13 Σεπτεμβρίου 2026

«ΠΛΗΡΩΝΕΣ ΛΙΓΑ, ΠΑΡΕ ΛΙΓΑ» – ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ

Υπάρχει κάτι βαθιά ενοχλητικό στον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι αντιμετωπίζουν το αίτημα των χαμηλοσυνταξιούχων για μια καλύτερη σύνταξη. Αντί να αναρωτηθούν πώς ένας άνθρωπος που εργάστηκε μια ολόκληρη ζωή μπορεί σήμερα να ζήσει με αξιοπρέπεια, σπεύδουν να του δώσουν μια απλή και βολική απάντηση: «Πλήρωναν λίγα, γι’ αυτό παίρνουν λίγα».

Το λένε με τέτοια ευκολία, σαν να πρόκειται για την απόλυτη οικονομική αλήθεια. Σαν ο κάθε εργαζόμενος να αποφάσιζε μόνος του πόσα θα πλήρωνε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και σήμερα να πρέπει να υποστεί τις συνέπειες των επιλογών του.

Ας θυμηθούμε, όμως, κάτι πολύ απλό: αν πλήρωναν λίγα, τόσα τους ζητούσε το κράτος να πληρώνουν. Οι εισφορές δεν καθορίζονταν κατά βούληση από τον ίδιο τον εργαζόμενο. Συνδέονταν με τις αποδοχές του και με τους κανόνες του συστήματος που ίσχυαν κάθε εποχή.

Δεν είχαν όλοι τις ίδιες δουλειές, τους ίδιους μισθούς και τις ίδιες ευκαιρίες. Πολλοί έζησαν μια ολόκληρη ζωή με χαμηλές απολαβές και σήμερα, όταν φτάνουν στα γεράματά τους και ζητούν μια μικρή οικονομική ανάσα, βρίσκονται αντιμέτωποι με ανθρώπους που τους λένε, ούτε λίγο ούτε πολύ: «Καλά να πάθεις. Πλήρωσες λίγα».

Αυτό δεν είναι απλώς ένα οικονομικό επιχείρημα. Είναι μια αντίληψη που μετατρέπει τη φτώχεια σε προσωπική ενοχή. Σαν να είναι ευθύνη του ανθρώπου ότι δεν είχε υψηλό μισθό ή ότι πέρασε τη ζωή του σε ένα επάγγελμα που δεν του εξασφάλισε μεγάλες απολαβές.

Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που υποστηρίζουν ότι κάποιοι δήλωναν μικρότερα εισοδήματα από τα πραγματικά ή ότι εργάζονταν χωρίς να καταβάλλουν τις προβλεπόμενες εισφορές. Ακόμη κι αν αυτό συνέβη σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν μπορεί μια πιθανή παρανομία κάποιων να μετατρέπεται σε άλλοθι για να αντιμετωπίζονται όλοι οι χαμηλοσυνταξιούχοι σαν ένοχοι.

Ο παραβάτης, αν υπάρχει, να τιμωρηθεί. Ο φτωχός, όμως, δεν μπορεί να θεωρείται ένοχος επειδή είναι φτωχός.

Και εδώ βρίσκεται το πιο εξοργιστικό σημείο αυτής της συζήτησης. Κάποιοι φαίνεται να θεωρούν απολύτως φυσιολογικό ένας ηλικιωμένος άνθρωπος να συνεχίσει να ζει με τα ελάχιστα επειδή κάποτε οι εισφορές του ήταν χαμηλές.

Τι ακριβώς τους ενοχλεί;

Τι θα χάσει ένας άνθρωπος που έχει έναν καλό μισθό ή μια άνετη σύνταξη αν ο ηλικιωμένος της διπλανής πόρτας πάρει λίγα ευρώ περισσότερα; Θα του λείψει το φαγητό; Θα δυσκολευτεί να πληρώσει το ηλεκτρικό του; Θα στερηθεί κάτι από την άνεσή του;

Ή μήπως έχουμε φτάσει στο σημείο να μας ενοχλεί περισσότερο η μικρή αύξηση του φτωχού παρά η ίδια η φτώχεια;

Είναι πραγματικά παράξενο να βλέπεις ανθρώπους να υπερασπίζονται με τόσο πάθος τη «δικαιοσύνη» όταν πρόκειται για τον χαμηλοσυνταξιούχο, ενώ η μόνη δικαιοσύνη που του προσφέρουν είναι να παραμείνει φτωχός επειδή κάποτε ήταν φτωχός και στις εισφορές του.

Ας κοιτάξουμε, όμως, λίγο πιο κοντά μας.

Εκείνος ο άνθρωπος που σήμερα παίρνει τη χαμηλή σύνταξη μπορεί να είναι ο πατέρας μας. Μπορεί να είναι η μητέρα μας. Μπορεί να είναι ο άνθρωπος που εργάστηκε μια ολόκληρη ζωή για να μεγαλώσει τα παιδιά του και να τους προσφέρει όσα ο ίδιος στερήθηκε.

Μπορεί σήμερα να μετρά τα ευρώ του μέχρι το τέλος του μήνα, να υπολογίζει αν θα του φτάσουν για το ηλεκτρικό, τα τρόφιμα και τις άλλες ανάγκες του και να περιμένει την επόμενη σύνταξη με αγωνία.

