
«Δυο βρύσες, δυο χωριά, μια κοινή μνήμη. Εκεί όπου κάποτε οι άνθρωποι σταματούσαν για νερό, κουβέντα και ξεκούραση, αφήνοντας πίσω τους τα ίχνη μιας άλλης εποχής.»
Η ιστορία της Λέμπας δεν μπορεί να αποκοπεί από την ιστορία της γειτονικής Χλώρακας. Τα δύο χωριά δεν ήταν απλώς δύο κοντινοί οικισμο,· ήταν τόποι δεμένοι με την ιστορία, με τη γη, την εργασία και την καθημερινή ζωή των ανθρώπων τους. Τα χωράφια τους ενώνονταν, οι γεωργοί συνεργάζονταν στις καλλιέργειες, τα προϊόντα τους ακολουθούσαν τους ίδιους δρόμους και οι οικογένειες συνδέονταν με φιλίες, συγγένειες και κοινές παραδόσεις.
Η σχέση αυτή δεν περιοριζόταν μόνο στη στεριά. Η θάλασσα αποτέλεσε για αιώνες έναν σημαντικό δρόμο επικοινωνίας και εμπορίου. Στην παραλία του Κοττσιά στη Χλώρακα, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, η φυσική διαμόρφωση της ακτής και του βυθού δημιουργούσε ένα ρηχό και ομαλό πέρασμα, όπου μπορούσαν να προσεγγίζουν πλοία σε εποχές που δεν υπήρχαν οργανωμένα λιμάνια στην Πάφο.
Τα εμπορικά καράβια που έφταναν από άλλες χώρες μπορούσαν να φορτώνουν και να ξεφορτώνουν εμπορεύματα στην ακτή. Για τον λόγο αυτό, όπως διασώζεται στη λαϊκή μνήμη, η περιοχή ονομαζόταν «Έμπα του Γιαλού». Η ίδια παράδοση συνδέει την ονομασία αυτή με τα γειτονικά χωριά της Λέμπας και της Έμπας, τα οποία στα παλαιότερα χρόνια αποτελούσαν τσιφλίκια και συνδέονταν με την οικονομική δραστηριότητα της περιοχής.
Η μαρτυρία αυτή προέρχεται από απόγονο του τελευταίου ιδιοκτήτη του τσιφλικιού και Κοτζάμπαση της Κύπρου, Ανδρέα Σολομωνίδη από την Έμπα, και αποτελεί ένα ακόμη κομμάτι της προφορικής ιστορίας που φωτίζει τη σχέση των χωριών αυτών με τη θάλασσα.
Στις αρχές του 20ού αιώνα η Λέμπα άρχισε να αποκτά και ελληνοκυπριακή παρουσία. Μέχρι την απογραφή του 1911 είχε κυρίως τουρκοκυπριακό χαρακτήρα, όμως σταδιακά εγκαταστάθηκαν εκεί οι πρώτες ελληνοκυπριακές οικογένειες. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ανάμεσά τους αναφέρονται οι οικογένειες Νικολαΐδη από την Πάφο, Τριανταφίλλη και Έλληνα από τη Χλώρακα.
Ξεχωριστή θέση στην ιστορία της Λέμπας κατέχει ο Σάββας Νικολαΐδης (1868–1911), μια από τις σημαντικές προσωπικότητες της Πάφου. Υπήρξε γνωστός έμπορος και γαιοκτήμονας, δημιούργησε τον ιστορικό εμπορικό οίκο και τη γνωστή Στοά Νικολαΐδη, που για πολλές δεκαετίες αποτέλεσε σημείο αναφοράς της εμπορικής ζωής της πόλης.
Παράλληλα, απέκτησε μεγάλη αγροτική περιουσία στη Λέμπα, έκτασης περίπου 140 σκαλών, φυτεμένη με χαρουπιές, ελιές και άλλα δέντρα. Μέσα σε αυτή την έκταση υπήρχε ένα απλό αγροτικό υποστατικό, το οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, μετατράπηκε αργότερα στο παρεκκλήσι του Αγίου Στεφάνου.
Ο μικρός αυτός χώρος λατρείας έγινε σημείο αναφοράς τόσο για τους κατοίκους της Λέμπας όσο και για τους Χλωρακιώτες. Πολλοί περνούσαν από εκεί για να ανάψουν ένα κερί και να προσευχηθούν. Έτσι, ο Άγιος Στέφανος έγινε ένας ακόμη δεσμός που ένωνε τις δύο κοινότητες.
Η Χλώρακα, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ήταν παλαιότερα γνωστή ως Πρασκιούρο. Η ονομασία συνδέθηκε με την πυκνή βλάστηση και τη σειρά των αιωνόβιων δέντρων — τρεμιθιών, δρυών και χαρουπιών — που σχημάτιζαν μια καταπράσινη «ουρά» πάνω από τη θάλασσα και έφταναν μέχρι την περιοχή της Λέμπας, έως τον παλαιολιθικό οικισμό.
Σύμφωνα με την ίδια παράδοση, η περιοχή της Λέμπας συνδεόταν παλαιότερα στενά με τη Χλώρακα και αποτελούσε μέρος του ίδιου γεωγραφικού και κοινωνικού χώρου. Με τις δημογραφικές αλλαγές που σημειώθηκαν κατά τα Οθωμανικά χρόνια, η Λέμπα απέκτησε κυρίως τουρκοκυπριακό χαρακτήρα, χωρίς όμως να χαθούν οι δεσμοί με τη γειτονική Χλώρακα.
Σήμερα το παλιό τοπίο έχει αλλάξει. Η ανάπτυξη των τελευταίων δεκαετιών οδήγησε στην απώλεια πολλών αιωνόβιων δέντρων, τα οποία αντικαταστάθηκαν από κατοικίες και νέες κατασκευές. Όμως η μνήμη του παλιού τόπου παραμένει ζωντανή στις αφηγήσεις των παλαιότερων κατοίκων.
Η Λέμπα και η Χλώρακα συνεχίζουν να μοιράζονται μια κοινή ιστορία. Μια ιστορία ανθρώπων που καλλιέργησαν την ίδια γη, ταξίδεψαν από την ίδια θάλασσα, προσευχήθηκαν στα ίδια προσκυνήματα και άφησαν πίσω τους μια κληρονομιά που δεν βρίσκεται μόνο στα μνημεία, αλλά κυρίως στις μνήμες.