31 Οκτωβρίου 2026

ΤΟ ΧΡΥΣΟΚΑΡΑΒΟ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

 ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η θηλιά γύρω από τον λαιμό του πανίσχυρου Δραγουμάνου της Κύπρου, του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, έσφιγγε επικίνδυνα στην Κωνσταντινούπολη. Μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας, φτώχειας και καταπίεσης που επέβαλλαν οι Οθωμανοί κατακτητές στον Ελληνοκυπριακό λαό, ο Δραγουμάνος —ο επίτροπος του λαού με διοικητική και οικονομική εξουσία που εκλεγόταν από τους επισκόπους— ένιωθε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια του. Η Υψηλή Πύλη είχε ήδη αρχίσει να μετρά τις μέρες του, και οι φήμες για τη δυσμένεια του άρχοντα έφταναν σαν μουρμουρητό στα σκοτεινά σοκάκια της Λευκωσίας.

Μέσα σε αυτή την πνιγμένη στην αγωνία ατμόσφαιρα, η αρχόντισσα κυρά Μαρουδιά πήρε μια απόφαση ζωής και θανάτου. Δεν επρόκειτο για ένα απλό, ευλαβικό προσκύνημα. Ήταν η έσχατη, απεγνωσμένη γραμμή άμυνας μιας οικογένειας που κρεμόταν από μια κλωστή. Μαζί με τον μικρό της γιο, τον Νικολάκη, και άλλους εύπορους προεστούς και μεγαλοαστούς που είχαν κι αυτοί πέσει στη δυσμένεια των Οθωμανών, επιβιβάστηκε στον κόλπο της Μόρφου στο επιβατικό πλοίο του Χακή Αλεξανδρή. Στα αμπάρια του, πέρα από τα τάματα, κουβαλούσε βαριά μπαούλα γεμάτα χρυσάφια, λίρες και πολύτιμα τιμαλφή — γι' αυτό και ο φτωχός κόσμος το αποκάλεσε με δέος «χρυσοκάραβο».

Το σχέδιο έκρυβε διπλό σκοπό και τραγικό ρίσκο: πρώτον, να φτάσει η Μαρουδιά στα ιερά προσκυνήματα για να προσευχηθεί να μαλακώσει η καρδιά του Σουλτάνου και να επιστρέψει η εύνοια στον Χατζηγεωργάκη τον άντρα της, καθώς και στον θείο της τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο. Δεύτερον, αν ο Χατζηγεωργάκης πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη για να κριθεί και «δεν έβρισκε το δίκιο του», αυτά τα χρυσάφια θα αποτελούσαν το κεφάλαιο της εξορίας — το καταφύγιο όπου θα έστηνε νέα ζωή στους Αγίους Τόπους, περιμένοντας τον σύζυγό της να την ακολουθήσει μακριά από τη λεπίδα του δήμιου.

Όμως η μοίρα είχε γράψει άλλο πεπρωμένο. Το πλοίο, χτυπημένο από τη λυσσαλέα τρικυμία στα ανοιχτά της Πάφου, τσακίστηκε πάνω στις ξέρες του Φερφουρή στη Χλώρακα και βυθίστηκε.

Κι ενώ η Μαρουδιά και ο μικρός Νικολάκης χάνονταν στα αφρισμένα νερά, στην Κωνσταντινούπολη ο κύκλος του αίματος έκλεινε αμείλικτα: ο Σουλτάνος διέταξε τον αποκεφαλισμό του Δραγουμάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου.

Τα πλούτη του χρυσοκάραβου χάθηκαν στον αφρό, οι ζωές έσβησαν στα κύματα, και

η ζωή του Χατζηγεωργάκη χανόταν στη υψυλή πύλη.

