρά, λίγα μόλις μέτρα από το σημείο όπου καθόταν τώρα, είχε γεννηθεί μέσα του μια αλήθεια που τον συνόδευσε σε όλη του τη ζωή:
Ο άνθρωπος δεν μετριέται μόνο από όσα είναι ικανός να κάνει. Μετριέται, κυρίως, από όσα επιλέγει να μην κάνει.
Η καχεκτική φιγούρα στο βάθος είχε πια χαθεί μέσα στο σκοτάδι της πλατείας.
Ο Κυριάκος ανακάθισε στην καρέκλα του και έφερε το ποτήρι στα χείλη. Οι αναμνήσεις συνέχιζαν να ξετυλίγονται μέσα του σαν παλιό κουβάρι.
Εκείνο το περιστατικό του είχε διδάξει πολλά. Όχι όμως τα πάντα. Γιατί ποτέ του δεν πίστεψε πως η αποφυγή των συγκρούσεων ισοδυναμεί με αδυναμία, ούτε πως η αυτοσυγκράτηση είναι πάντοτε η μοναδική απάντηση.
Και, σαν να ήθελε η ζωή να ολοκληρώσει το μάθημα που είχε αρχίσει εκείνο το απόγευμα στην οδό Νικόλα Πενταρά, του έφερε ξανά τον ίδιο άνθρωπο μπροστά του.
Ένα πρωινό, λίγο μετά την ανατολή, ένα βαν σταμάτησε έξω από το γραφείο του. Ο Κυριάκος το αναγνώρισε αμέσως. Ήταν το ίδιο όχημα που χρόνια πριν είχε καρφωθεί πάνω του, στην οδό Νικόλα Πενταρά, αφήνοντάς τον πεσμένο στο οδόστρωμα.
Η πόρτα άνοιξε και από μέσα κατέβηκε ο Μάγκας. Μα αυτή τη φορά δεν υπήρχαν φωνές, ούτε απειλές, ούτε εκείνο το προκλητικό θράσος που τον χαρακτήριζε. Η στάση του ήταν διαφορετική. Σχεδόν ευγενική. Σχεδόν ταπεινή.
— Έμαθα πως ψάχνεις για βαν, κύριε Κυριάκο, είπε με προσεκτικό τόνο. Το πουλώ σε τιμή ευκαιρίας... Έχω μεγάλη ανάγκη. Το παιδί μου είναι άρρωστο.
Όποιος δεν γνωρίζει, εύκολα συγκινείται. Όποιος γνωρίζει, διακρίνει. Ο Κυριάκος ήξερε ήδη την αλήθεια. Ο Μάγκας δεν είχε παιδί. Δεν είχε οικογένεια να συντηρήσει ούτε κάποια αρρώστια να πολεμήσει. Είχε μόνο χρέη σε χαρτοπαικτικές λέσχες και ανοιχτούς λογαριασμούς με ανθρώπους που δεν συγχωρούσαν εύκολα.
Η τιμή που ζητούσε ήταν εξευτελιστικά χαμηλή για την αξία του οχήματος. Τιμή ανθρώπου που δεν πουλούσε από επιλογή, αλλά από αδιέξοδο.
— Πόση ανάγκη έχεις; τον ρώτησε ήρεμα.
Το βλέμμα του άλλου ταλαντεύτηκε για μια στιγμή ανάμεσα στην προσποίηση και την παράκληση.
Ο Κυριάκος τον έβλεπε πραγματικά αδύναμο. Και κατάλαβε κάτι παράξενο.
Χρόνια πριν, ο ίδιος στεκόταν αγανακτισμένος μπροστά σε έναν άνθρωπο αδύναμο σωματικά αλλά αλαζονικό. Τώρα οι ρόλοι είχαν αλλάξει. Η ζωή είχε φροντίσει να κάνει τη δική της στροφή.
Ο Κυριάκος δεν του θύμισε το παρελθόν. Δεν ζήτησε εξηγήσεις. Δεν αναζήτησε συγγνώμες. Απλώς πήρε την απόφασή του. Του πρόσφερε ένα ποσό σημαντικά χαμηλότερο από την πραγματική αξία του βαν, επικαλούμενος τα χρήματα που είχε πρόχειρα διαθέσιμα εκείνη τη στιγμή.
— Ή αυτά ή καθόλου.
Ο Μάγκας διαμαρτυρήθηκε. Παρακάλεσε. Προσπάθησε να διαπραγματευτεί. Μα ο Κυριάκος παρέμεινε αμετακίνητος. Στο τέλος υπέγραψαν. Το όχημα άλλαξε χέρια.
Μόνο τότε ο Κυριάκος του θύμησε ποιος πραγματικά ήταν.
Ο άνδρας έμεινε να τον κοιτάζει αποσβολωμένος. Στα μάτια του δεν υπήρχε τόσο ντροπή όσο η πικρή συνειδητοποίηση ότι η ζωή είχε κλείσει έναν κύκλο που ο ίδιος είχε ανοίξει.
Ο Κυριάκος δεν ένιωσε ενοχές. Ούτε θρίαμβο. Δεν το είδε ως εκδίκηση. Το είδε ως ισορροπία.
Γιατί είχε μάθει πως κάποιοι άνθρωποι διδάσκονται με συμβουλές, άλλοι με τα λάθη τους, κι άλλοι μόνο όταν οι συνέπειες των πράξεών τους τούς αναγκάζουν να κοιταχτούν στον καθρέφτη.
Για ένα διάστημα πίστεψε πως είχε βρει την απάντηση. Πως είχε επιτέλους κατανοήσει πού τελειώνει η επιείκεια και πού αρχίζει η δικαιοσύνη. Όμως η ζωή σπάνια αφήνει τα μαθήματά της μισά.
Λίγους μήνες αργότερα, το ίδιο εκείνο βαν άρχισε να του γεννά ερωτήματα που δεν περίμενε ποτέ πως θα αντιμετώπιζε.
Στην αρχή έμοιαζε με πραγματική ευκαιρία. Ήταν σχεδόν καινούργιο, δυνατό, καθαρό και προσεγμένο. Η μηχανή του μούγκριζε με μια σιγουριά που ενέπνεε εμπιστοσύνη, και κάθε του λεπτομέρεια έδειχνε πως άξιζε πολύ περισσότερα από όσα είχε πληρώσει γι’ αυτό.
Για λίγο ο Κυριάκος ένιωθε πως η ζωή είχε αποκαταστήσει μια παλιά αδικία. Σαν να είχε ισορροπήσει η ζυγαριά από μόνη της.