Και τότε ας κάνουμε μια απλή σκέψη.

Αν αυτός ο άνθρωπος ήταν ο δικός μας πατέρας, θα του λέγαμε «πλήρωσες λίγα, άρα πάρε λίγα»;

Αν ήταν η δική μας μητέρα, θα θεωρούσαμε ότι η δυσκολία της είναι απλώς η φυσιολογική συνέπεια των εισφορών που πλήρωσε πριν από δεκαετίες;

Ή τότε θα θυμόμασταν ότι υπάρχει και κάτι που δεν αποτυπώνεται σε κανένα λογιστικό φύλλο;

Η ανθρωπιά.

Οι χαμηλοσυνταξιούχοι δεν ζητούν να γίνουν πλούσιοι. Δεν ζητούν να πάρουν όσα παίρνουν εκείνοι που είχαν υψηλότερες αποδοχές. Ζητούν να μπορούν να ζήσουν χωρίς τον μόνιμο φόβο ότι τα χρήματα δεν θα φτάσουν μέχρι το τέλος του μήνα.

Και αυτό δεν είναι υπερβολική απαίτηση.

Ναι, οι εισφορές έχουν σημασία. Ναι, ένα ασφαλιστικό σύστημα πρέπει να είναι βιώσιμο. Ναι, η ανταποδοτικότητα δεν μπορεί να αγνοείται. Αλλά όταν οι πόροι του Ταμείου δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν στους ανθρώπους που εργάστηκαν μια ζωή μια αξιοπρεπή διαβίωση, υπάρχει και το κράτος. Δεν μπορεί η πολιτεία να ζητά από τον χαμηλοσυνταξιούχο να πληρώσει το τίμημα της ανεπάρκειας του συστήματος και την ίδια ώρα να θεωρεί ότι η δική της ευθύνη τελειώνει εκεί όπου τελειώνουν οι εισφορές του εργαζομένου.

Εξάλλου, οι χαμηλοσυνταξιούχοι δεν παύουν να είναι πολίτες αυτού του κράτους επειδή η σύνταξή τους είναι χαμηλή. Είναι άνθρωποι που εργάστηκαν, εισέφεραν στην οικονομία, πλήρωσαν φόρους και εισφορές και συνέβαλαν με τον δικό τους τρόπο στη δημιουργία της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε. Όταν φτάνουν στα γεράματά τους και αδυνατούν να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη, η πολιτεία δεν μπορεί να τους αντιμετωπίζει σαν να πρόκειται για ένα πρόβλημα που αφορά μόνο τους ίδιους. Έχει ευθύνη να τους στηρίξει.

Και αν το επιχείρημα είναι ότι το Ταμείο δεν διαθέτει επαρκείς πόρους, τότε η ευθύνη δεν μπορεί να μετακυλίεται στον φτωχό συνταξιούχο. Υπάρχει και το κράτος. Το ίδιο κράτος που επί δεκαετίες χρησιμοποίησε τα αποθεματικά του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εξακολουθεί να αναγνωρίζει σημαντική οφειλή προς αυτό. Αν το κράτος μπορούσε να στηρίζεται στο Ταμείο όταν το χρειαζόταν, οφείλει να το στηρίξει και όταν οι άνθρωποι που το χρηματοδότησαν έχουν ανάγκη.

Δεν μπορεί το κράτος να θυμάται τον πολίτη όταν ζητά τις εισφορές του και να τον ξεχνά όταν έρχεται η ώρα να του προσφέρει αξιοπρεπή διαβίωση.

Δεν ζητείται να γίνουν όλοι οι συνταξιούχοι ίσοι ανεξάρτητα από τις εισφορές τους. Δεν ζητείται να καταργηθεί η ανταποδοτικότητα. Ζητείται κάτι πολύ πιο απλό: να μην αφήσουμε ανθρώπους που έφτασαν στα γεράματά τους χωρίς τα στοιχειώδη να αντιμετωπίζονται σαν να είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για τη φτώχεια τους.

Και όσοι έχουν το θράσος να γράφουν τόσο εύκολα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης «πλήρωσαν λίγα, άρα να πάρουν λίγα», ας σκεφτούν για μια στιγμή πριν πατήσουν «δημοσίευση».

Ας κοιτάξουν πρώτα γύρω τους.

Γιατί ανάμεσα στους ανθρώπους που σήμερα δυσκολεύονται μπορεί να βρίσκεται ο δικός τους πατέρας. Η δική τους μητέρα. Ένας άνθρωπος που κάποτε δούλεψε, πλήρωσε, μεγάλωσε οικογένεια και τώρα ζητά απλώς να μη χρειάζεται να μετρά τα κέρματα για να βγάλει τον μήνα.

Ο άνθρωπος δεν αξίζει όσο οι εισφορές που κατάφερε να πληρώσει. Αξίζει επειδή είναι άνθρωπος.

Και μια πολιτεία που το ξεχνά αυτό μπορεί να έχει νόμους, αριθμούς και λογιστικά ισοζύγια.

Αν όμως αφήνει τους ανθρώπους της να γεράσουν μέσα στην ανασφάλεια και την ανέχεια, τότε δεν αποτυγχάνει μόνο το ασφαλιστικό της σύστημα. Αποτυγχάνει η ίδια η κοινωνία.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