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΚΑΡΑΒΟΥ

Το χρυσόκαραβο σαλπάρισε από τα παράλια της Καραμανιάς, έκανε την καθοριστική στάση του στον κόλπο της Μόρφου και τα μέρη της Λεύκας για να παραλάβει την αφρόκρεμα των προσκυνητών —με πρώτη τη Μαρουδιά και τον μοναχογιό τους, τον μικρό Νικολάκη— και τράβηξε παραλιακά προς τα δυτικά, περνώντας «απέξω από τον Πύργο» της Τυλληρίας.

Όμως, καθώς κατέβαινε προς τα νότια, η μοίρα αποδείχθηκε πιο βαριά από τα μπαούλα με τα χρυσάφια. Στα ανοιχτά της Πάφου, ο Πουνέντες ξέσπασε λυσσασμένος. Το καράβι, τσακισμένο από την τρικυμία και προδομένο από τα λάθη στη ναυσιπλοΐα στον Κάβο Φερφουρή, έπεσε στους κοφτερούς βράχους της Χλώρακας και άνοιξε στα δύο.

Τα χρυσάφια σκορπίστηκαν στα αφρισμένα νερά, ενώ η θάλασσα κατάπιε όνειρα και ζωές. Η Μαρουδιά πάλευε απεγνωσμένα στα παγωμένα κύματα να κρατήσει ψηλά τον μικρό Νικολάκη, μέχρι που το θλιβερό μοιρολόι «γιαλέμ, γιαλέλιμ, που χάσαμεν τη νιότη μας, την ψυχή και το κορμί...» χάθηκε για πάντα στον βυθό.

Τα πλούτη, τα μπαούλα και οι ελπίδες διαλύθηκαν στα κύματα και στις αγχόνες της Ιστορίας, αφήνοντας πίσω τους μόνο τον θρύλο του Χρυσόκαραβου να στοιχειώνει για πάντα τις ακτές της Χλώρακας.

 