Όμως ο χρόνος είχε άλλες προθέσεις.
Τα προβλήματα άρχισαν ανεπαίσθητα. Μια μέρα το βαν αρνήθηκε να πάρει μπροστά και χρειάστηκε σπρώξιμο. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ενώ κυλούσε κανονικά στον δρόμο, ο κινητήρας έσβησε ξαφνικά χωρίς προειδοποίηση. Το ραδιόφωνο σταμάτησε να λειτουργεί. Ένα βράδυ, δύο λάστιχα ξεφούσκωσαν ταυτόχρονα χωρίς εμφανή αιτία.
Τίποτε από αυτά δεν ήταν σοβαρό από μόνο του. Όλα μαζί, όμως, άρχισαν να τον προβληματίζουν.
Και μαζί με τον προβληματισμό γεννήθηκε μέσα του μια παράξενη υποψία.
Μήπως είχε παρασυρθεί; Μήπως, εκείνη τη μέρα, είχε ξεπεράσει το μέτρο που τόσο χρόνια προσπαθούσε να τηρεί; Μήπως η δικαιοσύνη που πίστευε ότι είχε αποδώσει έκρυβε μέσα της μια δόση εκδίκησης;
Οι ερωτήσεις αυτές άρχισαν να τον ακολουθούν παντού.
Δεν μετάνιωσε για την πράξη του. Ήταν ακόμη πεπεισμένος πως ο Μάγκας είχε θερίσει ένα μέρος από όσα ο ίδιος είχε σπείρει.
Όμως η συνείδησή του δεν έβρισκε ησυχία. Και όσο περνούσαν οι μέρες, μια άλλη σκέψη άρχισε να ριζώνει μέσα του.
Κι αν η κρίση των ανθρώπων δεν είναι πάντοτε αρκετή; Κι αν υπάρχει ένα μέτρο ανώτερο από εκείνο που ορίζει ο καθένας για τον εαυτό του;
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν ένιωθε κριτής των γεγονότων. Ένιωθε κρινόμενος από αυτά. Ήταν βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος. Μεγάλωσε ακούγοντας πως ο Θεός δεν βλέπει μόνο τις πράξεις, αλλά και τις προθέσεις. Πως γνωρίζει ακόμη και τις σκέψεις που δεν φτάνουν ποτέ στα χείλη.
Δεν μπορούσε λοιπόν να αγνοήσει αυτή την εσωτερική ανησυχία.
Ίσως οι βλάβες να ήταν απλές συμπτώσεις. Ίσως όχι. Το σημαντικό, όμως, δεν ήταν το βαν. Το σημαντικό ήταν ότι η ψυχή του είχε χάσει την ησυχία της.
Άρχισε τότε να σκέφτεται τι έπρεπε να κάνει. Να το πουλήσει; Θα έβγαζε μάλιστα και κέρδος.
Όμως κάτι μέσα του αντιστεκόταν. Να το κρατήσει παροπλισμένο στην αυλή; Αυτό δεν θα έλυνε τίποτε.
Να το καταστρέψει; Η σκέψη πέρασε από το μυαλό του, αλλά αμέσως την απέρριψε. Δεν ήταν πράξη ανθρώπου που αναζητούσε λύτρωση. Ήταν πράξη ανθρώπου που ήθελε απλώς να ξεχάσει.
Πέρασαν πολλές νύχτες έτσι. Μέχρι που ένα ξημέρωμα, καθώς το πρώτο φως άπλωνε χρυσές ανταύγειες στον ορίζοντα, μια απλή σκέψη γεννήθηκε μέσα του.
Το βαν έπρεπε να επιστρέψει εκεί από όπου είχε ξεκινήσει. Όχι ως τιμωρία. Όχι ως ανταμοιβή. Αλλά ως κλείσιμο ενός κύκλου που είχε μείνει μισάνοιχτος.
Όταν ξημέρωσε καλά, πήρε το τηλέφωνο. Ο Μάγκας απάντησε μετά από λίγα κουδουνίσματα. Ο Κυριάκος μίλησε ήρεμα, χωρίς περιστροφές και χωρίς υπαινιγμούς. Του είπε πως ήθελε να του επιστρέψει το βαν. Δωρεάν.
Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή. Ο άλλος πίστεψε πως δεν είχε ακούσει σωστά. Ζήτησε να το επαναλάβει. Και όταν κατάλαβε πως ο Κυριάκος μιλούσε σοβαρά, η φωνή του λύγισε.
Συγκινήθηκε. Σχεδόν έκλαψε. Γιατί εκείνο το όχημα, για τον ίδιο, δεν ήταν απλώς ένα μεταφορικό μέσο. Ήταν το εργαλείο με το οποίο δούλευε. Ήταν το μέσο της επιβίωσής του.
Ο Κυριάκος άκουσε τη συγκίνηση στην άλλη άκρη της γραμμής χωρίς να πει πολλά.
Και όταν έκλεισε το τηλέφωνο, ένιωσε κάτι να φεύγει από μέσα του. Όχι θρίαμβο. Όχι δικαίωση. Ανακούφιση. Σαν να είχε πέσει από την ψυχή του ένα βάρος που κουβαλούσε χωρίς να το γνωρίζει.
Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκε βαθιά. Το επόμενο πρωί, βγαίνοντας στην αυλή, στάθηκε για λίγο ακίνητος.
Μπροστά του βρισκόταν το παλιό του μηχανάκι. Εκείνο που χρόνια πριν είχε στραπατσαριστεί στην οδό Νικόλα Πενταρά.
Οι δροσοσταλίδες πάνω στο μέταλλο λαμποκοπούσαν στις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Το μηχανάκι δεν είχε αλλάξει. Ούτε οι γρατζουνιές είχαν φύγει. Ούτε τα σημάδια του χρόνου. Κι όμως, κάτι ήταν διαφορετικό.
Ο τρόπος που το κοίταζε. Και τότε κατάλαβε.
Ορισμένες πληγές δεν κλείνουν όταν ανταποδίδεις το ίδιο κακό. Δεν κλείνουν όταν νικάς. Δεν κλείνουν όταν δικαιώνεσαι.
Κλείνουν όταν αποκαθιστάς την ισορροπία.
Το μηχανάκι ήταν το ίδιο. Ο άνθρωπος που το κοιτούσε, όμως, δεν ήταν.
