2 Νοεμβρίου 2026

ΠΡΩΤΟ ΜΠΑΡΚΟ: ναυτικ,ες ιστορίες, συγγραφέας ο Κυριάκος Ταπακούδης (όλο το έργο)

 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

Από την Κύπρο στο San Denis

17 Νοέμπρη

Η πόρνη

Γάμος γίνεται

Το επικίνδυνο φορτίο

Παγωμένα χριστούγεννα στη θάλασσα

Η παγωμένη θάλασσα στην Οδησσό

Ο άγριος καιρός

Το κίτρινο πουκάμισο

Η νοσταλγία του ναυτικού

Αφροδίσια νοσήματα

Στη Νικομερίδια

Στη Λιβύη

Η μεγάλη αναμονή

Το άγριο φονικό

Ο λαθρεπιβάτης

Το τελεφταίο δρομολόγιο στο Σαν Ντενίζ

Ένας απρόσμενος σωτήρας

Η Τρούμπα στον Πειραιά

Μια νύχτα στην Ιερά οδό

----------

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΣΤΟ SAN DENIS
Από μικρός ένιωθα πως σκεφτόμουν και συμπεριφερόμουν σαν μεγάλος. Πολλές φορές αναρωτιόμουν γιατί οι μεγαλύτεροι μού έλεγαν πως, όταν θα μεγάλωνα, θα έπηζε το μυαλό μου. Εγώ πίστευα πως ήδη σκεφτόμουν σαν μεγάλος και, καμιά φορά, έφτανα στο σημείο να αναρωτιέμαι μήπως τελικά εκείνοι ήταν που σκέφτονταν σαν μικρά παιδιά. Ίσως να έφταιγε η ζωή που είχα ζήσει από νωρίς. Ίσως πάλι να είχα μια έμφυτη ικανότητα να αντιλαμβάνομαι τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση.
Τα παιδικά μου χρόνια δεν ήταν εύκολα. Μεγάλωσα μέσα στη φτώχεια, με στερήσεις που σήμερα δύσκολα μπορεί να φανταστεί ένας νέος άνθρωπος. Υπήρχαν μέρες που το φαγητό δεν έφτανε, χειμώνες που κρυώναμε μέσα στο σπίτι χωρίς θέρμανση και κρύα μπάνια, αφού δεν είχαμε γκάζι για να ζεστάνουμε το νερό. Το μαγείρεμα γινόταν πάνω στη νηστιά με ξύλα, καθώς δεν υπήρχαν οι ανέσεις που γνωρίζουμε σήμερα. Από τον μπακάλη του χωριού αγοράζαμε κυρίως ψωμί, κι αυτό με πίστωση. Το παίρναμε βερεσέ και, όταν ερχόταν η ώρα να πληρώσουμε, έπρεπε να καταβάλουμε μεγάλη προσπάθεια για να ξοφλήσουμε τον λογαριασμό. Για άλλους το ψωμί ήταν κάτι αυτονόητο. Για εμάς αποτελούσε καθημερινή έγνοια.
Μέσα σε εκείνα τα χρόνια είδα και τη μάνα μου να υποφέρει. Ήταν άρρωστη, καθηλωμένη στο κρεβάτι του πόνου, και έφυγε από τη ζωή νέα, χωρίς να προλάβει να γεράσει. Η εικόνα της έμεινε μέσα μου και με ακολούθησε σε όλη την κατοπινή μου ζωή. Υπάρχουν πράγματα που, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, δεν ξεθωριάζουν. Μένουν σε μια γωνιά της μνήμης και κάποτε επιστρέφουν ολοζώντανα, σαν να συνέβησαν μόλις χθες.
Δεν μπορώ να πω πως όλα αυτά με έκαναν καλύτερο άνθρωπο. Με ανάγκασαν, όμως, να μάθω από νωρίς να αντέχω. Έμαθα να κάνω υπομονή, να μη βασίζομαι στους άλλους και να προσπαθώ να βρίσκω μόνος μου τον δρόμο μου, ακόμη κι όταν δεν ήξερα πού θα με οδηγούσε. Οι στερήσεις έγιναν μέρος του χαρακτήρα μου. Ίσως γι’ αυτό, όταν αργότερα βρέθηκα σε δύσκολες καταστάσεις, δεν λύγιζα εύκολα. Είχα γνωρίσει τις δυσκολίες από παιδί και, χωρίς να το καταλαβαίνω τότε, είχα αρχίσει να προετοιμάζομαι για τις δοκιμασίες που θα συναντούσα στη ζωή.
Τελείωσα το σχολείο, έμαθα γράμματα και αγγλικά, αλλά μέσα μου αισθανόμουν πως ο τόπος δεν με χωρούσε. Δεν ήταν ότι δεν αγαπούσα την Κύπρο μου. Ήθελα να δω τι υπήρχε πέρα από τους γνώριμους δρόμους, να γνωρίσω άλλους ανθρώπους, άλλες χώρες και έναν κόσμο που μέχρι τότε μπορούσα μόνο να φαντάζομαι μέσα από βιβλία και διηγήσεις.
Ένιωθα πως οι συνθήκες της ζωής μου περιόριζαν τους ορίζοντές μου. Οι δυσκολίες και οι λιγοστές ευκαιρίες που έβλεπα μπροστά μου με έκαναν να αναζητώ έναν διαφορετικό δρόμο.
Και κάποια στιγμή κατάλαβα πως αν ήθελα να αλλάξω τη ζωή μου, έπρεπε να κάνω το πρώτο βήμα μόνος μου. Σκεφτόμουν και ονειρευόμουν κάτι διαφορετικό, κάτι καινούργιο. Έτσι ύστερα από πολλές σκέψεις, γεννήθηκε μέσα μου η απόφαση να ξενιτευτώ. Αλλά πού να πάω; Χωρίς βοήθεια, χωρίς γνωστούς; Κατέληγα πάντα στο ίδιο συμπέρασμα: ένας δρόμος υπήρχε. Να πάω στα καράβια.
Δεν ήξερα τότε τι με περίμενε. Δεν είχα γνωρίσει τη θάλασσα όπως τη γνωρίζει ένας ναυτικός ούτε είχα ιδέα από τις δυσκολίες που έκρυβε η ζωή πάνω σ’ ένα πλοίο. Είχα, όμως, την επιθυμία να φύγω, να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου και να ανοίξω τους ορίζοντές μου. Ήθελα να γίνω ταξιδευτής, να περπατήσω σε ξένες πολιτείες και λιμάνια, να δω διαφορετικούς τόπους και να γνωρίσω ανθρώπους με άλλες συνήθειες και αντιλήψεις.
Το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο. Προτού ανοίξω τα πανιά μου για τον κόσμο, έπρεπε να βρω τα χρήματα που χρειαζόμουν για να ξεκινήσω. Τους τελευταίους μήνες της στρατιωτικής μου θητείας υπηρετούσα σ’ ένα φυλάκιο στη βόρεια περιοχή της Πόλης. Όποτε παρουσιαζόταν ευκαιρία, έβρισκα δουλειά στα χωράφια. Το μεροκάματο ήταν πέντε σελίνια. Τα αφεντικά σκληρά και η δουλειά κουραστική. Δούλευα χωρίς να μπορώ να πάρω ανάσα, μα δεν παραπονιόμουν. Για μένα εκείνο το μικρό ποσό είχε μεγάλη αξία, γιατί ήταν χρήματα που μπορούσα να φυλάξω για τον σκοπό που είχα βάλει στο μυαλό μου. Δεν τα ξόδευα εύκολα. Τα μάζευα λίγα λίγα, με την υπομονή ανθρώπου που ξέρει πως δεν έχει τίποτε άλλο να στηριχτεί παρά μόνο στον κόπο του. Όταν απολύθηκα από τον στρατό, είχα καταφέρει να φυλάξω τρεις λίρες. Δεν ήταν πολλά χρήματα, αλλά για μένα αποτελούσαν την αρχή ενός ονείρου που ήθελα να πραγματοποιήσω.
Στη συνέχεια βρήκα δουλειά σε μια αποθήκη, με μισθό είκοσι λίρες τον μήνα. Για πρώτη φορά ένιωσα πως ίσως τα πράγματα να έπαιρναν τον δρόμο τους. Η χαρά μου, όμως, δεν κράτησε πολύ. Σε σύντομο χρονικό διάστημα έχασα τη δουλειά μου, επειδή το αφεντικό προτίμησε να πάρει στη θέση μου κάποιον συγγενή του.
Έβλεπα τις ευκαιρίες να λιγοστεύουν, ενώ εγώ ήθελα να φύγω, να δοκιμάσω την τύχη μου και να ξεφύγω από τη στασιμότητα που ένιωθα γύρω μου.
Η δουλειά στην αποθήκη, αν και δεν κράτησε πολύ, μου είχε δώσει τη δυνατότητα να συγκεντρώσω τα χρήματα που χρειαζόμουν για το ταξίδι μου. Όταν απολύθηκα, επειδή ο εργοδότης μου προτίμησε να πάρει στη θέση μου έναν συγγενή του, είχα ήδη συμπληρώσει το απαραίτητο ποσό. Η απόλυσή μου ήταν μια δυσάρεστη εξέλιξη, δεν ανέτρεψε όμως το σχέδιό μου. Θα ταξίδευα, λοιπόν, έχοντας στην τσέπη μου μόνο τα χρήματα για το εισιτήριο, χωρίς ούτε μία λίρα για ώρα ανάγκης.
Θυμάμαι πολύ καλά τη μέρα που αγόρασα το φτηνό εισιτήριο του πλοίου «Κνωσός», που θα με μετέφερε στον Πειραιά. Το πλήρωσα και ανέβηκα στο βαπόρι. Δεν ήταν απλώς η αρχή ενός ταξιδιού. Άφηνα πίσω μου τη ζωή που γνώριζα και ξεκινούσα για μια ζωή που δεν μπορούσα ακόμη να φανταστώ.
Στάθηκα στην πρύμνη και κοίταζα τον τόπο μου να απομακρύνεται. Όσο το πλοίο προχωρούσε, η στεριά μίκραινε και η Κύπρος χανόταν σιγά σιγά στον ορίζοντα.
Πάνω στο πλοίο έμαθα πως το «Κνωσός» πραγματοποιούσε το τελευταίο του ταξίδι και θα παροπλιζόταν. Ήταν ένα γερασμένο πλοίο, φθαρμένο από τα χρόνια και τη θάλασσα. Η σκέψη πως εκείνο ταξίδευε για τελευταία φορά με έκανε να αναρωτηθώ για το δικό μου μέλλον. Ήλπιζα πως το ταξίδι μου μακριά από την πατρίδα δεν θα ήταν το τελευταίο και πως κάποτε θα επέστρεφα, έχοντας καταφέρει κάτι καλύτερο στη ζωή μου.
Δεν ήξερα τι ακριβώς θα συναντούσα ούτε αν θα πετύχαινα τον σκοπό μου. Είχα μόνο την ελπίδα πως ο Θεός θα με βοηθούσε να βρω τον δρόμο μου.
Όταν χάθηκε η στεριά, έμεινα να κοιτάζω την απέραντη θάλασσα. Είχα αγοράσει το φτηνό εισιτήριο και θα περνούσα τη νύχτα στο κατάστρωμα. Δεν με ένοιαζε ιδιαίτερα. Είχα συνηθίσει στις στερήσεις και ήμουν αποφασισμένος να υπομείνω ό,τι χρειαζόταν.
Το σούρουπο με βρήκε ακουμπισμένο στα ρέλια του πλοίου. Το μυαλό μου ήταν γεμάτο σκέψεις. Αναρωτιόμουν πώς θα ήταν η ζωή στον Πειραιά, αν θα έβρισκα δουλειά στα καράβια και αν θα κατάφερνα να σταθώ στα πόδια μου. Δεν είχα χρήματα μαζί μου και δεν γνώριζα κανέναν που θα μπορούσε να με βοηθήσει. Παρ’ όλα αυτά, μέσα στην αγωνία μου υπήρχε και μια παράξενη ανακούφιση. Είχα φύγει. Είχα κάνει αυτό που για καιρό σχεδίαζα και τώρα έπρεπε να αντιμετωπίσω τις συνέπειες της απόφασής μου.
Όταν ξημέρωσε, το φως απλώθηκε πάνω στη θάλασσα και ο ορίζοντας γέμισε γαλάζιο. Η κούραση και το ξενύ-χτι με νίκησαν και έγειρα στο μπουλμέ του πλοίου. Ο παφλασμός των κυμάτων ακουγόταν μονότονος και με νανούριζε. Αποκοιμήθηκα για κάμποση ώρα. Όταν ξύπνησα, ο ήλιος με χτυπούσε κατακούτελα. Οι επιβάτες πηγαινοέρχονταν και, δίπλα στα πλευρά του πλοίου, δελφίνια κολυμπούσαν και πηδούσαν χαρούμενα πάνω από το νερό. Έμεινα να τα παρακολουθώ. Για λίγο ξέχασα τις έγνοιες μου. Δεν είχα βιασύνη. Ο χρόνος ήταν δικός μου και το ταξίδι συνεχιζόταν. Η θάλασσα, που μέχρι τότε την έβλεπα κυρίως από τις ακτές της Κύπρου, ανοιγόταν τώρα μπροστά μου σαν ένας μεγάλος δρόμος προς το άγνωστο.
Πέρασε η μέρα, ήρθε η νύχτα και, το επόμενο πρωί, ακούστηκαν χαρούμενες φωνές από το κατάστρωμα.
«Στεριά! Στεριά!»
Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα προς την κατεύθυνση που έδειχναν οι επιβάτες. Μακριά φαινόταν η ελληνική στεριά. Όσο πλησιάζαμε, άρχισαν να ξεχωρίζουν τα κτίρια στο λιμάνι του Πειραιά. Ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνά το σώμα μου. Σε λίγο θα πατούσα το πόδι μου στην Ελλάδα, τη χώρα που από μικρός είχα μάθει να θεωρώ δεύτερη πατρίδα μου.
Μεγάλωσα με ιστορίες για την Ελλάδα, τους αρχαίους προγόνους, τους ήρωες και τον πολιτισμό της. Αυτές οι ιδέες είχαν ριζώσει βαθιά μέσα μου. Έτσι, καθώς έβλεπα τη στεριά να πλησιάζει, δεν σκεφτόμουν μόνο πως έφτανα σ’ έναν ξένο τόπο για να βρω δουλειά. Ένιωθα πως πλησίαζα μια χώρα που είχα μάθει να αγαπώ προτού ακόμη τη γνωρίσω.
Δεν μπορούσα τότε να ξέρω πως η πραγματικότητα που θα συναντούσα θα ήταν διαφορετική από τις εικόνες που είχα πλάσει μέσα μου. Εκείνη τη στιγμή, όμως, κυριαρχούσε η συγκίνηση. Το ταξίδι είχε τελειώσει και μπροστά μου ανοιγόταν μια καινούργια αρχή.
Μόλις αποβιβάστηκα, βρέθηκα μέσα στην κίνηση του μεγάλου λιμανιού. Γερανοί ξεφόρτωναν σιτηρά από τα φορτηγά πλοία, εργάτες κινούνταν βιαστικά και απέναντι υψώνονταν πολυκατοικίες που έριχναν τη σκιά τους στους δρόμους. Όλα μου φαίνονταν μεγάλα και διαφορετικά από όσα είχα συνηθίσει στην Κύπρο.
Είχα μάθει πως, απέναντι από το σημείο όπου έδεναν τα επιβατικά πλοία, δίπλα στο τελωνείο, βρισκόταν η ακτή Μιαούλη, όπου ήταν συγκεντρωμένα τα γραφεία των ναυτιλιακών εταιρειών. Εκεί, όπως μου είχαν εξηγήσει, έπρεπε να απευθυνθώ αν ήθελα να βρω δουλειά στα καράβια. Έστρεψα, λοιπόν, το βλέμμα μου προς τα κτίρια, προσπαθώντας να καταλάβω από πού έπρεπε να αρχίσω.
Ένιωθα σιγουριά, αλλά ήταν μια σιγουριά που στηριζόταν περισσότερο στις προσδοκίες μου παρά στην πείρα. Πίστευα πως, αφού μιλούσαμε την ίδια γλώσσα τα ελληνικά, θα μπορούσα να συνεννοηθώ εύκολα και να βρω κάποια άκρη. Δεν ήξερα ακόμη πόσο δύσκολο θα ήταν να βρω δουλειά ούτε πόσο γρήγορα θα τελείωναν τα λιγοστά μου χρήματα.
Καθώς στεκόμουν και προσπαθούσα να προσανατολιστώ, άκουσα ξαφνικά δίπλα μου την γνώριμη κυπριακή λαλιά. Γύρισα και είδα έναν νέο να συνομιλεί με έναν ιερέα. Ίσως να ήταν η νοσταλγία της πατρίδας, ίσως η ανάγκη μου να ακούσω μια γνώριμη φωνή. Πάντως, στάθηκα και τον κοίταξα. Εκείνος το πρόσεξε και με ρώτησε από πού ήμουν.
Πιάσαμε κουβέντα και σύντομα διαπιστώσαμε πως ήμασταν κοντοχωριανοί. Ήταν ο Ανδρέας Παπάζωσιμας, από την Κάτω Πάφο, φοιτητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είχε κατεβεί στο λιμάνι για να παραλάβει έναν δικό του άνθρωπο, τον ιερέα με τον οποίο συνομιλούσε.
Ο Ανδρέας με προσκάλεσε για καφέ σ’ ένα καφενείο τη «Βοσκοπούλα», κοντά στην ακτή Μιαούλη, ένα μέρος όπου σύχναζαν ναυτικοί, ανάμεσά τους και πολλοί Κύπριοι. Καθίσαμε και αρχίσαμε να μιλούμε. Η κουβέντα μας προχώρησε εύκολα, σαν να γνωριζόμασταν από καιρό. Ήταν ευγενικός και πρόσχαρος άνθρωπος, και πριν χωρίσουμε, μου είπε πως, αν συναντούσα οποιαδήποτε δυσκολία, μπορούσα να απευθυνθώ σ’ αυτόν, και μου έδωσε το τηλέφωνο του. Εκείνη την ώρα δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο σημαντική θα αποδεικνυόταν για μένα αυτή η γνωριμία.
Άρχισα αμέσως να ψάχνω για δουλειά. Έμπαινα από γραφείο σε γραφείο, ανέβαινα και κατέβαινα σκάλες, ρωτούσα και περίμενα να ακούσω κάτι που θα μου έδινε ελπίδα.
Είχα την εντύπωση πως τα πράγματα θα ήταν απλά. Στην Κύπρο έλεγαν πως τα πλοία χρειάζονταν επειγόντως ναυτικούς και πως οι μισθοί ήταν καλοί. Γι’ αυτό είχα αποφασίσει να ακολουθήσω τη θάλασσα. Στον Πειραιά, όμως, άρχισα να αντιλαμβάνομαι πως άλλο ήταν όσα ακούγονταν και άλλο η πραγματικότητα.
Η μέρα περνούσε χωρίς αποτέλεσμα. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο μεγάλωνε η ανησυχία μου. Δεν είχα σχεδόν καθόλου χρήματα. Δεν μπορούσα να πληρώνω ξενοδοχείο ούτε να ξοδεύω για φαγητό. Η αισιοδοξία με την οποία είχα φτάσει άρχισε να υποχωρεί και στη θέση της μπήκε η αγωνία.
Άλλες προσδοκίες είχα όταν ξεκινούσα από την Κύπρο κι άλλα έβρισκα μπροστά μου. Δεν ήξερα πού να στραφώ ούτε τι θα απογινόμουν αν περνούσαν οι μέρες χωρίς αποτέλεσμα. Και στην απελπισία μου επάνω, α-μέσως ο νους μου στράφηκε στον Ανδρέα και την προσφορά του να με βοηθήσει.
Έτσι όταν έφτασε το σούρουπο χωρίς κανένα αποτέλε-σμα, μπήκα σ’ έναν τηλεφωνικό θάλαμο και του τηλεφώνησα. Όταν άκουσα τη φωνή του στην άλλη άκρη της γραμμής, ένιωσα ανακούφιση. Του εξήγησα τη δύσκολη θέση στην οποία βρισκόμουν. Δεν χρειάστηκε να του πω πολλά. Μου ζήτησε να τον περιμένω στο καφενείο της «Βοσκοπούλας» και θα ερχόταν.
Όταν εμφανίστηκε, με βρήκε κατσουφιασμένο και στενοχωρημένο. Μου χαμογέλασε πλατιά και προσπάθησε να με καθησυχάσει.
«Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά», μου είπε με ήρεμη φωνή.
Ίσως για εκείνον να ήταν απλώς λόγια ευγένειας. Για μένα, όμως, που βρισκόμουν σε μια ξένη χώρα, χωρίς δουλειά και χωρίς χρήματα, ήταν λόγια παρηγοριάς και ενθάρρυνσης.
Πήραμε το ηλεκτρικό τρένο και φτάσαμε στην Ομόνοια. Από εκεί περπατήσαμε προς το Σύνταγμα και συνεχίσαμε με λεωφορείο για του Ζωγράφου, όπου έμενε ο Ανδρέας. Με φιλοξένησε στο σπίτι του, με τάισε και με βοήθησε όσο μπορούσε. Δεν με άφησε να νιώσω πως ήμουν ένας ξένος που είχε βρεθεί ξαφνικά βάρος στους ώμους του.
Ακόμη και σήμερα, τόσες δεκαετίες αργότερα, θυμάμαι με ευγνωμοσύνη την καλοσύνη του Ανδρέα. Δεν ξέρω πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αν δεν τον είχα γνωρίσει εκείνες τις δύσκολες ώρες στον Πειραιά. Μπορεί να ήμουν αποφασισμένος να παλέψω για να πετύχω τον σκοπό μου, αλλά άλλο είναι να παλεύεις μόνος σου κι άλλο να βρίσκεται δίπλα σου ένας άνθρωπος που σου απλώνει το χέρι την ώρα που το χρειάζεσαι. Ο Ανδρέας έκανε για μένα κάτι που ίσως ο ίδιος να θεωρούσε απλό, αλλά για μένα ήταν ένα χέρι σταλμένο από τον Θεό.
Οι μέρες περνούσαν κι εγώ συνέχιζα να κατεβαίνω στον Πειραιά, να επισκέπτομαι ναυτιλιακά γραφεία και να αναζητώ ένα μπάρκο. Με υπομονή και επιμονή, πήγαινα από γραφείο σε γραφείο, χωρίς να εγκαταλείπω την προσπάθεια. Επιτέλους, ύστερα από μια βδομάδα κουραστικής αναζήτησης, οι προσπάθειές μου έφεραν αποτέλεσμα.
Βρήκα θέση σ’ ένα μικρό φορτηγό πλοίο, το SAN DENIS, χωρητικότητας δυόμισι χιλιάδων τόνων. Ο μισθός ήταν μόλις σαράντα πέντε αγγλικές λίρες. Ήταν πολύ λίγα, αλλά δεν είχα την πολυτέλεια να αρνηθώ. Το σημαντικό ήταν πως θα έμπαινα επιτέλους στη θάλασσα.
Το SAN DENIS ανήκε στην εταιρεία Φραγκίστας. Θα εργαζόμουν ως δόκιμος μηχανικός. Ήμουν πρωτόμπαρκος, ένα ψάρι στο γιαλό, όπως λέγαμε τότε τους άπειρους ναυτικούς. Δεν γνώριζα τους κινδύνους που έκρυβε η θάλασσα. Είχα πολλά να μάθω και θα έπρεπε να τα μάθω γρήγορα.
Ήταν Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 1973, και είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν υπέγραψα το συμβόλαιο εργασίας.
Θυμάμαι εκείνη τη στιγμή, γιατί ένιωσα πως, ύστερα από τόση αγωνία, επιτέλους ερχόταν η ανακούφιση.
Βγήκα από το γραφείο και πήρα το ηλεκτρικό για να επιστρέψω στην Αθήνα, στο σπίτι του Ανδρέα. Είχα πλέον δουλειά και ένα πλοίο που με περίμενε για να ξεκινήσω το πρώτο μου ταξίδι ως ναυτικός. Δεν ήξερα πόσο διαφορετική θα αποδεικνυόταν η ζωή που με περίμενε από εκείνη που είχα φανταστεί.
Το SAN DENIS θα γινόταν για ένα χρόνο το σπίτι μου. Θα ταξίδευα σε λιμάνια και χώρες που μέχρι τότε ήξερα μόνο από βιβλία και από περιγραφές άλλων. Θα μάθαινα να ζω με ανθρώπους διαφορετικούς από μένα, θα ανακάλυπτα τις χαρές και τις δυσκολίες της θάλασσας και θα έβλεπα πράγματα που δεν θα μπορούσα να μάθω σε κανένα σχολείο.
Εκείνη τη στιγμή, όμως, δεν φανταζόμουν πόσες δυσκολίες και πόσες λίγες χαρές θα συναντούσα. Δεν μπορούσα να ξέρω πως αυτό το πρώτο μπάρκο θα με οδηγούσε σε περιπέτειες, κινδύνους και εμπειρίες που θα έμεναν χαραγμένες στη μνήμη μου για ολόκληρη τη ζωή.

17 ΝΟΕΜΒΡΗ — ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Η πρώτη μου γνωριμία με την Ελλάδα δεν ήταν όπως την είχα φανταστεί. Είχα φτάσει γεμάτος συγκίνηση και θαυμασμό για την πατρίδα των προγόνων μου. Δεν μπορούσα, όμως, να φανταστώ ότι μέσα στις πρώτες ημέρες της παραμονής μου θα βρισκόμουν αντιμέτωπος με δυσκολίες και γεγονότα που θα σημάδευαν τη μνήμη μου.
Εκείνη την ημέρα, Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 1973, είχα μόλις υπογράψει τη σύμβαση εργασίας και επέστρεφα με το ηλεκτρικό στην Αθήνα. Είχε ήδη πέσει το σούρουπο για καλά. Το σκοτάδι πύκνωνε γρήγορα και τα φώτα της πόλης ήταν αναμμένα.
Βγαίνοντας από τον υπόγειο σταθμό της Ομόνοιας, βρέθηκα ξαφνικά μέσα σε πυκνούς καπνούς από δακρυγόνα, ενώ σφαίρες σφύριζαν στον αέρα. Μπροστά μου απλωνόταν ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων που φώναζαν και διαδήλωναν για την ελευθερία. Οι φωνές τους αντηχούσαν στους δρόμους και η Αθήνα βρισκόταν σε αναβρασμό. Ανάμεσα στους διαδηλωτές βρίσκονταν φοιτητές και εργάτες, που τραγουδούσαν το «Πότε θα κάνει ξαστεριά».
Ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου, η εξέγερση της νεολαίας και του ελληνικού λαού ενάντια στη χουντική δικτατορία. Εγώ, ένας νεαρός Κύπριος που μόλις είχε εξασφαλίσει την πρώτη του δουλειά στη θάλασσα, βρέθηκα ξαφνικά μέσα σε γεγονότα που δεν είχα ούτε φανταστεί ούτε επιδιώξει να ζήσω.
Το πλήθος μεγάλωνε και η κατάσταση γινόταν όλο και πιο επικίνδυνη. Η αστυνομία άρχισε να χτυπά τους διαδηλωτές και η ατμόσφαιρα γέμισε πυκνά δακρυγόνα. Ο κόσμος έτρεχε για να γλιτώσει, ενώ μέσα στην αναστάτωση ήταν δύσκολο να καταλάβεις τι συνέβαινε γύρω σου και από πού μπορούσες να φύγεις με ασφάλεια.
Εγκλωβισμένος μέσα στο ανώνυμο πλήθος, παρακολουθούσα τη βία που ασκούνταν εναντίον ανθρώπων οι οποίοι ζητούσαν ελευθερία και δημοκρατία. Δεν ήξερα τους ανθρώπους που βρίσκονταν δίπλα μου. Εκείνη τη στιγμή, όμως, μοιραζόμασταν τον ίδιο φόβο και τον ίδιο κίνδυνο.
Τα δακρυγόνα με έπνιγαν. Προσπάθησα να απομακρυνθώ, κινούμενος από τοίχο σε τοίχο. Στην αρχή έτρεχα και, όταν κατάφερα να βγω από το πυκνό πλήθος, συνέχισα με γρήγορο βήμα, κινούμενος στις σκιές των κτιρίων. Έπρεπε να φτάσω στον Ζωγράφο, στο σπίτι όπου με φιλοξενούσε ο Ανδρέας.
Η διαδρομή ήταν μεγάλη και η αγωνία μου έντονη. Δεν ήξερα τι μπορούσε να συμβεί στους δρόμους ούτε αν θα συναντούσα κι άλλες συγκρούσεις. Συνέχισα, όμως, μέχρι που κατάφερα να φτάσω στον προορισμό μου.
Την επόμενη ημέρα, από φοιτητές πληροφορήθηκα περισσότερα για τα γεγονότα και για τη σκληρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι διαδηλωτές. Έμαθα για τους πυροβολισμούς και για όσα είχαν συμβεί γύρω από το Πολυτεχνείο. Οι εικόνες εκείνης της νύχτας είχαν ήδη χαραχτεί στη μνήμη μου.
Είχα φτάσει στην Ελλάδα με τον θαυμασμό ενός νέου που πίστευε στην ιστορία και στους αγώνες της. Εκείνη τη νύχτα, όμως, είδα από κοντά τη βία μιας δικτατορίας απέναντι σε ανθρώπους που ζητούσαν ελευθερία. Ήταν μια εμπειρία που δεν θα ξεχνούσα.