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΚΑΡΑΒΟΥ

  1. Ἀρχινοῦμεν τὸ τραγούδιν μὲ μεγάλην θλιβεράν, νὰ διηγηθοῦμεν πάθη, καὶ μεγάλην συμφορὰν.
  2. Εἰς τῶν χιλίων ὀκτακοσίων χρόνων τὸν καιρόν, ἐγίνηκεν τὸ ναυάγιον, τὸ μέγα τὸ κακόν.
  3. Ἕναν πλοῖον ἐξεκίνησεν μὲ πολλὰ καλὸν καιρόν, διὰ νὰ πάει Ἱεροσόλυμα, στὸ Πανάγιον τὸ φως.
  4. Ἐπιβάταις εἴχεν πολλοὺς, ἄρχοντες καὶ νοικοκυραίους, Εἴχεν καὶ τὴν κυράν Μαρουδιὰν μὲ τοὺς ἀρχοντικοὺς γονέους.
  5. Μὲ πλούτη καὶ μὲ τάματα, καὶ μὲ βαριὰ μπαούλα, ξεκίνησαν μὲς στὴ χαρά, νὰ πᾶν νὰ προσκυνήσουν.
  6. Στὸν κόλπον τῆς Μόρφου ἐμπαρκάρισαν, τὸ τάμαν για να κάμουν, νὰ πᾶν στα Ιεροσόλυμα και στους Αγίους τόπους...
  7. Ἦλθαν να προσκυνήσουν σ' ὅλες τες εκκλησιαίς, άνδρες τε και γυναίκες και πέντε κορασιαίς,
  8. καί δέκα ἀρχοντόπουλλά και ξήντα φαμιλιαίς, και σαν να ἐθαρήαν πώς παρπατούν στεριαίς,
  9. και ἀρχήνισαν να κάμνουν της γνώμης τους δουλιαίς, και δεν παρακαλούσαν ἡμέραις και βραδιαίς,
  10. να μην κλαίσιν κατόπιν ἀπαρηγόρηταις, μόνον εἰς τὴν κακίαν πηγαίνυν τρεχανταίς.
  11. Κι ὁ Πλάστης μου δεν θέλει δουλείαις δολεραίς, προστάσσει και φυσούσι σ' ὅλες τες στεριαίς.
  12. Και ἀγρίωσεν ἡ θάλασσα με κακαίς βοαίς, ὁ οὐρανός σκοτίστην ἀπό ταῖς βρονταίς.
  13. Κατάρτια τσακκιστήκαν ἀπου ταῖς ἀστραπαίς, τότες εἶνε φόβοι, τρομάρες φοβεραῖς,
  14. τρομάρες ἀσυνήθισταις εἰς ταῖς ἀμαρτωλαίς, ποῦ πάσιν κολασμέναις και ἀξωμολόγηταις.
  15. Πῶς ἔτσι τουν τὸ πάχτιν στὴν Πάφουν να πνιγούν, ἀνάμεσα στον κόλπον της Καραμανιάς,
  16. καράβιν κινδυνεύει μέσ' τα βαθιά νερά, κλαίσιν και ἀναστενάζουν γυναίκες, πᾶς παιδιά, τὸ πώς θέν να γλυτώσουν ἐκείνην τὴν βραδιά.
  17. Εἴχεν κι ἕναν παιδάκιν του ἄρχοντος γαμπρός, ἀρχίνησεν και φώναζεν τὸν κόσμον τὸν κακόν:
  18. «Ἀνάθεμαν να ἔχη Ἀντώνης και Γιαννής, ὅπου 'ταν ἡ αἰτία καί βγήκαν Κυριακήν».
  19. Ἀπόκρηαν το βράδυν μπαρκαριστήκαμεν, ἀντίκρυς πού τὴν Λεύκαν συγχωρήθηκαμεν.
  20. Ἀπέξω πού τὸν Πύργον ἐπεράσαμεν, κι ἕως τα νερά της Πάφου ἐκεῖ ἀράξαμεν.
  21. Καλλίτερα τους ἦτουν εἰς τὴν Καραμανιάν, παρά και τσακκιστήμεν στης Πάφου τα νερά.
  22. Καλλίτερα τους ἦταν να ἀποθάνουσιν, παρά να φαν τα ψάρια και να χορτάσουσιν.
  23. Καλλίτερα τους ἦταν να μην βαρκαριστούν, καί ν' ἄλθουν εἰς τὴν Πάφουν και κεί να βυβιστούν.