Ο Μάγκας άρχισε να περνά λιγότερο χρόνο στους δρόμους των παλιών του συνηθειών. Το βαν που του είχε επιστραφεί δεν ήταν απλώς ένα εργαλείο δουλειάς. Έγινε για εκείνον μια αφορμή να σταθεί αλλιώς απέναντι στη ζωή του.
Σιγά-σιγά η καθημερινότητά του άλλαξε. Οι παλιές συναναστροφές αραίωσαν. Οι χαρτοπαικτικές συνήθειες, που κάποτε τον κρατούσαν δεμένο σε έναν φαύλο κύκλο, άρχισαν να υποχωρούν. Στη θέση τους μπήκε η δουλειά, σταθερή, απαιτητική, αλλά καθαρή.
Δεν άργησε να αρχίσει να επισκέπτεται τον Κυριάκο. Στην αρχή διστακτικά. Ύστερα με μεγαλύτερη άνεση. Και τελικά σχεδόν με ανάγκη.
Ο Κυριάκος τον έβλεπε πλέον διαφορετικά. Όχι ως εκείνη τη θρασύτατη φιγούρα του παρελθόντος, αλλά ως έναν άνθρωπο που πάλευε να σταθεί όρθιος μέσα στα δικά του ερείπια.
Η στάση του είχε μαλακώσει, όχι από αφέλεια, αλλά από αναγνώριση της προσπάθειας.
Ανάμεσά τους, χωρίς να το καταλάβουν, άρχισε να γεννιέται κάτι που έμοιαζε με φιλία. Οι συζητήσεις τους βάθαιναν με τον καιρό. Δεν ήταν πια απλές κουβέντες της καθημερινότητας, αλλά συναντήσεις όπου έμπαιναν θέματα ζωής, επιλογών και ευθύνης.
Ο ένας έφερνε την εμπειρία. Ο άλλος την ανάγκη να αλλάξει.
Κάποια μέρα ο Κυριάκος τον κοίταξε με σταθερότητα.
— Έχω κάτι για σένα, του είπε. Μια δουλειά καλύτερη. Με προοπτική. Και κυρίως, μακριά από όσα σε κρατούν πίσω.
Έκανε μια μικρή παύση.
— Δεν θα είναι εύκολο. Αλλά αξίζει.
Ο Μάγκας δεν απάντησε αμέσως. Μέσα του πάλεψαν δύο άνθρωποι. Εκείνος που ήξερε τον εύκολο δρόμο και εκείνος που για πρώτη φορά έβλεπε μπροστά του έναν διαφορετικό.
Η πρόταση δεν του έφερε μόνο ελπίδα. Του έφερε και φόβο. Γιατί αυτή τη φορά δεν θα μπορούσε να ρίξει ευθύνες πουθενά. Η ευθύνη θα ήταν αποκλειστικά δική του.
Τελικά έγνεψε καταφατικά. Με ευγνωμοσύνη. Και με μια σιωπηλή αποφασιστικότητα που δεν χρειαζόταν μεγάλα λόγια.
Από εκείνη τη στιγμή η ζωή του άρχισε να αλλάζει με πιο σταθερό ρυθμό. Η δουλειά έγινε κέντρο της καθημερινότητάς του. Η εκπαίδευση και η προσπάθεια αντικατέστησαν τις παλιές συνήθειες. Και οι μικρές νίκες απέναντι στον εαυτό του έγιναν η νέα του δύναμη, όχι θορυβώδης, αλλά σταθερή.
Με τον καιρό ένιωσε για πρώτη φορά τι σημαίνει ευγνωμοσύνη που δεν είναι λόγια, αλλά στάση ζωής.
Οι κουβέντες του Κυριάκου δεν ήταν πια απλές συμβουλές. Είχαν γίνει εσωτερική φωνή. Και η εντιμότητα, η υπευθυνότητα και η συνέπεια δεν ήταν πια έννοιες. Ήταν επιλογές.
Ο Κυριάκος ένιωθε πως είχε πάρει σοβαρά την υπόθεση του Μάγκα. Βλέποντάς τον πραγματικά να αλλάζει, η αρχική του αντιπάθεια είχε μετατραπεί σε συμπάθεια. Κι έτσι, ακόμη κι όταν οι επισκέψεις του έγιναν συχνές, τις δεχόταν με κατανόηση και, σιγά-σιγά, με πραγματική διάθεση να τον βλέπει.
Η φιλία που γεννήθηκε από εκείνη τη συγκυρία κράτησε καιρό και βάθυνε. Οι συναντήσεις τους έγιναν πιο ουσιαστικές, γεμάτες συζητήσεις για τη ζωή, την ευθύνη και τις επιλογές.
Ώσπου μια μέρα ο Μάγκας του είπε:
— Κυριάκο… σήμερα θα σε αποχαιρετήσω. Φεύγω μακριά, στα ξένα… για την Αφρική. Μου έστειλαν συγγενείς πρόσκληση και πάω να δοκιμάσω την τύχη μου.
Και έφυγε. Χάθηκαν τα ίχνη του. Στην αρχή έφταναν πού και πού γράμματα. Έπειτα, σιωπή.
Ο χρόνος κύλησε. Τα χρόνια έγιναν δεκαετίες. Καμιά φορά ο Κυριάκος τον θυμόταν και ευχόταν να είναι καλά. Έπειτα τον ξανάχανε μέσα στην καθημερινότητα.
Ήξερε πως οι άνθρωποι που δεν συναντιούνται, αργά ή γρήγορα ξεθωριάζουν από τη μνήμη.
Αφοσιώθηκε στη δουλειά του. Οι ευθύνες δεν του άφηναν χώρο για αναδρομές. Μόνο για το παρόν και όσα έρχονταν.
Για τον Μάγκα είχε την αίσθηση πως, κάπου στον κόσμο, είχε πάρει έναν διαφορετικό δρόμο.
Δεν έμαθε ποτέ με ακρίβεια τι απέγινε. Υπέθετε μόνο πως δεν θα είχε ξεχάσει εκείνες τις παλιές συζητήσεις τους. Ίσως, σε δύσκολες στιγμές, να γύριζε κι εκείνος νοερά σε όσα είχαν ειπωθεί τότε.
Στην ξενιτιά ο Μάγκας δούλεψε σκληρά, όπως έμαθε αργότερα ο Κυριάκος. Με επιμονή και υπομονή στάθηκε στα πόδια του. Στην αρχή με δυσκολίες, ύστερα με σταθερότητα και τελικά με επιτυχία.
