16 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΜΜΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ

 Ο θάνατος ενός γνωστού ανθρώπου είναι πάντοτε ένα γεγονός που συγκινεί. Όταν πρόκειται για έναν αγαπημένο καλλιτέχνη, η συγκίνηση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, γιατί μαζί με τον άνθρωπο φεύγει και ένα κομμάτι από τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης γενιάς.

Ο πρόσφατος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, στις 9 Σεπτεμβρίου, έφερε ξανά στην επιφάνεια ένα ερώτημα που ίσως αξίζει να μας απασχολήσει περισσότερο από την ίδια την είδηση: πόσο μεγάλη είναι η πραγματική κοινωνική συγκίνηση και πόσο μεγάλη εμφανίζεται επειδή τα μέσα ενημέρωσης και το διαδίκτυο την προβάλλουν ασταμάτητα;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μαζωνάκης ήταν ένας δημοφιλής τραγουδιστής και ότι είχε το δικό του μεγάλο κοινό. Η κηδεία του στη Νίκαια συγκέντρωσε πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι τον αποχαιρέτησαν με τα τραγούδια του, χειροκροτήματα και συνθήματα.

Αυτό είναι πραγματικό και δεν χρειάζεται να το αμφισβητήσει κανείς.

Άλλο όμως αυτό και άλλο η εικόνα που δημιουργείται όταν επί ημέρες ο ίδιος θάνατος βρίσκεται σχεδόν παντού.

Τηλεοπτικές εκπομπές, ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, κοινωνικά δίκτυα, παλιές συνεντεύξεις, τραγούδια, φωτογραφίες, δηλώσεις φίλων και συναδέλφων, προσωπικές ιστορίες, λεπτομέρειες από τη ζωή του και, στη συνέχεια, οι εξελίξεις γύρω από τις συνθήκες του θανάτου του.

Η είδηση επανέρχεται ξανά και ξανά.

Και τότε δημιουργείται ένα παράδοξο.

Η έκταση της δημοσιότητας μπορεί να μας κάνει να πιστεύουμε ότι η κοινωνία συγκλονίστηκε περισσότερο απ' όσο μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε.

Γιατί άλλο είναι να πούμε ότι ένας άνθρωπος αγαπήθηκε από εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και άλλο να θεωρήσουμε ότι η ένταση με την οποία τα μέσα ασχολούνται μαζί του αποτελεί μέτρο της συγκίνησης ολόκληρης της κοινωνίας.

Τα μέσα ενημέρωσης δεν καταγράφουν απλώς την πραγματικότητα. Σε μεγάλο βαθμό επιλέγουν και πόση θέση θα της δώσουν. Και το διαδίκτυο, με τη διαρκή αναπαραγωγή της ίδιας είδησης, μπορεί να πολλαπλασιάσει αυτή την εικόνα σε βαθμό που παλαιότερα ήταν αδύνατος.

Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, τον Στέλιο Καζαντζίδη. Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε ποιος ήταν «καλύτερος» τραγουδιστής. Η τέχνη δεν μετριέται έτσι. Ο Καζαντζίδης, όμως, υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές φωνές του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού και η απήχησή του υπήρξε τεράστια και διαγενεακή. Το Αρχείο της ΕΡΤ αναφέρεται στη βαθιά σχέση του με το λαϊκό τραγούδι και στην ικανότητά του να εκφράζει τους καημούς, τις αγωνίες και τις ελπίδες των απλών ανθρώπων.

Όταν πέθανε, στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν από τη Μητρόπολη Ελευσίνας για να τον αποχαιρετήσουν, ενώ πλήθος κόσμου τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία. Αναφορές της εποχής μιλούν ακόμη και για ανθρώπους που ταξίδεψαν από το εξωτερικό για την κηδεία του.

Κι όμως, εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν Facebook, YouTube, Instagram, TikTok και οι σημερινές ψηφιακές πλατφόρμες.

Ο Καζαντζίδης δεν μπορούσε να βρίσκεται κάθε λίγα λεπτά στην οθόνη του κινητού μας.

Η συγκίνηση, επομένως, εκφραζόταν κυρίως με την παρουσία των ανθρώπων, με τα τραγούδια του, με τις συζητήσεις, με τα αφιερώματα και με τα μέσα της εποχής.

Σήμερα ο μηχανισμός είναι εντελώς διαφορετικός.

Ένα τραγούδι που ακούγεται μετά τον θάνατο ενός καλλιτέχνη μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να επιστρέψει στις ψηφιακές πλατφόρμες, να γίνει αντικείμενο χιλιάδων αναρτήσεων και να ξαναμπεί στη δημόσια επικαιρότητα. Η αυξημένη κατανάλωση του μουσικού έργου μπορεί, ανάλογα με τα δικαιώματα και τις συμφωνίες που ισχύουν, να έχει και οικονομική διάσταση για όσους κατέχουν ή διαχειρίζονται δικαιώματα.