  24. Τότε ἀνακατώθην που μέσα ὁ καιρός, τότε να δής τα κλάματα κι ὁ ἀναστεναγμός.
  25. Ἔκλαιαν οἱ ταλαίπωροι δάκρυον ἐλεεινόν, ἐκλαίασιν καί λέγασιν ἐτούτην τὴν φωνήν:
  26. «γιαλέμ γιαλέμ, γιαλέλιμ, γιαλέλιμ γιαλελίμ, πού χάσαμεν τὴν νιότην μας, ψυχήν καί το κορμίν».
  27. Πανάγιε μου Τάφε, καί κόψε τον καιρόν, καί γλύτώσ' μας νά ἔλθωμεν στὴ Γιάφα με καλόν.
  28. Ἀξιώσ' μας Χριστέ μου τὸν τάφον σου να δώ, καί να τὸν προσκυνήσω να τὸν ὁμολογώ.
  29. Πού τρέμουν οἱ Προφήτες καί οἱ ἄγγελοι του, κι' οἱ δαίμονες σκορπίζουνται ὁπότε τὸν ἰδοῦν.
  30. Ὁ Κόσμος σε δοξάζει καί γώ σέ μαρτυρώ, πώς εἶσαι παντοκτίστης και σέναν καρτερώ.
  31. Γλύτωσε-μας, δώς μας μίαν χαράν, ἕναν κάτεργον να δώσω στην χάριν σου τωρά.
  32. Γλύτωσε-μας Χριστέ μου ἀκόμα μίαν φοράν, νά μας κατευοδώσης τῆς Κύπρου τα βουνά.
  33. Κυρία μου τοῦ Μαχααιρᾶ, καὶ να γλυτώσωμεν, καί ὅλοι μας οἱ χακίδες να σε χρυσώσωμεν.
  34. Βασίλισσα τοῦ κόσμου με τὸν Μονογενή, δύνασαι να γλυτώσεις ἐτούτον το παιδίν;
  35. «Ὦ υἱέ μου Νικολάκη κ' εὐσπλαχνικόν παιδίν, ἔτσι ἦτουν τὸ γραφτόν σου στὴν Πάφουν να πνιγῆς,
  36. πού σε' (εἰ)χα κανακάριν κανακαρδωτόν, χρυσάψιν μου ρουπίνιν διαμάντιν διαλεκτόν.
  37. Και ποῦ πηγαίννεις τώρα και θα σε καρτερώ, να δω το πρόσωπον σου να το γλυκοφιλώ».
  38. Παρηορκάν, θεέ μου, δός μου διὰ να λαλώ, πάλιν: «γιαλέμ, γιαλέμιν, γιαλέλιμ, γιαλελίμ, που χάσα' τὴν ζωήν μου δια τούτον το παιδίν».
  39. Μήτε θεός ἀκούει μήτε οἱ ἄγγελοι, μήτε ἡ Παναγία, διατί μαι ἁμαρτωλή.
  40. Μήτε πουπάνω παίρνει, μήτε στεργιάς φυσά, ὁ σκυλλος ὁ Πουνέντες μας βάνει ὀμπροστά.
  41. «Ἄβάντε παλληκάρκα, τρικέτα τα πανιά, διατί θέ νά μας φάσιν τῆς Πάφου τα νερά».
  42. Ταις τρεῖς ὥραις τῆς νύκτας ἐσκαπουλλάραμεν, στον κάβο Ἀρναούτην ἐκεῖ ἀράξαμεν.
  43. Μηνά ὁ καραβοκύρης τοῦ γραμματικού, τὸν τσιράτζιν να ἀλλάξουν δια να κοιμηθούν.
  44. Γραμματικός φωνάζει τοῦ σιόρ Παυλῆ, καὶ τόν ἐδιατάσσει καὶ τὸν καθοδηγεῖ.
  45. Ἀπόκρισιν τοῦ δίδει, κάμνει τὸν να χαρῆ: «Ἐγὼ τὴν στράταν ξέρω, τῆς Παφῆς ἤμουν παιδίν, μπροστά μας εἶναι ξέρη στου Κάβου Φερφουρῆν».
  46. Γροικά καραβοκύρης ἀφιερώθηκεν, καμπόσον παίρνει πομονήν κ' ἐποκοιμήθηκεν· σταῖς ἕξη ὥραις πάνω ἐτσακιστήκανε.
  47. Κλαίομεν τα καϋμένα παραπονετικά, και δέν ἔχει κανέναν να μας ἀδικά.
  48. Και πώς βαστάχνης, Πλάστη μου, τόσους πικρούς καμούς; Λυπήθου μας τοὺς ξένους και τοὺς ἁμαρτωλούς.