Όταν απέκτησε τα πρώτα του χρήματα, ο δρόμος άνοιξε.
Και όταν πια κατάφερε όσα κάποτε έμοιαζαν αδύνατα, όταν έγινε πλούσιος, πολύ πλούσιος, πήρε την απόφαση να επιστρέψει στον τόπο του.
Ήταν απόγευμα και ο ήλιος έγερνε πάνω από τη θάλασσα του Κοτσιά. Η ζέστη υποχωρούσε και ένα δροσερό αεράκι ανέβαινε προς το χωριό.
Ο Κυριάκος καθόταν στην αυλή του καφενείου, απολαμβάνοντας τη θαλασσινή αύρα. Βυθισμένος στις σκέψεις του, προσπαθούσε να τις βάλει σε τάξη.
Κι εκεί που συλλογιζόταν, μια μεγάλη λιμουζίνα σταμάτησε μπροστά στην πλατεία.
Ο οδηγός κατέβηκε και άνοιξε την πίσω πόρτα.
Από μέσα βγήκε μια μικροκαμωμένη φιγούρα, σκυφτή, με λεπτά πόδια και καμπουριασμένους ώμους, ντυμένη όμως με ακριβό κοστούμι και ένα χοντρό πούρο στο στόμα.
Η όραση του Κυριάκου είχε πια εξασθενήσει και δεν μπόρεσε να διακρίνει καθαρά τα χαρακτηριστικά του.
Όμως τον αναγνώρισε αμέσως. Η σιλουέτα ήταν γνώριμη, ανεξίτηλη, όσος χρόνος κι αν είχε περάσει.
Ήταν εκείνος. Ο Μάγκας.
Ο Κυριάκος σηκώθηκε με ειλικρινή χαρά να τον προϋπαντήσει.
Κάθισαν στο τραπέζι του καφενείου και μίλησαν για ώρα.
Ο Μάγκας είχε καταφέρει όσα κάποτε έμοιαζαν άπιαστα. Είχε πλουτίσει, είχε δημιουργήσει οικογένεια, είχε σταθεί ξανά όρθιος στη ζωή του.
Και τώρα, επιστρέφοντας, ήθελε να δώσει κάτι πίσω.
— Σου χρωστάω πολλά, Κυριάκο, του είπε. Εσύ με έκανες άλλον άνθρωπο. Μου έδειξες δρόμο και με έβγαλες από εκεί που ήμουν. Γι’ αυτό θέλω να σου κάνω ένα δώρο. Αυτό το αμάξι είναι για σένα.
Ο Κυριάκος χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι αρνητικά.
Δεν μπορούσε να το δεχτεί.
Ύστερα από λίγη σιωπή απάντησε:
— Το μόνο δώρο που δέχομαι… είναι να γίνεις ο εκδότης ενός βιβλίου μου.
Ο Μάγκας τον κοίταξε απορημένος.
— Αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο, συνέχισε ο Κυριάκος. Μια ιστορία για όλα αυτά. Για το πώς γνωριστήκαμε, πώς αλλάξαμε και πώς ένας άνθρωπος που κάποτε φαινόταν χαμένος βρήκε τελικά τον δρόμο του.
Ο ήλιος είχε πλέον χαθεί πίσω από το πέλαγος και ο ουρανός της Χλώρακας γινόταν βαθύς, σε χρώμα βιολετί, σαν να έπλεκε προσευχή στον ίδιο τον Θεό.
Τα φώτα του χωριού άναψαν σιγά-σιγά, όπως ανάβουν οι μνήμες που νομίζουμε πως ξεχάστηκαν.
Ο Κυριάκος και ο Μάγκας έμειναν για λίγο σιωπηλοί, όχι από αμηχανία, αλλά από εκείνη τη σιωπή που μόνο όσοι συναντήθηκαν από μοίρα, και όχι από τύχη, μπορούν να αντέξουν.
Ο Μάγκας έβγαλε το πούρο από το στόμα, το κράτησε για λίγο στα δάχτυλα και, με φωνή που έμοιαζε να παλεύει ανάμεσα στο σήμερα και στο χθες, είπε χαμηλά:
— Αν δεν σε γνώριζα, Κυριάκο… ίσως να μην υπήρχα.
Και τότε ο Κυριάκος κατάλαβε πως η ζωή δεν ανταποδίδει απλώς. Διορθώνει. Δεν τιμωρεί μονάχα. Μεταμορφώνει.
Καμιά πράξη, όσο μικρή κι αν είναι, δεν χάνεται στον χρόνο. Τα ίχνη της ταξιδεύουν, κάποτε αθέατα, ώσπου να συναντήσουν έναν άνθρωπο και να αλλάξουν την πορεία του.
Ύστερα ο Κυριάκος σηκώθηκε αργά, ακούμπησε απαλά το χέρι στον ώμο του Μάγκα και, με εκείνο το ήρεμο χαμόγελο των ανθρώπων που έχουν καταλάβει χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσουν, του είπε:
— Δεν σου έδωσα τίποτε που δεν είχες ήδη μέσα σου. Απλώς στάθηκα εκεί, την ώρα που έπρεπε, για να το θυμηθείς.
Εκείνη τη νύχτα δεν υπήρχαν δώρα, ούτε χρέη, ούτε ισοζύγια.
Υπήρχε μόνο μια σιωπηλή δικαιοσύνη ψυχής. Μια δικαιοσύνη που δεν μετριέται με χρήματα, αλλά με το ποιος τελικά γίνεται ο άνθρωπος που θα μπορούσε να είναι.
Και καθώς οι δυο άντρες σηκώθηκαν να φύγουν, ο αέρας μύρισε θάλασσα, αρμύρα και γιασεμί, σαν να ευλογούσε το τέλος μιας καλής ιστορίας.
Γιατί, τελικά, η σοφία δεν είναι να νικάς τον άλλον, αλλά να τον βοηθάς να νικήσει τον παλιό του εαυτό. Και αυτό ο Κυριάκος το είχε καταφέρει.
Έμεινε για λίγο ακίνητος, αφήνοντας τις εικόνες να περάσουν ξανά από το μυαλό του, σαν φως που δεν σβήνει ποτέ ολοκληρωτικά.
Χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν άνθρωπος που δεν ψάχνει πια απαντήσεις.
Σήκωσε το ποτήρι του, το ακούμπησε στο τραπέζι και σηκώθηκε από την καρέκλα.
