8 Οκτωβρίου 2026

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΑΒΕΡΩΦ ΣΤΟΝ ΥΠΕΡΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΑΒΕΡΩΦ

Υπάρχουν Συναγερμικοί που αντικρίζουν μια συνεργασία με το ΑΚΕΛ σαν κόκκινο πανί. Αν όμως το έβλεπαν από μια άλλη σκοπιά;

Ας κάνουμε μια πολιτική υπόθεση. Μια υπόθεση εργασίας.

Αν ο Αβέρωφ, εξασφάλιζε να περάσει στον δεύτερο γύρο στις Προεδρικές Εκλογές του 2028;
Τι θα συνέβαινε αν το ΑΚΕΛ, χωρίς να εγκαταλείψει τις ιδεολογικές του θέσεις και χωρίς να γίνει ΔΗΣΥ, αποφάσιζε να στηρίξει τον Αβέρωφ Νεοφύτου;
Θα ήταν άραγε κάτι αδιανόητο;
Και, ας το δούμε και από μια άλλη πλευρά: υπάρχει υποψήφιος που, σε μια προεδρική εκλογή, θα αρνιόταν ψήφους επειδή προέρχονται από έναν διαφορετικό πολιτικό χώρο; Ασφαλώς όχι. Το ζητούμενο για κάθε υποψήφιο είναι να μπορεί να απευθύνεται σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι από πού προέρχονται οι ψήφοι, αλλά αν μια πολιτική στήριξη μπορεί να υπάρξει χωρίς να σημαίνει και πολιτική ή ιδεολογική ταύτιση.
Η κυπριακή πολιτική ιστορία έχει γνωρίσει περιπτώσεις όπου οι κομματικές διαφορές μπήκαν προσωρινά σε δεύτερο πλάνο μπροστά σε ζητήματα που μια πολιτική δύναμη θεωρούσε σημαντικότερα.
Ο Μακάριος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στις πρώτες προεδρικές εκλογές, το 1959, το ΑΚΕΛ στήριξε τον Ιωάννη Κληρίδη απέναντι στον Μακάριο. Το 1968, όμως, στήριξε τον Μακάριο.
Η αλλαγή αυτή έχει τη σημασία της. Το ΑΚΕΛ δεν έγινε μακαριακό κόμμα. Δεν εγκατέλειψε την ιδεολογία του. Δεν υιοθέτησε το σύνολο των πολιτικών θέσεων του Μακαρίου.
Σε μια διαφορετική πολιτική συγκυρία, όμως, έκρινε ότι μπορούσε να στηρίξει έναν πολιτικό ηγέτη που δεν ανήκε στον δικό του ιδεολογικό χώρο. Το 1968, μάλιστα, βασικό διακύβευμα ήταν η κατεύθυνση της Κύπρου ανάμεσα στην πολιτική της ανεξαρτησίας και την Ένωση.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της σημερινής υπόθεσης. Θα μπορούσε άραγε να υπάρξει το 2028 μια ανάλογη πολιτική λογική με τον Αβέρωφ Νεοφύτου;
Πριν από εκείνους που θα έλεγαν ότι «ο Αβέρωφ δεν μπορεί να συνεργαστεί με το ΑΚΕΛ», υπάρχει μια βασική διευκρίνιση.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι ο Αβέρωφ θα ακολουθούσε την πολιτική του ΑΚΕΛ. Το υποθετικό σενάριο είναι ακριβώς το αντίθετο. Δεν θα ήταν ο Αβέρωφ που θα ακολουθούσε το ΑΚΕΛ. Θα ήταν το ΑΚΕΛ που, σε μια δεδομένη πολιτική συγκυρία, θα μπορούσε να αποφασίσει να στηρίξει έναν πολιτικό της Δεξιάς.
Ο Αβέρωφ θα παρέμενε Αβέρωφ, με τη δική του πολιτική ταυτότητα και τις δικές του θέσεις. Το ΑΚΕΛ θα παρέμενε ΑΚΕΛ, με τη δική του ιδεολογική ταυτότητα.
Μια τέτοια στήριξη θα μπορούσε να αφορά συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένους στόχους, ιδιαίτερα στο Κυπριακό, χωρίς να αποτελεί λευκή επιταγή.
Και τότε θα προέκυπτε κάτι ενδιαφέρον. Ο Αβέρωφ δεν θα ήταν πλέον μόνο ο Αβέρωφ του ΔΗΣΥ. Θα ήταν ένας Αβέρωφ που θα επιχειρούσε να απευθυνθεί και πέρα από τον ΔΗΣΥ: Από τον κομματικό Αβέρωφ στον υπερκομματικό Αβέρωφ.
Όχι έναν Αβέρωφ χωρίς πολιτική ταυτότητα, αλλά έναν Αβέρωφ που θα μπορούσε να συνομιλήσει και με ανθρώπους που βρίσκονται σε διαφορετικές πολιτικές όχθες.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό ερώτημα για τους Συναγερμικούς. Μήπως μια τέτοια συνεργασία δεν θα σήμαινε ότι ο ΔΗΣΥ χάνει την ταυτότητά του, αλλά ότι μπορεί να συνομιλεί με την Αριστερά χωρίς να παύει να είναι ΔΗΣΥ;
Γιατί συνεργασία δεν σημαίνει ταύτιση. Και πολιτική στήριξη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ιδεολογική συμφωνία.
Το ΑΚΕΛ δεν θα γινόταν ΔΗΣΥ. Ο ΔΗΣΥ δεν θα γινόταν ΑΚΕΛ. Και ο Αβέρωφ δεν θα έπαυε να είναι Αβέρωφ.
Θα μπορούσε, όμως, να υπάρξει ένας κοινός τόπος σε ορισμένα μεγάλα ζητήματα που αφορούν το μέλλον της Κύπρου.
Αυτό θα ήταν το πραγματικό ενδιαφέρον ενός τέτοιου σεναρίου.
Όχι να συμφωνούν όλοι σε όλα, αλλά να μπορούν να συνεργάζονται εκεί όπου υπάρχει κοινός τόπος.
Και το ενδιαφέρον βρίσκεται εδώ: Στο αν ένας πολιτικός της Δεξιάς μπορεί, στη σημερινή εποχή και κάτω από διαφορετικές συνθήκες, να επιχειρήσει τη δική του πολιτική υπέρβαση. Να απευθυνθεί, δηλαδή, όχι μόνο στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της παράταξής του, αλλά και σε ανθρώπους που βρίσκονται σε άλλες πολιτικές όχθες πέραν της δεξιάς.
Αυτό είναι, προς το παρόν, μόνο ένα πολιτικό σενάριο. Αλλά ίσως αξίζει να συζητηθεί. Γιατί στην πολιτική, κάποτε, η πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση δεν είναι τι συμβαίνει σήμερα.
Είναι τι θα μπορούσε να συμβεί αύριο.