  49. Χάννομεν τὴν ζωήν μας, τὸν ἥλιον και το φως, κανείς δεν μας λυπάται να ρθή να μπή ὀμπρός.
  50. Κλαίομεν τα καϋμένα, τίς να μας λυπηθή; Μηνά τοῦ ἄρχοντα ν' ἄρτη να τὴν ἰδῇ;
  51. «Κυρία μου βασίλισσα, καὶ κόψε τον καιρόν, και πέσαμεν τὴν θάλασσαν μεσ' τ' ἀλμυρόν (νερόν)».
  52. Ὁ Χάννας καὶ ὁ Βασίλης ἐσηκωστήκανε, με τὸν καραβοκύρην ἐττοκαριστήκανε.
  53. Λευτέρης ὁ καϋμένος στην πλώρην ἔρεεν, μαζύν με τὸν Γεώργην συχωρηθήκανε.
  54. Τότες ὁ Χακή Γεώργης φωνάζει δυνατά: «Ἀφέντη, θα πνιγούμεν στης Πάφου τα γουνά».
  55. Ἦλθεν τοῦ Δραγομάνου ἡ νοικοκυρά: «Κύριε και θεέ μου και πλάστη και κριτά, γλύτωσε τον κόσμον σου και τούτα τα παιδιά».
  56. Τί να μου συντυχάννεις και τι να μου μιλής; Να κλαύσω, νά χορτάσω δια τούτον το παιδίν.
  57. Θεέ, και αν εἶμαι πλάσμαν σου, και δέχτου-με τωρά, και πάνω στον θυμόν σου ἄλλην μίαν φοράν.
  58. Χριστέ μου τὸν ἀπάντων, δός μου παρηορκάν, και νά 'λθω εἰς τὴν χάριν σου να γένω καλορκά.
  59. Σπλαχνίστου-μας, Χριστέ μου, και 'χω λύπην φοβεράν μέσα στα σωτικά μου, χωρίς παρηορκάν.
  60. Πού εἶσαι, ἀφέντη ἄρχοντα, κι' ἀφέντη μου Χακή, κι ἀφέντη τῆς Ἀτάλιας και τῆς Καραμανιάς, πού 'σαι τῆς βασιλείας ἀπάρθενος ραγιάς;
  61. Ἔλα να πάρης θάρρος τῆς Κύρα Μαρουδιᾶς, και χάθην που τα χέρια σου το ρόδιν τῆς ροδιᾶς.
  62. Χάννεις το πειν και σπλάχνος, καθ' ὅν να δὴς πώς λαχταρίζομεν μέσ' τ' ἀλμυρόν νερόν.
  63. Να δείς τον Νικολάκην πως λαχταρίζεται, γουνάριν εἰς τὸ χώμαν χαμαί ταράσσεται, και τούτον ἔν του Πλάστη μου δια να δοξάζεται.
  64. Και πρέπει μου να κλαίω, να λέγω διαλελίμ, δέν ἔχω πειν ἐλπίδαν δια τούτον το παιδίν.
  65. Ἅγιε μου Νικόλα, και να γλυτώσαμεν, τὸ μαρμαρένον τέμπλος να τὸ χρυασώσωμεν,
  66. και πάνω στο χρυσάφιν να γράψωμεν ψηφίν: «Μας ἔφαγεν ἡ θάλασσα τῆς Πάφου οἱ καϋμοί, ἀπ' ἔξω που τὸν Κάβον, που λέγουν Φερφουρῆν, τσακίστην το Καράβιν τοῦ Χακή Ἀλεξανδρῆ».
  67. Και φτάννει το χαπάρι και κεῖνοι καρτερούν, και πάσιν οἱ γραφάδες στου Δανικλή, και κάμνουν το χαπάριν στου Χακή Δημητρή.
  68. «Ἀφέντη Δραγομάνε, ὁρίστε τι ἐγίνηκεν, τα κακά χαπάρια τῆς Κύπρου, ἔτσι καϋμός».
  69. Ἀπλώννει εὐθὺς τα χέρια του, πιάννει τα γράμματα, και ἀρχίνησεν να κλαίη ἀπαρηγόρητα.
  70. «Ἀλοίμονον, ἀλοίμονον εἰς τόν ἁμαρτωλόν, ποττέ μου δεν το πάντεχα να ἔχω ἔτσι καμόν.