— Καληνύχτα, Σβέτα, είπε ήρεμα.
Και χάθηκε μέσα στα στενά του χωριού, με βήμα σταθερό και σκέψη ήσυχη.
ΕΝΑΣ ΤΕΛΕΦΤΑΙΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ
Ο Κυριάκος τώρα, σε μεγάλη ηλικία πλέον, σχεδόν κάθε μέρα έβρισκε το καταφύγιό του στο καφενείο της Σβέτας. Καθισμένος στο ίδιο τραπέζι, με ένα ποτηράκι ζιβανία μπροστά του, συντροφιά του δεν ήταν μόνο οι θαμώνες του καφενείου, αλλά και οι αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής. Αναμνήσεις που ο χρόνος δεν θα μπορούσε να σβήσει.
Τώρα, συνταξιούχος πια, αραγμένος στη πλατεία του χωριού, με το βλέμμα χαμένο στην θάλασσα που φαινόταν από το άνοιγμα της οδού Νικόλα Πενταρά και τον νου να ταξιδεύει πέρα από τα χρόνια, άφηνε τις σκέψεις του να επιστρέφουν στο παρελθόν.
Εκεί, στην πλατεία, απέναντι από το καφενείο της Σβέτας, όπου τώρα καθόταν αργοπίνοντας τη ζιβανία του, στεκόταν ακόμη το παλιό καφενείο του μουχτάρη. Εκεί όπου είχαν αρχίσει όλα.
Ο Κυριάκος είχε έναν φίλο. Τον Γιώρκο τον Καποδίστρια. Ήταν άνθρωπος που πίστευε στο σύστημα και στους κανόνες του. Όχι γιατί τους θεωρούσε δίκαιους, αλλά γιατί ήξερε να τους χρησιμοποιεί προς όφελός του. Πίστευε στην εξουσία και φρόντιζε πάντοτε να βρίσκεται κοντά της.
Ήταν μια εποχή που στην Κύπρο το ρουσφέτι δεν ήταν απλώς μια κακή συνήθεια. Ήταν σαν τη νοτιά που απλωνόταν πάνω από το νησί κάθε καλοκαίρι. Αόρατη, μα πανταχού παρούσα. Οι άνθρωποι τη δέχονταν όπως δέχονται τη ζέστη και τη σκόνη: ως κάτι φυσικό και αναπόφευκτο.
Από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, το ρουσφέτι είχε ριζώσει βαθιά στην κοινωνία. Είχε γίνει τρόπος ζωής, άγραφος νόμος, κληρονομιά που περνούσε από γενιά σε γενιά. Τότε, σχεδόν τίποτα δεν γινόταν χωρίς «μέσο». Ακόμη και μια απλή οικοδομική άδεια απαιτούσε γνωριμίες, χάρες και πλάγιες διαδρομές. Οι μέτριοι ανέβαιναν εύκολα τα σκαλιά της επιτυχίας, ενώ οι άξιοι περίμεναν στις ουρές κρατώντας στα χέρια τους αιτήσεις και μέσα τους αγανάκτηση.
Μέσα σε αυτό το σύστημα, ο Γιώρκος ήταν βασιλιάς. Γνώριζε τους πάντες και τον γνώριζαν όλοι. Ήξερε ποιον να πλησιάσει, πότε να τηλεφωνήσει και τι να προσφέρει. Καφάσια με ψάρια, φρούτα από τα κτήματά του, λουκούμια, μπουκάλια κρασί. Δώρα που δημιουργούσαν μεγάλες υποχρεώσεις. Τα παιδιά του, οι γαμπροί του, ακόμη και μακρινοί συγγενείς του βρέθηκαν σε θέσεις ζηλευτές. Οι γνωριμίες του έφταναν μέχρι τη Λευκωσία.
Μέσα από τη φιλία τους, ο Κυριάκος γνώρισε κι εκείνος πολλούς από τους ανθρώπους του κύκλου του Γιώρκου.
Μα από όλους, περισσότερο θυμόταν τον ανώτερο αστυνόμο Κώστα. Ο Κώστας ήταν άνθρωπος εύθυμος και κοινωνικός. Χαμογελούσε εύκολα, μιλούσε με όλους και ήξερε να κάνει τον συνομιλητή του να νιώθει σημαντικός. Όμως το ρουσφέτι το αντιμετώπιζε όπως ο γιατρός το στηθοσκόπιό του. Όχι ως κάτι παράξενο ή ανήθικο, αλλά ως ένα απαραίτητο εργαλείο της δουλειάς του.
Πολλές φορές ο Γιώρκος τον είχε τραπεζώσει σε ταβέρνες. Μαζί στην παρέα και ο Κυριάκος. Μεζέδες, κρασιά, γέλια και κουβέντες μέχρι αργά τη νύχτα.
— Είσαι φίλος μας, Κυριάκο, του έλεγε συχνά ο Κώστας, σηκώνοντας το ποτήρι του.
Ο οδηγός του, ένας κοντός συγχωριανός του, τον ακολουθούσε παντού μισοσκυφτός. Στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη μια μόνιμη δουλοπρέπεια, σαν να είχε γεννηθεί για να υποκλίνεται. Χαμογελούσε υπερβολικά, έγερνε το κεφάλι, έσπευδε να συμφωνήσει με τους πάντες. Ένα ατελείωτο «ναι, κύριε», «όπως θέλετε», «έχετε δίκιο».
Έτσι φερόταν και στους φίλους του Κώστα. Έτσι φερόταν και στον Κυριάκο.
Όμως πίσω από εκείνα τα χαμόγελα κρυβόταν κάτι άλλο. Μια υποκρισία που περίμενε την κατάλληλη στιγμή να φανερωθεί. Μια αυθάδεια που φορούσε προσωρινά μάσκα ταπεινοφροσύνης. Ο Κυριάκος θα το καταλάβαινε αργότερα.
Ο καιρός πέρασε. Ο Κώστας συνταξιοδοτήθηκε και ο κοντός οδηγός μετατέθηκε στην Πάφο ως απλός αστυφύλακας στον ΟΠΕ, με καθήκον να ελέγχει τα νυχτερινά κέντρα.
Την ίδια περίοδο, ο Κυριάκος είχε ανοίξει άνα μουσικό μαγαζί προς τέρψην του ίδιου και της φιλόμουσης παρέας του, μια μπουάτ. Η επιχείρηση πήγαινε εξαιρετικά. Τα βράδια γέμιζε από μουσικές, γέλια και κόσμο καλό. Η δουλειά ήταν καθαρή και αποδοτική.