Η ΠΟΡΝΗ
Την επόμενη μέρα άρχισε το ναυτικό μου ταξίδι. Από το λιμάνι της Ελευσίνας ξεκινήσαμε για τη Ρόδο. Το μικρό φορτηγό πλοίο SAN DENIS ήταν πλέον το σπίτι μου.
Όταν πιάσαμε λιμάνι στη Ρόδο, το ημερολόγιο έδειχνε 19 Νοεμβρίου 1973. Θυμάμαι καλά την ημερομηνία, γιατί μόλις δυο μέρες προηγουμένως είχα υπογράψει το συμβόλαιό μου με την εφοπλιστική εταιρεία Φραγκίστας. Ήταν η πρώτη μου δουλειά ως ναυτικού και, χωρίς να το γνωρίζω ακόμη, η αρχή μιας περιόδου γεμάτης εμπειρίες που θα έμεναν χαραγμένες στη μνήμη μου.
Το SAN DENIS μετέφερε ξυλεία από τα λιμάνια της Οδησσού και του Νοβοροσίσκ, με προορισμό την Ελλάδα. Από την Ελευσίνα κατευθυνθήκαμε προς το Ναύπλιο και στη συνέχεια προς τη Ρόδο, όπου θα ξεφορτώναμε μέρος του φορτίου. Για μένα όλα ήταν καινούργια. Ήμουν πρωτόμπαρκος, ένας νέος που μέχρι πριν από λίγες μέρες ζούσε στην Κύπρο και τώρα βρισκόταν πάνω σε ένα πλοίο, μακριά από το σπίτι και τους ανθρώπους του.
Φτάσαμε στη Ρόδο νωρίς το βράδυ. Μόλις δέσαμε στο λιμάνι, οι γερανοί άρχισαν να ξεφορτώνουν. Εγώ είχα βάρδια στη μηχανή από τις τέσσερις μέχρι τις οκτώ. Όταν τελείωσα, ανέβηκα στο κατάστρωμα και στάθηκα να κοιτάζω την πόλη.
Η Ρόδος έλαμπε από τα φώτα της. Οι φωτεινές επιγραφές και οι λάμπες νέον έκαναν τη νύχτα να μοιάζει με μέρα. Αντίκρισα τα μεσαιωνικά τείχη και τους ψηλούς πύργους που περιέκλειαν την παλιά πόλη. Η όψη τους μού ξύπνησε ξανά εκείνο το αίσθημα θαυμασμού που γεννούσαν μέσα μου οι τόποι με μακραίωνη ιστορία. Ένιωθα πως πίσω από εκείνες τις πέτρες κρύβονταν αιώνες ζωής, πολέμων και ανθρώπινων ιστοριών.
Το ξεφόρτωμα θα κρατούσε ακόμη λίγες ώρες και ύστερα θα αναχωρούσαμε για άλλο λιμάνι του Αιγαίου. Είχα, λοιπόν, λίγο χρόνο στη διάθεσή μου για να περιηγηθώ στην πόλη. Χρήματα δεν είχα. Ήταν μόλις η δεύτερη μέρα μου στο πλοίο και είχα φτάσει από την Κύπρο σχεδόν απένταρος. Αποφάσισα να περπατήσω χωρίς συγκεκριμένο προορισμό και να γνωρίσω τη μεσαιωνική πόλη.
Πέρασα την ψηλή πύλη και μπήκα στο εσωτερικό των τειχών. Τα κτίρια, τα στενά δρομάκια και η αρχιτεκτονική δημιουργούσαν την εντύπωση πως ο χρόνος είχε αφήσει εκεί ένα μεγάλο μέρος του παρελθόντος ανέπαφο. Τουρίστες πηγαινοέρχονταν, σταματούσαν μπροστά στις βιτρίνες και χάζευαν τα εμπορεύματα. Κι εγώ περπατούσα ανάμεσά τους, κοιτάζοντας τα καταστήματα με τα κεραμικά αντίγραφα αρχαίων ελληνικών αμφορέων, τα αναμνηστικά, τους τουριστικούς οδηγούς και τα περιοδικά.
Ήταν μια όμορφη βόλτα, αλλά δεν είχα ούτε τη δυνατότητα ούτε την πρόθεση να αγοράσω κάτι. Αρκούσε που μπορούσα να περπατώ και να βλέπω έναν τόπο που μέχρι τότε γνώριζα μόνο από περιγραφές και εικόνες.
Σε μια άκρη μιας βιτρίνας, εκεί όπου τελείωνε το κτίριο, πρόσεξα μια γυναίκα να στέκεται μόνη. Από μακριά την είδα να πλησιάζει κάποιους περαστικούς και να τους μιλά. Εκείνοι, όμως, δεν έμεναν κοντά της. Συνέχιζαν τον δρόμο τους, σαν να ήθελαν να την αποφύγουν.
Στάθηκα για λίγο και την παρατηρούσα. Πρόσεξα ότι απευθυνόταν κυρίως σε άντρες που περπατούσαν μόνοι. Υποψιάστηκα πως ήταν πόρνη και πως βρισκόταν εκεί για να βρει πελάτες.
Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι την κοιτούσα. Τότε ξεκίνησε προς το μέρος μου με αργό, λικνιστό βήμα. Όταν πλησίασε, με κάρφωσε με τα μάτια της. Ήταν μεγάλα, κατάμαυρα και πανέμορφα, τονισμένα γύρω γύρω με μαύρο μολύβι, που τους έδινε ένα ιδιαίτερο σχήμα. Τέτοια μάτια δεν θυμάμαι να είχα ξαναδεί. Είχαν μια λάμψη που δύσκολα μπορούσες να αγνοήσεις.
Ήταν μικρόσωμη και λυγερόκορμη, αλλά έδειχνε αρκετά μεγαλύτερή μου. Την υπολόγισα κοντά στα πενήντα. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ρυτίδες και φαινόταν πρόωρα γερασμένο. Αναρωτήθηκα αν ήταν πράγματι τόσο μεγάλη ή αν η σκληρή ζωή που έκανε είχε αφήσει πάνω της τα σημάδια της.
Τα ρούχα της ήταν απλά και κάπως ατημέλητα. Δεν ήταν ιδιαίτερα περιποιημένη, ούτε φορούσε κοσμήματα ή έντονο μακιγιάζ. Μόνο τα μάτια της ξεχώριζαν. Αν δεν είχα παρατηρήσει τη συμπεριφορά της, δύσκολα θα φανταζόμουν ότι ήταν γυναίκα του δρόμου. Έμοιαζε με μια συνηθισμένη, απλοϊκή γυναίκα, από εκείνες που περνούν απαρατήρητες μέσα στο πλήθος. Κι όμως, τα μάτια της είχαν κάτι που σε ανάγκαζε να σταθείς και να τα προσέξεις.
Σκέφτηκα πως δεν είχα χρήματα για να πληρώσω την παρέα της. Άλλωστε, δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που θα με τραβούσε συνήθως. Είχε σχεδόν δυόμισι φορές την ηλικία μου και δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου μαζί της. Από την άλλη, είχα ακούσει από ναυτικούς πως στα ρωσικά λιμάνια οι γυναίκες έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στους ναυτικούς. Ήταν, λοιπόν, κάτι που περίμενα να γνωρίσω αργότερα, όταν θα φτάναμε στη Ρωσία.
Η γυναίκα, όμως, είχε ήδη σταθεί μπροστά μου.
«Γεια σου, παλικάρι. Είσαι για παρέα;» με ρώτησε.
Η προφορά της μού θύμισε κυπριακή λαλιά. Πιάσαμε κουβέντα και της εξήγησα πως ήμουν πρωτόμπαρκος, πως είχα έρθει από την Κύπρο χωρίς χρήματα και πως βρισκόμουν στο πλοίο μόλις μιάμιση μέρα.
Εκείνη με κοιτούσε σταθερά με τα μεγάλα, μαύρα μάτια της. Φαινόταν να γνωρίζει καλά τη δύναμή τους. Με άκουσε, χαμογέλασε και συνέχισε να μου μιλά με τρόπο που σιγά σιγά άρχισε να με επηρεάζει.
Μου είπε πως ήταν Τουρκοκρητικιά και πως στον έρωτα ήταν δασκάλα. Δεν δίσταζε να μου εκφράζει την επιθυμία της και να μου λέει πως της άρεσα. Καταλάβαινα ότι προσπαθούσε να με πείσει, όπως έκανε με τους άλλους άντρες που πλησίαζε. Παρ' όλα αυτά, κάτι μέσα μου άρχισε να αλλάζει.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευα πως δεν με ενδιέφερε. Τώρα, όμως, ένιωθα μια παράξενη στενοχώρια στη σκέψη ότι ίσως να την επιθυμούσα πραγματικά, αλλά δεν είχα χρήματα για να πληρώσω.
Ήμουν δεκαεννιά χρονών και άπειρος με τις γυναίκες. Είχα μεγαλώσει στην ύπαιθρο, σε μια κοινωνία όπου οι ερωτικές σχέσεις έξω από τον αρραβώνα ή τον γάμο ήταν δύσκολες και κοινωνικά κατακριτέες. Για έναν φτωχό νέο σαν εμένα, ακόμη και οι λιγοστές δυνατότητες που υπήρχαν για να γνωρίσει μια γυναίκα ήταν συχνά απρόσιτες. Έτσι, είχα μάθει να ζω με τις επιθυμίες μου και να αφήνω τη φαντασία μου να συμπληρώνει όσα δεν μπορούσα να ζήσω.
Πάντα φανταζόμουν πως η πρώτη μου ερωτική εμπειρία θα ήταν κάτι ξεχωριστό. Τώρα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, μια γυναίκα με πλησίαζε ανοιχτά και μου έδειχνε πως με ήθελε. Κι ας ήταν πόρνη, κι ας ήξερα πως για εκείνη όλα είχαν μια τιμή. Η σκέψη ότι δεν μπορούσα να ανταποκριθώ με στενοχωρούσε περισσότερο απ' όσο περίμενα.
Εκείνο που με μπέρδευε ήταν ο τρόπος της. Μιλούσε για το σεξ και την ηδονή, για τον σαρκικό έρωτα και τις απολαύσεις που προσφέρονται επί πληρωμή, αλλά δεν είχε τη σκληράδα που περίμενα από μια γυναίκα του δρόμου. Η συμπεριφορά της ήταν γλυκιά, σχεδόν παιδική. Το πρόσωπό της παρέμενε θλιμμένο, όμως όταν με κοιτούσε, τα μάτια της έμοιαζαν να φωτίζονται.
Για μια στιγμή σκέφτηκα πως έμοιαζε με άγια γυναίκα. Ήταν μια παράξενη αντίφαση: τα λόγια της ήταν ξεκάθαρα επαγγελματικά, αλλά η όψη και ο τρόπος της γεννούσαν μέσα μου μια εντελώς διαφορετική εντύπωση.
«Δεν μοιάζεις για πόρνη», της είπα.
Στο πρόσωπό της φάνηκε μια ικανοποίηση. Δεν απάντησε. Συνέχισε απλώς να με πείθει ότι υπήρχαν τρόποι να τα βρούμε, ακόμη κι αν δεν είχα χρήματα. Μου πρότεινε να δανειστώ από τους συναδέλφους μου, να ζητήσω προκαταβολή από τον καπετάνιο ή να την πληρώσω με κάποιο άλλο αντάλλαγμα.
Σκέφτηκα πως γνώριζε πολύ καλά τους ναυτικούς και τις συνήθειές τους. Ήταν φυσικό, αφού το επάγγελμά της την έφερνε καθημερινά σε επαφή μαζί τους. Ήξερε πως ένας νέος ναυτικός, μόλις έφτανε σε ένα λιμάνι, μπορούσε να έχει επιθυμίες χωρίς να διαθέτει πάντα τα χρήματα για να τις ικανοποιήσει.
Ύστερα από αρκετή κουβέντα, συμφωνήσαμε να την πληρώσω με δύο κούτες τσιγάρα ΚΕΝΤ. Ήταν ακριβά τσιγάρα της εποχής, με ελαφρύ χαρμάνι, που τα προτιμούσαν όσοι ήθελαν να καπνίζουν κάτι πιο εκλεκτό.
Αφού συμφωνήσαμε, τη ρώτησα αν μπορούσα να την πάρω στο πλοίο, στην καμπίνα μου. Μου απάντησε πως δεν υπήρχε πρόβλημα, καθώς η Ρόδος ήταν ελεύθερη ζώνη διαμετακόμισης.
Η καμπίνα μου βρισκόταν στο δεύτερο ντεκ, κοντά στην τσιμινιέρα. Ήταν ευρύχωρη και άνετη, με δύο φινιστρίνια στις αντίθετες πλευρές. Τα κρατούσα συνήθως κλειστά, γιατί πολλές φορές έπεφταν πάνω τους καπνιά και στάχτη από το φουγάρο. Εργαζόμουν στα έγκατα του πλοίου, στη μηχανή, αλλά κοιμόμουν ψηλά, σε ένα σημείο που βρισκόταν λίγο χαμηλότερα από τη γέφυρα.
Οι καμπίνες των υπόλοιπων μελών του πληρώματος βρίσκονταν στο εσωτερικό του πλοίου. Για να φτάσω στη δική μου, έπρεπε να βγω στο κατάστρωμα και να ανέβω μια σιδερένια σκάλα στην άκρη του. Όταν η θάλασσα ήταν ταραγμένη, τα κύματα έφταναν μέχρι τη σκάλα, ενώ με το μπότζι η ανάβαση γινόταν επικίνδυνη. Όταν έβρεχε δυνατά ή είχε μεγάλη θαλασσοταραχή, πολλές φορές δεν μπορούσα να πάω στην καμπίνα μου και περίμενα να καλυτερέψει ο καιρός.
Αργότερα αναρωτήθηκα γιατί είχαν δώσει σε έναν πρωτόμπαρκο μια τόσο ευρύχωρη καμπίνα, αντί να την παραχωρήσουν σε κάποιον παλιότερο ναυτικό ή αξιωματικό. Ήταν φανερό πως κανείς δεν την ήθελε, αφού ήταν επικίνδυνη, την έλουζε η καπνιά από το φουγάρο και είχε δύσκολη πρόσβαση. Τότε, όμως, δεν με απασχολούσαν αυτά. Ήμουν ευχαριστημένος που είχα τον δικό μου χώρο.
Ανεβήκαμε στο κατάστρωμα και την οδήγησα προς την καμπίνα μου. Περάσαμε από τη μια πλευρά του πλοίου στην άλλη χωρίς να συναντήσουμε κάποιον από το πλήρωμα. Στο μισοσκόταδο τη βοήθησα να ανέβει τη σιδερένια σκάλα και ύστερα μπήκαμε μέσα.
Δεν έχασε χρόνο. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα της. Έβγαλε τα παπούτσια και το φόρεμά της και έμεινε με το μεσοφόρι. Το ύφασμα ήταν λεπτό και διαφανές, και από κάτω διακρίνονταν τα εσώρουχά της. Έσκυψε για να βγάλει τις νάιλον κάλτσες που ανέβαιναν ψηλά στους μηρούς της και με κοίταξε σαν να ήθελε να με ενθαρρύνει.
Εγώ στεκόμουν ακίνητος, αμήχανος, παρακολουθώντας τις κινήσεις της. Σηκώθηκε και ήρθε κοντά μου. Άρχισε να μου ξεκουμπώνει το πουκάμισο αργά, με κινήσεις που έμοιαζαν να έχουν μελετηθεί για να με κάνουν να ξεχάσω κάθε δισταγμό.
Όταν κατάλαβε πόσο είχα αναστατωθεί από το άγγιγμά της, σταμάτησε για λίγο και, με ναζιάρικο ύφος, μου ζήτησε να της δώσω τα τσιγάρα που είχαμε συμφωνήσει.
Η συμπεριφορά της μού κακοφάνηκε. Ένιωσα τον ενθουσιασμό μου να υποχωρεί, σαν να είχε πληγωθεί ο αντρικός μου εγωισμός. Για μια στιγμή ξέχασα ότι δεν είχε έρθει κοντά μου από έρωτα, αλλά επειδή είχαμε συμφωνήσει να την πληρώσω με δύο κούτες τσιγάρα ΚΕΝΤ. Εκείνη έκανε τη δουλειά της κι εγώ έπρεπε να το καταλάβω.
Άνοιξα το συρτάρι της κουκέτας μου και της έδωσα τις δύο κούτες. Τις πήρε και τις άφησε στην άκρη. Ύστερα έπιασε το μεσοφόρι της και το έβγαλε, μένοντας με τα εσώρουχά της.
Αυτό που ακολούθησε ήταν για μένα μια γλυκιά, πρωτόγνωρη εμπειρία. Η πρώτη μου ερωτική επαφή ολοκληρώθηκε χωρίς τα προβλήματα και τους φόβους που, όπως είχα ακούσει, μπορούσαν να συνοδεύουν την πρώτη φορά ενός άπειρου νέου. Εκείνη ήξερε πώς να με κάνει να αισθανθώ άνετα και δεν μου άφησε περιθώρια να παρασυρθώ από την αμηχανία μου.
Όταν τελειώσαμε, ξαπλώσαμε ανάσκελα. Κοίταζα το χαμηλό ταβάνι της καμπίνας και ένιωθα μια ευφορία που δεν είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Ήταν πράγματι καλή δασκάλα. Με τον ήρεμο και γλυκό τρόπο της με είχε βοηθήσει να ξεπεράσω τους φόβους μου.
Ύστερα τη ρώτησα αν ήθελε ένα τσιγάρο. Μου έγνεψε καταφατικά. Γύρισα στο πλάι και άπλωσα το χέρι μου προς το κομοδίνο για να πάρω το πακέτο. Τότε μου φάνηκε πως είδα κάποια κίνηση έξω από το φινιστρίνι, μέσα στο μισοσκόταδο της νύχτας.
Αναστατώθηκα. Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό μου ήταν πως κάποιος μας είχε πιάσει επ' αυτοφώρω. Πετάχτηκα, φόρεσα βιαστικά το παντελόνι μου και άνοιξα την πόρτα, αποφασισμένος να αντιμετωπίσω εκείνους που κρυφοκοίταζαν μέσα από το παράθυρο της καμπίνας μου.
Όμως οι ένοχοι δεν έτρεξαν να φύγουν. Αντίθετα, άρχισαν όλοι μαζί να με ζητωκραυγάζουν και να με πειράζουν. Σαστισμένος, άκουγα τα συγχαρητήρια και τα σχόλιά τους για το θέαμα που τους είχα προσφέρει.
Γύρισα ανήσυχος προς την καμπίνα για να δω αν είχε ενοχληθεί η γυναίκα. Εκείνη καθόταν στο κρεβάτι με ένα τσιγάρο στο στόμα και το σεντόνι να καλύπτει ένα μέρος από τα πόδια και τη λεκάνη της. Δεν έδειχνε να ντρέπεται ούτε να ενοχλείται από την παρουσία των αντρών.
Εγώ, αντίθετα, ένιωθα βαθιά αμηχανία. Είχα εκτεθεί μπροστά στους συναδέλφους μου σε μια στιγμή που θεωρούσα προσωπική. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Προσπάθησα να κρύψω τη ντροπή μου και τελικά παρασύρθηκα κι εγώ στα πειράγματα και στα γέλια τους, κάνοντας πως δεν με είχε αγγίξει το περιστατικό.
Σχεδόν όλο το πλήρωμα είχε μαζευτεί έξω από την καμπίνα. Ήμασταν λιγότεροι από δέκα, αφού το SAN DENIS ήταν μικρό φορτηγό πλοίο. Για εκείνους, η σκηνή ήταν ένα διασκεδαστικό επεισόδιο που θα είχαν να θυμούνται και να διηγούνται. Για μένα, ήταν η πρώτη φορά που μάθαινα πόσο εύκολα μια προσωπική στιγμή μπορούσε να γίνει αφορμή για πειράγματα και δημόσια έκθεση ανάμεσα στους ναυτικούς.
Πέρασαν πολλά χρόνια από εκείνη τη νύχτα. Κάθε φορά που τη θυμάμαι, σκέφτομαι πόσο παράξενη ήταν η τύχη εκείνης της φτωχής γυναίκας με τα μεγάλα, όμορφα μαύρα μάτια. Είχε έρθει μαζί μου για δύο κούτες τσιγάρα και τελικά, ύστερα από το απρόσμενο θέαμα που πρόσφερε άθελά μου, το πλήρωμα, όλοι σχεδόν οι συνάδελφοί μου θέλησαν να περάσουν από την καμπίνα μου για να τη γνωρίσουν καλύτερα, πληρώνοντάς την ο καθένας για την παρέα της.

ΓΑΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ

Στη Ρόδο το πλοίο άδειασε από το φορτίο του. Βάλαμε πλώρη για το λιμάνι στο Κιάτο, όπου μας περίμεναν μεγάλα φορτία από πορτοκάλια μέρλιν και βαλένσια. Τα φορτώσαμε μέσα σε λίγες ώρες, εφοδιαστήκαμε με τρόφιμα και άλλα αναγκαία εφόδια και ξεκινήσαμε για το Νοβοροσίσκ, στη Μαύρη Θάλασσα.
Περάσαμε τον Βόσπορο με τόσο χαμηλή ταχύτητα, ώστε, καθώς εκείνη την ώρα δεν είχα βάρδια, μπόρεσα να σταθώ στην πρύμνη και να θαυμάσω τις ομορφιές των στενών.
Ήταν ένα θέαμα που δύσκολα μπορούσα να χορτάσω. Οι δυο ακτές απλώνονταν μπροστά μου, η μια απέναντι στην άλλη, και το πλοίο προχωρούσε αργά ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία. Στις πλαγιές ξεχώριζαν σπίτια, αρχοντικά και μεγάλα κτίρια, άλλα κρυμμένα ανάμεσα στα δέντρα και άλλα χτισμένα σχεδόν πάνω στο νερό. Εδώ κι εκεί υψώνονταν τζαμιά με τους λεπτούς μιναρέδες τους, ενώ παλιά φρούρια θύμιζαν πως από αυτά τα στενά είχαν περάσει γενιές ανθρώπων, στρατοί και εμπορικά καράβια.
Μικρά καΐκια και άλλα πλοιάρια κινούνταν κοντά στις ακτές, ενώ η ζωή της Πόλης συνεχιζόταν αδιάκοπα και στις δυο πλευρές. Το νερό, τα κτίρια και οι καταπράσινες πλαγιές σχημάτιζαν μια εικόνα που άλλαζε διαρκώς καθώς προχωρούσαμε. Εγώ, ένας νέος που είχε μεγαλώσει στην Κύπρο και τώρα έκανε τα πρώτα του ταξίδια, κοιτούσα γύρω μου με θαυμασμό. Δεν βρισκόμουν πια μπροστά σε εικόνες βιβλίων ή σε περιγραφές άλλων. Τα έβλεπα όλα με τα ίδια μου τα μάτια και ένιωθα πως ο κόσμος που μέχρι τότε γνώριζα μόνο μέσα από τις σελίδες των βιβλίων άρχιζε να ξεδιπλώνεται μπροστά μου.
Ύστερα μπήκαμε στη Μαύρη Θάλασσα. Την έλεγαν έτσι γιατί τα νερά της συνήθως είχαν σκοτεινό χρώμα. Εκείνη τη μέρα, όμως, ήταν ήρεμη και γαλήνια, και τα νερά της είχαν ένα όμορφο μπλε χρώμα. Τη διασχίσαμε και φτάσαμε στο Νοβοροσίσκ.
Με το που ολοκληρώθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις, ο Κατσιβάκης, ντυμένος σαν γαμπρός, κατέβηκε βιαστικά τη σκάλα, σταμάτησε ένα ταξί κι έγινε καπνός. Ο καπετάνιος είχε δώσει άδεια εξόδου μόνο σε αυτόν. Οι υπόλοιποι ναύτες ρίχτηκαν στη δουλειά, ανοίγοντας τα αμπάρια και στήνοντας τις μπίγες. Οι εργάτες του λιμανιού ανέβηκαν στο κατάστρωμα και τον ντόκο, και το ξεφόρτωμα άρχισε πυρετωδώς. Εγώ, καθισμένος στην πρύμη, στο εμπρός μέρος του πρυμναίου κομοθέσιου, παρατηρούσα το ανθρώπινο μελίσσι να κινείται συντονισμένα και με ταχύτητα.
Και μέσα σε αυτό το κονφούζιο, κατά διαστήματα, κάποιοι εργάτες και ναύτες σταματούσαν για να ανάψουν ένα τσιγάρο ή να πουν μια κουβέντα. Στα σύντομα αυτά διαλείμματα, παρατηρούσα να γίνονται διάφορες συναλλαγές. Με γρήγορες χειραψίες, οι ντόπιοι εργάτες έβαζαν χρήματα στις χούφτες των ναυτών. Ύστερα, πηγαίνοντας σε συγκεκριμένα σημεία του πλοίου, έπαιρναν τις πραμάτειες που είχαν αγοράσει. Ήταν ένα μικρό λαθρεμπόριο που διεξαγόταν αναμεταξύ Ελλήνων και Ρώσων.
Ήξερα τι συνέβαινε. Μου τα είχαν εξηγήσει από πριν οι συνάδελφοί μου. Από τα ελληνικά λιμάνια αγόραζαν κυρίως τσίχλες ΙΟΝ, γυναικεία καλσόν και φορέματα, και τα μεταπωλούσαν στη Ρωσία. Για τους Ρώσους, αυτά ήταν είδη σπάνια και περιζήτητα, καθώς το κομμουνιστικό καθεστώς, για την προστασία της εγχώριας οικονομίας, επέβαλλε υψηλούς δασμούς θέλοντας να περιορίσει τα είδη πολυτελείας.
Επρόκειτο για μια παράνομη εμπορική δραστηριότητα, καθώς όλα τα εμπορεύματα έπρεπε να δηλώνονται και να καταβάλλονται οι σχετικοί φόροι. Όπως το αντιλαμβάόμωςαν όμως τότε τα Ελληνικά πληρώματα, η νόμιμη διαδικασία δεν άφηνε περιθώριο για το κέρδος που αναζητούσαν. Και επειδή οι τελωνειακοί έκαναν αυστηρούς ελέγχους —ιδίως στο μηχανοστάσιο— το πλήρωμα έκρυβε καλά την εμπορία και την πουλούσε με άκρα μυστικότητα.

Το Νοβοροσίσκ ήταν ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας. Δεν ήταν τουριστική πόλη, αλλά κυρίως βιομηχανική, με δραστηριότητες που σχετίζονταν με τα μέταλλα και τα τρόφιμα. Πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση, στην πόλη υπήρχε μια ισχυρή ελληνική παροικία.
Εκείνο, όμως, που έκανε την πόλη να φαίνεται πανέμορφη στα μάτια μου ήταν το απέραντο τοπίο μεταξύ λιμανιού και πόλε-ως. Ήταν τέλη Φθινοπώρου κι όμως, χάρη στο ήπιο θαλασσινό κλίμα, η βλάστηση ακόμη οργίαζε. Τα αειθαλή κέδρα, οι πυκνοί κισσοί στους φράχτες και τα φρεσκοποτισμένα από τις βροχές χόρτα αρνούνταν να παραδοθούν στον χειμώνα. Τα χαμηλά, τριώροφα κτίρια, χτισμένα με ομοιόμορφο τρόπο, κρύβονταν πίσω από αυτούς τους πράσινους φράχτες. Όπου κι αν περιπλανιόταν το βλέμμα, παντού υπήρχε πράσινο. Ήταν ένα ωραιότατο θέαμα, χάρμα των οφθαλμών.
Το ίδιο ωραίος ήταν και ο ναύτης που είχε φύγει βιαστικά από το πλοίο, ντυμένος με την καλή του φορεσιά. Σε εκείνο το ταξίδι θα παντρευόταν την αγαπημένη του Ρωσίδα, μια γυναίκα που εδώ και καιρό τον είχε μαγέψει με την ομορφιά της.
Τη γνώρισε στο πρώτο του ταξίδι, όταν εκείνη έκανε τσάρκα στον ντόκο. Την έκανε αγαπητικιά του για μια νύχτα, χαρίζοντάς της μια μπλούζα της τελευταίας μόδας που είχε φέρει από την Ελλάδα. Από τότε, η σχέση τους εξελίχθηκε σε κάτι πολύ πιο δυνατό. Εκείνη τον περίμενε κάθε φορά στην άκρη του μόλου κι αυτός, σε κάθε κατάπλου, της έφερνε δώρα —συνήθως φορέματα και λεπτά εσώρουχα, είδη που τότε ήταν ακριβά και δυσεύρετα στη Σοβιετική Ένωση.
Αυτό που άρχισε σαν μια απλή περιστασιακή σχέση, έγινε με τον καιρό έρωτας και βαθιά αγάπη, οδηγώντας τους τελικά στην απόφαση να παντρευτούν. Αυτή τη φορά, λοιπόν, δεν τον περίμενε στον ντόκο. Τον περίμενε στο σπίτι, στολισμένη νύφη.
Εκείνη την εποχή, κάτω από το αυστηρό κομμουνιστικό καθεστώς, η ζωή για πολλούς ανθρώπους ήταν περιορισμένη και οι δυνατότητες να εγκαταλείψουν τη χώρα ελάχιστες. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρεπόταν η έξοδος, κι ο γάμος ήταν μία από αυτές. Έτσι, μετά τον γάμο, θα μπορούσε να μεταναστεύσει στη χώρα του συζύγου της, την Ελλάδα, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Αυτό ήταν βέβαιο· αμέσως μετά τον γάμο, θα έφευγε μαζί
Τη λέγαν Λιούπα και είχε σπάνια ομορφιά. Ψηλή, με λυγερό και αριστοκρατικό παράστημα, και ένα πρόσωπο σχεδόν αψεγάδιαστο, με δέρμα λευκό και απαλό σαν πορσελάνη. Η γοητεία της είχε κάτι το άγριο, κι εκείνο το ατίθασο βλέμμα της μας έκανε όλους να αναρωτιόμαστε αν ο Κατσιβάκης θα μπορούσε ποτέ να την τιθασεύσει. Είχε όλη τη λάμψη και τη χάρη για να διαπρέψει στον αμερικανικό κινηματογράφο. Μόνο που είχε την ατυχία, όπως λέγαμε τότε μεταξύ μας, να γεννηθεί στη Ρωσία κι όχι στην Αμερική. Δεν γνωρίζαμε, λοιπόν, ποιος έκανε μεγαλύτερη χάρη στον άλλον. Ο Κατσιβάκης, που έπαιρνε μια γυναίκα του λιμανιού για να την κάνει κυρά και νοικοκυρά, ή η πανέμορφη Λιούπα, που του χάριζε τον εαυτό της και δεχόταν να τον ακολουθήσει στην Ελλάδα;
Πιστεύω πως και οι δυο ήταν κερδισμένοι. Εκείνος θα παντρευόταν μια γυναίκα που ίσως δεν είχε φανταστεί ποτέ πως θα μπορούσε να έχει στο πλευρό του. Εκείνη θα αποκτούσε τη δυνατότητα να φύγει από τη χώρα της και να δοκιμάσει μια διαφορετική ζωή, μακριά από τους περιορισμούς που γνώριζε.
Οι κανονισμοί για την έξοδο από τη Σοβιετική Ένωση ήταν αυστηροί και δεν επέτρεπαν εύκολα στους πολίτες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Υπήρχε η αντίληψη πως όποιος έφευγε για τη Δύση δύσκολα θα επέστρεφε. Για πολλούς, οι δυτικές χώρες συμβόλιζαν μια ελευθερία που ένιωθαν πως στερούνταν στον τόπο τους, όπου το κράτος είχε λόγο σχεδόν σε κάθε πτυχή της ζωής.
Πόσο θα άντεχε ένας τέτοιος γάμος, κανείς μας στο πλήρωμα δεν μπορούσε να ξέρει. Οι περισσότεροι, πάντως, του δίναμε ημερομηνία λήξης. Μας φαινόταν δύσκολο να μπορέσει ο Κατσιβάκης να κουμαντάρει τον εκρηκτικό χαρακτήρα της Λιούπα. Πιστεύαμε πως, μόλις έφταναν στην Ελλάδα, κάποιος επιτήδειος με περισσότερα χρήματα θα μπορούσε εύκολα να την πάρει από κοντά του. Η γυναίκα έμοιαζε με θεά κι είχε όλα τα φόντα να γίνει σταρ. Στο κάτω κάτω, από τον ντόκο την είχε γνωρίσει· τι άλλο να περίμενε;
Ίσως βέβαια να μιλούσαμε έτσι κι από ζήλια. Ορισμένοι από εμάς δεν μπορούσαμε να κρύψουμε τον φθόνο μας για την τύχη του. Ο Κατσιβάκης υπηρετούσε στο πλοίο δύο χρόνια συνεχόμενα, χωρίς να ξεμπαρκάρει, μόνο και μόνο για χάρη της. Τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, το βαπόρι έπιανε στο Νοβοροσίσκ, συνήθως για να ξεφορτώσει δημητριακά και να φορτώσει ξυλεία. Κι εκείνη ήταν πάντα εκεί, να τον περιμένει με αγωνία και χαρά.
Ο ίδιος, πάντως, ήταν τυφλωμένος από τον έρωτά του. Έλαμπε ολόκληρος κι έδειχνε να έχει τον κόσμο δικό του. Όλα ήταν πια κανονισμένα: ο παπάς περίμενε στην εκκλησία, οι συγγενείς της νύφης είχαν φορέσει τα καλά τους κι η Λιούπα θα ήταν σίγουρα πανέμορφη μέσα στο νυφικό της.
Με βιάση έφευγε προς την πόλη, ανυπομονώντας να φτάσει στην αγαπημένη του. Εμείς, από το κατάστρωμα, τον κατευοδώναμε, ζηλεύοντας κατά βάθος τον τυχερό μας συνάδελφο για τη γυναίκα που έπαιρνε στο πλευρό του.

Ήμασταν όλοι καλεσμένοι. Έβαλα τα καλά μου και κοιταχτη-κα στον καθρεφτη. Ήμουν ωραίος, σκέφτηκα. Τα ρούχα μου μάγκικα. Ένα τζιν και μπότες, ένα κλιτρινο πουκ,αμισο της μόδας, και ένα σακάκι καφε σε καουμπόυκο στυλλ. Ξύρισμα δεν χρειαζόμουν. Τα γένια μου ακόμα ήταν άγουρα. Ήμουν έτοιμος.
Στο πρώτο μου αυτό μπάρκο, όμως, με τις ελάχιστες εμπειρίες που είχα στις γυναίκες, συνέβη κάτι που ακόμη και σήμερα δυσκολεύομαι να περιγράψω με ακρίβεια. Δεν ήξερα αν έπρεπε να το θεωρήσω όμορφη εμπειρία, αφού είχα μεθύσει και δεν μπορούσα να καταλάβω καλά τι ακριβώς συνέβαινε.
Είχαμε μαζευτεί στο μικρό χολ της νύφης, τόσο στριμωγμένοι που δεν χωρούσαμε. Το κασετόφωνο έπαιζε μουσική στη διαπασών και εμείς πίναμε και χορεύαμε. Παρόν σχεδόν ολόκληρο το πλήρωμα, εκτός από όσους είχαν βάρδια, γιορτάζαμε τη χαρά του συναδέλφου μας.
Μαζί μας βρίσκονταν και οι συγγενείς της νύφης. Στεκόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλον, άνδρες και γυναίκες, στριμωγμένοι στο μικρό χώρο. Ακούγαμε ρωσική ροκ μουσική, πίναμε άφθονη βότκα και χορεύαμε στους ρυθμούς της.
Εγώ δεν ήμουν μαθημένος στο ποτό. Μέχρι τότε δεν είχα σχεδόν ποτέ πιει. Στο φτωχικό μας σπίτι δεν υπήρχε ούτε μπουκάλι ποτό, καθώς πολλές φορές δεν είχαμε ούτε ψωμί. Η μεγάλη φτώχεια που μάστιζε την Κύπρο εκείνα τα χρόνια έκανε τέτοιες πολυτέλειες απλησίαστες για την οικογένειά μας. Επιπλέον, δεν μου άρεσε γενικά η γεύση του αλκοόλ.
Εκείνη τη μέρα, όμως μες τη χαρά και τη γιορτή, ήπια μερικά ποτηράκια. Σταμάτησα, ωστόσο, εγκαίρως, γιατί ένιωσα πως το ποτό με ζάλισε.
Και ζαλισμένος ένιωσα την πεθερά να με πλησιάζει. Και σαν καλή οικοδέσποινα που ήθελε να φροντίσει όλους τους καλε-σμένους, με άρπαξε στην αγκαλιά της και με οδήγησε σε ένα χορό μαζί της, σε ένα λάγνο μπλούζ που έπειζε εκέινη την ώρα.
Ήταν γύρω στα πενήντα, βαμμένη και στολισμένη με τα καλά της. Στη ζάλη μου την είδα πολύ όμορφη. Σκέφτηκα πως δεν χρειαζόταν όλα αυτά τα στολίδια για να αναδειχθεί η ομορφιά της. Η φύση τής είχε χαρίσει ένα καλλίγραμμο και συμμετρικό σώμα, από το οποίο, όπως υπέθεσα, είχε κληρονομήσει πολλά και η κόρη της.
Το πρόσωπό της είχε κάποιες ρυτίδες, ίσως από τις δυσκολίες της ζωής ή ίσως απλώς από την ηλικία της. Παρ' όλα αυτά, η εμφάνισή της ήταν όμορφη. Στην αγκαλιά της ένιωσα όμορφα. Μετά με οδήγησε και κάτσαμε στον καναπέ με καινούργια πο-τα στα ποτηρια.
Ανακατεμένη με τον χυμό, η βότκα κατέβαινε ευκολα στον λαιμό μου και άφηνε μια ευχάριστη γεύση στο στόμα.
Πόσο ήπια εκείνη τη νύχτα δεν μπόρεσα να θυμηθώ ούτε την επόμενη μέρα, όσο κι αν προσπάθησα.
Στο πρώτο ποτό τη βρήκα θελκτική. Στο δεύτερο ένιωσα να χαλαρώνουν οι αναστολές μου και άρχισα να προσέχω περισσότερο το πλούσιο στήθος της και τα μακριά της πόδια.
Στο τρίτο, το βλέμμα μου στάθηκε στη γυμνή της πλάτη και στο βαθύ ντεκολτέ της. Και όσο το ποτό με επηρέαζε, τόσο περισσότερο την κοιτούσα με λαχτάρα. Δεν τολμούσα, όμως, να κάνω την παραμικρή κίνηση. Από ντροπή, αλλά και από σεβασμό στο σπίτι των ανθρώπων που με είχαν καλέσει, δεν θα επιχειρούσα ούτε ένα διακριτικό φλερτ.
Από εκεί και πέρα, οι αναμνήσεις μου αρχίζουν να έρχονται σε σκόρπιες εικόνες.
Θυμάμαι πως βρέθηκα ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στο ντιβάνι, με εκείνη από πάνω μου να με χαϊδεύει και να με φιλά. Άλλοτε είχα τις αισθήσεις μου και άλλοτε χανόμουν μέσα στον λήθαργο του μεθυσιού.
Ναι, είχα μεθύσει για τα καλά. Ίσως να είχε μεθύσει και εκείνη, αλλά δεν ξέρω. Αυτό που θυμάμαι είναι πως, κάθε φορά που συνερχόμουν λίγο, την ένιωθα πάνω μου να λικνίζε-ται. Από ντροπή, κοιτούσα γύρω μου και έβλεπα τους άλλους να μιλούν, να χορεύουν και να πίνουν. Κανείς δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία σε εμάς, σαν να μην υπήρχαμε ή σαν αυτό που συνέβαινε να ήταν κάτι εντελώς φυσικό.