Και εδώ βρίσκεται ένα σημείο που σπάνια συζητούμε.

Η υπερβολική προβολή ενός καλλιτέχνη μετά τον θάνατό του δεν είναι μόνο θέμα δημοσιογραφίας. Μπορεί να έχει και εμπορικές συνέπειες.

Όσο περισσότερο ακούγονται τα τραγούδια, τόσο περισσότερο ανανεώνεται το ενδιαφέρον του κοινού για το έργο του. Και όσο περισσότερο ανανεώνεται αυτό το ενδιαφέρον, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνεται η οικονομική αξία του μουσικού καταλόγου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δισκογραφικές εταιρείες προκαλούν ή επιδιώκουν έναν θάνατο για να κερδίσουν. Μια τέτοια κατηγορία θα ήταν αυθαίρετη και άδικη χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία.

Σημαίνει όμως ότι ο θάνατος ενός δημοφιλούς καλλιτέχνη μπορεί να δημιουργήσει μια νέα εμπορική ζωή για το έργο του.

Και αυτή είναι μια πραγματικότητα της εποχής μας που αξίζει να γνωρίζουμε.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.

Όταν τα μέσα προβάλλουν επίμονα ένα γεγονός, δεν ενημερώνουν μόνο. Καθορίζουν και την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης. Ο άνθρωπος που ανοίγει την τηλεόραση ή το κινητό του δέχεται συνεχώς το ίδιο μήνυμα: «Αυτό είναι το μεγάλο γεγονός της ημέρας».

Και χωρίς να το αντιλαμβάνεται, μπορεί να σχηματίσει την εντύπωση ότι όλοι μιλούν γι' αυτό, όλοι συγκλονίστηκαν, όλοι πενθούν.

Ίσως όμως η πραγματικότητα να είναι πιο σύνθετη.

Κάποιοι άνθρωποι πράγματι πονάνε βαθιά. Κάποιοι άλλοι συγκινούνται στιγμιαία. Άλλοι απλώς παρακολουθούν την επικαιρότητα. Και πολλοί μπορεί να μην αισθάνονται σχεδόν τίποτε.

Όλες αυτές οι αντιδράσεις είναι φυσιολογικές.

Δεν υπάρχει ένας ενιαίος «κόσμος» που αισθάνεται το ίδιο.

Γι' αυτό χρειάζεται να είμαστε προσεκτικοί όταν μετατρέπουμε την ένταση της δημοσιότητας σε μέτρο της κοινωνικής συγκίνησης.

Ένας μεγάλος καλλιτέχνης δεν γίνεται μεγαλύτερος επειδή τα δελτία ειδήσεων μιλούν γι' αυτόν επί δέκα ημέρες. Και ένας άλλος δεν γίνεται μικρότερος επειδή ο θάνατός του πέρασε γρηγορότερα από την επικαιρότητα.

Η αξία ενός καλλιτέχνη βρίσκεται τελικά αλλού.

Βρίσκεται στα τραγούδια που έμειναν, στις φωνές που τον θυμούνται, στις γενιές που μεγάλωσαν μαζί του και κυρίως στη διάρκεια που έχει το έργο του μέσα στον χρόνο.

Ο Καζαντζίδης είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είκοσι πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αφιερωμάτων και να επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση. Το ίδιο το Αρχείο της ΕΡΤ, στις 14 Σεπτεμβρίου 2026, αφιέρωσε νέο υλικό στη μνήμη του, με αφορμή τα 25 χρόνια από τον θάνατό του.

Ίσως, λοιπόν, το σωστό ερώτημα δεν είναι αν ο Γιώργος Μαζωνάκης άξιζε τη μεγάλη δημοσιότητα που πήρε.

Αυτό θα το κρίνει ο χρόνος και, κυρίως, το κοινό.

Το ερώτημα είναι άλλο:

Μπορούμε άραγε να ξεχωρίσουμε τη συγκίνηση του κόσμου από τη δύναμη των μέσων που μας την παρουσιάζουν;

Στην εποχή των ΜΜΕ και του διαδικτύου, ο θάνατος δεν τελειώνει με την κηδεία.

Συνεχίζεται στις οθόνες.

Και όσο περισσότερο προβάλλεται, τόσο περισσότερο μεγαλώνει η εικόνα του.

Γι' αυτό ίσως χρειάζεται να θυμόμαστε κάτι απλό:

Άλλο η πραγματική απήχηση ενός ανθρώπου και άλλο η ένταση με την οποία μας παρουσιάζεται η απήχησή του.

Και η μία δεν πρέπει πάντοτε να συγχέεται με την άλλη.