Ώσπου ένα βράδυ εμφανίστηκε εκείνος. Μπήκε μέσα με τη στολή του, φορώντας ύφος αυστηρό και ένα βλέμμα που γυάλιζε από τη μέθη της μικρής εξουσίας. Δεν χαιρέτησε κανέναν. Προχώρησε κατευθείαν προς το μπαρ.
— Σβήστε τη μουσική. Θα γίνει καταγγελία.
Ο Κυριάκος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Η μουσική έπαιζε χαμηλά. Όλες οι άδειες ήταν σε τάξη. Δεν υπήρχε κανένας λόγος για φασαρία. Κι όμως, ο παλιός γνωστός του, ο άνθρωπος που κάποτε του έσφιγγε το χέρι με δουλοπρεπή ευγένεια, τώρα στεκόταν απέναντί του σαν δικαστής. Ή μάλλον σαν άνθρωπος που είχε βρει επιτέλους κάποιον πάνω στον οποίο μπορούσε να ασκήσει εξουσία, ή να βγάλει τα αποθημένα του.
Ο Κυριάκος δεν απάντησε. Έγνεψε μόνο να χαμηλώσουν τη μουσική. Μέσα του όμως έβραζε. Ήξερε πως μια τέτοια διακοπή, με το μαγαζί γεμάτο, ήταν οικονομική μαχαιριά. Όμως δεν ήθελε καβγάδες ούτε σκηνές. Ο άλλος ήταν ο ανόητος. Όχι αυτός.
Και ο καιρός ξανακύλησε. Ο αστυνομικός βγήκε στη σύνταξη. Ένα πρωινό, καθώς ο κυριάκος βρισκόταν στο γραφείο του, είδε μια γνώριμη φιγούρα να πλησιάζει. Ήταν ο πρώην οδηγός. Μπήκε μέσα με χαμόγελο ως τα αυτιά.
— Κυριάκοοος! Θυμάσαι τα ωραία μας στη Λευκωσία; Ήρθα να σε καλέσω στον γάμο της κόρης μου. Ξέρεις... είμαστε και συγγενείς από τη μεριά της πεθεράς σου!
Ο Κυριάκος τον κοίταξε αμίλητος. Πριν προλάβει να απαντήσει, ο άλλος ξαναγέλασε.
— Θυμάσαι που σε κατήγγειλα; Χαχα! Αστεία πράγματα!
Το γέλιο του αντήχησε στον χώρο σαν προσβολή. Τότε κάτι έσπασε μέσα στον Κυριάκο. Όχι από θυμό μονάχα. Από αποστροφή. Από αηδία για την αναίδεια. Σηκώθηκε αργά. Τον πλησίασε και, χωρίς να πει λέξη, τον άρπαξε από το αυτί. Ο άλλος τσίριξε από τον πόνο.
— Βρε ανάγωγε! Και τολμάς να μου φέρνεις πρόσκληση; Εδώ δεν έχεις εξουσία. Εδώ είναι το δικό μου σπίτι. Και θα μου το παίξεις και φίλος;
Τον έσπρωξε προς την έξοδο.
— Έξω! Έξω πριν σε σύρω ως τον δρόμο!
Με ένα τελευταίο σπρώξιμο τον πέταξε έξω από την πόρτα. Ο άλλος παραπάτησε, χτύπησε πάνω στο φορτηγό που ήταν σταθμευμένο στην αυλή και στάθηκε αδέξια προσπαθώντας να ισορροπήσει.
Με το ένα χέρι κρατούσε το κατακόκκινο αυτί του. Με το άλλο έψαχνε τη χαμένη του αξιοπρέπεια. Κοίταξε τον Κυριάκο σαν βρεγμένη γάτα, μα δεν είπε λέξη. Γύρισε και έφυγε. Ο Κυριάκος τον παρακολούθησε να απομακρύνεται. Τα χέρια του έτρεμαν ακόμη. Όμως στο πρόσωπό του είχε απλωθεί ένα χαμόγελο ανακούφισης. Ένας παλιός λογαριασμός είχε επιτέλους κλείσει. Ή έτσι νόμιζε.
Λίγους μήνες αργότερα, ένα ακόμη πρωινό, εμφανίστηκε στο γραφείο του μια άλλη γνώριμη φιγούρα. Ήταν ο Κώστας. Με πολιτικά ρούχα πια. Γερασμένος. Σαν να είχαν πέσει πάνω του όλα τα χρόνια μαζί.
— Κυριάκο... είπε ήρεμα. Με το θάρρος της παλιάς μας γνωριμίας, ήρθα να σου ζητήσω ένα ρουσφέτι.
Ο Κυριάκος ξαφνιάστηκε.
— Κάτσε, κύριε Κώστα. Τι συμβαίνει;
Ο Κώστας κάθισε αργά.
— Χρειάζομαι βοήθεια. Μα όχι για μένα.
Στα μάτια του φάνηκε κάτι που ο Κυριάκος δεν είχε δει ποτέ. Ντροπή.
— Ο πρώην οδηγός μου μπλέχτηκε με απατεώνες. Τον χρησιμοποιούν, τον παρασύρουν, τον εκμεταλλεύονται. Είναι αφελής. Και εγώ νιώθω υπεύθυνος.
Ο Κυριάκος έμεινε σιωπηλός.
— Εμένα γιατί με θέλεις;
— Γιατί εσένα σε φοβάται. Και ίσως μόνο εσύ μπορείς να του μιλήσεις. Να του ανοίξεις τα μάτια πριν γίνει μεγάλη ζημιά.
Ο Κυριάκος ακούμπησε πίσω στην καρέκλα. Η ειρωνεία της ζωής ήταν απίστευτη.
— Και γιατί να το κάνω;
Ο Κώστας αναστέναξε βαθιά.
— Γιατί, Κυριάκο, εσύ ποτέ δεν ήσουν σαν κι εμάς. Παίξαμε όλοι το παιχνίδι του ρουσφετιού. Άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Εσύ όμως ποτέ δεν έχασες τον εαυτό σου. Πάντα είχες μια γραμμή που δεν περνούσες.
Τα λόγια έπεσαν βαριά μέσα στο γραφείο. Ο Κυριάκος κοίταξε έξω από το παράθυρο. Είχε εξυπηρετήσει και είχε εξυπηρετηθεί. Είχε κάνει λάθη. Μα η αξιοπρέπεια ήταν πράγματι ο μόνος κανόνας που δεν είχε προδώσει ποτέ. Μετά από λίγη ώρα σηκώθηκε.