ΤΟ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΦΟΡΤΙΟ

Αφήνοντας πίσω μας τις προκυμαίες του Νοβοροσίσκ, με τα αμπάρια μας αδειανά, χαράξαμε πορεία για την Οδησσό. Εκεί, κάτω από τον γκρίζο σοβιετικό ουρανό, μας περίμενε η βαριά, μυρωδάτη σουηδική ξυλεία που θα μεταφέραμε στην Πρέβεζα της Ελλάδας. Όταν το φόρτωμα τέλειωσε και το SAN DENIS έλυσε τους κάβους και έστρεψε την πλώρη του, η θάλασσα ήταν μια απέραντη, ακίνητη επιφάνεια, ήσυχη σαν λάδι. Μια απατηλή γαλήνη τύλιγε το σκαρί μας, και τίποτα —ούτε ο ήχος του νερού, ούτε το νωχελικό πέταγμα των γλάρων— δεν προμήνυε την κόλαση που παραμόνευε στον ορίζοντα. Το ταξίδι φαινόταν σύντομο, μια εύκολη ρουτίνα. Υπολογίζαμε πως σε πέντε μέρες θα αντικρίζαμε τα ελληνικά παράλια. Όμως στα ύπουλα νερά της Μαύρης Θάλασσας ο καιρός αλλάζει με μια ανάσα, έτοιμος να μετατρέψει ένα συνηθισμένο δρομολόγιο σε άγριο αγώνα επιβίωσης.
Δεν αργήσαμε να το νιώσουμε. Η θάλασσα άρχισε να φουσκώνει, να ανασαίνει βαριά. Το γαλήνιο γαλάζιο μεταμορφώθηκε σε ένα μολυβένιο, σκοτεινό στρώμα που άρχισε να βράζει από τα βάθη του. Η τρικυμία δεν μας βρήκε ξαφνικά, αλλά μεγάλωνε σταθερά, σαν μια απειλή που κέρδιζε έδαφος. Το νερό άρχισε να αφρίζει, οι πρώτες λευκές κορυφές εμφανίστηκαν στα κύματα, και σύντομα η φουρτούνα θέριεψε για τα καλά. Τα κύματα δεν ήταν πια νερό. Ηταν υδάτινοι τοίχοι, μαύροι και κοφτεροί, που υψώνονταν πάνω από τις κουπαστές μας, χτυπώντας το μικρό μας καράβι με τη δύναμη σιδερένιου σφυριού, έτοιμα να δοκιμάσουν τις αντοχές του ατσαλιού και των νεύρων μας.
Σκυφτός στο μηχανοστάσιο, με προσοχή να μην παρασυρθώ από το δυνατό μπότσι, έτριβα τους λεπτούς δίσκους του ντελαβάλ με στουπί για να καθαρίσουν. Ο βρυχηθμός της μηχανής ντίζελ άλλαζε διαρκώς. Μια δυνάμωνε και μια μούγγωνε, ανάλογα με το σκαμπανέβασμα του πλοίου. Κάθε φορά που τα κύματα σήκωναν την πρύμνη έξω από το νερό, η προπέλα γύριζε τρελά, χωρίς αντίσταση στον αέρα, πριν βυθιστεί και πάλι στα βάθη. Ο τρίτος μηχανικός βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτης ετοιμότητας (standby). Είχε τεταμένη την προσοχή του σε οποιαδήποτε διαταγή από τη γέφυρα, καθώς ο κατάλληλος χειρισμός της μηχανής και η σωστή ρότα ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου απέναντι στα θεόρατα κύματα και τα ισχυρά ρεύματα.
Η θαλασσοταραχή ήταν πλέον τρομακτική και η ένταση σε γέφυρα και μηχανή χτυπούσε κόκκινο. Κάθε λιγάκι, ο πρώτος μηχανικός κατέβαινε στα έγκατα του σκάφους για να βεβαιωθεί πως όλα πήγαιναν καλά. Άνθρωπος με πολλά χρόνια στα καράβια και τεράστια εμπειρία, καταλάβαινε την επικινδυνότητα της κατάστασης και, γεμάτος ανησυχία, έβγαζε κι αυτός βάρδια μαζί μας. Πηγαινοερχόταν νευρικά πάνω κάτω στις σιδερένιες σκάλες, με την αγωνία να σκιάζει το πρόσωπό του.
Έξω, τα κύματα είχαν ξεπεράσει τα δώδεκα μέτρα. Το πλοίο έγειρε επικίνδυνα, επιβαρυμένο από ένα φορτίο ξυλείας πολύ μεγαλύτερο από το κανονικό. Αφού γέμισαν τα αμπάρια, είχαν στοιβάξει στο κατάστρωμα τεράστιους σωρούς που σχημάτιζαν πυραμίδα, φτάνοντας σχεδόν μέχρι το ύψος της τσιμινιέρας. Οι ναύτες τα είχαν δέσει όσο πιο σφιχτά μπορούσαν, όμως αυτό το επιπρόσθετο ύψος είχε ανεβάσει το κέντρο βάρους του πλοίου σε οριακό σημείο. Το σκαρί έχανε την ευστάθειά του και κάθε κύμα το έστελνε στο πλάι, να φλερτάρει με τον βυθό, γλείφοντας τη θάλασσα.
Ο καπετάνιος, ρισκάροντας την ασφάλεια του πλοίου και του πληρώματος κατόπιν διαταγής της εφοπλιστικής εταιρείας, είχε δεχτεί την υπερφόρτωση με την κούφια ελπίδα πως ο καιρός θα μας λυπόταν. Παίζοντας τις ζωές των ναυτικών στη ρουλέτα για το περισσότερο κέρδος, στοίβαξαν παράνομα το φορτίο σε απαγορευμένο ύψος, ώστε η εταιρεία να εισπράξει μεγαλύτερο ναύλο και ο καπετάνιος, ίσως, κάποιο μπόνους ή την εύνοια των εργοδοτών του. Αναβρασμός και βουβή δυσαρέσκεια είχαν δημιουργηθεί στο πλήρωμα από την πρώτη στιγμή. Όλοι ήξεραν πόσο εύκολα αγριεύει η Μαύρη Θάλασσα. Κανείς όμως δεν μπορούσε να αντιδράσει. Στα καράβια η πειθαρχία είναι απόλυτη και οι διαταγές του καπετάνιου νόμος απαράβατος.
Σ αυτό μας το ταξίδι, οι Νηρηίδες της θάλασσας είχαν άλλα σχέδια. Ίσως βαριεστημένες από την απραξία και την προηγούμενη γαλήνη, άνοιξαν το στόμα τους και φύσηξαν μανιασμένους βοριάδες και τραμουντάνες. Τα κύματα ορθώθηκαν δυσθεώρητα ίσαμε τον ουρανό. Τα ρεύματα ανέβηκαν από τα βάθη στην επιφάνεια και, χέρι-χέρι με τους αέρηδες, άρπαξαν το πλοίο μας. Το σήκωναν ψηλά και το πετούσαν με μανία, ξεκινώντας ένα πεισματικό αδυσώπητο παιχνίδι, αποφασισμένες να μας βουλιάξουν.
Είδαμε τον χάρο με τα μάτια μας. Καθώς η φουρτούνα δυνάμωνε λεπτό με λεπτό, ο Μαρκόνης ενημέρωσε τον καπετάνιο πως τα νέα από τον ασύρματο ήταν δυσοίωνα. Ερχόταν ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση. Ο καπετάνιος κάλεσε εσπευσμένα σύσκεψη των αξιωματικών
. Το συμπέρασμα τραγικό. Η διέλευση από την πρύμνη στην πλώρη ήταν πλέον εντελώς αδύνατη. Όποιος τολμούσε να πατήσει στο κατάστρωμα θα παρασυρόταν ακαριαία από τη μανία του νερού. Ήταν αδύνατον οι ναλυτες να βγουν στο κατάστρωμα, να λύσουν τα δεσίματα για να πέσουν τα ξύλα στη θάλασσα, ώστε να ελαφρώσει και να παλατζάρει σωστά το πλοίο. Γιατί θα τους άρπαζαν τα κύματα. Η μόνη μας ελπίδα πλέον ήταν η τύχη και οι απεγνωσμένοι χειρισμοί στο τιμόνι και στη μηχανή. Ο ασυρματιστής πήρε εντολή να εκπέμψει σήμα κινδύνου, κι εμείς λάβαμε διαταγή να είμαστε σε απόλυτη ετοιμότητα, με τα σωσίβια ανά χείρας.
Μέσα σε αυτή την ατέλειωτη αγωνία, ο τρίτος μηχανικός με έστειλε πάνω στο ντεκ να φτιάξω καφέ. Μπορεί να κινδυνεύαμε, αλλά η ζωή συνεχιζόταν. Ένας δυνατός, πικρός καφές θα τόνωνε το ηθικό μας. Με τα πόδια ανοιχτά για να αντισταθμίζω το βάρος του κορμιού μου στην αντίθετη πλευρά από την κλίση του πλοίου, και γαντζωμένος γερά από τα ρέλια της σκάλας και του διαδρόμου, κατάφερα να φτάσω στο κουζινάκι.
Εκεί βρήκα μαζευμένους ναύτες και μηχανικούς. Κάθονταν βουβοί και σκυθρωποί, με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό, αλλά έτοιμοι για το οτιδήποτε. Η βουβαμάρα ήταν ασήκωτη. Γύρω, το σκηνικό ήταν αποκαρδιωτικό: τα μπρίκια, τα φλιτζάνια και τα ποτήρια είχαν γκρεμιστεί από τα ράφια και είχαν γίνει θρύψαλα στο πάτωμα, όσο καλά στερεωμένα κι αν ήταν. Ρώτησα αν υπήρχε κανένα νέο, αλλά ο λοστρόμος μού έγνεψε αρνητικά. Καφές δεν μπορούσε να γίνει. Μη θέλοντας να αντικρίζω άλλο τα φοβισμένα πρόσωπά τους, γύρισα για να επιστρέψω στη δουλειά μου, στο μηχανοστάσιο.
Δεν πρόλαβα. Εκείνη ακριβώς την κλάση του δευτερολέπτου, ένα θεόρατο κύμα βρήκε το πλοίο, γονατίζοντάς το στο πλάι. Η βαρύτητα με άρπαξε με δύναμη και με εκσφενδόνισε. Για καλή μου τύχη, έπεσα πάνω σε έναν συνάδελφο που καθόταν στην καρέκλα του, η οποία ήταν γερά βιδωμένη στο πάτωμα. Αν δεν με φρέναρε το κορμί του, θα είχα τσακιστεί. Ταυτόχρονα, ένας ανατριχιαστικός, υπόκωφος θόρυβος συντάραξε το σκάφος. Ήταν σαν να έπεφταν μετεωρίτες πάνω στη λαμαρινένια σκεπή του πρυμναίου ντεκ, μέσα στο κομοθέσιο όπου βρισκόμασταν. Πάγωσα. Μήπως βουλιάζαμε; Μήπως είχαμε πέσει πάνω στις Συμπληγάδες Πέτρες και μας συνέθλιβαν; Ή μήπως το φορτίο είχε λυθεί και τα ξύλα μας καταπλάκωναν πριν παρασυρθούν στο νερό;
Βρισκόμασταν στο κομοθέσιο του πληρώματος, ακριβώς πάνω από το μηχανοστάσιο. Στα δεξιά και τα αριστερά εκτείνονταν οι καμπίνες, και στο κέντρο, ανάμεσα σε δύο στενούς διαδρόμους, η κουζίνα και η τραπεζαρία. Κάτω στην πρύμνη, κάτω από τη χοντρή λαμαρίνα του καταστρώματος, δούλευε ασταμάτητα το υδραυλικό τιμόνι που κρατούσε την πορεία μας. Όποτε η θάλασσα αγρίευε, ο συριχτός ήχος από τη συμπίεση των λαδιών, καθώς ο μηχανισμός πάλευε με τεράστια πίεση να υπερνικήσει την αντίσταση των κυμάτων, ακουγόταν οξύς και διαπεραστικός μέσα στους τοίχους.

Τα κομοθέσια αυτά είναι φτιαγμένα από χοντρή, ενισχυμένη λαμαρίνα για να αντέχουν στην οξείδωση και την αλμύρα. Στα μεγάλα βαπόρια έχουν πολλούς ορόφους, το δικό μας όμως ήταν μικρό και είχε μόνο έναν. Ήταν ένα σφραγισμένο κουτί από χοντρούς μπουλμέδες, με σιδερένιες πόρτες που έκλειναν στεγανά και στρογγυλά φινιστρίνια από διπλό, βαρύ γυαλί. Στις μεγάλες φουρτούνες, αυτό το κουτί ήταν το καταφύγιό μας από τη μανία της φύσης. Κλεισμένοι εκεί μέσα, νιώθαμε το άγριο ταρακούνημα που συχνά μας πετούσε έξω από τις κουκέτες μας και ακούγαμε τον θυμό της θάλασσας σαν έναν υποχθόνιο βρυχηθμό που ήθελε να μας τρομάξει. Εμείς, όμως, πίσω από το ατσάλι νιώθαμε ασφαλείς όσο γινόταν, έχοντας συνηθίσει τους κινδύνους της θάλασσας.
Αυτή τη φορά, όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Τα τεράστια κύματα που έγερναν το πλοίο επικίνδυνα ζερβά και δεξιά, πάνω και κάτω τεντώνοντας τα νεύρα μας από αγωνία, μας έδωσαν μια τελική, τρομακτική κλίση. Το καράβι έγειρε τόσο πολύ, που ήρθε πια στα ίσα με τη θάλασσα.
Η ανάσα μας κόπηκε, το στομάχι μας δέθηκε κόμπος και ο πανικός μας κυρίευσε. Ήταν τόσο τρομακτικό το βάρος που μας τραβούσε, που το πλοίο έφτασε να γείρει ενενήντα μοίρες. Τίποτα δεν έμεινε στη θέση του. Όποιος δεν ήταν γαντζωμένος από κάπου, εκσφενδονίστηκε χωρίς να μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Πώς ήταν δυνατόν να ξαναϊσιώσει αυτό το σκαρί; Αν είχαμε τον χρόνο να το σκεφτούμε ψύχραιμα, η απάντηση θα ήταν μία: όχι, δεν ήταν δυνατόν.
Μα πριν προλάβει το μυαλό μας να χωνέψει ότι βουλιάζαμε, πριν συνειδητοποιήσουμε πως αυτό ήταν το οριστικό μας τέλος, ακούστηκαν βίαιοι, υπόκωφοι γδούποι, αλλεπάλληλα χτυπήματα πάνω από τα κεφάλια μας, και αμέσως νιώσαμε το πλοίο να ορθώνεται ξανά.
Το άγριο ταρακούνημα ημέρεψε, η κίνηση έγινε πιο ομαλή. Τα χτυπήματα σταμάτησαν απότομα και στη θέση τους απλώθηκε ένα βουητό σιωπής. Ακουγόταν μόνο η μανία της θάλασσας που συνεχιζόταν έξω. Μέσα στο κομοθέσιο δεν ακουγόταν πια τίποτα, παρά μόνο οι αέρηδες και τα μανιασμένα κύματα του άγριου καιρού, που λυσσομανούσαν με όλες τους τις δυνάμεις ενωμένες, αναστατώνοντας την πλάση του Θεού. Ήταν στιγμές απερίγραπτες. Δεν προλάβαμε καν να νιώσουμε τον φόβο στην ολότητά του, γιατί όλα εκτυλίχθηκαν σε απειροελάχιστο χρόνο, προτού η σκέψη προφτάσει να ολοκληρώσει τον κύκλο της και να ριζώσει τον τρόμο στις καρδιές μας.
Όμως, τι είχε συμβεί;
Ευτυχώς, ούτε στις Συμπληγάδες Πέτρες πέσαμε —που κατά τη μυθολογία στέκουν σαν ανοιγόμενη πύλη ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και τα στενά του Βοσπόρου, συνθλίβοντας και κόβοντας στα δύο τα καράβια—, ούτε το σκαρί μας τσακίστηκε από τη θαλασσοταραχή, αλλά ούτε και μας παρέσυρε στον βυθό εκείνο το ψηλό, επικίνδυνο φορτίο. Εκείνη τη μέρα, οι Άγγελοι του ουρανού ήταν πάνω από τα κεφάλια μας. Μας πρόσεχαν, μας φύλαγαν και δεν άφησαν τους διαβόλους του βυθού και τις κακές Νηρηίδες να μας τραβήξουν στο σκοτάδι τους.
Εκείνη τη μέρα, ο Άγιος Νικόλαος, ο προστάτης όλων των θαλασσινών, μας γλίτωσε την ύστατη στιγμή. Είχαμε την εικόνα του κρεμασμένη στη γέφυρα, όπως όλα τα χριστιανικά πλεούμενα, μικρά και μεγάλα, που ταξιδεύουν στις θάλασσες του κόσμου. Σε τέτοιες οριακές στιγμές, η χαμένη πίστη των ανθρώπων επιστρέφει με ορμή στις καρδιές. Όταν όλα τελειώνουν και κάθε ελπίδα εκλείπει, οι Άγιοι και οι Άγγελοι, από θεία πρόνοια, εφορμούν για να αποτρέψουν το ναυάγιο, σώζοντας τους αβοήθητους ναυτικούς που παλεύουν στα πελάγη.
Από θεϊκή χάρη, είχε συμβεί αυτό ακριβώς που ήθελε να κάνει εξ αρχής ο καπετάνιος, αλλά η λύσσα της καταιγίδας το καθιστούσε αδύνατο. Η διαταγή του για τη σωτηρία του πλοίου —να λυθούν τα δεσίματα και να ξαπολυθεί η ξυλεία στο νερό— δεν μπορούσε να εκτελεστεί από ανθρώπινο χέρι, αφού όποιος ναύτης έβγαινε στο κατάστρωμα θα πνιγόταν στο λεπτό.
Από το τρομερό μπότσι, όμως, και την οριακή κλίση που έφερε το πλοίο στο ίδιο επίπεδο με την επιφάνεια του νερού, η ίδια η θάλασσα έδωσε τη λύση: τα δεσίματα έσπασαν με πάταγο, τα σχοινιά κόπηκαν σαν κλωστές και ολόκληρο το φορτίο των ξύλων που ορθωνόταν πάνω από τα αμπάρια παρασύρθηκε και χάθηκε στο πέλαγος. Πολλά από τα βαριά ξύλα, καθώς γλιστρούσαν με ορμή, χτύπησαν με δύναμη πάνω στην οροφή του κομοθεσίου, προκαλώντας εκείνα τα υπόκωφα χτυπήματα που ακούσαμε τις ύστατες στιγμές του μεγάλου κινδύνου.
Με αυτόν τον αναπάντεχο τρόπο σωθήκαμε. Η ανακούφιση πλημμύρισε τις καρδιές μας και, μεμιάς, όλοι μαζί, πιστοί και άπιστοι, στρέψαμε το βλέμμα ψηλά, ευχαριστήσαμε και δοξάσαμε τον Θεό.

ΠΑΓΩΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Η θάλασσα είναι όμορφη ακόμη και τον χειμώνα. Όταν ο ήρεμος φλοίσβος μετατρέπεται σε βρυχηθμό που ταράζει τις αισθήσεις, ακόμη και ο φόβος που προκαλεί η αγριεμένη όψη της έχει κάτι το επιβλητικό. Όταν τα γαλάζια νερά ασπρίζουν από τους αφρούς, όταν τα κύματα ορθώνονται και χτυπούν με ορμή το ένα πάνω στο άλλο, όταν η θάλασσα σηκώνεται σαν να θέλει να καταπιεί ό,τι βρίσκεται μπροστά της, τότε ο άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί το μεγαλείο και την ακατανίκητη δύναμή της. Μπορεί να τη γευτεί στα χείλη του, να μυρίσει την αλμύρα της και να νιώσει στο κορμί του την ανάσα της.
Πολλά εξαρτώνται από το σημείο από όπου αντικρίζει κανείς τη θάλασσα. Άλλο είναι να στέκεσαι σε κάποιο ύψωμα και να απολαμβάνεις από μακριά την απεραντοσύνη της κι άλλο να βρίσκεσαι καταμεσής της, όταν αγριεύει και τα κύματά της χτυπούν με μανία το πλοίο. Από την ακτή μπορείς να θαυμάσεις την ομορφιά της, αλλά δύσκολα μπορείς να νιώσεις ολόκληρη τη δύναμή της. Αυτήν τη δύναμη την καταλαβαίνεις πραγματικά όταν βρίσκεσαι μέσα στα άγρια πελάγη, με τη στεριά μακριά και τον καιρό να δείχνει το σκληρό του πρόσωπο.
Εγώ την αγριότητά της την ένιωσα στο πετσί μου ταξιδεύοντας στη Μαύρη Θάλασσα. Ήταν ένας χειμώνας που δύσκολα μπορούσα να φανταστώ, με κρύο τσουχτερό, χιόνια και παγετό. Η θερμοκρασία έπεφτε τόσο χαμηλά, ώστε πάγωνε ακόμη και το πόσιμο νερό μέσα στις πλευρικές δεξαμενές του πλοίου. Οι υδρατμοί και το θαλασσινό νερό που εκτοξεύονταν από τα κύματα πάγωναν πάνω στις μεταλλικές επιφάνειες, σχηματίζοντας παράξενους κρυστάλλους, σαν υδάτινα γλυπτά που είχαν στερεοποιηθεί μέσα στην παγωνιά.
Θυμάμαι πως ήταν Χριστούγεννα.
Ο άνεμος φυσούσε ανελέητα και ένα φαρμακερό αγιάζι σάρωνε τη θάλασσα. Τα κύματα χτυπούσαν το πλοίο και ο παγωμένος αέρας έμπαινε από κάθε χαραμάδα. Μέσα στο καράβι, ναύτες και μηχανικοί είχαμε τις σκέψεις μας στη στεριά, στους δικούς μας ανθρώπους και στα σπίτια που εκείνες τις μέρες θα ήταν γεμάτα φωνές, μυρωδιές και γιορτινή ζεστασιά.
Ανάβαμε τσιγάρο, σαν να μπορούσε ο καπνός να ζεστάνει τα σωθικά μας και την παγωμένη καρδιά μας. Πηγαινοερχόμασταν στις σκάλες και στους διαδρόμους, κάνοντας τάχα πως θέλαμε να ξεμουδιάσουμε και να ζεσταθούμε με το περπάτημα. Μα το κρύο ήταν τόσο δυνατό, που τίποτε δεν έμοιαζε ικανό να μας ανακουφίσει. Ο αέρας έκαιγε το δέρμα σαν φωτιά, ενώ το δριμύ ψύχος περνούσε ακόμη και μέσα από τις σιδερένιες πόρτες, παρόλο που ήταν ερμητικά κλειστές. Τα άκρα μας πάγωναν και το σώμα μας πονούσε από την παγωνιά.

Είχα βρει καταφύγιο κοντά στη μηχανή ντίζελ, όπου είχα αράξει για να ζεσταθώ. Κουνώντας το κεφάλι μου, συλλογιζόμουν εκείνη την απάνθρωπη παγωνιά και αναρωτιόμουν:
Άραγε υπάρχει κόλαση ή μήπως ο Θεός την έφτιαξε και πάνω στη γη; Κι αν η κόλαση καίγεται από φωτιά, μπορεί να είναι χειρότερη από αυτό το αδυσώπητο ψύχος που μας έκαιγε σαν πυρωμένο σίδερο;
Δίπλα μου βρισκόταν ο γέρο λαδάς, ο Γκασφίκης. Ήταν άνθρωπος με πολύχρονη θαλασσινή πείρα, από εκείνους που είχαν γνωρίσει πολλές θάλασσες και είχαν περάσει αμέτρητες φουρτούνες. Κι όμως, εκείνη τη μέρα παραδεχόταν πως ποτέ στη ζωή του δεν είχε συναντήσει τόσο παγωμένο καιρό.
«Άλλη φορά δεν έχω περάσει τέτοια Χριστούγεννα», μου είπε. «Τέτοιο κρύο δεν θυμάμαι να έχω ξαναζήσει στη θάλασσα».
Τα λόγια του με έκαναν να συνειδητοποιήσω πως δεν ήμουν ο μόνος που δυσκολευόταν να αντέξει εκείνες τις συνθήκες. Ακόμη κι ένας παλιός ναυτικός, μαθημένος στις κακουχίες, ένιωθε πως εκείνος ο καιρός ξεπερνούσε όσα είχε γνωρίσει.
Μέσα στην τραπεζαρία, οι ναύτες προσπαθούσαν να προφυλαχτούν από την παγωνιά. Κοιτούσαν τα φινιστρίνια που θάμπωναν και πάγωναν από το ψύχος και παρακολουθούσαν τη γιάλλα να καλύπτει τα τζάμια, ενώ έξω ο άνεμος λυσσομανούσε. Το θαλασσινό ψέκασμα πάγωνε πάνω στο πλοίο και η θάλασσα, μέσα σε εκείνο το σκοτάδι και την παγωνιά, έμοιαζε να έχει μεταμορφωθεί σε έναν κόσμο από σίδερο και κρύσταλλο.
Οι γιορτές πάνω στα πλοία είναι δύσκολες, ιδιαίτερα όταν βρίσκεσαι μακριά από την οικογένειά σου. Τα Χριστούγεννα, όμως, έχουν έναν δικό τους τρόπο να βαραίνουν την καρδιά του ναυτικού. Όσο κι αν έχει συνηθίσει τη μοναξιά και την απομόνωση, αυτές τις μέρες οι σκέψεις τον γυρίζουν αναπόφευκτα στη στεριά. Φαντάζεται τους δικούς του γύρω από το γιορτινό τραπέζι, τις φωνές τους, τις ευχές, τις μικρές οικογενειακές συνήθειες που κάποτε θεωρούσε αυτονόητες. Και τότε η απόσταση γίνεται πιο μεγάλη και η νοσταλγία πιο πικρή.
Εκείνα τα Χριστούγεννα, όμως, η θλίψη της ξενιτιάς δεν ήταν η μόνη μας δοκιμασία. Πάνω στην απομόνωση και στη νοσταλγία προστέθηκε το αβάσταχτο κρύο. Τα κύματα ανεβοκατέβαζαν το πλοίο, ο άνεμος μαστίγωνε το κατάστρωμα και η παγωμένη ανάσα του έκανε ακόμη και την αναπνοή μας να πονά. Ήμασταν μακριά από τους αγαπημένους μας, μέσα σε μια θάλασσα που έμοιαζε ατελείωτη, και προσπαθούσαμε να περάσουμε τις γιορτινές μέρες όπως μπορούσαμε.
Όσοι διαλέγουν τη θάλασσα για επάγγελμα γνωρίζουν πως θα ζήσουν μακριά από τους δικούς τους και πως θα χάσουν πολλές γιορτές, γενέθλια και οικογενειακές στιγμές. Άλλο, όμως, να το ξέρεις όταν αποφασίζεις να μπαρκάρεις κι άλλο να το νιώθεις εκείνες τις ώρες που η μοναξιά γίνεται πιο βαριά και το κρύο μοιάζει να μη λέει να υποχωρήσει.
Εκείνα τα Χριστούγεννα στη Μαύρη Θάλασσα δεν τα ξέχασα ποτέ. Ήταν ένας καιρός που ούτε εγώ ούτε οι άλλοι ναυτικοί είχαμε συναντήσει στα ταξίδια μας. Το ψύχος μας έκαιγε σαν φωτιά, μούδιαζε τα σώματά μας και μας έκανε να αναζητούμε λίγη ζεστασιά όπου μπορούσαμε να τη βρούμε. Μα το χειρότερο δεν ήταν μόνο το κρύο. Ήταν πως, μέσα σε εκείνη την απέραντη παγωμένη θάλασσα, οι σκέψεις μας ταξίδευαν αλλού, στα σπίτια και στους ανθρώπους που μας περίμεναν μακριά.
Κι έτσι περάσαμε τα Χριστούγεννα εκείνα, με το σώμα να παλεύει με την παγωνιά και την καρδιά να μένει αγκυροβολημένη στη στεριά.


Η ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΗΝ ΟΔΗΣΣΟ
Την ειδυλλιακή αλλά και θαυμαστή αυτή θάλασσα, την πιο όμορφη που αρμενίστηκε μυριάδες φορές, αυτήν που γέννησε ήρωες και στα νερά της γράφτηκε η ιστορία του κόσμου, έπλευσα και εγώ ο τυχερός πολλές φορές. Μού έλαχε η τύχη να την ταξιδεύσω, να γνωρίσω την ομορφιά της, να γευτώ την αλμύρα της και να νανουριστώ στα κύματά της.
Το SAN DENIS έπλεε τακτικά στα νερά της. Ήταν κοντινά δρομολόγια, ένας πηγαιμός πέντε ημερών και άλλος τόσος ο γυρισμός.
Τα ταξίδια μας διασχίζοντας τα Στενά ήταν πάντα υπέροχα. Αντικρίζαμε ωραία τοπία και ήρεμες, γαλήνιες θάλασσες, δίχως κύμα, μέχρι τη στιγμή που μπαίναμε στο ανοιχτό πέλαγος της Μαύρης Θάλασσας. Για αυτήν λέγανε οι παλιοί ναυτικοί πως ήταν επικίνδυνη. Ψιθύριζαν πως αρκετά πλοία που ανοίχτηκαν στα νερά της δεν κατάφεραν ποτέ να πιάσουν λιμάνι. Πως ήταν μια θάλασσα ανεξιχνίαστη, γεμάτη ιστορίες και μύθους παγωμένους στον χρόνο, που οι άνθρωποι αδυνατούν να εξηγήσουν.
Και πραγματικά, παλιές γραφές λένε πως εκεί προσάραξε η Κιβωτός του Νώε. Άλλοι ισχυρίζονται πως στα βαθιά της στρώματα δεν υπάρχει ίχνος οξυγόνου· γι' αυτό και τα ναυάγια, μαζί με τους πνιγμένους ναυτικούς, παραμένουν εκεί κάτω ανέπαφα, σαν βαλσαμωμένα, διατηρώντας τη μορφή που είχαν τη στιγμή που βούλιαζαν.
Το αρχαίο της όνομα, Εύξεινος Πόντος, είναι μια σύνθετη λέξη από το «εύ» και το «ξένος», που κατ' ευφημισμόν υπονοούσε μια θάλασσα αφιλόξενη. Υπάρχουν αναφορές πως ο απύθμενος βυθός της, όπως και τα παράλιά της, αποτελούν σε μεγάλο βαθμό μια νεκρή φύση, δίχως ίχνος ζωής. Οι επιστήμονες δίνουν τις δικές τους εξηγήσεις, όμως κάποιες παλιές δοξασίες έλεγαν πως αυτό οφειλόταν σε μια πυρηνική έκρηξη της αρχαιότητας, υποστηρίζοντας πως στο άγνωστο παρελθόν η τεχνολογία ήταν πιο εξελιγμένη από τη σημερινή και έγινε η αιτία να καταστραφεί ολοσχερώς ο τότε κόσμος. Άλλοι μελετητές ισχυρίζονται πως πριν από χιλιάδες χρόνια, τα νερά της Μεσογείου ανυψώθηκαν λόγω ενός μεγάλου κατακλυσμού, υπερχείλισαν μέσω του Μαρμαρά προς μια τεράστια λίμνη γλυκού νερού και σχημάτισαν τη Μαύρη Θάλασσα.
Κατά τη μυθολογία, τις δύο αυτές θάλασσες χώριζαν οι Συμπληγάδες Πέτρες, τεράστιοι, κινούμενοι βράχοι που συνέθλιβαν κάθε πλοίο που επιχειρούσε να περάσει τον Βόσπορο. Μέχρι που ο Ιάσωνας με την Αργώ κατάφερε να τις διαβεί. Τότε οι βράχοι ρίζωσαν, σταθεροποιήθηκαν και άνοιξε για πάντα το πέρασμα. Το ίδιο το όνομα «Βόσπορος» αναλύεται ως «βούς» (αγελάδα) και «πόρος» (πέρασμα). Από εκεί ξέφυγε η Ιώ μεταμορφωμένη σε αγελάδα από τον Δία, ο οποίος ήθελε να την προστατεύσει από το μένος της Ήρας όταν εκείνη ανακάλυψε την παράνομη σχέση τους. Η Ήρα, όμως, για να την τιμωρήσει, της έστειλε έναν οίστρο, μια μύγα των βοδιών, να την καταδιώκει ασταμάτητα. Βασανισμένη από το μαρτύριο, η Ιώ περιπλανήθηκε σε όλη την Ελλάδα, ώσπου πέρασε τα στενά και διέφυγε.
Στην πρόσφατη ιστορία, οι Βυζαντινοί ονόμαζαν τον Βόσπορο απλά «Στενόν». Λόγω της τεράστιας στρατηγικής σημασίας του πορθμού, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος έχτισε εκεί την πρωτεύουσα του κράτους, την Κωνσταντινούπολη. Οι ακτές των στενών είναι πυκνοκατοικημένες, γεμάτες από τα πανέμορφα κτίρια της Πόλης, ενώ τους γύρω λόφους κοσμούν οθωμανικά ανάκτορα, όπως το Τοπ Καπί, και εμβληματικά μνημεία όπως η Αγία Σοφία και το Μπλε Τζαμί.
Μέσα από την ομίχλη τα έβλεπα όλα θαμπά, αλλά πλέον, καθώς τα ήξερα καλά, τα αποθαύμαζα ακουμπισμένος στα ρέλια της πρύμνης. Ο χειμώνας εκείνος που έδειχνε πως ερχόταν αμείλικτος, ήταν ένας εχθρός βαρύς, βγαλμένος από τα βάθη της Σιβηρίας. Το κρύο δεν ήταν απλώς τσουχτερό, αλλά στεγνό, κοφτερό σαν ξυράφι, και η ομίχλη υψωνόταν πυκνή και απόκοσμη, γεννημένη από τον παγωμένο βοριά που πάγωνε τις ανάσες μας πριν καν βγουν από το στόμα. Ακόμη και οι λαμαρίνες του SAN DENIS είχαν αρχίσει να πιάνουν ένα λεπτό, λευκό στρώμα παγετού. Παρ' όλα αυτά, στεκόμουν εκεί, μαρμαρωμένος μέσα στην πολική παγωνιά, κοιτάζοντας το απόκοσμο τοπίο δίχως να το χορταίνω.
Το πλοίο έπλεε σταθερά, έχοντας ρότα για την Οδησσό. Η Οδησσός ξεχώριζε για τα νεοκλασικά, ελληνικού ύφους κτίριά της, που στόλιζαν τους δρόμους και έδιναν μια νότα αρχοντικής ομορφιάς στην παγωμένη ατμόσφαιρα. Η ιστορία της ως σπουδαιότατο λιμάνι ξεκινούσε από τα αρχαία χρόνια, όταν ως αποικία των Μιλησίων διατηρούσε στενούς δεσμούς με τον ελληνισμό. Εδώ, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, είχαν καταφύγει αμέτρητοι κυνηγημένοι Έλληνες. Πολλοί προκόψανε στο εμπόριο, έκαναν μεγάλες περιουσίες και στήριξαν οικονομικά τον απελευθεβατικό αγώνα του '21. Είναι μια πόλη πλημμυρισμένη από ιστορικές μνήμες και νοσταλγικές εικόνες, με βαθιά πολιτισμική και πνευματική παράδοση στενά συνδεδεμένη με τους Έλληνες μετανάστες που οραματίστηκαν τη λευτεριά της πατρίδας, ιδρύοντας σε τούτα εδώ τα χώματα τη Φιλική Εταιρεία.
Το ημερολόγιο του πλοίου έγραφε 1974. Καθώς πλησιάζαμε στο λιμάνι της Οδησσού, βρεθήκαμε μπροστά σε ένα απερίγραπτο θέαμα — κάτι τόσο μεγαλειώδες, απόκοσμο και σπάνιο, που οι λέξεις δεν αρκούν για να το περιγράψουν: η θάλασσα, αργά αλλά σταθερά, μεταμορφωνόταν σε πάγο. Όσο πλέαμε προς τη στεριά, το παγόστρωμα γινόταν όλο και πιο συμπαγές, όλο και πιο βαθύ. Κάποια στιγμή, το SAN DENIS αναγκάστηκε να σταματήσει εντελώς. Η πλώρη μας δεν είχε πια τη δύναμη να σχίσει τον συμπαγή πάγο. Βάλαμε τη μηχανή στο ρελαντί, περιμένοντας τον πιλότο και το παγοθραυστικό που θα μας άνοιγαν δρόμο για να δέσουμε».

Από τα φινιστρίνια όσοι δεν αντέχαμε την παγωνιά, κι από την κουβέρτα οι πιο σκληραγωγημένοι, κοιτάζαμε εκστασιαμένοι: η θάλασσα είχε κοκκαλώσει, κι ακόμη και τα κύματα, ανασηκωμένα στον αέρα την ώρα της δράσης τους, είχαν παγώσει μετέωρα. Ήταν ένα θέαμα συγκλονιστικό, που δεν το χωρούσε ανθρώπηνος νους, όσα βιβλία ή φωτογραφίες κι αν είχε δει κανείς προηγουμένως. Μπορεί πολλοί να έχουν αντικρίσει στη ζωή τους παγωμένες λίμνες ή παγετώνες, αλλά όταν παγώνει η ίδια η ανοιχτή θάλασσα με τα κύματά της σε πλήρη κίνηση, το θέαμα αποκτά μια πρωτοφανή, ασύλληπτη ομορφιά.
Ο χειμώνας στη θάλασσα της Οδησσού, εκείνη την παγερή, αδυσώπητη βαρυχειμωνιά, έκανε την εικόνα της θάλασσας μεγαλειώδη. Το νερό, ακινητοποιημένο από το πολικό ψύχος, δημιουργούσε καταπληκτικούς σχεδιασμούς. Η θάλασσα διατηρούσε τη φυσική της ανάγλυφη μορφή, αλλά είχε πάρει ένα ολόλευκο, καθαρό χρώμα, σαν του χιονιού. Έμοιαζε ακίνητη, σαν ζωγραφισμένη στον καμβά από το χέρι σπουδαίου ζωγράφου.
Σε λίγο, φάνηκε ο πιλότος με τη λάντζα, συνοδευόμενος από το παγοθραυστικό. Μπήκαμε στη γραμμή —εκείνο μπροστά κι εμείς πίσω— και βάλαμε πλώρη για τον μώλο. Το παγοθραυστικό είναι ένα πλοίο ιδιαίτερο, με οξεία, βαριά ενισχυμένη και οδοντωτή πλώρη· με την ισχυρή πρόωση των μηχανών του, σκαρφαλώνει και σπάζει το παγόστρωμα με το ίδιο του το βάρος, διανοίγοντας ένα πλατύ κανάλι όπου το πλοίο που ακολουθεί μπορεί να πλέει ελεύθερα.
Γνωρίζοντας τόσα για την ιστορία αυτής της πόλης, και δίχως να λογαριάζω το κρύο, είχα βάλει σκοπό να την περιδιαβώ και να τη γνωρίσω από κοντά. Μόλις δέσαμε και οι Σοβιετικοί τελωνειακοί ολοκλήρωσαν τον έλεγχο των χαρτιών μας, κατεβήκαμε με μερικούς συναδέλφους τη σκάλα και ξεκινήσανε με τα πόδια για την πόλη, που απείχε μόλις λίγες εκατοντάδες μέτρα.
Σίγουρα, οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να φανταστούν πώς είναι το κρύο όταν ο υδράργυρος πέφτει πολλούς βαθμούς κάτω από το μηδέν. Μόλις πατήσαμε στη στεριά, ένιωσα την παγωνιά να περονιάζει τα κόκαλά μου. Πριν προλάβουμε να διανύσουμε λίγα μέτρα, τα μέλη μου ξυλιάσανε και έγιναν δύσκαμπτα. Το κρύο ήταν τόσο αφόρητο, που το ένιωθα να με γρατζουνάει στο πρόσωπο σαν μαστίγιο που με χτυπούσε κατάμουτρα, ανελέητα. Οι άλλοι προχωρούσαν, όμως εγώ δεν μπορούσα να τους ακολουθήσω. Καθώς ήμουν μαθημένος στη ζεστασιά της μηχανής, μου ήταν αδύνατο να αντέξω τέτοια παγωνιά.
Εξάλλου, εκείνη την ημέρα, ολόκληρη η Οδησσός έμοιαζε με έναν απέραντο καταψύκτη. Οι κάτοικοι ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους και κάθε εργασία στο λιμάνι είχε ανασταλεί, είχε παγώσει κι αυτή. Όλη η χώρα τη χρονιά εκείνη, τέλη του '74, είχε πληγεί από ένα πρωτοφανές κύμα πολικού ψύχους, τόσο σφοδρό που κατάφερε να δαμάσει ακόμη και το αλμυρό νερό του πελάγους.
Νιώθοντας τα άκρα μου να κοκκαλώνουν σε σημείο που ο πόνος είχε γίνει ανυπόφορος, κατάλαβα πως η στεριά δεν με σήκωνε. Αποφάσισα να γυρίσω πίσω στη σιγουριά και τη ζεστασιά του πλοίου. Με γοργό βήμα πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Αν και η απόσταση ήταν μικρή, τα πόδια μου είχαν ήδη ξυλιάσει τόσο πολύ, που δυσκολευόμουν πια να τα κουνήσω.
Προσπάθησα να τρέξω για να ζεσταθώ αλλά και να φτάσω νωρίτερα, να ξεφύγω από την απόλυτη παγωνιά. Όμως ήταν αδύνατο, καθώς ένιωθα όλο και περισσότερο το κορμί μου να ξυλιάζει, να παραδίδεται στο ψύχος. Ήμουν ντυμένος βαριά για να προστατευτώ, αλλά παρ' όλα αυτά ένιωθα το σώμα μου κατεψυγμένο και τον πόνο ανυπόφορο, κυρίως τα άκρα των ποδιών και των χεριών, εκεί όπου το αίμα ένιωθες να κοκκαλώνει. Ήταν ένας πόνος τόσο οδυνηρός, τόσο βαθύς, που το κορμί μου δεν μπορούσε πια να τον αντέξει.
Με χίλιες δυσκολίες, σέρνοντας τα πόδια μου, κατάφερα τελικά να ανέβω τη σκάλα του πλοίου. Ο πόνος είχε γίνει τόσο οξύς που ήθελα να βάλλω μια φωνή, να ουρλιάξω, αλλά δεν έβγαινε ήχος από το στόμα μου. Είχε παγώσει το πρόσωπό μου, είχαν παγώσει και οι φωνητικές μου χορδές.
Μόλις πάτησα στο κατάστρωμα, με όση δύναμη μου είχε απομείνει, ρίχτηκα στις σκάλες και κατέβηκα τρέχοντας στο μηχανοστάσιο. Πλησίασα την ηλεκτρογεννήτρια —τη μόνη μηχανή που δούλευε εκείνη την ώρα για να δίνει ρεύμα στο βαπόρι— και την αγκάλιασα με όση δύναμη μου είχε απομείνει, κολλώντας το κορμί μου πάνω στο ζεστό της μέταλλο, προσπαθώντας να κλέψω λίγη από τη θέρμη της για το ξυλιασμένο μου σώμα. Έμεινα εκεί ώρα πολλή, έχοντας χαθεί ο χρόνος, μέχρι που ένιωσα σιγά-σιγά το αίμα να κυκλοφορεί ξανά στις φλέβες μου, το κορμί μου να ξεπαγώνει, τα μέλη μου να αποκτούν ξανά κίνηση και τον αφόρητο πόνο να μαλακώνει και να υποχωρεί.
Την επόμενη μέρα, ξυπνώντας στο ζεστό μου κρεβάτι, κοίταξα έξω από το φινιστρίνι και αντίκρισα μια άλλη εικόνα: η θάλασσα είχε πια ξεπαγώσει. Ο καιρός είχε μαλακώσει και η πολική κακοκαιρία είχε υποχωρήσει, δίνοντας τη θέση της σε μια πιο ήρεμη μέρα. Σηκώθηκα νιώθοντας ακόμα τα σημάδια της παγωνιάς, με πόνους και ένα βαρύ μούδιασμα να πλανιέται στο κορμί μου. Κοιτάζοντας έξω, είδα κίνηση ανθρώπων στο ντοκ του λιμανιού και τους εργάτες της στεριάς να έχουν πιάσει ήδη δουλειά στο κατάστρωμα, ασχολούμενοι με τα εμπορευματοκιβώτια. Η ζωή στην ξένη χώρα ξαναβρήκε τον ρυθμό της και η ατμόσφαιρα γέμισε και πάλι από τον πολύβουο, οικείο θόρυβο του μεγάλου λιμανιού.