  71. Ὅμως ἡ ἀμαρτία μου καὶ ἡ κακία μου, πνιγήκαν τά παιδιά μου και ἡ γυναίκα μου.
  72. Ἐγώ 'χα ταίς ἐλπίδες να ἔλθουν ὑγιείς, τούς ἔκοψεν ἡ θάλασσα, τῆς Πάφου οἱ καϋμοί.
  73. Καλύτερα μας ἦτον να ἀρωστήσωμεν, παρά ἔτσι χαπάρια να ἀκούσωμεν.
  74. Ἀχ, Μαρουδιά κυρά μου, καλόν μου ριζικόν, καί κάψες τὴν καρδιάν μου τὸ κακορίζικον.
  75. Ἀχ, Μαρουδιά κυρά μου, γυναίκα διαλεχτή, σ' τὸν κόσμον τούτον ὅλον ἤσουν ἡ θαυμαστή.
  76. Ἀχ, Μαρουδιά κυρά μου, δεν ἦλθες να με δης, και να μου χωρατίψης, δια να μου χαρής.
  77. Ἀχ, Μαρουδιά κυρά μου, ψυχή μου και καρδιά, καί κάψες τὴν καρδιάν μου ἐσύ και τα παιδιά.
  78. Και τι να κάμω τώρα και τι να καρτερώ, να δω το πρόσωπον σου να το γλυκοφιλώ;
  79. Και τι να κάμω τώρα; Ἄλλον δεν μου περνά, να ρίξω ταις ὁρπίδες μου εἰς τὴν Βασίλισσαν,
  80. να σώσῃ τὴν ψυχήν της, τῆς κύρα Μαρουδιᾶς, κ' ὑστερης τοῦ υἱοῦ μου, τοῦ σιορ Νικολῆ, πού εἴτανε το σπλάχνος μου, ἐκεῖνον το παιδίν.
  81. Ἐγὼ ποττέ δεν τ' ὤλπιζα εἰς τέτοιον καϋμόν, ὅμως ἡ ἀμαρτία μου μ' ἄφηκεν μοναχόν, νώ κλαίω να στενάζω ὁ ταλαίπωρος ἐγώ.
  82. Σέ ἐλεεινὴν κατάστασιν ἦλθα ἐγώ τωρά, πνιγήκαν τά παιθκιά μου στης Πάφου τα νερά.
  83. Και τι να κάμω τώρα και τι να καρτερώ; Στα βάθη τῆς θαλάσσης να πέσω να πνιγώ.
  84. Δεν ἔχω πειν ἐλπίδαν μήτε παρηορκάν, να κάτσω να προσμένω τὴν κυρά Μαρουδιάν.
  85. Δεν εἶνε τοῦτον πράγμαν πού θέλει να γενῆ, να κάτσω να προσμένω τὸν Σιορ Νικολήν.
  86. Ὦ ἅγιε μου Νικολάκη και σπλαχνικόν παιδίν, που σ' εἶχα κανακάριν και κανακαρδωτόν, χρυσάψιν μου ρουπίνιν διαμάντιν διαλεχτόν.
  87. Ὦ ἅγιε μου Νικολάκη, γλυκύτατον παιδίν, πού πνίγης εἰς τὴν θάλασσαν τῆς Πάφου το γουνίν.
  88. Δεν κλαίω το καράβιν μήτε τὴν σουρμαγιάν, κλαίω τὴν ἀγάπην, τὴν κυρά Μαρουδιάν,
  89. και τὴν βαπτιστικήν μου, τὴν κυρά Λενουδιάν, βραχιόλια πού φορούσαν τριάμισυ πουγκιά.
  90. Ἀφήστο, πού τα ρούχα πού εἴχασιν μαζύ, το κάθε ἐναν εἴχεν ἀνάμισυ πουγκίν.
  91. Δεν κλαίω γώ τα ρούχα μηδέ τὴν σουρμαγιάν, μα κλαίω τὴν ἀγάπην μου καί κεῖνα τα παιδιά,
  92. πως ἐπνίησαν ἀδίκωτα στης Πάφου τα νερά. Το σπλάχνος μου ἀφίννω εἰς τὴν Βασίλισσαν,
  93. να σώσῃ τὴν ψυχήν τῆς κυρά Μαρουδιᾶς, κ' ὑστερης τοῦ υἱοῦ μου τοῦ σιορ Νικολῆ.
  94. Θυμούμαι το τραγούδιν πάντα πού μου λαλεί, «γιαλέμ γιαλέλιμ γιαλέλιμ, γιαλελίμ, πού χάσαμεν τὴν νιότην μας, ψυχήν καί το κορμίν».