— Φέρ’ τον. Θα του μιλήσω. Μια φορά.
Ο Κώστας ανακουφίστηκε.
— Ευχαριστώ, Κυριάκο. Δεν θα το ξεχάσω.
Όταν έφυγε, η σιωπή απλώθηκε ξανά στο γραφείο.
Ο Κυριάκος έμεινε μόνος. Ένιωθε πως κάτι μεγαλύτερο από μια παλιά έχθρα τον περίμενε. Σίγουρα δεν θα έρχονταν για συμβουλές. Σίγουρα κάτι άλλο είχαν στο μυαλό τους. Σαν να του ζητούσε η ίδια η ζωή να κλείσει έναν κύκλο. Όχι με θυμό. Όχι με εκδίκηση. Αλλά με κατανόηση. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και χαμογέλασε πικρά.
— Η εξουσία περνά, είπε σιγανά. Ο άνθρωπος όμως μένει.
Και για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, δεν ένιωθε θυμό για τον πρώην οδηγό. Μόνο λύπηση. Ίσως τελικά αυτή να ήταν η μεγαλύτερη τιμωρία του.
Πέρασαν τρεις μέρες μέχρι να χτυπήσει ξανά η πόρτα. Ο Κυριάκος άνοιξε και βρήκε μπροστά του τον Κώστα, πιο ταραγμένο από ποτέ. Δεν περίμενε καν να του πει «πέρασε». Πήδησε κατευθείαν στο θέμα.
-Τον έχω έξω, στο αυτοκίνητο… είπε με φωνή χαμηλή. Μα… δεν είναι όπως τον θυμάσαι Κυριάκο.
Ο Κυριάκος ένιωσε μια παράξενη ανησυχία να του μαγκώνει το στομάχι.
-Φέρ’ τον.
Κι όταν μπήκε μέσα ο πρώην οδηγός, ο κοντός, ο δουλοπρεπής, ο κάποτε φαιδρός, δεν ήταν πια ούτε φαιδρός ούτε δουλοπρεπής. Ήταν ρημάδι.
Τα μάτια του βαθουλωμένα, τα χέρια του έτρεμαν, στο μάγουλο μια μελανιά που δεν είχε προλάβει να πάρει χρώμα. Στεκόταν όρθιος σαν να φοβόταν να κάτσει.
-Κυριάκο… ψέλλισε. Θέλω… βοήθεια.
Ο Κυριάκος δεν μίλησε αμέσως. Τον άφησε να καθίσει, να πάρει ανάσα. Ήθελε να δει, να ακούσει. Να καταλάβει.
Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα γεμίζοντας τα πνευμόνια του, συνέχισε.
-Εμπλέχτηκα, Κυριάκο… Εμπλέχτηκα με… χαρτιά. Στην αρχή μικρά παιχνίδια. Μετά μεγαλύτερα. Έχασα λεφτά που δεν είχα. Πήρα δανεικά. Με τόκο. Και όσο έμπαινα βαθύτερα… τόσο δεν μπορούσα να βγω.
Ο Κυριάκος σταύρωσε τα χέρια του.
-Και πού πάει αυτό;
Ο πρώην αστυνομικός κατάπιε δύσκολα.
-Εκείνοι που δανείζουν… δεν είναι απλοί τοκογλύφοι. Είναι οργανωμένοι. Σκληροί. Έχουν χέρι μέσα παντού. Αστυνομία… υπηρεσίες… μαγαζιά. Εγώ… εγώ έκανα τη βλακεία να τους δώσω πληροφορίες. Ποιος δουλεύει πού, ποιοι χρωστούν, ποια μαγαζιά πάνε καλά. Γίναμε όλοι πιόνια τους. Εγώ… περισσότερο απ’ όλους.
Ο Κώστας κάθισε δίπλα του σαν να ήθελε να τον προστατέψει, αλλά και σαν να ντρεπόταν.
-Πες του ποιος είναι το μεγάλο αφεντικό, είπε σιγανά.
Ο κοντός κοίταξε τον Κυριάκο με μάτια γεμάτα φόβο. Άνοιξε το στόμα του σαν να επρόκειτο να ομολογήσει φόνο.
-Είναι ο Μιχαήλος…
Ο Κυριάκος παγώσε.
-Ο… Μιχαήλος; Ο χωρατατζής; Ο ξάδερφος μου; ο παλιός μου συμμαθητής;
-Ναι… ψιθύρισε ο κοντός.
-Αυτός που έκανε πως δεν ήξερε που πάνε τα τέσσερα;
-Ο ίδιος. Μόνο που… δεν είναι αυτό που δείχνει.
Και εκείνη τη στιγμή όλα συνδέθηκαν μέσα στο μυαλό του Κυριάκου σαν σπασμένα κομμάτια παζλ που ξαφνικά βρήκαν θέση:
Ο Μιχαήλος, που πάντα κυκλοφορούσε χωρίς δουλειά αλλά με λεφτά. Ο Μιχαήλος, που ήξερε πάντα «ποιος χρωστά σε ποιον». Ο Μιχαήλος, που χαμογελούσε πολύ.
Ο κοντός συνέχισε.
-Ο Μιχαήλος με απειλεί. Αν δεν πληρώσω την τελευταία δόση, και είναι μεγάλη, θα κάνει τα πάντα για να με καταστρέψει. Και… και στην οικογένεια μου θα κάνει κακό μου μήνυσε.
Ο Κυριάκος σηκώθηκε. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω προς τον δρόμο. Ένιωθε μια παράξενη ζέση στο στήθος. Θυμό; Αηδία; Καθήκον; Δεν ήταν σίγουρος. Γύρισε και είπε.
-Και γιατί να σε βοηθήσω; Εσύ μου έκαμες ζημιά.
-Το ξέρω… απάντησε ο άλλος με σπασμένη φωνή. Δεν θέλω να δικαιολογηθώ. Έκανα βλακείες. Μεθούσα με την εξουσία. Ήμουν μικρός άνθρωπος και φούσκωσα. Και… και όταν μπήκα στο μαγαζί σου, στη μπουάτ, και σε κατήγγειλα… το έκανα γιατί νόμιζα πως πουλώντας εξουσία, αποχτούσα αξία.
Κατέβασε το κεφάλι. Ο Κυριάκος τον πλησίασε αργά.