Ο ΑΓΡΙΟΣ ΚΑΙΡΟΣ

Αποπλέοντας από την Οδησσό, συναντήσαμε μια θεριεμένη θάλασσα. Ο καιρός ήταν χειμωνιάτικος, ο ουρανός σκοτεινός και ο άνεμος φυσούσε με τέτοια ορμή, που σήκωνε τεράστια κύματα. Το ένα πίσω από το άλλο υψώνονταν απειλητικά, χτυπούσαν με μανία το πλοίο και έσκαγαν πάνω του με έναν δυνατό, υπόκωφο θόρυβο.
Ο ουρανός είχε γίνει κατάμαυρος και το σκοτάδι του έσμιγε με το χρώμα της Μαύρης Θάλασσας. Οι αστραπές έσκιζαν τη σκοτεινιά και φώτιζαν για λίγες στιγμές το φοβερό θέαμα, ενώ οι βροντές αντηχούσαν τόσο δυνατά, που σκέπαζαν ακόμη και τον βρυχηθμό της θάλασσας. Ήταν μια εικόνα που δύσκολα μπορούσε να συλλάβει ο ανθρώπινος νους.
Όταν τα κύματα μάς άρπαζαν και μας σήκωναν ψηλά, φοβόμασταν μήπως το πλοίο κοπεί στα δύο. Φτάνοντας στην κορυφή, έμοιαζε να αιωρείται πάνω από μια άβυσσο. Ύστερα ακολουθούσε η αγωνιώδης κάθοδος, μέχρι το σκαρί να χτυπήσει με πάταγο στα νερά. Και πριν προλάβουμε να ηρεμήσουμε, περιμέναμε το επόμενο κύμα.
Μέσα σε τέτοια θαλασσοταραχή, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τα όρια της δύναμής του. Όση γνώση κι αν έχει αποκτήσει, όσα επιτεύγματα κι αν έχει καταφέρει, υπάρχουν δυνάμεις της φύσης που δεν μπορεί να ελέγξει. Το πλοίο μας, παρά το γερό σκαρί και τις ισχυρές μηχανές του, έμοιαζε μικρό μπροστά στην αγριότητα του πελάγους.
Κι όμως, μέσα σε εκείνη την αγριάδα υπήρχε μια παράξενη ομορφιά. Μια ομορφιά που γέμιζε φόβο την καρδιά, αλλά συγχρόνως σε ανάγκαζε να κοιτάζεις. Τα αλμυρά νερά έπεφταν με ορμή πάνω στις χοντρές λαμαρίνες του πλοίου, ενώ ο άνεμος τα εκσφενδόνιζε πάνω στο σκαρί. Ο ήχος ήταν οξύς και ανατριχιαστικός. Το νερό πιτσιλούσε τα φινιστρίνια και άφηνε πάνω στα τζάμια αλμυρά σημάδια, περιορίζοντας τη θέα προς τα έξω.
Ήταν ένα θέαμα εφιαλτικό, που συγχρόνως φανέρωνε τη μεγαλοπρέπεια της φύσης. Ανάμεσα στον φόβο και στον θαυμασμό, ένιωθες πως βρισκόσουν μπροστά σε κάτι απόκοσμο. Ένας καλλιτέχνης που θα ζούσε μια τέτοια εμπειρία θα μπορούσε να βρει έμπνευση για έργα συγκλονιστικά. Ο Αρίων θα μπορούσε να τραγουδήσει τη δύναμη της θάλασσας, ενώ ο Ευριπίδης να αντλήσει από την αγριότητά της υλικό για μια τραγωδία γεμάτη πόνο και ανθρώπινη αγωνία. Γιατί η θάλασσα, όταν αγριεύει, δοκιμάζει όχι μόνο το πλοίο, αλλά και την ανθρώπινη ψυχή.
Το πλοίο συνέχιζε την πορεία του. Η προπέλα γύριζε αδιάκοπα και οι μηχανές δούλευαν για να κρατήσουν το σκαρί στην πορεία του, παρά την αντίσταση των νερών και του ανέμου. Ακούγαμε τις λαμαρίνες να τρίζουν κάτω από τις πιέσεις που δεχόταν το πλοίο. Κάθε τέτοιος ήχος μάς θύμιζε τις δυνάμεις που δοκίμαζαν το σιδερένιο κορμί του. Όμως το πλοίο ήταν γερό. Είχε κατασκευαστεί για να αντέχει στις δυσκολίες της θάλασσας και οι μηχανές του συνέχιζαν να δουλεύουν. Εμείς, οι ναυτικοί του, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο παρά να εμπιστευόμαστε το σκαρί, τις μηχανές και την πείρα εκείνων που είχαν την ευθύνη της πορείας μας.
Εκείνες τις ώρες καταλάβαινες πως η ζωή του ναυτικού δεν ήταν μόνο ταξίδια και καινούργιοι τόποι. Ήταν και στιγμές που έπρεπε να αντιμετωπίσεις τον φόβο σου και να συνεχίσεις, ακόμη κι όταν όλα γύρω σου έμοιαζαν να απειλούν την ασφάλειά σου. Η θάλασσα δεν νοιαζόταν για την αγωνία μας. Ακολουθούσε τους δικούς της νόμους κι εμείς έπρεπε να μάθουμε να ζούμε με αυτούς.
Μπορεί να ταξιδεύεις χρόνια πάνω στη θάλασσα, να τη γνωρίζεις και να την αγαπάς, όμως δεν παύεις ποτέ να σέβεσαι τη δύναμή της. Κι όταν, ύστερα από μια δύσκολη δοκιμασία, ο καιρός αρχίζει να ημερεύει, νιώθεις βαθιά ανακούφιση. Τότε εκτιμάς ακόμη περισσότερο το γερό πλοίο που σε κράτησε ασφαλή και συνειδητοποιείς πόσο σημαντική είναι η ψυχραιμία στις δύσκολες ώρες.


ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ
Η ζωή του ναυτικού δεν ήταν μόνο φουρτούνες, ταξίδια και γνωριμία με ξένους τόπους. Ήταν και ο καθημερινός αγώνας για το μεροκάματο. Οι μισθοί μας ήταν χαμηλοί και, για πολλούς από εμάς, δεν αρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες μας. Έτσι, αναζητούσαμε τρόπους να αυξήσουμε το εισόδημά μας. Κάποιοι στρέφονταν στο κοντραπάντζο, ένα μικρεμπόριο που μπορούσε να αποφέρει σημαντικά κέρδη, αλλά έκρυβε και κινδύνους.
Αγοράζαμε προϊόντα από την Ελλάδα και τα πουλούσαμε κρυφά στα σοβιετικά λιμάνια. Ήταν κυρίως γυναικεία ενδύματα, μοντέρνα ρούχα, καλτσόν και τσίχλες ΙΟΝ, προϊόντα που εκεί ήταν δυσεύρετα και περιζήτητα. Το εμπόριο αυτό ήταν παράνομο και, αν μας ανακάλυπταν, οι συνέπειες μπορούσαν να είναι σοβαρές. Γι’ αυτό η επιλογή της κρυψώνας είχε μεγάλη σημασία. Έπρεπε να βρίσκουμε σημεία στο πλοίο όπου τα εμπορεύματα θα ήταν δύσκολο να εντοπιστούν.
Όταν φτάναμε σε κάποιο λιμάνι, έπρεπε να βρούμε τρόπο να περάσουμε τα εμπορεύματα από τους ελέγχους. Κάποιες φορές εξασφαλίζαμε τη συνεργασία φρουρών, δίνοντάς τους λίγα ρούβλια, ενώ άλλες φορές πουλούσαμε τα προϊόντα σε εργάτες του λιμανιού που είχαν άκρες. Τα κέρδη μπορούσαν να είναι μεγάλα, όμως τα σοβιετικά χρήματα δεν είχαν την ίδια αξία έξω από τη χώρα. Έτσι, όσα κερδίζαμε τα ξοδεύαμε συνήθως εκεί, σε αγορές και διασκέδαση. Για εμάς, τα λιμάνια δεν ήταν μόνο σταθμοί του ταξιδιού, αλλά και ευκαιρίες να αποκτήσουμε πράγματα που με τον μισθό μας δύσκολα θα μπορούσαμε να αγοράσουμε.
Στο πρώτο μου ταξίδι δεν είχα μαζί μου εμπορεύματα. Δεν γνώριζα ακόμη τα μυστικά αυτού του παράξενου εμπορίου ούτε είχα καταλάβει πόσο μεγάλη ζήτηση υπήρχε για ορισμένα προϊόντα. Ωστόσο, κατά την πρώτη μου έξοδο στη στεριά, συνέβη κάτι που έμελλε να αλλάξει τη στάση μου απέναντι σε αυτή την ευκαιρία.
Περπατούσα στον δρόμο και χάζευα τις βιτρίνες, όταν ένας νεαρός με πλησίασε. Μου μίλησε σε σπαστά ελληνικά και μου ζήτησε να του πουλήσω το πουκάμισο που φορούσα.
Ήταν ένα κίτρινο, μοντέρνο πουκάμισο που είχα αγοράσει πριν μπαρκάρω. Μου άρεσε ιδιαίτερα. Είχε δύο μπλε λωρίδες μπροστά, μία δεξιά και μία αριστερά, που του έδιναν ξεχωριστή εμφάνιση. Ευγενικά αρνήθηκα. Δεν είχα αγοράσει το πουκάμισο για να το πουλήσω, αλλά για να το φορώ.
Ο νεαρός, όμως, επέμενε. Ανέβαζε συνεχώς την προσφορά του, δίνοντάς μου ολοένα και περισσότερα ρούβλια. Στην αρχή δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι κάποιος ήταν διατεθειμένος να πληρώσει τόσα χρήματα για ένα πουκάμισο που εγώ είχα αγοράσει στην Κύπρο πολύ φτηνότερα. Έκανα γρήγορα τους υπολογισμούς μου. Η διαφορά ανάμεσα στην τιμή που είχα πληρώσει και σε εκείνη που μου πρόσφερε ήταν τόσο μεγάλη, που άρχισα να βλέπω το πράγμα διαφορετικά.
Ευτυχώς, φορούσα από μέσα μια χοντρή φανέλα και από πάνω ένα βαρύ παλτό. Έτσι, χωρίς να μείνω εκτεθειμένος στο κρύο, έβγαλα το πουκάμισο στη μέση του δρόμου και του το πούλησα.
Όταν επέστρεψα στο πλοίο και διηγήθηκα στους συναδέλφους μου τι είχε συμβεί, εκείνοι με διαβεβαίωσαν πως είχα καταφέρει να το πουλήσω σε τιμή πολύ μεγαλύτερη από την αξία του στην αγορά εκείνης της χώρας. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη. Μέχρι τότε έβλεπα το πουκάμισο ως ένα ρούχο που είχα αγοράσει για τον εαυτό μου. Εκείνη τη στιγμή, όμως, κατάλαβα πως τα ίδια πράγματα μπορούσαν να αποκτήσουν εντελώς διαφορετική αξία από τόπο σε τόπο.
Το περιστατικό αυτό έγινε για μένα ένα μάθημα εμπορίου, χωρίς να χρειαστεί να καθίσω σε σχολική αίθουσα ή να διαβάσω κάποιο βιβλίο. Μου έδειξε πως εκεί όπου ένας άνθρωπος έβλεπε ένα απλό ρούχο, κάποιος άλλος έβλεπε κάτι σπάνιο και πολύτιμο.
Έτσι όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, άρχισα να εφοδιάζομαι με εμπορεύματα για τα επόμενα ταξίδια μου. Εκείνο που ξεκίνησε τυχαία, με την πώληση ενός πουκαμίσου, εξελίχθηκε σιγά σιγά σε μια συστηματική ενασχόληση με το κοντραπάντζο. Έμαθα να ψάχνω τα προϊόντα που είχαν ζήτηση, να υπολογίζω το κόστος και το πιθανό κέρδος και να σκέφτομαι πώς θα τα μεταφέρω χωρίς να κινήσω υποψίες.
Δεν ήταν μια δραστηριότητα χωρίς κινδύνους. Το κέρδος ήταν δελεαστικό, αλλά το εμπόρευμα έπρεπε να φτάσει στον προορισμό του και να περάσει από ελέγχους που μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να ανατρέψουν τα σχέδιά μου. Παρ’ όλα αυτά, για έναν νέο άνθρωπο που προσπαθούσε να βελτιώσει τη ζωή του με τα λιγοστά μέσα που διέθετε, η προοπτική ενός καλύτερου εισοδήματος ήταν δύσκολο να αγνοηθεί.
Και κάπως έτσι, χωρίς να το έχω σχεδιάσει από πριν, το πρώτο μου κοντραπάντζο έγινε η αρχή μιας καινούργιας περιπέτειας, που θα με έφερνε αντιμέτωπο όχι μόνο με τους κινδύνους του λαθρεμπορίου, αλλά και με την ευρηματικότητα, την απληστία και τις αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης.
Όσο περνούσε ο καιρός και ταξίδευα στα σοβιετικά λιμάνια, μάθαινα περισσότερα για τα κοντραπάντζα και τους τρόπους με τους οποίους μπορούσα να κερδίζουμε χρήματα. Οι παλιότεροι συνάδελφοι είχαν αποκτήσει πείρα και συχνά μου έδιναν συμβουλές, όχι μόνο για το εμπόριο, αλλά και για τις γνωριμίες που κάναμε όταν κατεβαίναμε στα λιμάνια. Για τις κοπέλες μου έλεγαν πως, αν ήθελα να ξανασυναντήσω κάποια, έπρεπε να της δίνω το μισό καλτσόν στην πρώτη συμφωνία και να κρατώ το άλλο μισό για αργότερα. Έτσι, θα υπήρχε πάντα μια αφορμή για να ξαναβρεθούμε. Για εκείνους, το εμπόρευμα μπορούσε να γίνει ένας τρόπος να διατηρούν μια γνωριμία και να εξασφαλίζουν τη συνέχειά της.

Η φτώχεια στη Σοβιετική Ένωση ήταν μεγάλη. Στα λιμάνια που επισκεπτόμασταν, έβλεπα κοπέλες που, μέσα στη δύσκολη οικονομική κατάσταση που ζούσαν, αναγκάζονταν να εκπορνεύονται για λίγα χρήματα. Για εμάς, τους ναυτικούς που ερχόμασταν από το εξωτερικό, ακόμη και κάποια μικρά χρηματικά ποσά είχαν διαφορετική αξία για εκείνες. Πίσω από τη συμπεριφορά τους μπορούσε κανείς να διακρίνει τη φτώχεια και την ανάγκη. Δεν ήξερα τις προσωπικές ιστορίες τους ούτε τι είχε οδηγήσει την καθεμιά σε αυτή τη ζωή. Έβλεπα, όμως, πως η ανέχεια μπορούσε να φέρει έναν άνθρωπο σε πολύ δύσκολη θέση, αναγκάζοντάς τον να κάνει πράγματα που ίσως, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, να μην έκανε ποτέ.
Δεν άργησα να γνωρίσω μια κοπέλα που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Ήταν όμορφη, μελαχρινή, με μια χάρη που δεν περνούσε απαρατήρητη. Η πρώτη μας γνωριμία έγινε μέσα από το μικρεμπόριο. Συζητήσαμε, συμφωνήσαμε και στην αρχή όλα έμοιαζαν με μια συνηθισμένη συναλλαγή από εκείνες που έκαναν πολλοί ναυτικοί στα λιμάνια.
Όμως, πολύ γρήγορα ανακάλυψα πάνω της πράγματα που με έκαναν να την εκτιμήσω. Πέρα από την ομορφιά της, άρχισα να διακρίνω χαρίσματα που δεν είχαν καμιά σχέση με το εμπόριο. Με κέρδισαν η εξυπνάδα της, η ευγένειά της, ο τρόπος που συμπεριφερόταν και, πάνω απ’ όλα, ο χαρακτήρας της. Έπαψα να τη βλέπω μέσα από τη συναλλαγή που μας είχε φέρει κοντά. Την έβλεπα πρώτα ως άνθρωπο, ως φίλη, ως συνάνθρωπο. Δεν ήταν πια απλώς μια όμορφη κοπέλα που είχα γνωρίσει σ’ ένα ξένο λιμάνι. Ήταν ένας άνθρωπος με σκέψεις, αισθήματα και μια ξεχωριστή προσωπικότητα, στοιχεία που με έκαναν να τη σέβομαι και να θέλω να τη γνωρίσω καλύτερα.
Θυμήθηκα τότε τις συμβουλές των συναδέλφων μου για το μισό καλτσόν. Εγώ, όμως, δεν θέλησα να συμπεριφερθώ με αυτόν τον τρόπο. Δεν ήθελα να κρατώ κάτι από το εμπόρευμα για να δημιουργώ τεχνητά μια αφορμή για την επόμενη συνάντησή μας. Προτιμούσα να την αντιμετωπίζω με ειλικρίνεια και σεβασμό, όπως θα ήθελα να αντιμετωπίζουν κι εμένα.
Ίσως αυτή η στάση να βοήθησε να διατηρηθεί η γνωριμία μας για αρκετό καιρό. Οι συναντήσεις μας δεν περιορίζονταν πια σε μια συμφωνία για κάποιο προϊόν. Κάθε φορά που βρισκόμασταν, γνωρίζαμε καλύτερα ο ένας τον άλλο και η σχέση μας αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη σημασία και για τους δυο μας.
Η ζωή του ναυτικού όμως, είχε τους δικούς της ρυθμούς και τις δικές της απαιτήσεις. Οι δουλειές στο μηχανοστάσιο, τα ταξίδια και οι μέρες στη θάλασσα γέμιζαν τον χρόνο μου, ενώ κάθε λιμάνι ήταν ένας προσωρινός σταθμός. Ήξερα πως, αργά ή γρήγορα, θα ερχόταν η ώρα του απόπλου και θα έπρεπε να αφήσω πίσω μου τον τόπο και τους ανθρώπους που είχα γνωρίσει, ακόμη κι εκείνους με τους οποίους είχα προλάβει να δεθώ.
Έτσι έγινε και με εκείνη την κοπέλα. Όταν ήρθε η ώρα να ξεμπαρκάρω από το πλοίο, η γνωριμία μας έμεινε πίσω, μαζί με τόσες άλλες εικόνες από εκείνα τα ταξίδια. Δεν ήταν, όμως, μια συνηθισμένη ανάμνηση. Θυμόμουν την ομορφιά της, αλλά περισσότερο θυμόμουν τον χαρακτήρα της, την ευγένεια και την εξυπνάδα της.
Τα χρόνια πέρασαν και πολλά από εκείνα που έζησα ως ναυτικός ξεθώριασαν στη μνήμη μου. Ορισμένες εικόνες, ωστόσο, έμειναν ζωντανές. Ανάμεσά τους και η γνωριμία με εκείνη τη μελαχρινή κοπέλα, που ξεκίνησε μέσα από μια απλή εμπορική συναλλαγή και εξελίχθηκε σε κάτι πιο ανθρώπινο.
Τελικά, από τα ταξίδια δεν παίρνει κανείς μαζί του μόνο τα χρήματα που κέρδισε ή τα πράγματα που αγόρασε. Κρατά και τις στιγμές που έζησε, τους ανθρώπους που γνώρισε και τις αναμνήσεις που, ακόμη κι όταν όλα έχουν τελειώσει, εξακολουθούν να του προκαλούν ένα γλυκό συναίσθημα.


Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ
Από την Οδησσό, φορτωμένοι με ξυλεία, ξεκινήσαμε το ταξίδι της επιστροφής στην Ελλάδα. Πρώτος μας σταθμός ήταν η Ελευσίνα, όπου ξεφορτώσαμε μέρος του φορτίου. Στη συνέχεια, κατευθυνθήκαμε στην Πρέβεζα, όπου αφήσαμε άλλη ποσότητα ξυλείας. Τελευταίος μας σταθμός ήταν το Ναύπλιο. Περάσαμε από τη διώρυγα της Κορίνθου και φτάσαμε στην όμορφη παραθαλάσσια πολιτεία της Αργολίδας, όπου ξεφορτώσαμε και την υπόλοιπη ξυλεία.
Το Ναύπλιο, με τα παλιά σπίτια και τα στενά δρομάκια του, απλωνόταν κάτω από το επιβλητικό Παλαμήδι. Στην είσοδο του λιμανιού ξεχώριζε το Μπούρτζι, το μικρό νησάκι με το παλιό φρούριο, που έμοιαζε να φυλάει την είσοδο του κόλπου. Ακριβώς απέναντι δέσαμε για να ξεφορτώσουμε.
Όσο να τελειώσει το ξεφόρτωμα, περιδιαβήκαμε την πόλη. Χαθήκαμε στα πλακόστρωτα σοκάκια με τις ανθισμένες βουκαμβίλιες, ήπιαμε έναν βαρύ ελληνικό καφέ στην πλατεία Συντάγματος και νιώσαμε για λίγο τη σιγουριά της στεριάς, μακριά από το διαρκές μούγκρισμα των μηχανών. Ήταν μια μικρή ανάσα δροσιάς πριν μας ξανακλείσει η λαμαρίνα.
Όταν ολοκληρώθηκε η εκφόρτωση, το πλοίο ήταν έτοιμο για απόπλου. Το καινούργιο μας ταξίδι ήταν και πάλι προς την Οδυσσό. Αφού σαβουρώσαμε, βιράραμε τις άγκυρες, λύσαμε τους κάβους και ανοιχτήκαμε στο πέλαγος.
Αφήνοντας πίσω τον Αργολικό, πλέαμε πια στο Αιγαίο με πορεία προς τα στενά των Δαρδανελλίων. Βλέπαμε τα νησιά να ξεπροβάλλουν στον ορίζοντα, άλλα καθαρά και άλλα θαμπά, σαν ζωγραφιές πάνω στο γαλάζιο φόντο της θάλασσας. Ο ουρανός ήταν καθαρός και η θάλασσα γαλήνια, με ένα βαθύ γαλάζιο χρώμα που έμοιαζε να ενώνεται μακριά με τον ορίζοντα. Μόνο οι άσπροι αφροί που άφηνε πίσω της η προπέλα έσπαζαν τη μονοτονία της, σχηματίζοντας μια λευκή δαντέλα που γρήγορα χανόταν στο νερό.
Στην αρχή, ο καιρός ήταν ευχάριστος και η πελαγίσια δροσιά έκανε το ταξίδι υποφερτό. Σύντομα, όμως, άρχισε να υποχωρεί. Ένας ζεστός αέρας ερχόταν από τον νότο και τα νοτιοανατολικά, μεταφέροντας τη θερμότητα των άνυδρων περιοχών της Βόρειας Αφρικής. Όσο περνούσε η ώρα, η ζέστη γινόταν εντονότερη και στον ορίζοντα απλωνόταν μια θολή άχνα, που έσβηνε τα περιγράμματα της στεριάς.
Σε λίγο, ο καιρός είχε αλλάξει εντελώς. Η ατμόσφαιρα έγινε αποπνικτική και η ζέστη σχεδόν ανυπόφορη. Ο αέρας έκαιγε τα πρόσωπά μας, η ανάσα μας βάραινε και μια λεπτή, κοκκινωπή σκόνη άρχισε νακάθεται πάνω στις κουπαστές.
Ήταν ο σορόκος, ένας θερμός άνεμος που πνέει από τον νότο ή τα νοτιοανατολικά. Ξεκινά συνήθως από τις ξηρές εκτάσεις της Σαχάρας και, καθώς περνά πάνω από τη Μεσόγειο, φορτώνεται με υγρασία. Πάνω στο πλοίο, όμως, δεν μας απασχολούσε από πού ερχόταν ο άνεμος ούτε τα γεωγραφικά του χαρακτηριστικά. Μας ένοιαζε μόνο που μας έκοβε την ορατότητα και στέγνωνε τα λαρύγγια μας.
Νιώθαμε μόνο τη θερμή του ανάσα να μας εξαντλεί και νοσταλγούσαμε τη δροσιά που μας συντρόφευε λίγες ώρες νωρίτερα.
Καθώς συνεχίζαμε το ταξίδι μας προς τον βορρά, σιγά σιγα, η ζέστη άρχισε να υποχωρεί. Ο καυτός αέρας έδωσε τη θέση του σε μια ευχάριστη δροσιά και αργότερα μια ψύχρα άρχισε να γίνεται αισθητή. Από τη ζέστη που μας είχε εξαντλήσει περάσαμε σταδιακά στο κρύο, που όσο προχωρούσαμε γινόταν πιο έντονο.
Περάσαμε τα στενά των Δαρδανελλίων, με τις ακτές και τα τοπία τους να απλώνονται δεξιά κι αριστερά μας. Μπήκαμε στη Θάλασσα του Μαρμαρά και συνεχίσαμε προς τον Βόσπορο. Όταν διασχίσαμε και αυτόν, βρεθήκαμε στη Μαύρη Θάλασσα. Το τοπίο άλλαζε και μαζί του άλλαζε και η αίσθηση του ταξιδιού. Η ζεστασιά του νότου είχε μείνει πίσω μας και το κρύο του Βορρά απλωνόταν μπροστά μας. Η Μαύρη Θάλασσα ανοιγόταν μπροστά μας και το πλοίο συνέχιζε την πορεία του προς την Οδυσσό.
Αφήναμε πίσω μας τη Μεσόγειο με το φως και τη ζεστασιά της, και μπαίναμε σε έναν διαφορετικό κόσμο. Δεν το καταλάβαινα τότε, όμως όσο μεγάλωνε η απόσταση από την πατρίδα, τόσο περισσότερο θα μάθαινα τι σημαίνει να είσαι ναυτικός και να κουβαλάς μαζί σου τη νοσταλγία του τόπου σου.
Όταν το πλοίο έδεσε στον μεγάλο ντόκο της Οδησσού, μόλις είχα τελειώσει τη βάρδιά μου. Ανέβηκα από το μηχανοστάσιο και στάθηκα στην πρύμνη, αγναντεύοντας το λιμάνι. Μπροστά μου ήταν δεμένα πολλά πλοία, με σημαίες από διάφορες χώρες. Ανάμεσά τους ξεχώρισα ένα τάνκερ με ελληνική σημαία.
Αμέσως σκέφτηκα μήπως βρισκόταν πάνω του και κάποιος Κύπριος. Είχα πολύ καιρό να μάθω νέα από την πατρίδα και λαχταρούσα να ακούσω ειδήσεις για τον τόπο μου. Ήταν τα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και με βασάνιζε η αγωνία για το πώς περνούσε ο κόσμος στη μοιρασμένη μου πατρίδα. Αναρωτιόμουν τι να απέγιναν οι άνθρωποί μας και πώς ζούσαν μέσα στις δύσκολες εκείνες συνθήκες.
Πέρασε τότε από το μυαλό μου και μια άλλη σκέψη. Μήπως ανάμεσα στους ναυτικούς του ελληνικού τάνκερ βρισκόταν κάποιος χωριανός μου; Από τη Χλώρακα, το μικρό μου χωριό, είχαν φύγει για τα καράβια δύο νεαροί, λίγο καιρό πριν από μένα. Πρώτος είχε φύγει ο Πασχαλάκης ο Φουαρτάς και, λίγο αργότερα, ο Γιαννάκης ο Πολεμίτης, που πήγε να τον συναντήσει.
Ήταν και οι δύο μεγαλύτεροί μου. Βλέποντας πως εκείνοι δεν φοβήθηκαν να αφήσουν τον τόπο τους και να ξενιτευτούν, έπαιρνα κι εγώ θάρρος. Σκεφτόμουν πως, αφού τόλμησαν εκείνοι, γιατί να φοβηθώ εγώ; Έτσι, έχοντάς τους ως παράδειγμα, πήρα τη μεγάλη απόφαση και μπαρκάρησα.
Και τώρα βρισκόμουν εδώ, σε μια μακρινή ξένη γη, με το βλέμμα καρφωμένο στο ελληνικό τάνκερ. Μέσα μου ξυπνούσαν οι αναμνήσεις από το χωριό μου και η ελπίδα πως ίσως συναντούσα κάποιον από το χωριό μου. Ένα γνώριμο πρόσωπο, μια κουβέντα στην κυπριακή διάλεκτο, μια είδηση από την πατρίδα θα αρκούσε για να με φέρει, έστω και για λίγο, πιο κοντά στον τόπο που νοσταλγούσα.
Κούνησα το κεφάλι πέρα-δώθε, σαν να ήθελα να διώξω από μέσα μου τις νοσταλγικές σκέψεις. Μα όσο κι αν προσπαθούσα να ξεφύγω, εκείνες επέστρεφαν. Αν ήταν δυνατόν, σκέφτηκα, μέσα σ’ ολόκληρο τον κόσμο να συναντούσα κάποιον από το χωριό μου!
Η Γη είχε τότε περίπου τέσσερα δισεκατομμύρια κατοίκους κι εγώ καταγόμουν από ένα μικρό χωριό, τη Χλώρακα, με μόλις χίλιους πεντακόσιους ανθρώπους. Ένα φτωχό χωριό, όπου εκείνα τα δύσκολα χρόνια η εργασία ήταν λιγοστή και οι ευκαιρίες για τους νέους περιορισμένες. Όποιος ήθελε να προκόψει, συχνά δεν είχε άλλη επιλογή από το να φύγει μακριά, παίρνοντας μαζί του λίγα πράγματα και μια μεγάλη ελπίδα: να βρει κάπου μια δουλειά και να χτίσει ένα καλύτερο αύριο.
Έτσι είχαν σκεφτεί και ο Πασχαλάκης με τον Γιαννάκη. Η ιδέα τους ήταν να μπαρκάρουν στα καράβια και, όταν θα έφταναν σε κάποιο αμερικανικό λιμάνι, να εγκαταλείψουν το πλοίο και να μείνουν εκεί. Η Αμερική φάνταζε στα μάτια τους σαν μια χώρα της επαγγελίας, πλούσια και γεμάτη ευκαιρίες. Έτσι τουλάχιστον την παρουσίαζαν οι εφημερίδες και οι ταινίες που βλέπαμε στα σινεμά. Ήταν ένας μακρινός τόπος όπου, όπως ονειρεύονταν οι νέοι της εποχής, μπορούσε κάποιος να ξεκινήσει από το μηδέν και, με δουλειά και λίγη τύχη, να αλλάξει τη ζωή του.
Με αυτό το όνειρο αποφάσισε να ξενιτευτεί ο Πασχαλάκης και, με τις ίδιες προσδοκίες, τον ακολούθησε αργότερα ο φίλος του, ο Γιαννάκης. Ίσως δυο χρόνια, ίσως και περισσότερο μετά τη δική τους αναχώρηση, πήρα κι εγώ τη μεγάλη απόφαση να μπαρκάρω. Η σκέψη πως δύο νέοι από το μικρό μου χωριό είχαν ανοίξει τα πανιά τους για τον κόσμο μού έδινε θάρρος να κάνω κι εγώ το ίδιο.
Έφυγαν, όμως, και από τότε κανείς δεν είχε νέα τους. Ούτε οι φίλοι ούτε οι συγγενείς γνώριζαν τι είχαν απογίνει. Κοιτάζοντας το ελληνικό τάνκερ στον ντόκο της Οδησσού, αναρωτιόμουν μήπως είχαν καταφέρει να φτάσουν στην Αμερική και να βρουν εκεί τη θέση τους. Ύστερα από τόσο καιρό, έλεγα μέσα μου, κάπου θα είχαν βολευτεί. Ίσως να εργάζονταν σε κάποιο εστιατόριο, πλένοντας πιάτα ή κάνοντας οποιαδήποτε άλλη δουλειά θα τους εξασφάλιζε το καθημερινό τους ψωμί.
Δεν ήταν εύκολες δουλειές, ούτε αυτές που ονειρευόταν ένας νέος όταν ξεκινούσε για την ξενιτιά. Μα για όποιον έφτανε σε μια ξένη χώρα χωρίς χρήματα, γνωριμίες και στήριγμα, ακόμη και η πιο ταπεινή εργασία μπορούσε να γίνει η αρχή μιας καινούργιας ζωής. Το σημαντικό ήταν να σταθεί πρώτα στα πόδια του και, με τον καιρό, να αναζητήσει μια καλύτερη ευκαιρία.
Η Αμερική ήταν ο μεγάλος στόχος των δύο χωριανών μου. Πίστευαν πως εκεί, σε εκείνη την πλούσια χώρα της Δύσης, ίσως να τους περίμενε η ευκαιρία που δεν μπορούσαν να βρουν στο χωριό τους. Ήθελαν να πιάσουν την καλή, όπως λέγαμε τότε, και να ξεφύγουν από τη φτώχεια που τους κρατούσε πίσω.
Κι εγώ, εκείνη τη στιγμή, δεν ήθελα τίποτε περισσότερο από το να μάθω τι απέγιναν. Αν ένας από τους δύο βρισκόταν πάνω στο τάνκερ, ίσως θα μπορούσα να μάθω νέα από τη Χλώρακα, να ακούσω γνώριμες λέξεις και να νιώσω, έστω και για λίγο, πως η πατρίδα δεν ήταν τόσο μακριά όσο την ένιωθα.
Ο νόστος γεννήθηκε μέσα στις ψυχές των ανθρώπων που ταξίδεψαν μακριά από τις φτωχές πατρίδες τους, αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα. Μεγάλωσε και θέριεψε μέσα στον ιδρώτα και στον πόνο τους, μέσα στις στερήσεις και στις θυσίες τους, με αντάλλαγμα την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, για λίγο ψωμί, για εργασία και αξιοπρέπεια.
Σε μένα γεννήθηκε και ρίζωσε όταν ξεκίνησα το μεγάλο θαλασσινό μου ταξίδι, παίρνοντας τους δρόμους του κόσμου με την ελπίδα ενός καλύτερου μέλλοντος. Τότε δεν ήξερα πόσο βαθιά θα χαραζόταν μέσα μου η νοσταλγία για όσα άφηνα πίσω.
Οι σκέψεις έτρεχαν και οι θύμησες με γύριζαν διαρκώς στο χωριό μου. Μια θλίψη με κυρίευσε, καθώς είχα πολύ καιρό να επικοινωνήσω με τους δικούς μου. Είχα ξενιτευτεί για να βρω δουλειά και να φτιάξω το μέλλον μου, όμως τώρα, μέσα στην απομόνωση μιας ξένης χώρας, ένιωθα μια αφόρητη λαχτάρα για όλα όσα είχα αφήσει πίσω. Ήταν μια νοσταλγία που πονούσε σαν κοφτερή μαχαιριά, ένα συναίσθημα που μόνο όσοι έχουν ξενιτευτεί μπορούν να καταλάβουν πραγματικά.
Μου έλειπαν οι τόποι και οι άνθρωποί μου. Οι δικοί μου, τα αδέλφια και οι συγγενείς, οι φίλοι, οι γνώριμες φωνές και οι μικρές καθημερινές στιγμές που κάποτε περνούσαν απαρατήρητες. Τώρα όλα αυτά αποκτούσαν άλλη αξία. Μακριά από την πατρίδα, ακόμη και τα πιο απλά πράγματα γίνονταν πολύτιμα. Αυτός ήταν ο νόστος μου, πικρός και οδυνηρός, ένας πόνος που δεν μπορούσε να γιατρέψει ούτε η δουλειά ούτε η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.
Με το μυαλό θολωμένο από τις αναμνήσεις, κατέβηκα από το πλοίο μας και πήρα τον δρόμο πάνω στον ντόκο, προς το ελληνικό τάνκερ. Με οδηγούσε μια ελπίδα που δεν τολμούσα να ομολογήσω ούτε στον εαυτό μου. Ίσως να συναντούσα κάποιον από τους χωριανούς μου.
Όταν πλησίασα, σήκωσα το χέρι για να κάνω αντήλιο και αγνάντεψα προσεκτικά το κατάστρωμα. Σε λίγο ξεχώρισα έναν ναύτη σκυμμένο δίπλα στο κατάρτι, να ματσακονίζει με δύναμη τη σκουριά. Ο μεταλλικός ήχος από τα χτυπήματα του ματσακονιού πάνω στις χοντρές λαμαρίνες ακουγόταν δυνατά.
Το τάνκερ είχε ξεφορτώσει και δεν είχε ακόμη πάρει έρμα, γι’ αυτό το κατάστρωμά του υψωνόταν πολλά μέτρα πάνω από την επιφάνεια του νερού. Προχώρησα προς την ανεμόσκαλα που ήταν κρεμμασμένη στο πλευρό του πλοίου και άρχισα να ανεβαίνω προσεκτικά. Όταν έφτασα στο κατάστρωμα, κατευθύνθηκα προς τον ναύτη που συνέχιζε τη δουλειά του.
Δεν είχα κάποιον ιδιαίτερο λόγο να τον πλησιάσω. Κι όμως, ένα παράξενο συναίσθημα με έσπρωχνε προς το μέρος του. Ήταν σαν ένα ανεξήγητο προαίσθημα, μια εσωτερική παρόρμηση που δεν μπορούσα να εξηγήσω. Τα βήματά μου με οδηγούσαν κοντά του, λες και κάτι μέσα μου επέμενε πως έπρεπε να πάω να τον χαιρετήσω.
Όταν έφτασα κοντά του, τον χαιρέτησα με δυνατή φωνή, για να καλύψω τον θόρυβο του ματσακονιού. Εκείνος ξαφνιάστηκε, σταμάτησε απότομα τη δουλειά του και γύρισε προς το μέρος μου.
Μόλις αντίκρισα το πρόσωπό του, έμεινα άναυδος. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου. Το ίδιο ξαφνιασμένος έμεινε κι εκείνος.
Ήταν ο Πασχαλάκης!
Για λίγες στιγμές κοιταζόμασταν χωρίς να μπορούμε να πιστέψουμε αυτό που συνέβαινε. Μέσα σ’ ένα ξένο λιμάνι, σε μια μακρινή χώρα, εκεί όπου οι πιθανότητες να συναντήσω έναν άνθρωπο από το χωριό μου ήταν ελάχιστες, είχα μπροστά μου έναν δικό μου, έναν χωριανό που είχα σκεφτεί λίγο νωρίτερα και για την τύχη του οποίου αναρωτιόμουν.
Εκείνη τη στιγμή, ο ντόκος της Οδησσού δεν μου φαινόταν πια τόσο μακρινός και ξένος. Μπροστά μου στεκόταν ένας άνθρωπος από τη Χλώρακα, ένας ζωντανός δεσμός με την πατρίδα και τους ανθρώπους που είχα αφήσει πίσω. Χωρίς να το περιμένω, μέσα σε μια ξένη χώρα, είχα συναντήσει ένα κομμάτι του τόπου μου.
Έτσι είναι η ζωή του ναυτικού. Σκληρή, γεμάτη κινδύνους, στερήσεις και ατέλειωτα ταξίδια. Κι όμως, όσο μακριά κι αν τον οδηγήσουν οι θάλασσες, η καρδιά του μένει δεμένη με την πατρίδα του. Γιατί η νοσταλγία δεν μετριέται με τις αποστάσεις. Μετριέται με την αγάπη για τους ανθρώπους και τους τόπους που αφήσαμε πίσω.
Κι εκεί, στον ντόκο της Οδησσού, μέσα στη μακρινή ξενιτιά, κατάλαβα για άλλη μια φορά πόσο βαθιά μπορεί να ριζώσει μέσα στον άνθρωπο ο νόστος.
 

ΑΦΡΟΔΙΣΙΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ
Τα λιμάνια παντού στον κόσμο αποτελούν συνήθως αγορές έρωτος και ναρκοτικών ουσιών. Εκεί, ξέμπαρκοι ναύτες, μοναχικοί διαβάτες που ψάχνουν καράβι να μπαρκάρουν, ή πληρώματα πλοίων που δένουν για να ξεφορτώσουν, γυρεύουν θαλπωρή σε μια αγκαλιά σαρκικής απόλαυσης ύστερα από πολυήμερα ταξίδια σε θάλασσες και ωκεανούς. Άλλοτε οι πόρνες σουλατσάρουν μόνες, προσπαθώντας να πουλήσουν το κορμί τους, και άλλοτε οι προαγωγοί εμφανίζονται πρόθυμοι να ξεναγήσουν τα πληρώματα σε ναούς διασκέδασης και λαγνείας. Λαγνείας και απόλαυσης σαρκικής, συνήθως συμβατικής και κλασικής, αλλά και αιρετικής, ανορθόδοξης, πέραν των παραδεδομένων αξιών. Παζάρια ναρκωτικών ουσιών και αγοραίου έρωτος, σε συχνότητες διασυρμού της αξιοπρέπειας· βαποράκια χωρίς αναστολές, γυναίκες έκδοτες και νταβατζήδες άθλιοι, εκμεταλλευτές χωρίς αιδώ, που έχοντας μόνη έγνοια το κέρδος, ξεπερνούν τα όρια της ηθικής, της αξιοπρέπειας και της ευτέλειας.
Σε ορισμένα λιμάνια, νέες γυναίκες και μικρά κοριτσάκια περιμένουν σε παράταξη τους πελάτες, ενώ όσοι ναυτικοί δεν γνωρίζουν τα κατατόπια ή αναζητούν κάτι περισσότερο, απευθύνονται στους μεσάζοντες και τους εμπόρους για να τους εξυπηρετήσουν. Ανάλογα με την αυστηρότητα του νόμου σε κάθε χώρα και λιμάνι, τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Όταν από την Οδυσσό φτάσαμε στο Μπάρι, πριν ακόμα τελειώσει το δέσιμο του πλοίου στον μώλο, κάποιοι ντόπιοι δρασκέλισαν τα ρέλια και ανέβηκαν στο πλοίο. Το γεγονός ότι στην Ιταλία απλοί πολίτες είχαν το δικαίωμα να επιβιβάζονται σε ελλιμενισμένα, υπό ξένη σημαία πλοία με παραξένεψε, καθώς σε προηγούμενα λιμάνια, σε πολλές χώρες, αυτό επιτρεπόταν μόνο σε τελωνειακούς και εργάτες του λιμανιού.
Με τα λαδωμένα ρούχα της δουλειάς, στεκόμουν στην πόρτα που οδηγούσε στο μηχανοστάσιο και έβλεπα το σουλατσάρισμά τους. Παρακολουθούσα όσα συνέβαιναν, μη έχοντας τι άλλο να κάνω έως ότου τελειώσει η βάρδιά μου. Στέκοντας λίγο μακρύτερα από τα δρώμενα και παρατηρώντας τα πάντα, εύκολα κατάλαβα τα παιχνίδια και τα κόντρα-πάζαρα που διαμείβονταν μεταξύ πληρώματος και επισκεπτών.
Συναλλαγές με εμπορεύματα από άλλες χώρες, που συνηθίζαμε να αγοράζουμε και να εμπορευόμαστε εμείς οι ναυτικοί: ρολόγια Seiko από την Ιαπωνία, φωτογραφικές μηχανές Zenit από τη Σοβιετική Ένωση, αλλά και ουσίες από φτηνές χώρες, κυρίως της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Θυμάμαι μια φορά στη Νιγηρία, φουντάραμε έξω από το λιμάνι για πετρέλευση, οπότε από τις λάντζες που μας πλεύρισαν, τελωνειακοί αξιωματικοί και απλοί εργάτες μας πρόσφεραν πάμφθηνα κάθε είδους τέτοιες ουσίες, με αντάλλαγμα τσιγάρα πολυτελείας, κυρίως Rothmans.
Μέσα σ’ αυτή την έξαρση της συναλλαγής, έπιασε το μάτι μου έναν ντόπιο νεαρό να συζητά με το καμαροτάκι του πλοίου και ύστερα να περπατούν μαζί και να μπαίνουν στην καμπίνα του, στο βάθος του διαδρόμου. Σκέφτηκα πως θα του έδειχνε κάτι να του πουλήσει, ή ακόμα ότι μπορεί να τα είχαν βρει μεταξύ τους, γιατί κανείς δεν ξέρει τι κρύβει μέσα του ο διπλανός του, αν είναι ετερόφυλος ή κάτι άλλο. Το καμαροτάκι έδειχνε νέος σοβαρός και ανδροπρεπής, που δύσκολα ο νους κάποιου θα πήγαινε σε άλλες σκέψεις. Όμως τα μάτια μου είχαν δει πολλά, τόσα πολλά, που τίποτα πια δεν με ξάφνιαζε.
Στον χρόνο που ακολούθησε, φάνηκε καθαρά πως άλλα πράγματα έκαναν εντός της καμπίνας και όχι κόντραπάζα. Δεν ήταν μόνο γιατί έκαναν ώρα πολλή μέσα, ήταν και γιατί μετά τον απόπλου μας, σε λίγες μέρες, ο καμαρότος φάνηκε πως είχε κολλήσει μια βαριά αφροδίσια αρρώστια.
Η ομοφυλοφιλία έχει αποδειχθεί πως έχει γενετικό υπόβαθρο, το οποίο, σε συνδυασμό με περιβαλλοντικές επιρροές, διαμορφώνει τον άνθρωπο. Οι περισσότεροι γεννιούνται με αυτή την προδιάθεση και δεν πρόκειται για μια επιλογή που κάνουν αργότερα στη ζωή τους. Στο απλό κοινό των ανθρώπων αυτό θεωρούνταν τότε κακό έως και έγκλημα, ενώ για τους πιο ανοιχτόμυαλους και μορφωμένους, αποτελούσε απλώς έναν διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό.
Οι επιστημονικές μελέτες τονίζουν πως σε αυτές τις σεξουαλικές επαφές χρειάζεται ιδιαίτερη προφύλαξη, καθώς ένεκα της κοινωνικής κατακραυγής και της αναγκαστικής μυστικότητας, πολλοί εμπλέκονταν σε εφήμερες σχέσεις με συχνή εναλλαγή συντρόφων, με αποτέλεσμα οι ασθένειες να μεταδίδονται ευκολότερα.
Η ίδια απειλή από μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους εγγυμονεί και για τους ναυτικούς, λόγω του απομονωμένου περιβάλλοντος στο οποίο διαβιούν και των ιδιαίτερων συνθηκών εργασίας τους. Από μελέτες έχει αποδεδειχθεί πως, αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο πολύς κόσμος, οι περισσότεροι θάνατοι ναυτικών στο παρελθόν δεν οφείλονταν σε ατυχήματα και πνιγμούς, αλλά σε λοιμώδεις ασθένειες — και κυρίως σε αφροδίσια νοσήματα, την εποχή που αυτά δεν ήσαν ακόμα ιάσιμα.
Είναι, λοιπόν, γεγονός αναμφισβήτητο πως οι ναυτικοί κινδυνεύουν από ένα ευρύ φάσμα ασθενειών που προέρχονται από το σεξ, καθώς πολλοί δεν παίρνουν τις απαραίτητες προφυλάξεις. Πολύ τακτικές παθήσεις που ταλαιπώρησαν γενιές ναυτικών είναι οι έρπητες, οι κόνδυλοι, οι ψείρες και η βλεννόρροια. Σίγουρα πολλοί κόλλησαν και πολύ πιο επικίνδυνες, βαριές ασθένειες, αλλά επειδή κουβαλούσαν μεγάλο στίγμα, κανείς δεν τις ανέφερε· αντίθετα με τις πιο συνηθισμένες, που τις συζητούσαν μεταξύ τους σχεδόν σαν να επρόκειτο για μια απλή γρίπη ή ένα κρυολόγημα.
Το μικρό καμαροτάκι, λοιπόν, κόλλησε σκουλαμέττο. Για μερικές στιγμές σεξουαλικής ηδονής, στις οποίες μάλλον δεν μερίμνησε να λάβει προφυλάξεις, η κακή η ώρα τού έφερε πολλά δεινά, αφόρητο πόνο και ταλαιπωρία. Στη βιασύνη του ίσως, ή στην ανημποριά μπροστά στην πλήρη απόλαυση, βιάστηκε να παραδοθεί σε σεξουαλικές ορέξεις χωρίς προφύλαξη. Για λίγες στιγμές λάγνες, που γρήγορα τελείωσαν, δεν ενέργησε σωστά και δεν προφύλαξε τον εαυτό του.
Και να τώρα, ύστερα από λίγες μέρες μέσα στο μακρινό ταξίδι, του φανερώθηκε. Έκρυψε το πρόβλημα και μας σερβίριζε το φαγητό στην τραπεζαρία κρύβοντας τον πόνο του, χωρίς να δείχνει πόσο υπέφερε.
Αλλά όσο περνούσαν οι ώρες και οι μέρες, η αρρώστια τον κατέτρωγε και τον εξαντλούσε. Φαινόταν καθαρά στο πρόσωπο και στις κινήσεις του το πόσο πονούσε. Στις ερωτήσεις μας απαντούσε πως τον είχε πειράξει ο σπόνδυλός του. Γι' αυτό κι εμείς, κατ' αρχάς, τον συμπονέσαμε και τον βοηθήσαμε με το να σερβιριζόμαστε μόνοι μας.
Ώσπου μια μέρα τον είδαμε να βγαίνει από την καμπίνα του με τα πόδια ανοιχτά, σαν συγκαμμένος. Αδυνατούσε να περπατήσει. Από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα, και οι σπασμοί στο πρόσωπό του πρόδιδαν τον ανείπωτο πόνο του. Τον ρωτήσαμε τι έχει κι εκείνος, ανάμεσα σε λυγμούς, μας απάντησε πως κόλλησε νόσημα. Πως τον έφαγε, πως τον τέλειωσε, πως δεν άντεχε άλλο τους αφόρητους πόνους, πως ήθελε να πεθάνει, να γλιτώσει.
Εκείνη τη στιγμή, στην άκρη του διαδρόμου φάνηκε ο λοστρόμος. Βλέποντας τη σκηνή, ζύγωσε κοντά μας. Έμπειρος ναυτικός, παλιά καραβάνα της θάλασσας, κατάλαβε αμέσως τι έτρεχε.
— Ρε πούστη, κόλλησες σκουλαμέττο στον ποπό; του πέταξε κατάμουτρα.
Κι ύστερα, γυρίζοντας απότομα σε μένα, μου είπε:
— Κύπριε, η κατάσταση είναι δύσκολη. Τρέχα να φωνάξεις τον Γραμματικό!
Ο δεύτερος πλοίαρχος, ή Γραμματικός όπως συνήθως τον αποκαλούσαμε, ήταν υπεύθυνος για την καθημερινότητα και τη διοίκηση του πλοίου. Έπρεπε να μεριμνά ώστε όλα να γίνονται με τον σωστό τρόπο, όντας φυσικά υπόλογος στον καπετάνιο, τον οποίο ενημέρωνε για τα πάντα και από τον οποίο έπαιρνε αποκλειστικά διαταγές.
Στην περίπτωση του καμαρότου, αποφάνθηκε ξερά πως έπρεπε να περιοριστεί στην καμπίνα του έως ότου πιάσουμε λιμάνι για να πάει σε γιατρό. Η ασθένειά του ήταν κολλητική και δεν έπρεπε καθόλου να κυκλοφορεί ή να εργάζεται, πόσο μάλλον να σερβίρει φαγητό στο πλήρωμα. Δεν ήθελε, επίσης, να κλαίγεται από τους πόνους και να επηρεάζει το ηθικό των ανδρών. Του πέταξε μερικά παυσίπονα, τον κλείδωσε στην καμπίνα του και έδωσε ρητή διαταγή: κανείς να μην του ανοίξει, ούτε καν να τον επισκεφτεί.
Καθώς οι μέρες περνούσαν, ο καμαρότος, απομονωμένος στο στενό του κελί, σπάραζε. Οι κραυγές του, μέρα και νύχτα, ακούγονταν γοερές μέσα από τους μπουλμέδες, τριβελίζοντας τα αυτιά μας. Ήταν μια κατάσταση που μας τρόμαζε. Το κλάμα του ήταν βαθιά σπαρακτικό. Οι πόνοι του ήταν αφόρητοι και κάθε ώρα που περνούσε γίνονταν χειρότεροι.
Σκεφτόμουν πόσο απάνθρωπο ήταν αυτό που συνέβαινε και αναρωτιόμουν γιατί ο καπετάνιος δεν ειδοποιούσε να έρθει κάποιο ελικόπτερο για διακομιδή. Ίσως επίτηδες δεν το έκαναν, σκέφτηκα, γιατί τα έξοδα για μια τέτοια επιχείρηση θα ήταν τεράστια για την εταιρεία. Σκεφτόμουν ακόμα πως ο Γραμματικός απλώς δεν νοιαζόταν για τις ανθρώπινες ζωές, αφήνοντας το καημένο καμαροτάκι στη μαύρη του μοίρα.
Κι αυτές μου οι σκέψεις δεν ήταν καθόλου αβάσιμες. Σε ένα προηγούμενο ταξίδι μας, είχα δει την κακία και την απανθρωπιά να τον κυριεύουν. Το θυμάμαι καλά, σαν να ήταν χθες — ένα περιστατικό που με στενοχώρησε βαθιά και με έκανε να τον απαξιώσω οριστικά ως άνθρωπο.
Είχαμε αποπλεύσει από το λιμάνι της Κεϋλάνης, όταν ο βοηθός λοστρόμος, ο Σάκης, αγόρασε ένα μικρό πιθηκάκι. Μια σταλιά ζωάκι, όλο χάρη, ήρεμο, εκπαιδευμένο και συμπαθητικό. Όλοι το αγαπήσαμε και στο κατάστρωμα παίζαμε μαζί του. Ώσπου μια μέρα, ο Γραμματικός —ένας άνθρωπος πετσί και κόκαλο, που το φαγητό δεν τον έπιανε, ίσως από τη μοχθηρία που τον διακατείχε— μόλις έμαθε για το ζώο, βγήκε έξω μαινόμενος. Άρπαξε το μικρό πλάσμα και με δύναμη το έριξε φούντο στη θάλασσα.
Ήταν μια εικόνα θλιβερή, που έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη μου. Έβλεπα το μικρό ζωάκι να κολυμπάει απεγνωσμένα, προσπαθώντας να κρατηθεί στην επιφάνεια. Και το πλοίο έφευγε μακριά, αφήνοντας πίσω του το καημένο το πιθηκάκι, με προδιαγεγραμμένη μοίρα να πνιγεί και να το φάνε τα ψάρια. Γνώριζα, βέβαια, πως απαγορεύονταν αυστηρά τα ζώα στα πλοία γιατί υπήρχε κίνδυνος να μεταδώσουν μολυσματικές ασθένειες, και πως ο Γραμματικός ενήργησε βάσει των κανονισμών. Παρ' όλα αυτά, τη συμπεριφορά του τη θεώρησα ως μια ανείπωτη και κτηνώδη πράξη απανθρωπιάς.
Οι κραυγές του πόνου και οι γοεροί κλαυθμοί της απόγνωσής του μας βάραιναν την ψυχή, ξαφνικά, μια μέρα, σταμάτησαν. Η σιωπή σκέπασε τον διάδρομο. Όλοι μας σκεφτήκαμε το χειρότερο και, με την αγωνία να μας σφίγγει το στομάχι, ζητήσαμε εξηγήσεις από τον Γραμματικό. Εκείνος μας έδωσε μια απάντηση αληθοφανή: πως τον είχε μεταφέρει στο αναρρωτήριο, εκεί ψηλά στο πλωριό ντεκ, για να μην επηρεάζεται το πλήρωμα και πέφτει η απόδοση της εργασίας μας. Δεν την πίστεψα ποτέ αυτή την εξήγηση. Ακόμα και τώρα, χρόνια μετά, διερωτώμαι αν έτσι είχαν πράγματι τα πράγματα ή αν το άμοιρο το καμαροτάκι δεν άντεξε τους πόνους και την καταραμένη αρρώστια, αν μέσα σε εκείνο το σιδερένιο σκαρί άφησε την τελευταία του πνοή, ή αν ο Γραμματικός με τον στιούαρτ μετέφεραν κρυφά το άψυχο κορμί του στο ψυγείο του πλοίου μέχρι να πιάσουμε λιμάνι, όπως όριζαν οι κανονισμοί.
Σε όλους μας πέρασε αυτή η μαύρη σκέψη, όμως ήμασταν υποχρεωμένοι να σκύψουμε το κεφάλι και να δεχτούμε όσα μας είπε ο Υποπλοίαρχος.

Σ
ΤΗ ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑ, ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΙΖΜΙΤ

Από το Μπάρι φύγαμε αδιοι από φορτίο με προορισμό το Ιζμίτ.
Η πάλαι ποτέ Νικομήδεια της Βιθυνίας, το σημερινό Ιζμίτ, απλώνεται νωχελικά στις ακτές του ομώνυμου κόλπου, σε αναπνοή από τον Βόσπορο και την Κωνσταντινούπολη. Υπήρξε μία από τις λαμπρότερες πόλεις της Ρωμαϊκής και αργότερα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ένα σπουδαίο σταυροδρόμι πάνω στο μεγάλο εμπορικό μονοπάτι που ένωνε την Ευρώπη με τα βάθη της Ανατολής. Στα χρόνια της ρωμαϊκής ακμής, ο τόπος αυτός βάφτηκε με το αίμα της Αγίας Βαρβάρας. Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, ο ειδωλολάτρης έπαρχος της πόλης διέταξε τον αποκεφαλισμό της πανέμορφης κόρης του επειδή εκείνη ασπάστηκε τον Χριστό, αναλαμβάνοντας ο ίδιος ο πατέρας τον ρόλο του δημίου. Μα η θεία δίκη όμως τον πρόλαβε, και έπεσε νεκρός χτυπημένος από κεραυνό, δικαιώνοντας τον λόγο πως «πατρικαίς χερσί τω πατρικώ ξίφει την τελείωσιν δέχεται».
Όμως, τούτα τα χώματα έμελλε να γνωρίσουν κι άλλη φρίκη. Το 1920, μέσα στη δίνη του εθνικιστικού μίσους, αμέτρητοι Τούρκοι κάτοικοι των περιχώρων επιτέθηκαν με μανία στις ελληνικές κοινότητες των γύρω χωριών. Λεηλάτησαν τα σπίτια, έσφαξαν γυναικόπαιδα και παρέδωσαν τις ελληνικές περιουσίες στις φλόγες. Στη συνέχεια, οδήγησαν τους ηλικιωμένους και τα παιδιά άνω των δεκατεσσάρων χρόνων στην εκκλησία του χωριού. Εκεί, ο Τούρκος διοικητής βασάνισε με απερίγραπτη βαρβαρότητα τον εβδομηντάχρονο ιερέα. Του πέρασε καπίστρι με χαλινάρι στον λαιμό, του έβγαλε με μαχαίρι το ένα μάτι και τον έσυρε μέχρι το ιερό, κατακρεουργώντας τον πάνω στην Αγία Τράπεζα. Έπειτα, έσυραν το σώμα του έξω, με το κεφάλι να κρέμεται, τον έδεσαν πίσω από ένα άλογο και το περιέφεραν στους δρόμους, πριν το πετάξουν σαν σκουπίδι σε μια χαράδρα.
Τους υπόλοιπους που βρίσκονταν εγκλωβισμένοι μέσα στον ναό, τους έκαψαν ζωντανούς. Όσοι κατάφεραν να σπάσουν την πόρτα και να βγουν από εκείνη την πύρινη κόλαση, βρήκαν τον θάνατο στο προαύλιο από πυροβολισμούς και μαχαιρώματα. Οι ελάχιστοι που γλίτωσαν έτρεχαν έντρομοι προς τα βουνά, γυμνοί, ξυπόλητοι και πεινασμένοι. Νέες μανάδες, μέσα στην απόγνωσή τους, πετούσαν τα μωρά τους στις βαθιές χαράδρες για να μην πέσουν στα χέρια των διωκτών τους, ενώ άλλες έτρεχαν αλλόφρονες στα δάση για να ξεφύγουν από το κυνηγητό του τουρκικού όχλου και των ατάκτων τσετών. Κάποιες, σαν σύγχρονες Σουλιώτισσες που προτίμησαν τον θάνατο από την αιχμαλωσία και την ατίμωση, πήδηξαν με τα βρέφη τους στο κενό. Έτσι, με ένα μένος που σημάδεψε ανεξίτηλα την εποχή, ξεκληρίστηκε ο Ελληνισμός μιας ακόμη περιοχής της Μικράς Ασίας.
Αυτό ήταν το λιμάνι που αντικρίζαμε τώρα από την κουπαστή του SAN DENIS. Καθώς πλησιάζαμε, το Ιζμίτ μού έκανε τρομερή εντύπωση. Η ήρεμη θάλασσα ακουμπούσε σχεδόν πάνω στα σπίτια που ήταν αραδιασμένα κατά μήκος της ακτής, δημιουργώντας ένα σκηνικό πανέμορφο, που μου θύμιζε έντονα ελληνικούς τόπους. Λίγο πιο πίσω, οι τουρκικοί μαχαλάδες ήταν απλωμένοι στους απέναντι χαμηλούς λόφους, καθώς οι Τούρκοι συνήθιζαν να χτίζουν στα ψηλώματα για να έχουν θέα στο πέλαγος και να δροσίζονται από τον αέρα.
Έξω από τα χαμηλά κτίρια, πάνω στα παλιά καλντερίμια, κάθονταν σε σειρές δεκάδες μεσόκοποι άνδρες, σαν στρατιώτες σε παράταξη. Κρατούσαν κομπολόγια, κάπνιζαν τσιγάρα ή ναργιλέδες, έπαιζαν τάβλι και ρέμβαζαν παρατηρώντας το βαπόρι μας. Το απίστευτο ήταν πως μιλούσαν ελληνικά. Μας φώναζαν από μακριά, ρωτώντας μας με λαχτάρα τι γινόταν στα μέρη της Ελλάδας.
Έμεινα άφωνος. Κοιτούσα εκείνους τους ανθρώπους που είχαν χαρακτηριστικά απαράλλαχτα με τα δικά μας και μιλούσαν τη γλώσσα μας τόσο καθαρά, με μια λαλιά που έφερνε επικίνδυνα προς τη δική μας, την κυπριακή, που με συγκλόνισε.
Βρισκόμουν όμως σε τουρκικό έδαφος. Το ημερολόγιο έγραφε τέλη του 1974. Είχαν περάσει μόλις λίγοι μήνες από τη μαύρη επέτειο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, και ο πόνος για τους αιχμαλώτους και τους χαμένους συμπατριώτες μας ήταν μια ανοιχτή πληγή στην ψυχή μου. Με έζωνε μια διαρκής έγνοια, ένας βουβός φόβος μήπως με συλλάβουν, αφού τόσους και τόσους δικούς μας είχαν αρπάξει οι Τούρκοι και τους είχαν μεταφέρει στα μπουντρούμια της Ανατολίας. Μετά την επιστροφή των πρώτων αιχμαλώτων, η επίσημη καταγραφή άφηνε πίσω της 1.619 Ελληνοκύπριους αγνοούμενους, που είχαν εξαφανιστεί κατά τις επιχειρήσεις του Ιουλίου και του Αυγούστου. Οι οικογένειές τους ζούσαν έναν Γολγοθά, αναζητώντας απεγνωσμένα μια πληροφορία. Κυκλοφορούσαν μάλιστα έντονες φήμες πως πολλοί από αυτούς κρατούνταν ζωντανοί, απομονωμένοι σε διάφορα κρυφά στρατόπεδα της Τουρκίας, όπου οι δεσμοφύλακες προσπαθούσαν με τη βία ή με την πειθώ να τους εξισλαμίσουν, αναγκάζοντάς τους να αποκηρύξουν τη χριστιανική τους πίστη.
Μονομιάς, αντικρίζοντας αυτούς τους ανθρώπους να μιλούν ελληνικά, ο νους μου πήγε στους δικούς μας. Η καρδιά μου σκίστηκε στα δύο και ψιθύρισα μέσα μου με τρόμο και ελπίδα:
— Θεέ μου, μήπως συνάντησα τους αγνοουμένους μας, που ψάχνουμε με τόση αγωνία στην Κύπρο;
Όμως, κάτι μέσα μου δεν κόλλαγε. Ήταν όλοι τους μεσόκοποι, ενώ οι δικοί μας αγνοούμενοι ήταν κάθε ηλικίας, παιδιά και παλικάρια. Βλέποντας πάντως τη φιλική τους διάθεση, πήρα θάρρος. Ανέβηκα το ανηφόρι, τους πλησίασα στο καλντερίμι και τους έπιασα κουβέντα.
Εκεί, μου ξετύλιξαν τη δική τους, πονεμένη ιστορία. Ήταν Τουρκοκρητικοί, ξεριζωμένοι από τη μεγαλόνησο, που είχαν μεταφερθεί στο Ιζμίτ μετά την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών που επέβαλε η Συνθήκη της Λωζάννης το 1923. Μου ομολόγησαν, με μια θλίψη στα μάτια, πως μέσα τους ένιωθαν Έλληνες. Οι ρίζες τους, τα σπίτια των παππούδων τους, όλα βρίσκονταν στην Κρήτη, και η ελληνική γλώσσα παρέμενε ζωντανή μέσα στα σπίτια και στις οικογένειές τους, σαν φυλαχτό. Παρότι ακολουθούσαν τη μουσουλμανική θρησκεία, μου ψιθύρισαν πως στην καρδιά τους κρατούσαν ακόμα ζωντανή τη μνήμη του Χριστού και της Παναγίας. Μέσα τους, όπως μου είπαν, συνυπήρχαν δύο κόσμοι που η σκληρή μοίρα της Ιστορίας τούς ανάγκασε να χωριστούν.
Ήταν μια λυπητερή ιστορία ανθρώπων που τους σήκωσαν βίαια από τη γη τους. Μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, το «κοντραμπάντο» των πληθυσμών έφερε τον ξεριζωμό εκατομμυρίων ψυχών. Με το πρόσχημα της εθνικής ομοιογένειας, οι Έλληνες της Μικράς Ασίας έχασαν τις πατρογονικές τους εστίες, τις εκκλησίες και τις αναμνήσεις τους, ενώ την ίδια ώρα μουσουλμανικοί πληθυσμοί έπαιρναν τον δρόμο για την Τουρκία.
Η συνάντηση με τους Τουρκοκρητικούς στο Ιζμίτ μού έμαθε κάτι πολύ βαθύ: ο ξεριζωμός δεν τελειώνει τη μέρα που πατάς στο νέο λιμάνι. Συνεχίζεται για πάντα μέσα σου, στη γλώσσα που αρνείσαι να ξεχάσεις και στην αίσθηση πως η αληθινή σου πατρίδα βρίσκεται κάπου αλλού, χαμένη στο πέλαγος.
Εκεί, στο λιμάνι της Νικομήδειας, φορτώσαμε μπάζα από παλιοσίδερα. Και καθώς το SAN DENIS έλυνε τους κάβους του με προορισμό τη Γιουγκοσλαβία, άφηνα πίσω μου μια πόλη πανέμορφη αλλά γεμάτη φαντάσματα. Ήμουν ακόμη νέος στη θάλασσα, ένας πρωτόμπαρκος που μάζευε εμπειρίες, όμως το Ιζμίτ δεν θα το θυμόμουν μόνο για την ιστορία του ή την ομορφιά του. Θα το θυμόμουν και για εκείνους τους μελαγχολικούς άνδρες στο καλντερίμι, που μιλούσαν τη γλώσσα μου στην καρδιά της Τουρκίας, την ώρα που η δική μου πατρίδα περίμενε ακόμη μια απάντηση για τους δικούς της νεκρούς.

ΠΡΟΣ ΤΗ ΛΙΒΥΗ

Από τη Νικομήδεια πλεύσαμε με προορισμό τη Γιουγκοσλαβία. Βγαίνοντας από την περίκλειστη θάλασσα του Μαρμαρά, περάσαμε από τα Δαρδανέλια, τα γνωστά στενά κοντά στην αρχαία Τροία, που ονομάζονται και Τσανάκαλε.
Μπήκαμε στο ανατολικό Αιγαίο, εκεί όπου τελειώνει η Ασία και αρχίζει η Ευρώπη. Περάσαμε το Αρχιπέλαγος και, πλέοντας στα ήσυχα, καταγάλανα νερά των Κυκλάδων, φτάσαμε στα πανέμορφα στενά του Ισθμού της Κορίνθου. Όσοι δεν είχαμε βάρδια στεκόμασταν στην πρύμνη και παρακολουθούσαμε τις όμορφες ελληνικές ακρογιαλιές. Περάσαμε την τεχνητή διώρυγα που ενώνει τον Σαρωνικό με τον Κορινθιακό κόλπο. Ύστερα προσπεράσαμε τα Επτάνησα, διασχίσαμε το Ιόνιο πέλαγος, περάσαμε κοντά από την Κέρκυρα και τις ακτές της Αλβανίας και μπήκαμε στην Αδριατική.
Η Γιουγκοσλαβία ήταν η χώρα των νότιων Σλάβων. Εκείνη την εποχή αποτελούσε ένα μεγάλο, ανεξάρτητο κράτος, που είχε συσταθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπό την ηγεσία του στρατάρχη Τίτο.
Πηγαίναμε στο λιμάνι του Μπαρ για να ξεφορτώσουμε. Βρισκόταν στο νότιο τμήμα της Αδριατικής και αποτελούσε σημαντική διέξοδο της χώρας προς τη θάλασσα. Από εκεί, μέσω του δικτύου των χερσαίων και θαλάσσιων μεταφορών, τα προϊόντα προωθούνταν προς τις μεταλλουργικές βιομηχανίες της χώρας.
Ύστερα από ένα ήσυχο ταξίδι στην Αδριατική, φτάσαμε στο λιμάνι. Όσο οι εργάτες ξεφόρτωναν το εμπόρευμα, βγήκαμε για μια βόλτα στην πόλη. Ένας μακρύς, ευθύς δρόμος τη χώριζε από τη θάλασσα. Στις δυο πλευρές του υπήρχαν μαγαζιά και καφετέριες, στεγασμένα σε μονώροφα κτίρια. Από παντού ακουγόταν γλυκιά ελληνική μουσική, με τη φωνή του Ντέμη Ρούσσου, ενώ οι μαγαζάτορες στέκονταν στις εισόδους, μας χαμογελούσαν και μας καλούσαν να περάσουμε.
Σκέφτηκα πως ίσως να ήταν φιλέλληνες και να αγαπούσαν την ελληνική μουσική και εμάς τους Έλληνες. Από την άλλη, αναρωτήθηκα μήπως όλη αυτή η φιλικότητα ήταν ένας τρόπος να μας καλοπιάσουν, για να γίνουμε πελάτες τους και να αγοράσουμε τα προϊόντα τους.
Όπως κι αν ήταν, περάσαμε λίγες ευχάριστες ώρες στο λιμάνι, αφού το ξεφόρτωμα δεν κράτησε πολύ. Ένα άλλο φορτίο, τσιμέντο σε σακιά, ήταν ήδη έτοιμο, κρεμασμένο στα παλάγκα, και μας περίμενε στον ντόκο. Οι μεγάλοι γερανοί του λιμανιού το φόρτωσαν γρήγορα στα αμπάρια του πλοίου.
Ήταν ένα χαμηλό, αλλά πολύ βαρύ φορτίο, τοποθετημένο στον πυθμένα των αμπαριών. Η κατανομή αυτού του βάρους θα επηρέαζε τη συμπεριφορά του πλοίου σε περίπτωση τρικυμίας ή ισχυρών ρευμάτων. Η ασφάλειά του εξαρτιόταν από τη σωστή κατανομή του φορτίου και τη συνολική ευστάθεια του σκάφους. Για εμάς, πάντως στη διαδρομή, βαποδείκτηκε πως ήταν ένα από τα χειρότερα φορτία που μπορούσε να φορτώσει ένας καπετάνιος.
Βάλαμε ρότα για τη Λιβύη. Οι μηχανές γύριζαν την προπέλα χωρίς δυσκολία, ενώ η θάλασσα παρέμενε γαλήνια και σχεδόν ακίνητη. Το πλοίο προχωρούσε χωρίς να αναταράζει τα ήρεμα νερά. Έμοιαζε σαν η θάλασσα να κοιμόταν, σαν να είχε βρει κι αυτή την ευκαιρία να ξεκουραστεί.
Ταξιδεύαμε με οικονομική ταχύτητα και υπολογίζαμε πως θα κάναμε ένα εύκολο, σύντομο ταξίδι, που θα διαρκούσε λίγες μόνο μέρες.
Την ώρα της βάρδιάς μου, κάτω στο μηχανοστάσιο, ένιωθα πως η μηχανή δούλευε χωρίς να δυσκολεύεται από αντίθετα ρεύματα ή κύματα. Η πρόωση του πλοίου ήταν ομαλή. Όλα έδειχναν πως θα είχαμε ένα ήρεμο ταξίδι.
Έλεγξα τα λάδια στο υδραυλικό σύστημα της λαγουδέρας και το διάκι το κοντάρι με το οποίο στρίβει το πτερύγιο του τιμονιού. Ύστερα έβαλα μπροστά την αντλία για να αδειάσουν οι σεντίνες από τα απόνερα και τα λάδια.
Κοίταξα το ρολόι στον πίνακα της μηχανής. Ήταν τέσσερις. Η βάρδιά μου είχε τελειώσει και ο αντικαταστάτης μου κατέβηκε στην ώρα του για τη σκάντζα. Του εξήγησα να προσέχει το πέκο του όγδοου πιστονιού, γιατί έχανε πετρέλαιο, και ύστερα ανέβηκα προσεκτικά τις γλιστερές, λαδωμένες σκάλες για να βγω στο κατάστρωμα.
Ανάπνευσα με ευχαρίστηση τον φρέσκο θαλασσινό αέρα, αφήνοντας πίσω μου τη βαριά ατμόσφαιρα του μηχανοστασίου, που τη γέμιζε το ασταμάτητο δούλεμα της μηχανής. Ύστερα μπήκα στο μικρό κουζινάκι και έφτιαξα έναν δυνατό, σκέτο, πικρό ανατολίτικο καφέ, όπως ακριβώς μου άρεσε. Βγήκα και κάθισα στην πρύμνη. Ακούμπησα τη ράχη μου στην κουπαστή και άφησα τη σκέψη μου να ταξιδέψει. Προσπάθησα να φέρω ξανά στον νου μου την ιστορία της χώρας που είχαμε για προορισμό.
Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Λιβύη πήρε το όνομά της από τη Λιβύη, μια μορφή της ελληνικής μυθολογίας, που συνδεόταν γενεαλογικά με τον Νείλο και τον Δία. Το όνομά της χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τις περιοχές δυτικά της Αιγύπτου.
Η Λιβύη ήταν μια χώρα της Βόρειας Αφρικής, που τη βόρεια πλευρά της έβρεχε η Μεσόγειος, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης έκτασής της το σκέπαζε η καυτή, άνυδρη άμμος της ερήμου. Μια απέραντη, στεγνή και άγονη γη, που έμοιαζε να σμίγει με τη θάλασσα. Τα νερά της, θολά και κιτρινωπά από την άμμο, είχαν σχεδόν το ίδιο χρώμα με την ερημική στεριά. Μέσα στην καυτή άχλυ της ατμόσφαιρας, γη και θάλασσα έμοιαζαν να ενώνονται, σαν να αποτελούσαν μια αδιάκοπη συνέχεια.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΜΟΝΗ

Πέρασαν οι μέρες και, όταν φτάσαμε στον προορισμό μας, μείναμε στη ράδα, περιμένοντας το τελωνείο για τον τυπικό έλεγχο. Οι άνθρωποί του ήρθαν έκαναν τον έλεγχο τους, και μας έδωσαν εντολή να παραμείνουμε φουνταρισμένοι, μέχρι να λάβουμε νεότερες οδηγίες.
Ρίξαμε τις άγκυρες στα θολά νερά και τις βλέπαμε να κατεβαίνουν όλο και πιο βαθιά, χωρίς να διακρίνουμε πού τέλειωνε η θάλασσα. Το βάθος έμοιαζε αμέτρητο. Ο νους μου πήγε στις παλιές μυθολογίες και στις δοξασίες για τις άπατες θάλασσες, κάτω από τις οποίες υπήρχαν άβυσσοι, σκοτάδι και μυστήριο. Φαντάστηκα κουφάρια από πετρωμένα καράβια γεμάτα θησαυρούς, απολιθωμένες γοργόνες με χρυσά στεφάνια στα πέτρινα μαλλιά τους και θαλάσσια τέρατα που τις φύλαγαν.

Η θάλασσα γύρω μας ήταν λάδι. Μόλις όμως βράδιασε, νιώσαμε το πλοίο να παλαντζάρει σαν εκκρεμές. Το βαρύ φορτίο του τσιμέντου κρατούσε ακίνητο το κάτω μέρος του σκαριού, ενώ το υπόλοιπο πλοίο ταλαντευόταν απότομα, από το δυνατό μπότζι. Το ταρακούνημα ήταν άγριο και μας εξουθένωνε. Πιανόμασταν από τα ρέλια ή από όπου βρίσκαμε, για να μην παρασυρθούμε από τις απότομες ταλαντεύσεις του πλοίου. Ήταν ένα παράξενο φαινόμενο. Η επιφάνεια της θάλασσας παρέμενε ακίνητη, σαν να μην συνέβαινε τίποτα, ενώ κάτω από αυτήν τα ισχυρά ρεύματα αναστάτωναν το πλοίο.
Οι μέρες περνούσαν και τα τρόφιμα λιγόστευαν. Το πόσιμο νερό τέλειωνε κι αυτό. Από τον σκουριασμένο πυθμένα των δεξαμενών, μαζί με το νερό έβγαινε και σκουριά, σημάδι πως οι δεξαμενές άδειαζαν. Το νερό γινόταν θολό, άνοστο και με πικρή γεύση σκουριάς.
Τα ρεύματα δεν κόπαζαν και το πλοίο συνέχιζε για μέρες να ταρακουνιέται ανελέητα, κάνοντας τη ζωή μας δύσκολη και ανυπόφορη.
Οι λιβυκές αρχές δεν έδειχναν καμία διάθεση να μας βάλουν στο λιμάνι. Μας άφηναν να παραδέρνουμε στα δυνατά ρεύματα της θάλασσας. Βρισκόμασταν στη Λιβύη του Καντάφι, σε μια χώρα που κυβερνιόταν δικτατορικά και όπου εμείς, ως ξένοι ναυτικοί, νιώθαμε πως δεν είχαμε καμία προστασία.
Αναρωτιόμουν μήπως η συμπεριφορά των λιβυκών αρχών είχε σχέση με το πολιτικό καθεστώς της χώρας. Δεν μπορούσα, όμως, να ξέρω αν αυτός ήταν ο λόγος που μας κρατούσαν τόσες μέρες στη ράδα, χωρίς να μας εφοδιάζουν με τρόφιμα και νερό.
Οι μέρες περνούσαν και ήταν σαν να μας είχαν ξεχάσει. Μάταια περιμέναμε κάποια ειδοποίηση από το τελωνείο. Τα τρόφιμα τελείωναν και, με διαταγή του καπετάνιου, όλο το πλήρωμα αναγκάστηκε να ψαρεύει για να εξασφαλίσουμε κάτι να φάμε.
Κουτσά στραβά τα καταφέρναμε. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ήταν το πόσιμο νερό. Όσο χαμήλωνε η στάθμη στα παλιά τάνκια, τόσο πιο θολό και πικρό γινόταν από τη σκουριά. Κάθε φορά που πίναμε, μας αναστάτωνε το στομάχι. Ήταν καλοκαίρι και δεν υπήρχε ελπίδα για βροχή. Οι λιβυκές αρχές εξακολουθούσαν να μας αγνοούν. Η ναυτιλιακή εταιρεία μάς είχε δώσει ρητή εντολή να μη ζητήσουμε βοήθεια από τις αρχές, αλλά να περιμένουμε.
Οι οιωνοί δεν ήταν καλοί. Η ζωή μας έγινε ανυπόφορη. Τα ψάρια ήταν άγευστα και το νερό πικρό.
Για την καθαριότητά μας χρησιμοποιούσαμε θαλασσινό νερό, και ο καπετάνιος μοίραζε το πόσιμο με το σταγονόμετρο. Το βράζαμε να το πιούμε, αλλά πάλι ήταν επικίνδυνο, γεμάτο ιζήματα, πέτρα, λάσπη και σκουριά.
Ο γραμματικός και ένας λαδάς αρρώστησαν. Ρίγη, υψηλός πυρετός και αφόρητοι πόνοι σε όλο τους το σώμα. Φοβόμασταν πως είχαν προσβληθεί από κάποια σοβαρή λοίμωξη.
Διψασμένοι, φοβισμένοι και εξαντλημένοι, βλέπαμε τη στεριά λίγα χιλιόμετρα μακριά, αλλά οι διαταγές ήταν σαφείς: Απαγορευόταν να βγούμε στη στεριά.
Και ρωτούσαμε τον Θεό πότε θα τελείωνε το μαρτύριο.
Και ο Θεός μάς άκουσε. Όταν το νερό τέλειωσε και από τη δίψα αποκάμαμε, ο καιρός άλλαξε ξαφνικά. Σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται στον ουρανό που πύκνωσαν γρήγορα .ωσπου σκέπασαν τον ήλιο. Το φως χάθηκε και απλώθηκε ένα παράξενο μισοσκόταδο.
Μαζί άρχισε να φυσά ένας άνεμος που όλο δυνάμωνε, ενώ αστραπές έσκιζαν τον ουρανό. Από μακριά, η θάλασσα έμοιαζε να αχνίζει και να στέλνει υδρατμούς ψηλά, σχηματίζοντας μαύρα, κατάμαυρα σύννεφα. Η ατμόσφαιρα έγινε βαριά και η βροχή άρχισε να πέφτει δυνατή. Στην αρχή ήταν θολή, καθώς ο αέρας ήταν γεμάτος σκόνη, αλλά ύστερα έγινε καθαρή. Ήταν η βροχή που περιμέναμε με τόση αγωνία. Όλοι τρέξαμε να πιούμε το νερό της.
Ήταν ένα ξαφνικό μπουρίνι, μια απότομη και σύντομη καταιγίδα.
Με τον καπετάνιο μαζί, απλώσαμε πανιά, να μαζέψουμε νερό.
Ο ουρανός σκοτείνιασε ακόμη περισσότερο. Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα και δυνάμωνε τόσο πολύ, που σε λίγο δυσκολευόμασταν να διακρίνουμε ο ένας τον άλλο. Μας χτυπούσε αλύπητα, αλλά εμείς, ευχαριστημένοι, με τα πρόσωπα στραμμένα στον ουρανό, ανοίγαμε τις χούφτες μας και πίναμε το νερό με λαχτάρα.
Η βροχή μας μαστίγωνε και μας πονούσε, όμως εκείνες τις στιγμές δεν υπήρχε τίποτε πολυτιμότερο για εμάς από το νερό.

Το μπουρίνι, όπως άρχισε ξαφνικά, έτσι απότομα σταμάτησε. Ο ουρανός καθάρισε και ξαναφάνηκε καταγάλανος. Η ατμόσφαιρα, καθαρισμένη από τη σκόνη, μύριζε φρεσκάδα, θάλασσα και ιώδιο. Ο ήλιος ξεπρόβαλε λαμπερός πίσω από τη βροχή, σαν να είχε ξεπλυθεί κι αυτός από τη σκόνη της ερήμου, και άρχισε να ζεσταίνει ξανά τον αέρα.
Ήπια νερό και ξεδίψασα. Μέχρι σκασμού! Αλλά το ευχαριστήθηκα! Νερό μπόλικο, φρέσκο και δροσερό.
Και ευχαριστημένος, ακουμπισμένος στα ρέλια, μου ήρθε από το κουζινάκι μια θεσπέσια μυρωδιά. Η μυρωδιά του καφέ. Κάποιος ναύτης έψηνε καφέ.
Περπατώντας με τα πόδια ανοιχτά, για να κρατώ την ισορροπία μου από το μπότζι, τράβηξα να φτιάξω κι εγώ έναν καφέ για πάρτη μου. Τον άφησα να ψηθεί σε χαμηλή φωτιά, απολαμβάνοντας τη μυρωδιά του. Είχαν περάσει πολλές μέρες από τότε που είχα πιει καφέ.
Κάθισα στον καναπέ, άπλωσα τα πόδια μου στο τραπέζι, που ήταν βιδωμένο στο πάτωμα για να μη χάνω την ισορροπία μου από το μπότζι, και ήπια τον δυνατό καφέ γουλιά γουλιά, με μεγάλη απόλαυση.
Ήταν ο πιο ωραίος καφές που είχα πιει στη ζωή μου.

Ξεδιψασμένος πια, με την πικρή γεύση του καφέ στο στόμα, οι σκέψεις μου με έφεραν πίσω στο παρόν.
Το λιμάνι ήταν άδειο από πλοία, κι όμως δεν μας επέτρεπαν να δέσουμε. Ούτε νερό δεν μας είχαν δώσει. Μας άφηναν να υποφέρουμε από την πείνα και τη δίψα, να πίνουμε ακάθαρτο νερό και να ψαρεύουμε ψάρια για φαΐ.
Και, βυθισμένος στις σκέψεις μου καθώς ήμουν, δεν είδα τον ναύτη που ερχόταν. Ένιωσα μόνο το δυνατό του σκούντημα στον ώμο.
— Κυπραίε, σήκω, μπαίνουμε λιμάνι! Μας ειδοποίησαν να ετοιμαστούμε.
Σε λίγο θα ερχόταν η λάντζα με τον πιλότο, για να μας οδηγήσει στο λιμάνι. Μαζί του θα έφερνε κι έναν γιατρό, για να εξετάσει τον γραμματικό και τον λαδά.
Σηκώθηκα αμέσως. Ύστερα από τόσες μέρες αναμονής, επιτέλους κάτι άρχιζε να αλλάζει

ΤΟ ΑΓΡΙΟ ΦΟΝΙΚΟ

Είχα διαβάσει ότι ο Καντάφι κυβερνούσε με σιδηρά πυγμή και ότι η χώρα θεωρούνταν ασφαλής, χωρίς κλοπές, ληστείες και τρομοκρατικές ενέργειες. Λέγανε πως μπορούσε κανείς να κυκλοφορεί ελεύθερα στους δρόμους, στα σοκάκια και στις αγορές, ενώ οι Λίβυοι ήταν περήφανοι και φιλόξενοι. Όμως ο καπετάνιος μας μάς ορμήνεψε να έχουμε τον νου μας, γιατί οι ντόπιοι δεν αγαπούσαν τους ξένους. Έπρεπε να προσέχουμε και να μην τους δίνουμε αφορμές.
Αποφασισμένος να είμαι προσεκτικός, κατέβηκα από το πλοίο στον χαμηλό ντόκο και ξεκίνησα για την πόλη.
Η Τρίπολη απλωνόταν ακριβώς απέναντι, χωρισμένη από το λιμάνι μόνο από έναν πλατύ δρόμο. Όταν προσπάθησα να τον διασχίσω, χρειάστηκε να προσέξω ιδιαίτερα. Άλλα αυτοκίνητα είχαν το τιμόνι αριστερά και άλλα δεξιά, ενώ οι οδηγοί κινούνταν από διαφορετικές πλευρές του δρόμου, χωρίς να σταματούν στα φανάρια και χωρίς να υπολογίζουν ο ένας τον άλλο. Η κυκλοφορία ήταν ένα πραγματικό χάος. Ακούγονταν συνεχώς θόρυβοι από συγκρούσεις. Τα αυτοκίνητα χτυπούσαν μεταξύ τους και οι οδηγοί συνέχιζαν τον δρόμο τους σαν να μην συνέβαινε τίποτε. Κανένας δεν έδινε προτεραιότητα σε άλλον. Ήταν ένα απίστευτο κονφούζιο. Σαστισμένος τους παρακολουθούσα, προσπαθώντας να βρω μια ασφαλή διέξοδο για να περάσω απέναντι.
Αφού διέσχισα τον δρόμο, προχώρησα με γοργό βήμα προς μια μεγάλη πλατεία, ανοιχτή προς τη θάλασσα και στολισμένη με φοινικόδεντρα. Πιο πέρα υψώνονταν τα τείχη της Μεντίνας και το κάστρο της Τρίπολης, όπου στεγαζόταν μουσείο με εκθέματα από διαφορετικές περιόδους της ιστορίας της χώρας.
Η Λιβύη ήταν τελικά όπως την είχα φανταστεί: μια χώρα με ξερή γη, κίτρινα χαμηλά κτίρια και άμμο που έδινε το χρώμα της σε ολόκληρο το τοπίο. Δεν υπήρχαν κέντρα διασκέδασης όπως τα ήξερα, παρά μόνο καφενεία και εστιατόρια που έμεναν ανοιχτά μέχρι τα μεσάνυχτα. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν κυρίως άντρες, ντυμένοι με λευκές κελεμπίες.
Είχα διαβάσει πως οι Λίβυοι, ως μουσουλμάνοι, ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε ό,τι αφορούσε τις παραδόσεις και τα θρησκευτικά τους έθιμα. Ένας ξένος όφειλε να τα σέβεται, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού, αποφεύγοντας, για παράδειγμα, να πίνει αλκοόλ δημόσια. Οι γυναίκες επισκέπτριες έπρεπε, επίσης, να ντύνονται σεμνά.
Η αγορά της Μεντίνας βρισκόταν σε ένα στενό δρομάκι της πλατείας. Την έλεγαν σκεπαστή αγορά. Παλιά στέγαστρα στηρίζονταν σε μεγαλόπρεπες κολόνες, δείγματα μιας εποχής που οι τεχνίτες δούλευαν με μεράκι και μαστοριά. Από παντού ακούγονταν χτυπήματα μετάλλων, καθώς χαλκουργοί και μεταλλουργοί κατασκεύαζαν αντικείμενα, πολλά από τα οποία προορίζονταν για τους επισκέπτες. Την αποκαλούσαν «αγορά του χαλκού», αν και εκεί έβρισκες και σιδερένια, ασημένια αλλά και άλλα μεταλλικά είδη.
Μπήκα μέσα. Δεκάδες μικροέμποροι είχαν απλωμένες τις πραμάτειες τους στο έδαφος ή πάνω σε χαμηλούς πάγκους. Η μυρωδιά των χουρμάδων ανακατευόταν με εκείνη των ψαριών, ενώ οι μύγες πετούσαν σαν σύννεφα. Οι έμποροι των χαλιών κουνούσαν υφάσματα στον αέρα, προσπαθώντας να τις διώξουν.
Μέσα σε αυτή την ανυπόφορη μπόχα περιπλανήθηκα σε όλο το παζάρι, χωρίς να βρω κάτι που να με ενδιαφέρει. Δεν αγόρασα τίποτε, παρά μόνο μια βεντάλια, για να διώχνω τις μύγες και να αντιμετωπίζω, όσο μπορούσα, την αποπνικτική ζέστη. Η θερμοκρασία έφτανε τους σαράντα πέντε βαθμούς και η ατμόσφαιρα έμοιαζε να ψήνει κυριολεκτικά ανθρώπους και πράγματα.
Απομακρύνθηκα από τους πάγκους με τα ψάρια και τις έντονες μυρωδιές και κάθισα σε ένα μικρό τραπεζάκι, πίσω από έναν ξύλινο πάγκο. Εκεί, ένας αεικίνητος ανθρωπάκος, με τα μανίκια της κελεμπίας του ανασηκωμένα, στεκόταν πάνω από ένα αναμμένο μαγκάλι και έψηνε κρέας.
Μόλις κάθισα, έτρεξε αμέσως κοντά μου. Μιλούσε σπαστά ελληνικά, κι έτσι συνεννοηθήκαμε χωρίς δυσκολία. Του είπα πως ήθελα να δοκιμάσω κάποιο αραβικό φαγητό. Μου απάντησε πως θα μου ετοίμαζε κάτι που σίγουρα θα μου άρεσε.
Σε λίγο έφερε ένα πιάτο με ένα μεγάλο κομμάτι κρέας, μια τεράστια μπριζόλα. Δοκίμασα την πρώτη μπουκιά και ενθουσιάστηκα. Η γεύση ήταν πρωτόγνωρη για μένα. Έφαγα με όρεξη και απόλαυσα κάθε μπουκιά. Όταν τον ρώτησα τι κρέας ήταν, μου αποκάλυψε πως ήταν καμήλα.
Μου εξήγησε ότι οι νομάδες της ερήμου έπιναν το γάλα της καμήλας, επειδή ήταν πολύ θρεπτικό, και έτρωγαν διάφορα μέρη του ζώου. Ιδιαίτερα εκλεκτή θεωρούσαν την καμπούρα της. Όσο πιο μεγάλη ήταν σε ηλικία η καμήλα, τόσο περισσότερο μαγείρεμα χρειαζόταν το κρέας της, επειδή γινόταν σκληρό.
Από εκείνη τη μέρα, κάθε φορά που τύχαινε να περάσω από κάποια αραβική χώρα, ζητούσα να δοκιμάσω καμηλίσιο κρέας. Εκείνο το πρώτο γεύμα στην Τρίπολη είχε μείνει στη μνήμη μου σαν μια από τις πιο ασυνήθιστες γαστρονομικές εμπειρίες της ζωής μου.
Ο εξυπηρετικός μαγαζάτορας με ρώτησε αν ήθελα να καπνίσω ναργιλέ. Όπως μου είπε, σπάνια περνούσε Ευρωπαίος από εκεί χωρίς να δοκιμάσει.
Εγώ μόλις είχα αρχίσει το κάπνισμα. Ήταν μια συνήθεια που απέκτησα για να περνούν οι μονότονες ώρες της βάρδιας στο μηχανοστάσιο και να έχω κάτι να με απασχολεί στη μοναξιά μου. Η μοναδική μου συντροφιά εκεί κάτω ήταν το ασταμάτητο «ντούκου ντούκου» της μηχανής ντίζελ.
Δέχτηκα με ευχαρίστηση την πρότασή του. Γερμένος στην παλιά, αναπαυτική καρέκλα, άρχισα να τραβάω τις πρώτες ρουφηξιές, παρακολουθώντας το ετερόκλητο πλήθος των εμπόρων και των πελατών που γέμιζε τη σκεπαστή αγορά.
Καθώς ρουφούσα τον ελαφρύ καπνό, άρχισα ασυναίσθητα να σιγοτραγουδώ «Όταν καπνίζει ο λουλάς». Αναρωτήθηκα γιατί μου είχε έρθει στο μυαλό εκείνο το τραγούδι και κατέληξα πως ο ναργιλές είχε περάσει στην ελληνική κουλτούρα μέσα από τα ρεμπέτικα, που ακούγαμε καθημερινά στα ραδιόφωνα.
Όταν τελείωσα και πλήρωσα, του άφησα ένα δηνάριο για μπαξίσι. Εκείνος, θέλοντας να με ευχαριστήσει, μου ευχήθηκε να με έχει καλά ο Αλλάχ. Η ζεστασιά και η φιλοξενία του μου έδωσαν την εντύπωση πως οι Λίβυοι αγαπούσαν την Ελλάδα και τους Έλληνες.
Η πόλη απλωνόταν πέρα από τη μεγάλη πλατεία. Στα δεξιά υπήρχαν χαμηλά, μοντέρνα κτίρια κατά μήκος ενός δρόμου που έτρεχε παράλληλα με αυτήν. Ήταν κατασκευασμένα με ευρωπαϊκές προδιαγραφές και στέγαζαν καταστήματα με βιτρίνες γεμάτες με είδη πολυτελείας.
Πήρα εκείνον τον δρόμο και τον περπάτησα νωχελικά χαζεύοντας τις βιτρίνες, ψάχνοντας να βρω ιαπωνικά ρολόγια Seiko καθώς συνάδελφοι ναυτικοί μού είχαν πει πως στη Λιβύη ήταν πολύ φτηνά και εγώ ήθελα να αγοράσω ένα.
Ο ήλιος ήταν καφτερός. Καθώς κουνούσα τη βεντάλια που είχα αγοράσει από τη σκεπαστή αγορά και κοιτούσα τα ρολόγια σε μια βιτρίνα, ένας ψηλός, σωματώδης και όμορφος νεαρός στάθηκε στη διπλανή βιτρίνα, σε απόσταση αναπνοής από μένα. Μου έκανε εντύπωση η ενδυμασία του και προς στιγμήν το βλέμμα μου έμεινε καθηλωμένο πάνω του. Φορούσε μια κα-τάλευκη, ολοκάθαρη κελεμπία, πιο λευκή από των άλλων διαβατών, και στεκόταν με αέρα εξουσίας. Η παρουσία του είχε κάτι επιβλητικό, σχεδόν βασιλικό, σαν να είχε ξεπηδήσει από ανατολίτικο παραμύθι. Οι περαστικοί κι εγώ τον κοιτάζαμε με περιέργεια.
Με χαιρέτησε με μια σχεδόν ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού. Ενώ του ανταπέδιδα τον χαιρετισμό, το μάτι μου έπιασε πίσω του έναν άντρα να κινείται προς το μέρος μας με γοργό, σχεδόν τρεχάτο βήμα. Ήταν μικρόσωμος, φορούσε μια ξεθωριασμένη κελεμπία, είχε το κεφάλι τυλιγμένο και κρατούσε ψηλά στα χέρια μια μεγάλη μαγκούρα, έτοιμος να χτυπήσει.
Το βλέμμα του ήταν αλλόκοτο, σκοτεινό και σκληρό, γεμάτο μίσος — καρφωμένο στον νεαρό δίπλα μου. Ήταν φανερό πως πήγαινε να τον χτυπήσει. Η μαγκούρα ήταν βαριά, ξύλινη, με έναν χοντρό ρόζο στην άκρη, σαν ρόπαλο.
Ο ένας κοντός κι ο άλλος ψηλός και γεροδεμένος, μια αντίθεση ασύμμετρη, σαν τον Δαυίδ με τον Γολιάθ.
Βλέποντάς τον να ορμά καταπάνω του με υψωμένο το ξύλο, η συνέχεια διαγραφόταν ολοκάθαρη μπροστά μου. Σκέφτηκα να φωνάξω να τον προειδοποιήσω, αλλά θυμήθηκα αμέσως την οδηγία του καπετάνιου: «Μην ανακατεύεστε στις ξένες υποθέσεις». Δεν μίλησα. Δεν φώναξα.
Η χοντρή βέργα κατέβηκε με ορμή στο κεφάλι του αμέριμνου άντρα μπροστά στη βιτρίνα.
Από τη φόρα του χτυπήματος, το τουρμπάνι του δράστη γλίστρησε και έπεσε, φανερώνοντας το πρόσωπό του. Ήταν νεανικό, σχεδόν αμούστακο, μα σκληρό σαν αγριμιού που ορμά στη λεία του.
Πριν προλάβει ο άλλος να αντιληφθεί την παρουσία του ή να κάνει την παραμικρή κίνηση άμυνας, το χοντρό ραβδί τού τσάκισε το κεφάλι. Ένας υπόκωφος κρότος από κόκαλα που σπάζανε, και το κεφάλι του άνοιξε στα δύο.
Σωριάστηκε στο έδαφος σαν σακί εντελώς άδειο, χωρίς καμία αντίδραση. Τα αίματα τινάχτηκαν σαν σιντριβάνι και έβαψαν τον δρόμο. Ένα σκούρο αυλάκι σχηματίστηκε στη σκόνη και κύλησε αργά προς το μέρος μου.
Ο φονιάς, με μια απάθεια σαν να είχε κάνει κάτι το απόλυτα φυσικό κι όχι έναν φόνο, έσκυψε, πήρε το πεσμένο τουρμπάνι και το έδεσε ξανά στο κεφάλι του. Το σκοτεινό του βλέμμα έπεσε πάνω μου. Μέσα μου παράλυσα από φόβο. Σκέφτηκα πως θα πάθαινα το ίδιο, πως θα άφηνα τη ζωή μου εκεί, στην άκρη μιας ξένης χώρας. Μα ο φονιάς με προσπέρασε απαθής και χάθηκε μέσα στον δρόμο.
Έμεινα να κοιτάζω αποσβολωμένος. Κανείς από τους διαβάτες δεν φάνηκε να δίνει σημασία στο περιστατικό, κανείς δεν έσκυψε να βοηθήσει τον πεσμένο άντρα. Όλοι τον προσπερνούσαν αδιάφοροι. Ήταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, σαν να είχε πετάξει κάποιος μια σακούλα σκουπίδια στο πεζοδρόμιο κι όλοι απλώς να περίμεναν να περάσει το σκουπιδιάρικο.
Έτσι κι εγώ, γύρισα από την άλλη και πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Δεν ήθελα μπλεξίματα, δεν ήθελα πια να αγοράσω ένα ρολόι Seiko. Ήθελα μόνο να επιστρέψω αμέσως στο πλοίο, να κλειστώ στην ασφάλειά του. Η Λιβύη δεν έμοιαζε πια με τη φιλόξενη χώρα που είχα πλάσει στο μυαλό μου, βασισμένος σε όσα είχα διαβάσει ή είχα ακούσει.
Μόλις πάτησα το πόδι μου στο κατάστρωμα, έριξα μια τελευταία ματιά πίσω, προς το λιμάνι και τον πλατύ δρόμο. Δεν διέκρινα τίποτα το ασυνήθιστο. Ο μικρόσωμος άντρας είχε εξαφανιστεί. Ο κόσμος περνούσε αδιάφορος, αμέριμνος. Όλα έμοιαζαν ήρεμα — σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα.
Με τις σκέψεις μου αναστατωμένες, προχώρησα προς το μικρό κουζινάκι να φτιάξω έναν πικρό καφέ, μήπως και διώξει την πίκρα των γεγονότων από το μυαλό μου. Ένας ανύποπτος άνθρωπος είχε πέσει νεκρός μπροστά στα μάτια μου. Δεν ήξερα ποιος ήταν, ούτε γιατί τον σκότωσαν. Το μόνο που γνώριζα ήταν πως είχα γίνει μάρτυρας μιας άγριας δολοφονίας, κι η εικόνα της στεκόταν εκεί, αγκιστρωμένη, να μου μαγκώνει το μυαλό.

Ο ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΗΣ
Καθόμουν στο κουζινάκι ώρα πολλή. Με το μυαλό κολλημένο στο άγριο περιστατικό που είχα ζήσει, περίμενα να έρθει η ώρα να σκαντζάρω βάρδια τον συνάδελφό μου.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο πρώτος μηχανικός.
— Κύπριε, σήκω, πάμε κάτω. Είμαστε stand-by. Φεύγουμε από αυτόν τον καταραμένο τόπο!
Τον ρώτησα με αγωνία τι θα γινόταν με τον γραμματικό και τον λαδά που νοσηλεύονταν στο νοσοκομείο της Τρίπολης. Με την πίκρα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, μου απάντησε πως δεν είχαμε καμία νεότερη ενημέρωση από τις λιβυκές αρχές. Θα σαλπάραμε για την Ελλάδα, με την ελπίδα πως μόλις ανάρρωναν, σε συνεννόηση με την εφοπλιστική εταιρεία, θα τους έστελναν αεροπορικώς στην Αθήνα.
Τα νέα με βάρυναν ακόμα περισσότερο. Γνωρίζοντας πόσο απρόβλεπτα κι αυταρχικά κινούνταν οι αρχές εκεί, ο φόβος μού έσφιξε το στομάχι για το χειρότερο: οι συνάδελφί μας μπορούσαν να εξαφανιστούν και να χαθούν για πάντα, όπως τόσοι και τόσοι άνθρωποι σε εκείνη τη χώρα.
Κάτω στη μηχανή, μαζί με τον τρίτο μηχανικό, κάναμε έναν καλό έλεγχο στην κύρια μηχανή και στα βοηθητικά μηχανήματα. Ξεκινήσαμε την αντλία για να γεμίσουμε τις δεξαμενές έρματος με θαλασσινό νερό. Το πλοίο είχε πλέον ξεφορτώσει και έπρεπε να αποκτήσει ξανά το κατάλληλο βάρος και βύθισμα.
Ο πρώτος μηχανικός στεκόταν πάνω από το χειριστήριο της μηχανής, αναμένοντας οδηγίες από τη γέφυρα. Ήμασταν έτοιμοι για αναχώρηση, ήμασταν σε κατάσταση Stand By. Γύρω μας, μια υπόκωφη βουή από τις ηλεκτρογεννήτριες δονούσε τους ατσάλινους τοίχους, ενώ η κύρια μηχανή, ήδη ζεσταμένη, ανάσαινε αργά, γεμάτη λάδια και νερά που κυκλοφορούσαν στις φλέβες των σωληνώσεων.
Σε λίγο, από τη γέφυρα χτύπησε ο τηλέγραφος. Πρώτα το Stand By, μετά Dead Slow Ahead —πάρα πολύ σιγά πρόσω— και αμέσως μετά Astern, ανάποδα.
Με την πρώτη εντολή, ένα βαθύ, υπόκωφο «φφφούυυ-κλακ» ακούστηκε καθώς ο πεπιεσμένος αέρας εκκίνησης έσπρωξε τα τεράστια έμβολα. Το καύσιμο ψεκάστηκε, η μηχανή πήρε στροφές και το δάπεδο κάτω από τα πόδια μας άρχισε να τρέμει. Η προπέλα γύριζε. Το θηρίο είχε ξυπνήσει και το πλοίο ξεκολλούσε από τον μόλο.
Για τα επόμενα λεπτά, ο χρόνος έχασε τη σημασία του. Η γέφυρα άλλαζε συνεχώς διαταγές καθώς πάλευε να στρίψει το σκαρί στο στενό λιμάνι. Ο τηλέγραφος δεν σταματούσε να χτυπάει, σκορπίζοντας τον ήχο του πάνω από τον θόρυβο των μετάλλων. Η θερμοκρασία στο μηχανοστάσιο ανέβηκε απότομα. Η μυρωδιά του ζεστού λαδιού και του καμένου καυσίμου έγινε πιο βαριά, πιο ζωντανή. Κάθε κίνηση του μοχλού ήταν μια μάχη με τους τόνους του ατσαλιού που έπρεπε να δαμαστούν μέσα στο νερό.
Και μετά, η ξαφνική λύτρωση. Το πλοίο πέρασε τα φανάρια, αφήνοντας πίσω του τον κυματοθραύστη. Ο τηλέγραφος χτύπησε για τελευταία φορά, μακριά και σταθερά, σημαδεύοντας την κορυφή: Full Ahead. Πρόσω ολοταχώς.
Η μηχανή βρήκε τον μόνιμο, βαρύ ρυθμό της —ένα βαθύ, καθησυχαστικό καρδιοχτύπι που έκανε όλο το σκάφος να συντονιστεί. Στην οθόνη άναψε το "Full Away". Ο ελιγμός είχε τελειώσει, η ένταση υποχώρησε από τα πρόσωπα και το ταξίδι είχε μόλις αρχίσει.
Ο πρώτος μηχανικός ανέβηκε στο κατάστρωμα, ο τρίτος στάθηκε μπροστά στην κονσόλα, και εγώ κατέβηκα κάτω να ελέγξω τις σεντίνες και τα βοηθητικά μηχανήματα.
Κάτω στα ύφαλα, ανάμεσα στις σωληνώσεις και βουτηγμένη στα απόνερα και στα λάδια, ήταν κουρνιασμένη μια μικρή, σκοτεινή ανθρώπινη φιγούρα. Όταν η δέσμη του φανού έπεσε πάνω της, είδα ένα πρόσωπο με μάτια ορθάνοιχτα από τον τρόμο. Ο αρχικός μου φόβος υποχώρησε όταν κατάλαβα πως είχα μπροστά μου έναν φοβισμένο λαθρεπιβάτη.
Κρατούσα ακόμη το γαντζόκλειδο σηκωμένο, έτοιμος να το χρησιμοποιήσω αν χρειαζόταν. Έσκυψα και τον παρατήρησα καλύτερα.
Τότε ήρθε η μεγαλύτερη έκπληξη. Αναγνώρισα τον άνθρωπο που είχα δει να σκοτώνει τον νεαρό μπροστά στη βιτρίνα με τα Rolex, στην Τρίπολη.
— Γιατί είσαι εδώ; τον ρώτησα με απειλητική φωνή.
Εκείνος άνοιξε το στόμα του τρομαγμένος και, με μια αδύναμη, σχεδόν σβησμένη φωνή, επαναλάμβανε μόνο δυο λέξεις: «Please help».
Κατάλαβα πως δεν αποτελούσα κίνδυνο για εκείνον. Αφού είδα ότι μιλούσε αγγλικά, γονάτισα μπροστά του και άρχισα να τον ρωτώ τι είχε συμβεί και πώς βρέθηκε κρυμμένος στο πλοίο.
Η ιστορία του με συγκλόνισε. Με συγκίνησε τόσο, ώστε με έφερε μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Είχα υποχρέωση να τον παραδώσω στον καπετάνιο. Εκείνος, με τη σειρά του, θα έπρεπε να ειδοποιήσει τα κοντινά λιμεναρχεία. Εφόσον βρισκόμασταν ακόμη στα λιβυκά ύδατα, οι αρχές θα μπορούσαν να έρθουν να τον παραλάβουν, με όλες τις συνέπειες που αυτό θα είχε για τον ίδιο. Από την άλλη, αν σιωπούσα και τον άφηνα να κρυφτεί, θα παρέβαινα την υποχρέωσή μου και θα γινόμουν ένοχος απόκρυψης λαθρεπιβάτη.
Κι εκείνος άρχισε να μου διηγείται την ιστορία του.
Η αδελφή του ήταν μόλις δώδεκα ετών και φοιτούσε στο σχολείο της γειτονιάς τους. Μια μέρα εμφανίστηκε στο σχολείο ένας άντρας που παρουσιάστηκε ως επιθεωρητής της εκπαίδευσης. Στην πραγματικότητα, όπως μου είπε, ήταν άνθρωπος του Καντάφι. Υποστήριξε πως τέτοιες περιπτώσεις δεν ήταν σπάνιες και πως, όταν ο δικτάτορας ήθελε ένα μικρό κορίτσι, έστελνε κάποιον δικό του να το πάρει.
Ο άντρας άρπαξε την αδελφή του με τη βία, παρά τα κλάματα και τις αντιδράσεις της, και την απομάκρυνε από την οικογένειά της. Τα ίχνη της χάθηκαν. Ο αδελθός της και οι γονείς της την αναζητούσαν παντού, αλλά δεν κατάφεραν να τη βρουν.
Ύστερα από καιρό, ένα τζιπ σταμάτησε έξω από το σπίτι τους και άφησε εκεί το κορίτσι. Οι δικοί της έτρεξαν κοντά της με χαρά, όμως γρήγορα κατάλαβαν πως δεν ήταν πια το παιδί που γνώριζαν. Ήταν σιωπηλή, θλιμμένη, αγέλαστη και μαραμένη. Είχε επιστρέψει στο σπίτι της, αλλά κάτι μέσα της είχε σπάσει.
Όπως τους διηγήθηκε αργότερα, είχε υποστεί βιασμούς, εξευτελισμούς και ξυλοδαρμούς. Ο άνθρωπος που την είχε αρπάξει την είχε παραδώσει στον Καντάφι και, όταν εκείνος τη βαρέθηκε, την έδωσε στον υπασπιστή του. Ο υπασπιστής ήταν ο ίδιος άνθρωπος που την είχε πάρει από το σχολείο. Όταν κι εκείνος τη βαρέθηκε, την επέστρεψε στην οικογένειά της.
Λίγες μέρες αργότερα, ο αδελθός της τη βρήκε κρεμασμένη από ένα δοκάρι του σπιτιού. Δεν άντεξε τον πόνο και την ταπείνωση που είχε βιώσει. Η οικογένεια βυθίστηκε στο πένθος. Για τον αδελφό της, που την είχε μονάκριβη, ο θάνατός της ήταν ένα τραύμα που δεν μπορούσε να κλείσει.
Ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση. Ήξερε πως δεν μπορούσε να πλησιάσει τον ίδιο τον Καντάφι, τον άνθρωπο που θεωρούσε πρώτο υπεύθυνο για όσα είχαν συμβεί. Αποφάσισα, λοιπόν, να σκοτώσει τον συνεργάτη του, εκείνον που είχε αρπάξει την αδελφή του και είχε συμμετάσχει στην κακοποίησή της. Του έστησε καρτέρι για πολλές μέρες. Ώσπου, μια στιγμή που τον βρήκε μόνο του μπροστά στη βιτρίνα με τα Rolex, άρπαξε την ευκαιρία και τον σκότωσε.
Όσα μου διηγήθηκε με έκαναν να τον συμπονέσω. Σκέφτηκα πως, αν κάτι ανάλογο συνέβαινε σε μένα και στην οικογένειά μου, ίσως να αντιδρούσα με τον ίδιο τρόπο ή ακόμη χειρότερα. Δεν μπορούσαν να δικαιολογήσω τον φόνο, αλλά μπορούσα να καταλάβω την οργή και τον πόνο που τον είχαν οδηγήσει σ’ αυτόν.
Έτσι, χωρίς πολλή σκέψη, αποφάσισα να μην τον καταδώσω. Θα τον άφηνα να παραμείνει κρυμμένος ώσπου να φτάσουμε σε κάποιο λιμάνι, όπου θα μπορούσε να διαφύγει. Αν χρειαζόταν, θα του έδινα φαγητό και χρήματα. Του εξήγησα την απόφασή μου και τον άφησα πιο ήρεμο στην κρυψώνα του. Ύστερα ανέβηκα στο κατάστρωμα, παρέδωσα τη βάρδια στον συνάδελφό μου και σχόλασα.
Στην επόμενη βάρδιά μου κατέβηκα στις σεντίνες και τον φώναξα. Δεν πήρα απάντηση. Έσκυψα να κοιτάξω, αλλά είχε εξαφανιστεί. Δεν παραξενεύτηκα. Ίσως να είχε αλλάξει κρυψώνα, φοβούμενος πως θα άλλαζα γνώμη και θα τον κατέδιδα. Το πλοίο είχε αρκετά σημεία όπου μπορούσε να κρυφτεί κανείς χωρίς να τον αντιληφθεί το πλήρωμα. Τροφή μπορούσε να βρει στο μικρό κουζινάκι, όπου υπήρχαν πάντα διάφορα τρόφιμα στο ψυγείο, αρκεί να κινούνταν προσεκτικά και τις ώρες που οι άλλοι κοιμούνταν. Δεν τον ξαναείδα. Η ιστορία του, όμως, έμεινε μέσα μου, μαζί με το ερώτημα που με είχε βασανίσει από την πρώτη στιγμή: είχα κάνει το σωστό που τον βοήθησα ή είχα γίνει συνένοχος στην απόδρασή του;