-Πάντρεψες την κόρη σου; Έκανες εγγόνι;
-Ναι… ένα αγοράκι. Που το αγαπώ και αυτό φοβάμαι περισσότερο.
Μέσα του ο Κυριάκος άρχισε να τον λυπάται. Σαν να είδε ξαφνικά όχι έναν δουλοπρεπή, ούτε έναν ψεύτικα δυνατό, ούτε έναν χαρτοπαίκτη που μπλέχτηκε, αλλά έναν παππού που φοβόταν μήπως του βλάψουν το εγγόνι.
Και είπε ήρεμα:
-Θα πάμε μαζί στον Μιχαήλο. Θα του μιλήσω, δεν θα μου χαλάσει χατήρι.
Ο πρώην αστυνομικός τον κοίταξε σαν να του έδωσε ζωή. Ανακουφισμένος αλλά και ησηχασμένος.
Ο Κυριάκος χαμογέλασε πικρά. Σκέφτηκε πως και οι δύο, όσο κατείχαν εξουσία, νόμιζαν πως είχαν αξία. Τώρα όμως, που δεν είχαν εξουσία, συνειδητοποιούσαν πως δεν είχαν ούτε αξία.
Τώρα, καθισμένος στο καφενείο της Σβέτας, άφησε τη σκέψη του να επιστρέψει στο παρόν.
Η ζιβανία είχε σχεδόν τελειώσει. Στην πλατεία λίγοι περαστικοί διέσχιζαν αργά τον δρόμο. Τα δέντρα κουνούσαν νωχελικά τα φύλλα τους και ο απογευματινός ήλιος έπεφτε πάνω στις παλιές πέτρες.
Απέναντι στεκόταν ακόμη το καφενείο του μουχτάρη.
Παλαιότερα έσφυζε από ζωή. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν, έλεγαν ιστορίες, έκαναν φιλίες, έχτιζαν έχθρες, έδιναν υποσχέσεις και κυνηγούσαν αξιώματα.
Τώρα έμοιαζε ήσυχο. Σχεδόν σαν να κρατούσε μέσα του όλα τα μυστικά όσων πέρασαν από εκεί.
Ο Κυριάκος χαμογέλασε. Εκεί μέσα είχαν αρχίσει όλα. Οι φιλίες. Οι γνωριμίες. Τα λάθη. Οι επιτυχίες. Οι απογοητεύσεις. Ολόκληρη η ζωή του. Σήκωσε το ποτήρι του και ήπιε την τελευταία γουλιά.
Όσα κέρδισε, όσα έχασε, όσα μετάνιωσε και όσα κράτησε στην καρδιά του, ανήκαν πια στο παρελθόν.
Κι όπως κοιτούσε το παλιό καφενείο απέναντι, ένιωσε μια γαλήνη που δεν είχε νιώσει ποτέ στα χρόνια της δύναμης και των αγώνων.
Γιατί στο τέλος δεν ήταν η εξουσία που έμενε. Δεν ήταν τα αξιώματα. Δεν ήταν οι γνωριμίες. Ήταν οι άνθρωποι. Οι αναμνήσεις. Και οι ιστορίες που άφηναν πίσω τους.
Ο ήλιος έγερνε σιγά σιγά προς τη δύση. Ο Κυριάκος ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα και αγναντεψε μέσα από το άνοιγμα της οδού Νικόλα Πενταρά τη θάλασσα που σιγά σιγά σκοτείνιαζε.
Το επόμενο απόγευμα ο Κυριακός βρισκόταν μόνος του κάτω στον γιαλό, στο Δήμμα. Η θάλασσα ήταν ήρεμη εκείνο το βράδυ. Παράξενα ήρεμη.
Ο αέρας δυνάμωνε σιγά σιγά. Ένα καΐκι ανοιχτά στο πέλαγος είχε πολλά φώτα αναμμένα. Τουριστικό. Οι φωνές και οι μουσικές από τους επιβάτες έσπαζαν τη σιωπή της νύχτας.
Η θάλασσα μύριζε αλάτι και πετρέλαιο από τις μηχανοκίνητες βάρκες που ήταν δεμένες στον μικρό μώλο.
Άναψε αργά τσιγάρο και κοίταξε τα μαύρα νερά κάτω από το άσπρο φως του φεγγαριού.
Πάνω, το χωριό κοιμόταν. Μα ο Κυριακός δεν είχε ύπνο.
Καθόταν μόνος στο παγκάκι απέναντι από τη θάλασσα, ακούγοντας τα μικρά κύματα να σβήνουν πάνω στις πέτρες. Το κρύο περνούσε μέσα από το παλτό του, μα δεν τον ένοιαζε.
Σκεφτόταν τα πρόσωπα που χάθηκαν. Άλλοι φεύγοντας μακριά. Άλλοι πεθαίνοντας.
Σκεφτόταν εκείνους που αγάπησαν λάθος ανθρώπους.
Εκείνους που πούλησαν την ψυχή τους για φόβο ή για χρήμα.
Στο τέλος, κανείς δεν έμενε αθώος… Ούτε κι ο ίδιος.
Και μπροστά στην απεραντοσύνη της θάλασσας, μαζί με τις θύμησες και τις μνήμες από τα χρόνια του ως ναυτικός και ως ερευνητής, ένιωθε πως κουβαλούσε μέσα του ιστορίες που ίσως να φαίνονταν απίθανες στους άλλους, μα ήταν αληθινές. Ιστορίες που τον σημάδεψαν ανεξίτηλα και άφησαν πάνω του παντοτινή σφραγίδα.
Όσοι έζησαν δύσκολες αλλά και γλυκές στιγμές, ξέρουν. Και συνεχίζουν να αγαπούν τη ζωή. Να τη μάχονται καθημερινά. Να της γνέφουν περιπαικτικά και να μην τη φοβούνται.
Όμως δεν ήταν μόνο τα γεγονότα που τον σημάδεψαν. Ήταν και οι άνθρωποι. Ο τρόπος που ζούσαν. Ο τρόπος που αγαπούσαν. Ο τρόπος που πρόδιδαν.
Έκλεισε αργά τα μάτια.
Η θάλασσα μύριζε πετρέλαιο και χειμώνα. Κάπου μακριά, ένα άλλο καΐκι άναψε τη μηχανή του και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Το παρακολούθησε ώσπου έγινε μια μικρή σκιά μέσα στη νύχτα.
Ύστερα σηκώθηκε αργά και πήρε τον δρόμο του γυρισμού.