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ ΜΕ ΤΟ ΣΑΝ ΝΤΕΝΙΣ
Το ημερολόγιο γέφυρας έγραφε Ιούλιος του 1974. Αφήσαμε πίσω μας την πυρωμένη ακτή της Λιβύης, με τον ήλιο να λιώνει τα καταστρώματα και τις λαμαρίνες να ζεματάνε. Το ΣΑΝ ΝΤΕΝΙΣ ταξίδευε αφόρτωτο, ψηλό σαν κάστρο, σκίζοντας μια Μεσόγειο λάδι που λαμπίριζε κάτω από το εκτυφλωτικό, λευκό φως.
Το ταξίδι προς τα πάνω κυλούσε ήρεμα, σχεδόν νωχελικά. Καθώς πλέαμε «στα ballast», το βαπόρι ήταν ελαφρύ και έπιανε την καλή του ταχύτητα, γύρω στους 13 με 14 κόμβους. Με τα πουκάμισα ανοιχτά, ρίχναμε νερά με τις μάνικες για να δροσίσουμε το κατάστρωμα που έκαιγε κυριολεκτικά, καθώς ανεβαίναμε το Ιόνιο. Χρειαστήκαμε περίπου δυόμισι με τρεις μέρες καθαρού πλου για να διασχίσουμε την Αδριατική. Όταν γλιστρήσαμε στον κόλπο της Τεργέστης, δεν βρήκαμε ίχνος από την κάψα της Λιβύης, αντίθετα, ένας γλυκός, δροσερός αγέρας μας καλωσόρισε. Το λιμάνι έσφυζε από ζωή, γεμάτο φωνές, γερανούς που δούλευαν ασταμάτητα και τη μυρωδιά των καυσαερίων που ανακατευόταν με το ιώδιο της θάλασσας.
Πιάσαμε αμέσως ντόκο στην Ελεύθερη Ζώνη. Εκεί, κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο, αντίκρισα το φορτίο που μας περίμενε στιβασμένο στην προβλήτα: στοίβες από βιομηχανικό εξοπλισμό, τεράστια ρολά έτοιμου χάλυβα, βαρέλια με χημικά και βαριά κιβώτια με ιταλικά μηχανήματα που προορίζονταν για τα μεγάλα σοβιετικά έργα υποδομής. Οι γερανοί πήραν αμέσως φωτιά και τα αμπάρια μας άρχισαν σιγά-σιγά να γεμίζουν, βαραίνοντας το σκαρί του ΣΑΝ ΝΤΕΝΙΣ.
Μόλις είχα τελειώσει τη βάρδια μου, και ένιωσα την κούραση της μέρας να με αποχαιρετά, νικημένη από τη βιασύνη που είχα να βγω στη στεριά. Ανέβηκα γρήγορα στην καμπίνα, ξεπλύθηκα από τα λάδια της μηχανής, φρεσκαρίστηκα, Ανέβηκα γρήγορα στην καμπίνα, ξεπλύθηκα από τα λάδια της μηχανής, φρεσκαρίστηκα, έβαλα τα καλά μου και με τον λαδά, που δεν είχε βάρδια, αφήσαμε πίσω μας τη βουή του μηχανοστασίου και του λιμανιού, και πήραμε τα ανηφόρια της πόλης.
Η καλοκαιρινή Τεργέστη μας υποδέχτηκε με μια παράξενη, δροσερή ζεστασιά. Καθώς ανηφορίζαμε τα πλακόστρωτα σοκάκια, μακριά πια από τον ντόκο, η μυρωδιά του πετρελαίου έδινε σιγά-σιγά τη θέση της στο άρωμα της πλούσιας βλάστησης. Οι λόφοι γύρω από την πόλη έμοιαζαν να κατηφορίζουν μέχρι τα σπίτια, πνιγμένοι σε καταπράσινους θάμνους, μεγάλα δέντρα, πυκνά αναρριχώμενα κλήματα που αγκάλιαζαν τους πέτρινους τοίχους και αγριολούλουδα που ανέδιδαν μια φρέσκια, γήινη μυρωδιά, ποτισμένη από την απογευματινή υγρασία της Αδριατικής.
Η πόλη ήταν απέριττη και αρχοντική, γεμάτη γκρίζα πέτρα που την ημέρευε όλο αυτό το πράσινο. Τα κτίριά της είχαν μια αυστηρή, καθαρή γραμμή, χωρίς περιττά στολίδια, φανερώνοντας το παλιό πέρασμα των Αυστριακών. Δεν είχε τη φασαρία άλλων λιμανιών της Μεσογείου. Ήταν μαζεμένη, ήσυχη, και κοιτούσε τη θάλασσα με μια βουβή αξιοπρέπεια.
Οι ντόπιοι, απλοί άνθρωποι, κάτω από τις κληματαριές τους, απολάμβαναν τον καφέ τους στις αυλές των χαμηλών σπιτιών τους. Αυτά τα χαμηλά σπίτια στέκονταν σε μια γοητευτική αντίφαση, χτισμένα πλάι στα σύγχρονα, πολυώροφα και μοντέρνα κτίρια της καινούριας εποχής. Αυτή η παράξενη αντίθεση έδινε στο τοπίο μια ιδιαίτερη ομορφιά: από τη μια τα χαμηλά, ιστορικά αρχοντικά με την αυστριακή αρχιτεκτονική κι από την άλλη οι ψηλές, μοντέρνες πολυκατοικίες.
Εμείς, με τον αέρα του ναυτικού, περπατούσαμε και ανταποδίδαμε τους χαιρετισμούς αυτών των καλοκάγαθων ανθρώπων. Ανεβαίναμε τους στενούς δρόμους ψάχνοντας μια γωνιά να ξαποστάσουμε από το ανηφόρι, να κάτσουμε να πιούμε μια παγωμένη μπύρα και να πάρουμε μια βαθιά ανάσα στεριάς, πριν μας καταπιούν πάλι τα αμπάρια και το πέλαγο.
Εκεί ακριβώς που τελείωνε το ανηφόρι, αντικρίσαμε ένα μαγαζί που έμοιαζε με τους δικούς μας καφενέδες. Ήταν ορθάνοιχτο, με τις πόρτες του διάπλατες στη δροσιά της μέρας. Είχε μέσα λίγους θαμώνες, κυρίως ηλικιωμένους άντρες που κάθονταν νωχελικά στα ξύλινα τραπέζια. Αυτό το μέρος προτιμήσαμε, καθώς η απλότητά του, οι χαμηλές φωνές και ο τρόπος που ήταν στημένο, έμοιαζε με Ελλάδα. Ένιωθες ότι αν δρασκελίζουσες το κατώφλι του, δεν θα άκουγες ιταλικά, αλλά τους γνώριμους ήχους κάποιου καφενείου στον Πειραιά ή σε κάποιο νησί.
Και όταν το μάτι μας πήρε ακριβώςαπέναντι ένα ψηλό τοίχο με μια τεράστια πύλη κλειστή, μας τράβηξε το βλέμμα. Πάνω από τη βαριά πύλη, σκαλισμένη στην πέτρα, στεκόταν μια επιγραφή στα αρχαία ελληνικά. Διάβασα με δυσκολία τις λέξεις: «ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΝ», και από κάτω, με βαθιά γράμματα, έγραφε «ΠΡΟΣΔΟΚΩ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΝΕΚΡΩΝ».
Γεμάτοι περιέργεια γυρίσαμε στον καφετζή και τον ρωτήσαμε στα ελληνικά, με την κρυφή ελπίδα να είναι πατριώτης. Ναι, ήταν Έλληνας, από πάππου προς πάππου, από εκείνες τις παλιές οικογένειες που είχαν μετοικήσει κάποτε στην ξενιτιά. Μας εξήγησε πως η περιοχή σχεδόν ολόκληρη αποτελούσε μια παλιά, αρχαία ελληνική παροικία. Οι άνθρωποι εδώ μιλούσαν την ιταλική γλώσσα, αλλά συνάμα κρατούσαν ζωντανή και την ελληνική, μέσα από μια παράξενη, αρχαϊκή διάλεκτο. Ήταν μια λαλιά δύσκολη, ένα κράμα ανάμεσα στα αρχαία ελληνικά και σε λέξεις που έμοιαζαν πολύ με τα ποντιακά. Με αρκετή δυσκολία καταφέρναμε να τον παρακολουθήσουμε, καθώς μας εξιστορούσε με περηφάνια το πώς ρίζωσε και μεγαλούργησε το ελληνικό στοιχείο σε τούτη την αρχοντική πόλη.
Μας διηγήθηκε με καμαρωτό ύφος ότι η πόλη κατοικήθηκε από την αρχαιότητα, αλλά το αποκορύφωμα της ιστορίας της γράφτηκε στα τέλη εκείνου του αιώνα, στα χρόνια του Λάμπρου Κατσώνη. Όταν ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος, ο θρυλικός θαλασσομάχος ήρθε κρυφά στην Τεργέστη. Οι πλούσιοι Έλληνες έμποροι της πόλης άνοιξαν τα πουγκιά τους, χρηματοδότησαν τον αγώνα του και τον βοήθησαν να αγοράσει και να εξοπλίσει το πρώτο του πολεμικό καράβι. Από εδώ, από αυτό το ίδιο λιμάνι, ξεκίνησε ο Κατσώνης για να κατεβεί στο Αιγαίο και να σκορπίσει τον τρόμο στον οθωμανικό στόλο. Και εκείνο απέναντι ήταν το παλιό νεκροταφείο της ελληνικής κοινότητας. Μια ιερή, βουβή γειτονιά των προγόνων τους, που στεκόταν εκεί για αιώνες στην ξενιτιά, και έκανε το ανοιχτό μαγαζάκι να μοιάζει ακόμα περισσότερο με τη δική μας πατρίδα.
Τελικά ο καλός μαγαζάτορας δεν μας πήρε χρήματα, μας κέρασε τις μπύρες. Και εμείς, πιο γνωστικοί πια για την ιστορία της Τεργέστης, τον αποχαιρετίσαμε με ένα αίσθημα βαθιάς συγκίνησης και περηφάνιας.

Μόλις ολοκληρώθηκε η φόρτωση και οι ναύτες ασφάλισαν τα αμπάρια, βάλαμε πλώρη για το Νοβοροσίσκ, ένα ταξίδι διαδρομής περίπου 1.620 ναυτικών μιλίων και καθώς φορτωμένοι, διάρκειας πεντέξι ημερών.
Κατεβαίνοντας την Αδριατική, νιώθαμε το βαπόρι βαρύ, στιβαρό, να κάθεται βαθιά στο νερό και να παλεύει με άλλη αρχοντιά το κύμα.
Στις βάρδιες μου, με μόνη παρέα το «ντούκου-ντούκου» της μηχανής που αντηχούσε ρυθμικά στα σωθικά του πλοίου, νοσταλγούσα να φτάσουμε γρήγορα, να ανταμώσω με την αγαπητικιά μου. Την είχα πεθυμήσει, είχα καιρό να τη δω. Κάθε χτύπος του εμβόλου στο μηχανοστάσιο έμοιαζε να μετράει αντίστροφα τα μίλια που με χώριζαν από εκείνη, και η σκέψη της ήταν η μόνη συντροφιά που γλυκαινε την κούραση και την αλμύρα της ξενιτιάς.
Της είχα αγοράσει έναν ωραίο σταυρό με μακριά καδένα από την Ιταλία. Ήταν μακρύς, στο σχήμα των καθολικών, που μου άρεσε. Αγόρασα για αυτήν έναν χρυσό, και για μένα έναν ακριβώς τον ίδιο, ασημένιο, τον οποίο ακόμα μέχρι σήμερα φορώ στο λαιμό.
Θα της έδινα ακόμα ένα φόρεμα που είχα αγοράσει ειδικά για αυτήν. Το είχα φυλαγμένο μαζί με τις τσίχλες που λαθραία εμπορευόμουν στη Σοβιετική Ένωση, και είχα καλά φυλαγμένα μέσα σε κρυψώνες στο μηχανοστάσιο.
Όμως εκείνο το φουστάνι, δεν έμελλε να της το χαρίσω. Διότι άλλαι μέν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει.
Η μοίρα των ναυτικών γράφεται πάντα πάνω στο νερό και αλλάζει πιο γρήγορα κι από τον καιρό. Οι κρυψώνες στο μηχανοστάσιο κρατούσαν καλά τα μυστικά τους, το «ντούκου-ντούκου» της μηχανής συνέχιζε τον σκοπό του, όμως το ριζικό μας είχε ήδη χαράξει άλλη πορεία, ανατρέποντας όλα όσα είχαμε σχεδιάσει και εγώ, και όλο το πλήρωμα.
Ο καπετάνιος ήταν οξύθυμος, παρορμητικός και απρόοπτος. Στο πλωριό ντεκ, εκεί που βρισκόταν η καμπίνα του, είχε διαμορφώσει και μια δεύτερη, μικρότερη για τον καμαρώτο του. Καμαρώτος του ήταν ο ναύτης ο Κατσιβάκης, τον οποίο είχε χρίσει βοηθό του. Κρυφά στο πλοίο ψιθυρίζονταν διάφορα σχόλια, όλοι λέγανε πως εκεί μέσα δεν παιζόταν μια απλή σχέση. Μόλις, όμως, δρασκελίσαμε στη Μαύρη Θάλασσα, οι δυο τους τσακώθηκαν άγρια. Ο καπετάνιος, για να τον τιμωρήσει, του κατάσχεσε όλες τις λαθραίες τσίχλες και καλσόν που εκείνος σκόπευε να εμπορευτεί στη Σοβιετική Ένωση, και τα οποία είχε κρυμμένα, με την άδειά του, μέσα στην ίδια την καμπίνα του καπετάνιου. Και ο Κατσιβάκης, με όλο το θάρρος και το θράσος που του έδινε η οικειότητα τους, ορθώθηκε μπροστά του και τον ρώτησε κατάμουτρα γιατί κατάσχεσε μόνο τη δική του πραμάτεια και όχι όλου του πληρώματος — καθώς, κακά τα ψέματα, όλο το πλήρωμα το ίδιο μικρολαθρεμπόριο κάναμε.
Το επόμενο πρωί, ο καπετάνιος φώναξε τον λοστρόμο και του έδωσε μια σκληρή διαταγή: να μαζευτούν αμέσως όλα τα λαθραία εμπορεύματα όλου του πληρώματος στην καμπίνα του. Ο λοστρόμος, μαζί με τους ναύτες του, πήρε σβάρνα το βαπόρι. Καθώς όλοι μεταξύ μας γνωρίζαμε καλά τις κρυψώνες του καθενός, δεν άργησε να βρει τα πάντα. Μάζεψε όλη μας την πραμάτεια και την κουβάλησε στο γραφείο του καπετάνιου κάτω στο πάτωμα.
Όλοι απογοητευτήκαμε βαθιά βλέποντας τα έξοδά μας και τα μελλοντικά έσοδά μας να κάνουν φτερά για ένα καπρίτσιο της γέφυρας, αλλά μέσα μας ελπίζαμε ακόμα πως, μόλις του πέρναγε ο θυμός, θα μας τα έδινε πίσω. Όμως αυτό δεν έγινε ποτέ. Ο εγωισμός του ήταν πιο μεγάλος από τη λογική. Έτσι, χωρίς να έχουμε πια τίποτα στα χέρια μας για εμπόριο, με τα αμπάρια γεμάτα χάλυβα αλλά τις δικές μας κρυψώνες αδειανές, φτάσαμε στο λιμάνι του Νοβοροσίσκ.
Και ο καπετάνιος μέσα στην τύφλα του θυμού του, ξέχασε να τα δηλώσεις ως τράνζιστ. Κι έτσι, καθώς όλη μας η πραμάτεια βρισκόταν απλωμένη και εκτεθειμένη μέσα στην καμπίνα του, οι Σοβιετικοί τελωνειακοί τη βρήκαν αμέσως στον έλεγχο.
Οι αρχές του λιμανιού αποδείχτηκαν αμείλικτες και επέβαλαν ένα δυσβάσταχτο πρόστιμο για να νομιμοποιηθούν τα πράγματα. Μόλις ο καπετάνιος ενημέρωσε την ναυτιλιακή εταιρεία στην Ελλάδα, έγινε χαμός. Δέχτηκε μεν να πληρώσει το ποσό εκείνη τη στιγμή για να μην κατασχεθεί το βαπόρι, αλλά του ξεκαθάρισε αμέσως ότι θα έκοβε κάθε δεκάρα από τον δικό του μισθό, αφού η αμέλεια ήταν αποκλειστικά δική του.
Εκείνος, όμως, θολωμένος από το πείσμα και τη ζημιά, όχι μόνο δεν μας επέστρεψε τα πράγματα, αλλά πήρε μια απόφαση που μας άφησε άφωνους: αποφάσισε αυθαίρετα να ανακατανείμει το ποσό του προστίμου και να το αποκόψει από τον μισθό όλου του πληρώματος.

Στην επιστροφή του ταξιδιού, η ατμόσφαιρα μέσα στο βαπόρι ήταν ηλεκτρισμένη. Στην τραπεζαρία και στο καρέ του πληρώματος, εκεί που άλλοτε λέγαμε τα αστεία μας, ήμασταν όλοι ανάστατοι, μαζευμένοι πάνω από τους πάγκους με τα πρόσωπα σκοτεινά. Το ποσό του προστίμου που αναλογούσε στον καθένα μας, αν ο καπετάνιος έκανε πράξη την απειλή του, θα ήταν τεράστιο — ένα τσεκούρι στα μεροκάματα που βγάλαμε με τόσο ιδρώτα.
«Δεν θα πληρώσουμε εμείς τα σπασμένα των καπρίτσιων του!» φώναξε ένας ναύτης, χτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι, ενώ ένας μηχανικός δίπλα του συμπλήρωσε με πίκρα: «Φτύσαμε αίμα στη μηχανή, λιώσαμε στις βάρδιες για να μας φάνε το ψωμί των σπιτιών μας;» Οι φωνές άρχισαν να ανάβουν, οι κουβέντες μπερδεύονταν με τον καπνό των τσιγάρων και η οργή έβραζε, πιο καυτή κι από τα καζάνια του μαγειρίου.
Στο τέλος, μέσα στη βαβούρα, σηκώθηκε και πήρε τον λόγο ο λοστρόμος. Έκανε μια κίνηση με τα ροζιασμένα του χέρια να σωπάσουμε, μας κοίταξε έναν-έναν στα μάτια και μας μίλησε με εκείνη την απλοϊκή, σταράτη λογική των παλιών ναυτικών:
«Ρε σεις, ακούστε με δω χάμω. Το βαπόρι το ταξιδεύουν οι ναύτες και οι μηχανικοί, όχι οι εγωισμοί της γέφυρας. Αν σκύψουμε το κεφάλι τώρα, αύριο θα μας πάρουν και τα ρούχα που φοράμε. Ένα-ένα μόνο του, ο καπετάνιος μας κάνει ό,τι θέλει. Αλλά όλοι μαζί, είμαστε πιο δυνατοί κι από τη λαμαρίνα του ΣΑΝ ΝΤΕΝΙΣ. Το δίκιο μας είναι καθαρό σαν το ιώδιο της θάλασσας. Θα το αφήσουμε να πνιγεί για ένα καπρίτσιο;»
Τα λόγια του, απλά και ζυγισμένα, έπεσαν σαν βαλσάμο και μας έπεισαν όλους. Εκεί, μέσα στο καρέ, πήραμε την οριστική μας απόφαση.
Το πλοίο, μετά το Νοβοροσίσκ, πήγαινε για το λιμάνι του Πειραιά. Τα γραφεία της ναυτιλιακής εταιρείας ΦΡΑΓΚΙΣΤΑΣ, της εργοδότριας εταιρείας μας, ήταν ακριβώς εκεί που τελείωνε ο δρόμος του λιμανιού, στην Ακτή Μιαούλη, δίπλα στον σταθμό του ηλεκτρικού τρένου. Το σχέδιο ήταν στρωμένο: μόλις δέναμε, θα πηγαίναμε όλοι μαζί κατευθείαν στο γραφείο να πληρωθούμε και θα ξεμπαρκάραμε επί τόπου. Με αυτόν τον τρόπο, ο καπετάνιος δεν θα προλάβαινε να στείλει τις αναφορές του και να κάμει τις αποκοπές από τους μισθούς μας.
Έτσι ακριβώς και κάναμε. Μόλις πιάσαμε Πειραιά, εκτός από τους αξιωματικούς, όλο το υπόλοιπο πλήρωμα, μια γροθιά, ανεβήκαμε στα γραφεία της Ακτής Μιαούλη. Πληρωθήκαμε μέχρι και την τελευταία μας λίρα, καθαροί και όρθιοι, και δώσαμε τις παραιτήσεις μας.
Από εκεί και πέρα, τι απέγινε ο καπετάνιος, ο Κατσιβάκης ή το ίδιο το ΣΑΝ ΝΤΕΝΙΣ, δεν το έμαθα ποτέ. Το δικό μου ταξίδι με το πλοίο ΣΑΝ ΝΤΕΝΙΣ, εκείνο το τέλος καλοκαιριού του '74 είχε μόλις τελειώσει, αφήνοντάς μου για πάντα φυλακτό τον ασημένιο σταυρό στον λαιμό και την ανάμνηση μιας πόλης που μιλούσε ελληνικά στις ανηφοριές της.

ΕΝΑΣ ΑΠΡΟΣΜΕΝΟΣ ΣΩΤΗΡΑΣ

Η Τρούμπα του Πειραιά ήταν μια κακόφημη συνοικία, γεμάτη οίκους ανοχής, καμπαρέ και κάθε λογής σκοτεινά καταγώγια. Από τη δεκαετία του 1950 μέχρι και το 1967, στην περιοχή λειτουργούσαν περισσότερα από εκατό σπίτια με κόκκινα φώτα, καφενεία-τεκέδες και κακόφημα νυχτερινά κέντρα. Οι άνθρωποι που σύχναζαν εκεί ήταν συχνά επικίνδυνοι. Στα στενά δρομάκια παραφύλαγαν συμμορίες και ληστές, ενώ τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών ανάμεσα σε φατρίες, προστάτες και προαγωγούς κατέληγαν συχνά σε στυγερούς φόνους.

Το 1967, η στρατιωτική δικτατορία έκλεισε βίαια τα περισσότερα από αυτά τα κέντρα και η οδός Τρούμπας μετονομάστηκε σε Νοταρά. Η περιοχή του λιμανιού άρχισε σταδιακά να αλλάζει πρόσωπο, καθώς στα επιβλητικά κτίρια της Ακτής Μιαούλη, στον παράλληλο δρόμο, εγκαταστάθηκαν μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες.

Ωστόσο, κατά τη δεκαετία του 1970, η νυχτερινή ζωή ξαναζωντάνεψε στα γύρω στενά. Τα καμπαρέ διαφήμιζαν ξανά τις υπηρεσίες τους με προκλητικές φωτογραφίες στις βιτρίνες, ενώ πορτοφολάδες, κλέφτες και κάθε λογής περιθωριακοί τύποι κυκλοφορούσαν ανενόχλητοι στις πλατείες και στα σοκάκια.

Στην κάθετη οδό που συνέδεε την παλιά Τρούμπα με την Ακτή Μιαούλη, δέσποζαν δυο κινηματογράφοι, όπου από το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα προβάλλονταν ταινίες πορνό. Μετά την πτώση της χούντας, η προβολή τους είχε γίνει πιο ελεύθερη και οι αίθουσες βούλιαζαν από κόσμο που κατέφθανε από όλες τις γύρω περιοχές — από το Χατζηκυριάκειο και τη Δραπετσώνα μέχρι το Πασαλιμάνι. Ανάμεσα στους τακτικούς θαμώνες, βέβαια, υπήρχαν και άντρες που αναζητούσαν εφήμερους πελάτες μέσα στο προστατευτικό σκοτάδι των αίθουσων.

Δίπλα ακριβώς βρισκόταν το καφενείο «Η Βοσκοπούλλα», ένα γνωστό στέκι όπου σύχναζαν αποκλειστικά Κύπριοι ναυτικοί. Όποτε κατέβαινα στον Πειραιά, η διαδρομή μου κατέληγε πάντα εκεί. Ήταν το καταφύγιό μου. Πάντα έβρισκα κάποιον συμπατριώτη για να μάθω νέα από τη βασανισμένη πατρίδα. Μετά τον πόλεμο και την τουρκική εισβολή του 1974, πολλοί γνωστοί και φίλοι μου είχαν καταγραφεί στις μαύρες λίστες των νεκρών, των αγνοουμένων ή των αιχμαλώτων.

Είχα ξεμπαρκάρει μόλις την προηγούμενη μέρα από το πλοίο «ΣΑΝ ΝΤΕΝΙΣ» και το επόμενο πρωί κατέβηκα κατευθείαν στη «Βοσκοπούλλα». Στην τσέπη μου έκρυβα όλη την αμοιβή που είχα κοπιάσει να βγάλω ως δόκιμος μηχανικός. Δεν ήταν κανένα μυθικό ποσό, αλλά για μένα ήταν αρκετά. Στο καφενείο συνάντησα πολλούς γνωστούς και πιάσαμε αμέσως την κουβέντα. Ακολουθώντας το άγραφο έθιμο του μαγαζιού —σύμφωνα με το οποίο όποιος πληρωνόταν από το ξεμπαρκάρισμα όφειλε να τρατάρει τους πάντες— τους κέρασα όλους. Τα νέα από το νησί ήταν πολλά και βαριά. Σμίγοντας με τον βαθύ νόστο μου για την πατρίδα, με κράτησαν καθηλωμένο εκεί για ώρες.

Όταν τελικά βγήκα από το καφενείο, το σούρουπο είχε απλωθεί για τα καλά. Ξεκίνησα με τα πόδια προς τη στάση του λεοφωρείου, με σκοπό να ανέβω στην Αθήνα. Η απόσταση ήταν λιγότερη από χιλιόμετρο. Περπατούσα νωχελικά, χαζεύοντας τις φωτισμένες βιτρίνες για να περάσει η ώρα.

Λίγο πριν φτάσω στον σταθμό, βρέθηκα στην πλατεία Θεμιστοκλέους, όπου πρόσφατα είχαν στήσει το επιβλητικό, χάλκινο άγαλμα του αρχαίου στρατηγού. Στάθηκα για λίγο να το περιεργαστώ. Υψωνόταν αγέρωχο πάνω στο μαρμάρινο βάθρο του, με τη μορφή του Θεμιστοκλή να κοιτάζει μπροστά και το δεξί του χέρι απλωμένο να δείχνει με μια σταθερή, αιώνια κίνηση το μεγάλο λιμάνι και το ανοιχτό πέλαγος. Σαν να θύμιζε σε κάθε θαλασσινό το χρέος της επιστροφής.

Εκεί ακριβώς έπιασα κουβέντα με δυο γυναίκες, μάνα και κόρη, που δούλευαν στο περίπτερο της πλατείας. Η κουβέντα μας παρατράβηξε περισσότερο απ' όσο υπολόγιζα. Όταν τελικά αποχαιρετιστήκαμε, η νύχτα είχε πέσει βαθιά.

Πήρα τον δρόμο βιαστικά. Διέσχισα την πλατεία και, για να κόψω δρόμο, αποφάσισα να περάσω πίσω από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, ώστε να βγω γρήγορα απέναντι, στη λεωφόρο Βασιλέως Γεωργίου.

Πίσω από το ιερό, η αυλή της εκκλησίας ήταν βυθισμένη στο απόλυτο σκοτάδι, χωρίς ίχνος φωτισμού, και λόγω της ερημιάς δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Άνοιξα το βήμα μου, νιώθοντας την ανάγκη να απομακρυνθώ το συντομότερο από εκείνο το δυσοίωνο σημείο. Στο μυαλό μου άρχισαν να στριφογυρίζουν όλες εκείνες οι τρομακτικές ιστορίες για τις συμμορίες που παραμονευαν στα σκοτεινά σημεία του λιμανιού.

Αλλά, ως φαίνεται, αυτό που φοβάται κανείς, αυτό και παθαίνει. Λίγα μόλις μέτρα πριν προλάβω να βγω ξανά στο φως, τέσσερις ανθρώπινες φιγούρες ξεπήδησαν αναπάντεχα από το σκοτάδι, κλείνοντάς μου τον δρόμο. Μέσα στην κακοφωτισμένη νύχτα, διέκρινα τα χέρια τους απλωμένα απειλητικά προς το μέρος μου. Μου φάνηκε πως κρατούσαν όπλα — ίσως πιστόλια, ίσως μαχαίρια, ή βαριούς σιδερολοστούς και ρόπαλα.

Γύρισα ενστικτωδώς να διαφύγω τρέχοντας προς τα πίσω, αλλά ήταν ήδη αργά. Άλλες τρεις σκιές είχαν ορθωθεί εκεί, αποκλείοντας κάθε δρόμο σωτηρίας.

Η παγίδα είχε κλείσει. Κατάλαβα αμέσως ότι ο σκοπός τους ήταν η ληστεία. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου το μυαλό μου γύρισε στροφές, και αποφάσισα να μην προβάλω καμία αντίσταση. Θα τους παρέδιδα αμαχητί όσα χρήματα είχα επάνω μου, με τη μόνη ελπίδα να γλιτώσω τη ζωή μου.

Οι άντρες άρχισαν να με πλησιάζουν αργά, σαν αρπακτικά που στενεύουν τον κλοιό γύρω από το θήραμα. Όταν κόντεψαν, ξαφνικά, ένας από αυτούς, με μια κοφτή, επιτακτική φωνή, άρθρωσε μια διαταγή σε μια γλώσσα που μου φάνηκε αραβική. Πρόσθεσε μερικές λέξεις ακόμα, και όλη η συμμορία κοκκάλωσε. Ύστερα, σαν πειθαρχημένος στρατός, γύρισαν την πλάτη και χάθηκαν μέσα στη νύχτα, σαν να τους κατάπιε το σκοτάδι.

Ο άνθρωπος που είχε μιλήσει ήταν μικρόσωμος, σχεδόν καχεκτικός. Πλησίασε προς το μέρος μου και μου άπλωσε το χέρι του. Του το έδωσα μηχανικά, νιώθοντας ένα αναπάντεχα δυνατό, θερμό σφίξιμο. Στην αρχή, το μυαλό μου αδυνατούσε να συλλάβει τι είχε συμβεί. Προσπαθούσα μάταια να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, που παρέμεναν κρυμμένα στις σκιές.

Μου μίλησε στα αγγλικά, ψιθυρίζοντας απλώς: «my friend». Ύστερα, με τράβηξε απαλά αλλά σταθερά από το χέρι, οδηγώντας με προς το φωτισμένο μέρος της πλατείας. Γεμάτος παγωμένη περιέργεια και μια παράξενη, υπόκωφη υποψία, προσπαθούσα να καταλάβω ποιος ήταν.

Μόλις το φως του δρόμου έπεσε πάνω του, αναγνώρισα τον απρόσμενο σωτήρα μου.

Ήταν ο ίδιος εκείνος μικρόσωμος καχεκτικίς άντρας με τα σκληρά, ανέκφραστα μάτια, που είχα συναντήσει λίγους μήνες νωρίτερα στην Τρίπολη της Λιβύης. Ο ίδιος άνθρωπος που είχα δει με τα μάτια μου να εκτελεί εν ψυχρώ έναν άνθρωπο μπροστά στη βιτρίνα με τα ρολόγια. Ο ίδιος που, καταδιωκόμενος, είχε τρυπώσει κρυφά σαν λαθρεπιβάτης στο βαπόρι μας, αναζητώντας απεγνωσμένα τρόπο να διαφύγει σε μια ξένη χώρα. Κι εγώ, όταν τον είχα ανακαλύψει τότε κρυμμένο στο μηχανοστάσιο, αφού άκουσα την τραγική ιστορία του και κατάλαβα το κίνητρο του φόνου, είχα επιλέξει να σιωπήσω και να μην τον καταδώσω στον καπετάνιο.

Και τώρα, η μοίρα τον έφερνε ξανά μπροστά μου, στην πλατεία Θεμιστοκλέους, ως αρχηγό μιας αδίστακτης συμμορίας που λήστευε —και ίσως σκότωνε— ανυποψίαστους περαστικούς στα σκοτάδια του Πειραιά.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν μια βαθιά ανάσα ανακούφισης: ήμουν απίστευτα τυχερός που ο αρχηγός εκείνης της αγέλης ήταν εκείνος. Χάρη στο δικό μου παλιό έλεος, είχα γλιτώσει τη ζωή μου απόψε. Όμως, καθώς τον αποχαιρετούσα με ένα νεύμα και ανέβαινα στο λεωφορείο για να χαθώ στους δρόμους της Αθήνας, μια άλλη, βασανιστική σκέψη άρχισε να καρφώνεται στο μυαλό μου: αν τότε, στη Λιβύη, είχα πράξει το «σωστό» και τον είχα παραδώσει, ίσως να μην είχε φτάσει ποτέ εδώ. Ίσως να μην είχε γίνει ποτέ ο αρχηγός αυτής της συμμορίας. Ίσως εκείνοι οι άντρες να μην είχαν βρεθεί ποτέ στον δρόμου μου. Ίσως, μάλιστα, αυτή η συμμορία να μην υπήρχε καν…

Κοίταζα έξω από το θολό τζάμι του λεωφορείου τα φώτα του Πειραιά να σβήνουν σιγά-σιγά στο σκοτάδι. Στην τσέπη μου, τα λεφτά του πρώτου μου μπάρκου ήταν ακόμα εκεί, ανέπαφα, κι όμως ένιωθα πιο φτωχός, σαν να είχα χάσει κάτι από την νεανική μου αφέλεια. Στη θάλασσα είχα μάθει να ξεχωρίζω την καταιγίδα από τη γαλήνη, αλλά εκείνη τη νύχτα, στην πλατεία Θεμιστοκλέους, κατάλαβα ότι στη στεριά το καλό και το κακό μπερδεύονται γλυκά και επικίνδυνα. Είχα σώσει έναν φονιά κι εκείνος, με τη σειρά του, είχε σώσει εμένα. Το πρώτο μου ταξίδι δεν είχε τελειώσει όταν έδεσε το βαπόρι, συνεχιζόταν τώρα, μέσα σε ένα νυχτερινό λεωφορείο, με την υποψία ότι οι αποφάσεις μας μάς ακολουθούν σαν σκιές, περιμένοντας στην επόμενη γωνία.

 Η ΤΡΟΥΜΠΑ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ

Αφού ήμουν στην Ελλάδα, ήταν φυσικό να θελήσω να επισκεφτώ την κακόφημη συνοικία της Τρούμπας στον Πειραιά. Της είχαν αλλάξει όνομα, προσπάθησαν να της αλλάξουν και ιστορία. Μα τίποτα δεν είχαν καταφέρει. Ξανάγινε μια περιοχή γεμάτη νταβατζήδες, πορνεία, σινεμά ερωτικών ταινιών και καμπαρέ. Είχα ξεμπαρκάρει από το ΣΑΝ ΝΤΕΝΙΣ και είχα χρήματα στη τσέπη εν συγκρίσει με την άφιξη μου από την Κύπρο την προηγούμενη φορά, που ήμουν άφραγκος και απένταρος. Τότες μόνη μου έγνοια ήταν μόνο να βρω μπάρκο. Τώρα ξέμπαρκος, είχα σκοπό να περιηγηθώ κάποιους ενδιαφεροντες χώρους.
Πρώτη μου σκέψη να επισκεφτώ τα καμπαρέ. Στον τόπο μου στο μικρό μου χωριό, δεν υπήρχαν καμπαρέ. Όσα ήξερα γι αυτά, ήταν από ταινίες που έβλεπα μικρός στο σινεμά του χωριού μου. Και μέσα από αυτές, έμαθα να τα θεωρώ ως κέντρα ακολασίας και επικινδυνότητας. Οι ελληνικές ταινίες της εποχής, όπως τα «Κόκκινα φανάρια» και η «Λόλα», παρουσίαζαν την Τρούμπα σαν έναν σκοτεινό κόσμο, όπου πίσω από τα φώτα των καμπαρέ, τα τραγούδια και τους χορούς, κρύβονταν ανθρώπινα δράματα, εκμετάλλευση, επικίνδυνες γνωριμίες και άνθρωποι του υποκόσμου. Οι γυναίκες της νύχτας, οι νταβατζήδες και οι ναυτικοί που σύχναζαν εκεί αποτελούσαν τους πρωταγωνιστές μιας ζωής εντελώς διαφορετικής από εκείνη που γνώριζα στο χωριό μου. Από τις εικόνες του κινηματογράφου, είχα σχηματίσει την εντύπωση πως η Τρούμπα ήταν ένας τόπος γεμάτος πειρασμούς, αλλά και κινδύνους.
Έτσι, μέσα στο υποσυνείδητό μου, είχε γεννηθεί η περιέργεια να τα γνωρίσω. Είχα πάει σε πολλά λιμάνια του κόσμου, είχα γνωρίσει τον υπόκοσμο και τα κοντραμπάντα των λιμανιών, αλλά ήθελα οπωσδήποτε να γνωρίσω τα καμπαρέ της Τρούμπας, καθώς ήμουν επηρεασμένος από τις κινηματογραφικές εικόνες που είχα δει μικρός. Ήθελα να ανακαλύψω αν η πραγματικότητα ήταν τόσο σκοτεινή και επικίνδυνη όσο την παρουσίαζαν οι ταινίες ή αν στη μεγάλη οθόνη έγαφαν σενάρια τρόμου και μυστηρίου.

Στο καφενείο της «ΕΛΛΑΣ», που βρισκόταν απέναντι από το καφενείο της «ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ», συναντηθήκαμε με τον Αντωνέσκο. Ο Αντρίκος ο Αντωνέσκος ήταν ένας κολλητός μου φίλος και συγχωριανός. Ζήσαμε και αναγιωθήκαμε μαζί στο μικρό χωριό. Μαζί στα καλά και στα κακά, στη φτώχεια και στη μιζέρια, στη διασκέδαση και στη λύπη. Ζήσαμε και ανδρωθήκαμε σε έναν τόπο ξερό και ξεχασμένο από τον Θεό. Ήμασταν στενά δεμένοι, αχώριστοι. Γι’ αυτό και ήταν μεγάλη η χαρά μας όταν συναντηθήκαμε σε έναν τόπο άγνωστο και ξένο. Ο Αντρίκος κατέβηκε στον Πειραιά για σπουδές κι εγώ για να μπαρκάρω. Ύστερα από καιρό χωρισμού, ξανασυναντηθήκαμε εδώ, στον Πειραιά.
Και μέσα σε όλη αυτή τη χαρά της συνάντησής μας, αποφασίσαμε να το ξενυχτήσουμε. Και πού αλλού; Στα καμπαρέ της Τρούμπας, που βλέπαμε μαζί μικροί στο σινεμά. Θέλαμε να δούμε από κοντά όσα βλέπαμε στις ταινίες με τον Κούρκουλο, τον Φούντα, τη Ζωή Λάσκαρη και τόσους άλλους υπέροχους ηθοποιούς της δεκαετίας του ’60.
Έτσι, παρέα με άλλους δύο συμφοιτητές του Καλαματιανούς, βάλαμε σκοπό εκείνη τη νύχτα να ανακαλύψουμε τις αλήθειες και τα ψέματα, τις πραγματικότητες και τις φαντασιώσεις των κινηματογραφικών σεναρίων.
Ώσπου να φτάσει η νύχτα, είχαμε αρκετές ώρες μπροστά μας. Για να περάσει η ώρα, βγήκαμε μια τσάρκα ως το Πασαλιμάνι, το λιμάνι της Ζέας. Χαζέψαμε τη θάλασσα, τα σκάφη και την κίνηση γύρω από το λιμανάκι. Ήταν ένας όμορφος γραφικός χώρος, με τη δική του ξεχωριστή φυσιογνωμία. Συγκρίναμε την ομορφιά του μικρού λιμανιού της Ζέας με το μεγάλο του Πειραιά, αλλά συγκριση δεν υπηρχε. Ηταν και τα δυο λιμάνια πανεμορφα, το καθενα με τη χαρη του .
Όταν επιστρέψαμε στην Ακτή Μιαούλη, είχε νυχτώσει για τα καλά. Η κίνηση στην Ακτή Μιαούλη και στα στενά δρομάκια γύρω της πύκνωνε και άλλαζε χαρακτήρα. Οι εργάτες της ημέρας και οι μαγαζάτορες είχαν δώσει τη θέση τους σε πλήθος αντρών και γυναικών διαφορετικών από τους ανθρώπους της ημέρας. Άλλοι ναυτικοί, και άλλοι κάθε καρυδιάς καρύδι. Εκείνο, όμως, που με εντυπωσίασε, ήταν οι πολλοί αλλόθρησκοι μετανάστες, που κυριαρχούσαν στους δρόμους Τα πρόσωπά τους ήταν τόσο μαύρα, που μέσα στο λιγοστό φως των δρόμων έμοιαζαν να γίνονται ένα με το σκοτάδι της νύχτας. Σουλατσάριζαν πάνω κάτω, δίνοντας στα στενά μια όψη που δεν είχα συνηθίσει να βλέπω σε άλλα λιμάνια. Ο καθένας φαινόταν να έχει τον δικό του σκοπό.

Ανάμεσα σε αυτό το ετερόκλητο πλήθος, χωρίς να νιώθουμε φόβο, αφού ήμασταν τέσσερις, πιάσαμε τη Νοταρά και προχωρούσαμε νωχελικά, χωρίς βιασύνη. Σταματούσαμε μπροστά σε κάθε βιτρίνα των καμπαρέ, όπου διαφημίζονταν οι κοπέλες που εργάζονταν εκεί. Μέσα στις βιτρίνες, σε φωτογραφίες, ημίγυμνες και γυμνές γυναίκες πόζαραν προκλητικά, προβάλλοντας τα κάλλη τους, ενώ δίπλα, νταβατζήδες καλούσαν τους περαστικούς να μπουν μέσα. Μαγαζιά ήταν πολλά, το ένα δίπλα στο άλλο, όλα υπόγεια, και κατελάμβαναν και από τις δύο μεριές, ολο το δρόμου της Τρούμπας μέχρι εκεί που τελείωνε.
Διαλέξαμε ένα καμπαρέ όπου, στις φωτογραφίες, οι κοπέλες φαίνονταν ωραιότερες από εκείνες των άλλων, κατεβήκαμε τα σκαλιά και μπήκαμε μέσα. Μια μικρή πίστα βρισκόταν στο κέντρο της αίθουσας, άδεια εκείνη την ώρα. Στο βάθος υπήρχε ένα υπερυψωμένο βάθρο, περίπου τριάντα εκατοστά πάνω από το δάπεδο, με άνετες πολυθρόνες. Εκεί επικρατούσε σκοτάδι, με ένα αδύναμο ημίφως που μόλις φώτιζε τον χώρο.
Καθίσαμε αρχικά στο πρώτο ελεύθερο τραπέζι. Σχεδόν αμέσως ήρθαν κοντά μας όμορφες γυναίκες. Μας ζήτησαν ποτά και τις κεράσαμε. Με το δεύτερο ποτό, μας ρώτησαν αν θέλαμε να καθίσουμε πιο πίσω, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Δεχτήκαμε και μας οδήγησαν στο βάθρο, όπου καθίσαμε στις άνετες πολυθρόνες. Οι κοπέλες κάθισαν στις ίδιες πολυθρόνες με εμάς, και κόλλησαν πάνω μας, «δείχνοντας μεγάλο ενδιαφέρον για την παρέα μας».
Δεν μου άρεσε να πίνω πολύ. Πάντα έπινα μόνο ένα δυο ποτηράκια, για το χατίρι της παρέας. Εκείνη τη νύχτα ήθελα να έχω τον έλεγχο και να μη ζαλιστώ, γι’ αυτό αποφάσισα να πιω μόνο μία μπίρα. Είχα μέσα μου μια ανησυχία. Φοβόμουν μήπως είχα κακά ξεμπερδέματα, ίσως επηρεασμένος από τις ελληνικές ταινίες που έβλεπα μικρός στο χωριό μου.
Δεν θυμάμαι να παρήγγειλα δεύτερο ή τρίτο ποτό. Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα, παρά μόνο ότι πέρασα καλά. Θυμάμαι στιγμές σε ευχάριστες και ηδονικές αναλαμπές, με τις πανέμορφες κοπέλες να με αγγίζουν, να με χαϊδεύουν, να με πασπατεύουν.
Ύστερα, οι αναμνήσεις μου σταματούσαν. Η επόμενη εικόνα που είχα ήταν από το επόμενο πρωί, όταν ξύπνησα μόνος στο παλιό κρεβάτι του ξενοδοχείου. Ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα, με ένα τσιγάρο στο χέρι, και κοιτούσα το ταβάνι, προσπαθώντας να θυμηθώ τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ.
Σε αναλαμπές άρχισα να θυμάμαι, και αμέσως με έζωσε η ανυσηχία. Το μυαλό μου πήγε στο κακό. Πού ήταν η κοπέλα του μπαρ; Γιατί ήμουν μόνος; Στην τσέπη μου είχα τους μισθούς ενός ολόκληρου μπάρκου. Τα είχα ακόμη; Άπλωσα το χέρι με βιασύνη, τράβηξα κοντά μου τα ρούχα και άρχισα να ψάχνω τις τσέπες με ένα κακό προαίσθημα. Η πρώτη άδεια, η δεύτερη το ίδιο. Όλες άδειες. Τα χρήματά μου είχαν κάνει φτερά. Δεν μου είχε μείνει ούτε μία.
Έμεινα για λίγο ακίνητος, κοιτάζοντας τις άδειες τσέπες μου, σαν να περίμενα πως, αν έψαχνα άλλη μια φορά, θα ανακάλυπτα κάποιο χαρτονόμισμα ξεχασμένο σε μια γωνιά της τσέπης. Τα ξαναέψαξα όλα, με την ίδια αγωνία, μα το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Τίποτα.
Αισθήματα ανησυχίας, πίκρας και απογοήτευσης με κατέκλυσαν. Εκείνα τα χρήματα δεν μου είχαν χαριστεί. Τα είχα κερδίσει δουλεύοντας σκληρά, μακριά από την πατρίδα μου, με στερήσεις και κακουχίες. Ήταν ο κόπος πολλών μηνών και τώρα είχαν χαθεί μέσα σε μία νύχτα. Μάλλον μου τα είχαν ξαφρίσει ενώ βρισκόμουν σε κατάσταση μέθης ή, το χειρότερο, υπό την επήρεια ουσιών
Καταλάβαινα πως είχα πιαστεί κορόιδο. Από τις παλιές ελληνικές ταινίες που έβλεπα μικρός, είχα μάθει πως έπρεπε να προσέχω μέσα στην κακόφημη συνοικία της Τρούμπας. Κι όμως, δεν πρόσεξα. Όσο κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα να γλιτώσω από τους επιτήδειους.
Προσπάθησα να θυμηθώ, να πιαστώ από κάποια εικόνα, κάποια κουβέντα, κάτι που θα μου εξηγούσε πώς είχα βρεθεί σε εκείνη την κατάσταση. Μα η μνήμη μου με άφηνε στο σκοτάδι. Ένιωθα θυμό με τον εαυτό μου, γιατί ενώ είχα πάει εκείνη τη νύχτα αποφασισμένος να έχω τον έλεγχο και να προσέχω, το πρωί βρέθηκα να προσπαθώ μάταια να καταλάβω τι είχε συμβεί.
Έμεινα αρκετή ώρα βυθισμένος στις μαύρες μου σκέψεις και στη στενοχώρια μου. Κάπνιζα το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο και προσπαθούσα να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Μα στο τέλος, αφού άδειασε το πακέτο και χώνεψα το πάθημά μου, είπα μέσα μου πως καλά να πάθω, ας πρόσεχα περισσότερο. Έπρεπε, λοιπόν, να συνέλθω και να αποφασίσω τι έπρεπε να κάνω από εκεί και πέρα.
Ένας δρόμος μόνο υπήρχε. Θα έβρισκα αμέσως νέο μπάρκο. Με την υπογραφή κάθε σύμβασης, ο ναυτικός δικαιούνταν προκαταβολή. Αυτό, λοιπόν, θα έκανα. Θα υπέγραφα σύμβαση και με την προκαταβολή θα περνούσα τις λίγες μέρες που θα απέμεναν μέχρι να μπαρκάρω.
Σηκώθηκα αποφασισμένος να μην αφήσω το πάθημά μου να με αποθαρρύνει. Ντύθηκα και πήρα σβάρνα τα ναυτιλιακά γραφεία. Ευτυχώς, στην εταιρεία Νιάρχος με δέχτηκαν αμέσως. Αφού με ρώτησαν κάποια πράγματα, μου ανακοίνωσαν ότι σε μία εβδομάδα θα έφευγα για το δεξαμενόπλοιο SOUTHERN UNION. Ο μισθός ήταν καλύτερος, 240 αγγλικές λίρες.
Βγαίνοντας από τα ναυτιλιακά γραφεία και προχωρώντας προς το καφενείο «Ελλάς», όπου θα συναντούσα τον Αντωνέσκο, είχα πια ηρεμήσει. Όλα ήταν καλά. Είχα βρει δουλειά με καλύτερο μισθό και θα αναπλήρωνα όσα είχα χάσει. Δεν άθα άφηνα το περιστατικό να με στενοχωρέσει περισσότερο.
Τα χρήματα είχαν χαθεί, αλλά εγώ είχα αποκτήσει μια εμπειρία που δεν θα ξεχνούσα εύκολα, έστω κι αν δεν θυμόμουν όλα όσα είχαν συμβεί. Άλλωστε, είχα πάει στην Τρούμπα για να ξοδέψω χρήματα και να γνωρίσω από κοντά έναν κόσμο που μέχρι τότε ήξερα μόνο από τον κινηματογράφο. Το μόνο που δεν είχα υπολογίσει ήταν πως το εισιτήριο γι’ αυτή τη γνωριμία θα μου κόστιζε τόσο ακριβά.
Κι από όλη αυτή την εμπειρία, ένα πράγμα έμαθα καλά εκείνη τη νύχτα: στην Τρούμπα μπορούσες να περάσεις καλά, αλλά έπρεπε να ξέρεις πότε να φύγεις.

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΟΔΟ

Ήμουν καθισμένος σε ένα μικρό τραπεζάκι, με ένα δροσερό μουχαλλεπί μπροστά μου, πασπαλισμένο με ζάχαρη και αρωματισμένο με τριαντάφυλλο και ροδόσταγμα, που ανάδιδε ένα μεθυστικό άρωμα.
Απολαμβάνοντας το γευστικό κυπριακό έδεσμα, παρακολουθούσα τους γύρω μου να κουβεντιάζουν. Ύστερα από καιρό, άκουγα ξανά την κυπριακή λαλιά να ηχεί ευχάριστα στα αυτιά μου. Μια μελωδική γλώσσα, με τις δικές της ποιητικές εκφράσεις, μια γλώσσα που, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι ιστορικοί και γλωσσολόγοι, διατηρεί στοιχεία της αρχαίας ελληνικής.
Ο κόσμος μπαινόβγαινε κι εγώ παρακολουθούσα. Είχα όλο τον χρόνο του Θεού μπροστά μου και δεν βιαζόμουν. Έβλεπα αμούστακους νεαρούς, νέους στα άλμπουρα της νιότης τους, αλλά και μεσήλικες. Άλλοι καλοντυμένοι, άλλοι με πρόχειρα ρούχα της δουλειάς. Άλλοι χαμογελαστοί, άλλοι θλιμμένοι. Ο καθένας με τα δικά του συναισθήματα. Άλλοι χαρούμενοι που είχαν πιάσει στεριά κι άλλοι λυπημένοι, γιατί ετοιμάζονταν να φύγουν για μακρινά μπάρκα.
Πρόσωπα σκληροτράχηλα, μα και μαλθακά. Πρόσωπα σκαμμένα από τον ήλιο και την αλμύρα, πρόσωπα χλωμά από την καταχνιά της μηχανής. Ήμουν παρατηρητικός και μου άρεσε να παρακολουθώ τους ανθρώπους, να προσπαθώ να διαβάζω στα πρόσωπά τους τις ιστορίες που κουβαλούσαν.
Πέρασε αρκετή ώρα έτσι, ώσπου ξαφνικά εμφανίστηκε στην πόρτα μια γνώριμη φιγούρα. Ένας μεγαλόσωμος άνδρας. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Ήταν ο θείος μου ο Νικόλης! Δεν ήξερα πως βρισκόταν στον Πειραιά.
Ξαφνιασμένος, του έβαλα μια φωνή. Εκείνος γύρισε προς το μέρος μου. Δεν ξαφνιάστηκε, γιατί ήξερε πως εγώ είχα μπαρκάρει. Αυτό που δεν ήξερα εγώ ήταν πως είχε μπαρκάρει κι εκείνος.
Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και καθίσαμε μαζί. Οι κουβέντες ατελείωτες, τα ερωτήματα πολλά. Του είπα για μένα κι εκείνος μου είπε για τον εαυτό του.
Μου μίλησε για την κατάσταση στην Κύπρο μετά τον πόλεμο. Φτώχεια, μιζέρια, αναδουλειές.
Έτσι αποφάσισε να μπαρκάρει στα καράβια ως μούτσος, σε ένα μικρό πλοίο που έκανε λαθρεμπόριο τσιγάρων στη Μεσόγειο. Ήταν επικίνδυνη δουλειά, καθώς, αν τους έπιαναν, θα κατέληγαν στη φυλακή για πολλά χρόνια. Όμως ο θείος μου ήταν ριψοκίνδυνος και δεν δίστασε να πάρει το ρίσκο.
Ψηλός και λοκατζής στον στρατό, όπου είχε εκπαιδευτεί στις μάχες σώμα με σώμα αλλά και στη χρήση όπλων, δεν ήταν άνθρωπος που φοβόταν εύκολα. Σε ένα επεισόδιο πάνω στο πλοίο, όταν ένας μαύρος ναύτης δοκίμασε να μαχαιρώσει τον καπετάνιο, ο Νικόλης μπήκε στη μέση. Άρπαξε τη λεπίδα με τη χούφτα του, ακινητοποίησε τον ναύτη και τον συνέλαβε.
Στα πλοία αυτού του είδους μπαρκάριζε κάθε καρυδιάς καρύδι, άνθρωποι με εγκληματικό παρελθόν και παράνομες δραστηριότητες, καθώς ήταν εύκολο μπάρκο. Η ζωή ήταν επικίνδυνη και πολλοί εξαφανίστηκαν στα βαθιά νερά της θάλασσας, χωρίς να βρεθούν ποτέ ξανά.
Ο καπετάνιος ήταν σκληρός και απάνθρωπος στη συμπεριφορά του, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να θέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο. Έτσι, μόλις αντιλήφθηκε τις ικανότητες του Νικολ,η, τον προσέλαβε ως σωματοφύλακά του. Από μούτσο τον προήγαγε σε ανθυποπλοίαρχο και του έδωσε παχουλό μισθό.
Και πες πες, η ώρα πέρασε γρήγορα. Το σούρουπο μας βρήκε ακόμη εκεί, στο ίδιο τραπεζάκι. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και σκοτεινός, σαν να ετοιμαζόταν να βρέξει. Η Ακτή Μιαούλη, όμως, και οι πάροδοί της, άρχισαν να φωτίζονται από τις ταμπέλες νέον, που άναβαν μία μία, δίνοντας ζωή στους δρόμους.
Σηκωθήκαμε από το καφενείο και ξεκινήσαμε με τα πόδια καθώς ήταν κοντά, για το Πασαλιμάνι. Θα συναντούσαμε έναν φίλο του, ο οποίος δούλευε ως γκαρσόνι σε μια μικρή ψησταριά. Θα τρώγαμε εκεί και, αργά τη νύχτα, όταν θα τελείωνε τη δουλειά του, θα μας οδηγούσε σε ένα σκυλάδικο στην Ιερά Οδό, όπου ήταν τακτικός θαμώνας και θα περνούσαμε καλά, όπως μας υποσχέθηκε ο ίδιος.
Η ψησταριά καθόταν κυριολεκτικά πάνω στη θάλασσα, από την οποία τη χώριζε ένας στενός δρομάκος. Ήταν ένα μικρούτσικο μαγαζάκι, με ένα-δυο τραπεζάκια έξω, πάνω στο στενό πεζοδρόμιο. Καθισμένος εκεί, με τη θάλασσα από κάτω μου και μέσα σε εκείνο το ειδυλλιακό τοπίο, ένιωσα υπέροχα. Μου άρεσε καταπληκτικά.
Τρώγοντας κοτόπουλο και πίνοντας ούζο με τον Νικολή, περάσαμε τόσο ευχάριστα, που δεν καταλάβαμε πώς πέρασε η ώρα.
Είχε μαύρα μαλλιά, γυαλισμένα από το λάδι. Το μουστάκι του ήταν λεπτό, μια γραμμή μόλις πάνω από το χείλος, και έμοιαζε με τον Κλαρκ Γκέιμπλ. Η εμφάνισή του θύμιζε τους άνδρες που έβλεπα τότε στις κινηματογραφικές ταινίες. Καθώς το ταξί κυλούσε στους δρόμους του Πειραιά, εμείς συνεχίζαμε την κουβέντα, παρακολουθώντας ταυτόχρονα το τοπίο γύρω μας, που φωτιζόταν από τα φώτα του ταξί.
Η Ιερά Οδός είναι ένας από τους αρχαιότερους δρόμους της Αττικής. Στην αρχαιότητα συνέδεε την Αθήνα με την Ελευσίνα και ήταν ο δρόμος από τον οποίο περνούσε η πομπή των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Στη δεκαετία του ’70, όμως, ήταν γνωστή και για έναν άλλο λόγο. Κατά μήκος της υπήρχαν νυχτερινά κέντρα και σκυλάδικα, αρκετά από τα οποία στεγάζονταν σε πρόχειρα υποστατικά και λυόμενες παράγκες.
Τα σκυλάδικα, με την έννοια που είχε πάρει η λέξη εκείνα τα χρόνια, δεν υπάρχουν πια όπως τα θυμούνται όσοι τα έζησαν. Οι εποχές εκείνες έχουν περάσει και οι νεότεροι δύσκολα μπορούν να καταλάβουν τι σήμαινε πραγματικά ένα τέτοιο μαγαζί. Δεν επρόκειτο απλώς για χώρους διασκέδασης. Εκεί ο πελάτης μπορούσε να βρει γυναικεία συντροφιά, ποτό και κάθε λογής απολαύσεις, αλλά και να μπλεχτεί σε καταστάσεις που ξεπερνούσαν τα όρια της συνηθισμένης νυχτερινής διασκέδασης.
Το ταξί μας σταμάτησε έξω από μια σκοτεινή πόρτα, χωρίς φωτεινή επιγραφή. Φαινόταν πως το μαγαζί το γνώριζαν όσοι σύχναζαν εκεί και όσοι τους οδηγούσαν οι γνωστοί τους. Ήταν περασμένα τα μεσάνυχτα. Μόλις ανοίξαμε την πόρτα, αντίκρισα έναν μακρόστενο χώρο με χαμηλό φωτισμό, γυμνούς τοίχους και χωρίς καμιά ιδιαίτερη διακόσμηση. Έμοιαζε σχεδόν με εγκαταλειμμένο μέρος. Στο βάθος έπαιζε μια μπάντα ένα μαστούρικο τραγούδι. Σε ένα τραπέζι κάθονταν οι ιδιοκτήτες μαζί με μέλη του προσωπικού. Μόλις μπήκαμε, ένας από αυτούς σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μας, συνοδευόμενος από έναν παλικαρά. Μας χαιρέτισαν εγκάρδια, σαν να μας γνώριζε από καιρό. Τον Ανδρέα, όμως, τον γνώριζε καλά και τον χαιρέτισαν με το όνομά του.
Μας έβαλαν να καθίσουμε σε μια άκρη, κοντά στην ορχήστρα, και μας σέρβιραν με πολλή επαγγελματικότητα. Σε λίγο ήρθε να μας χαιρετήσει και μια τραγουδίστρια του μαγαζιού, την οποία ο Ανδρέας προσκάλεσε να καθίσει μαζί μας.
Παραγγείλαμε μια μεγάλη μπουκάλα Johnnie Walker και γεμίσαμε τα ποτήρια μας. Είχαμε όρεξη να μεθύσουμε. Είχαμε όρεξη να ξεπεράσουμε τα εσκαμμένα
Ύστερα από ώρα με ποτό, μουσική και ψιλή κουβέντα, ήρθε στο τραπέζι μας ακόμη μια κοπέλα.
Ήρθε από μια πόρτα στο πλάι της ορχήστρας. Είχε ωραίο σώμα, αλλά και κουτσό βήμα, καθώς το ένα της πόδι ήταν πιο κοντό από το άλλο. Πήγε πρώτα στο τραπέζι του αφεντικού της και αντάλλαξαν μερικές κουβέντες. Ύστερα γύρισε και ήρθε προς το μέρος μας. Κατάλαβα πως ήταν από τις κοπέλες του μαγαζιού που έκαναν κονσομασιόν. Κάθισε δίπλα μου και μου έπιασε το χέρι. Ο Νικολής, καθισμένος δίπλα μου, είχε σκύψει στο αυτί της τραγουδίστριας και κάτι της έλεγε, ενώ εκείνη του κρατούσε το χέρι. Η μουσική έπαιζε δυνατά, αλλά κανείς μας δεν άκουγε. Ο Ανδρέας είχε εξαφανιστεί από κοντά μας. Κάπου είχε πάει, σκέφτηκα, ίσως στην τουαλέτα. Εγώ και ο θείος μου ήμασταν απασχολημένοι με τις κοπέλες, που έπιναν το ποτό τους σαν νερό.
Θυμάμαι πως εκείνη τη νύχτα ήπιαμε τρία μπουκάλια. Εκείνο, όμως, που θυμάμαι περισσότερο είναι η συμπεριφορά της κοπέλας με το κουτσό βήμα. Ήταν όμορφη, πολύ όμορφη μέσα στο μισοσκόταδο, και έπινε σαν νεροφίδα. Ήταν μια γυναίκα της νύχτας, χωρίς αναστολές, που με αγκάλιαζε και με χάιδευε με τρόπο προκλητικό.
Έκανε, όμως, και μια κίνηση που τη θυμάμαι μέχρι σήμερα με κάθε λεπτομέρεια, σαν να έγινε χτες. Την ώρα που λύγιζε το κορμί της για να καθίσει στην καρέκλα δίπλα μου, έγειρε ταυτόχρονα προς το μέρος μου και, με μια απότομη κίνηση, ξεγύμνωσε το στήθος της και μου έβαλε το ένα της στήθος στο στόμα.
Ξαφνιασμένος, έμεινα ακίνητος, μην ξέροντας τι να κάνω. Θυμάμαι, όμως, το απαλό δέρμα της, το αφράτο στήθος της, ένα από τα πιο όμορφα που είχα φιλήσει στη ζωή μου. Ήταν σαν κάτι μαγικό, με μια γλυκιά, απαλή αίσθηση. Σαγηνεύτηκα, μαγεύτηκα, αποχαυνώθηκα. Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω. Ξέρω μόνο πως έμεινα ακίνητος, με το πρόσωπό μου ανάμεσα στα στήθη της.
Μου άρεσε και ανταποκρίθηκα στα χάδια της. Σκέφτηκα πως θα περνούσα μια πολύ ωραία βραδιά. Με την πονεμένη μελωδία του μπουζουκιού, τα πικρά λόγια της τραγουδίστριας, το ποτό να ρέει εύκολα και την κοπέλα δίπλα μου να με αγγίζει με οικειότητα, δεν με ένοιαζε πόσα θα ξοδεύαμε. Ούτε εμένα ούτε τον θείο μου, που κι εκείνος, όπως φαινόταν, περνούσε το ίδιο καλά. Την είχαμε βρει, λοιπόν, τη διασκέδασή μας. Ας μας τα έπαιρναν όλα!
Η ώρα περνούσε και ο λογαριασμός ανέβαινε. Ούτε που δώσαμε σημασία στον φίλο μας, που έλειπε πολλή ώρα.
«Άσ’ τον», μου είπε ο θείος μου. «Κάπου θα είναι μέσα, γερμένος και μαστουρωμένος».
«Αυτό σημαίνει σκυλάδικο», σκέφτηκα. Λίγοι θαμώνες, αλλά μεγάλοι λογαριασμοί.
Άρχισα να ανησυχώ μήπως δεν μας αρκούσαν τα λεφτά. Ο λογαριασμός ανέβαινε και ο Ανδρέας εξακολουθούσε να είναι άφαντος.
Από τη δύσκολη θέση μας έβγαλε η αστυνομία. Ήταν σχεδόν ξημέρωμα, όταν ξαφνικά άνοιξαν οι πόρτες και μπούκαραν οι αστυνομικοί. Μας έστησαν στον τοίχο και, από την κάμαρη δίπλα στην ορχήστρα, έσυραν έξω τον Ανδρέα που, αποχαυνωμένος από τη μαστούρα, σωριάστηκε στο έδαφος λιπόθυμος.
Δια τον φόβον των Ιουδαίων, κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε. Ούτε οι πελάτες ούτε οι μουσικοί ούτε το αφεντικό, ούτε κι εμείς.
Εκείνη την εποχή, στην Ελλάδα της χούντας, τα σώματα ασφαλείας ενεργούσαν συχνά αυθαίρετα, χωρίς να δίνουν εξηγήσεις και χωρίς να λογοδοτούν για τις πράξεις τους. Συνελάμβαναν ανθρώπους της καθημερινής ζωής ακόμη και με την παραμικρή υποψία και τους οδηγούσαν στα κρατητήρια για ανάκριση, επικαλούμενα την ανάγκη καταστολής της εγκληματικότητας. Πολλοί άνθρωποι υπέστησαν διώξεις και βασανιστήρια, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις χάθηκαν τα ίχνη συλληφθέντων.
Τέτοια ήταν η κατάσταση στην Ελλάδα εκείνα τα χρόνια, λίγο πριν από την πτώση της χούντας και την επιστροφή στη δημοκρατία.
Αφού μας ερεύνησαν, μας οδήγησαν στην αυλή και μας διέταξαν να μπούμε στην κλούβα που ήταν σταθμευμένη έξω.
Μαζί μας έσυραν και τον Ανδρέα, που ήταν τελείως ντοπαρισμένος. Τον άφησαν πεσμένο στις πλάκες του πεζοδρομίου, σαν σκυλί.
Εγώ, όμως, ήμουν ανήσυχος. Σε μια δυο μέρες θα έπρεπε να φύγω για το καινούργιο μου μπάρκο και δεν ήξερα πόσο θα κρατούσε αυτή η περιπέτεια. Είχα ακούσει ιστορίες για τη συμπεριφορά των αστυνομικών της χούντας απέναντι στους κρατουμένους και μια μεγάλη ανησυχία με κυρίευσε. Δεν ήξερα τι μας περίμενε ούτε πόσο θα μας κρατούσαν. Κι όσο περνούσε η ώρα, τόσο περισσότερο σκεφτόμουν το πλοίο που κινδύνευα να χάσω.
Όμως ο θείος Νικολής παρέμεινε ψύχραιμος. Ζήτησε να μιλήσει με τον υπεύθυνο αξιωματικό και ένας από τους αστυνομικούς προχώρησε προς το μέρος του.
— Έχω αδελφό αξιωματικό στον Κυπριακό Στρατό, του είπε ο Νικολής. Είμαστε μαζί σας και υποστηρίζουμε εσάς και την κυβέρνησή σας.
Με ευχαρίστηση είδα τον αξιωματικό να του δίνει σημασία και να τον ρωτά το όνομα του αδελφού του.
— Κόκος Ταπακούδης. Είναι μόνιμος ανθυπολοχαγός, απάντησε ο θείος μου.
Ο αξιωματικός απομακρύνθηκε λίγο και μίλησε στον ασύρματο. Περιμέναμε με αγωνία να δούμε τι θα γινόταν. Σε λίγο επέστρεψε και μας είπε πως μπορούσαμε να φύγουμε, μαζί με τον φίλο μας.
Οι αστυνομικοί έβαλαν όλους τους υπόλοιπους στην κλούβα. Εμείς μείναμε πίσω, ελεύθεροι πια, αλλά μέσα στη μαύρη νύχτα, με τον αναίσθητο Ανδρέα πεσμένο δίπλα μας σαν γομάρι.
Η νύχτα άρχισε να ροδίζει. Ξημέρωνε. Μέσα στο φως της αυγής, σταματήσαμε ένα ταξί. Τσουβαλιάσαμε τον Ανδρέα σαν σακί και, όπως μας έφερε το σκοτάδι, έτσι μας πήρε πίσω το φως της μέρας.
Ήταν κι αυτή μια από τις ατέλειωτες ιστορίες που έζησα στο πρώτο μου μπάρκο και που με σημάδεψαν ανεξίτηλα.
Όσα έζησα σ’ εκείνο το πρώτο μπάρκο ήταν για μένα ένα μεγάλο σχολείο. Οι δυσκολίες, οι αγωνίες, οι παράξενες γνωριμίες και οι περιπέτειες με έφεραν σ’ έναν κόσμο διαφορετικό από εκείνον που γνώριζα μέχρι τότε. Έναν κόσμο σκληρό, γεμάτο κινδύνους και απρόοπτα, αλλά και με στιγμές που δεν θα ξεχνούσα ποτέ.
Δεν ήξερα ακόμη τότε πόσα είχα να ζήσω ως ναυτικός, πόσες θάλασσες θα αρμένιζα και πόσες καινούργιες χώρες θα ανακάλυπτα.


ΤΕΛΟΣ